Open to business 1

Τετάρτη 6 Νοέμβρη. Αφού ο ρημαδοΚούλης έφτασε τόσο μακριά (στη Σαγκάη) για να διακηρύξει πως το ελλαδιστάν είναι «ανοικτό στις δουλειές», πρέπει να το χωνέψουμε όλοι…

Μα είναι κάτι καινούργιο; Ήταν ποτέ το ελλαδιστάν κλειστό στις «δουλειές» και στις «δουλίτσες»; Όχι, ποτέ!! Να μια καλή και ενδεικτική αναφορά στο θέμα στην καθεστωτική «καθημερινή» της περασμένης Κυριακής 3 Νοέμβρη, κάτω απ’ τον τίτλο τα σενάρια για τον φόνο του «τραπεζίτη» (διότι, φευ, υπάρχουν απ’ ότι φαίνεται και «επιχειρηματικά ατυχήματα»):

… Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ο [Δημήτρης] Μάλαμας ήταν στενός συνεργάτης του απότακτου αστυνομικού Σπύρου Παπαχρήστου, ο οποίος δολοφονήθηκε τον Μάιο του 2018 έξω από ταβέρνα στην Παλλήνη. Ο τελευταίος διέθετε ισχυρά ερείσματα στην αστυνομία, είχε διασυνδέσεις με «βαριά» ονόματα της παρανομίας και επιπλέον, διατηρούσε φιλικές και συγγενικές σχέσεις με ισχυρούς παράγοντες της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας. Μία από τις υπηρεσίες που παρείχε – φυσικά με το αζημίωτο – ήταν να διασφαλίζει διακριτές ισορροπίες μεταξύ όλων των παραπάνω. Σ’ αυτήν την εξίσωση, ο Δημήτρης Μάλαμας περιγράφεται ως το δεξί χέρι του Παπαχρήστου, ο «τραπεζίτης» που είχε την ευθύνη διαχείρισης των χρημάτων που εισέπραττε ο πρώην αστυνομικός. Ένα από τα σενάρια που ερευνώνται είναι το συμβόλαιο θανάτου να υπέγραψαν ανταγωνιστές του 50χρονου, που θέλησαν να πάρουν εκείνοι τον έλεγχο του λεγόμενου «μαύρου ταμείου»…

Ο «τραπεζίτης» εκκαθαρίστηκε, ζήτω ο «τραπεζίτης»!!! Το ότι τα πιο πάνω δεν γράφονται στις σομόν σελίδες αλλά στις λευκές δεν θα πρέπει να μπερδέψει. Πρόκειται όχι μόνο για «επιχειρηματικές δραστηριότητες» αλλά και για την «δομή» τους, στη σύμφυση κράτους και κεφάλαιου (παρακράτους και οργανωμένου εγκλήματος θα έλεγε κάποιος, αλλά τι να γίνει;:… αυτά διαθέτει η πατρίς!) Που νοιώθουν τόσο σίγουρες (αυτές οι δραστηριότητες) ώστε μπορούν να εμφανίζονται και δημόσια· έστω μέσω των γραφείων τύπου της δημόσιας τάξης.

Οπωσδήποτε είναι απαραίτητες δύο παρατηρήσεις. Πρώτον ότι δεν υπάρχουν εμπόδια· ζήτω, λοιπόν, η ελευθερία του επιχειρείν! Και, δεύτερον, ότι για να προκύπτει ζήτημα αλλαγής διαχείρισης του «μαύρου ταμείου», υπάρχει τέτοιο σταθερά και πάντα!! Σήμερα! Πράγμα που σημαίνει ότι οι «διακριτές ισορροπίες» συνεχίζουν να κρατιούνται· «φυσικά με το αζημίωτο»…

Καλά σου τάλεγα… Όποιος έχει κάνει τον κόπο να διαβάσει στα σοβαρά το τετράδιο για εργατική χρήση νο 2 (η κρατικοποίηση του εγκλήματος) θα καταλάβει ότι δεν πρόκειται για «περιθωριακούς»… Οι «ισχυροί παράγοντες της οικονομικής και της πολιτικής ζωής της χώρας» πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να θεωρηθούν τέτοιοι;

Ακόμα κι αν είναι δύσκολο (όχι τόσο όσο φαντάζεσθε) να βρεθεί η πραγματική θέση του ελλαδιστάν στην παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος (νοούμενου σαν οι διαρκείς διαδικασίες παράνομης καπιταλιστικής συσσώρευσης) το «open to business» είναι παγκόσμια γνωστό ελληνικό προσόν… Αν ο ρημαδοΚούλης είναι απλά ένας εκπρόσωπος τύπου, τότε (και μόνον τότε) δικαιολογείται να το διαλαλεί όπου σταθεί κι όπου βρεθεί…

(φωτογραφία: Οι τρύπες στο πλάι και το νερό στην οροφή παραπέμπουν σε κάτι σαν «επιχειρηματικό συνέδριο»… ή κάνουμε λάθος;)

Open to business 2

Τετάρτη 6 Νοέμβρη. Στα τέλη των ‘80s και στις αρχές των ‘90s, όταν έγιναν οι ιδιωτικοποιήσεις των ως τότε κρατικών τραπεζών, η οτοε (το συνδικάτο των τραπεζοϋπαλλήλων που τότε δεν ήταν εργοδοτικό) έδωσε μάχες αξιοσημείωτες. Όμως κάθε φορά που μια απεργία των τραπεζοϋπαλλήλων ξεπερνούσε τις 3 ή 4 μέρες (πράγμα που συνέβαινε συχνά…) άρχιζαν οι οιμωγές: ο κόσμος (δηλαδή οι διαφόρων μεγεθών επιχειρηματίες) αναγκάζεται να καταφεύγει στους τοκογλύφους!… Για να παίρνει τα απαραίτητα δάνεια για «κεφάλαια κίνησης» – για παράδειγμα.

Αυτές τις δουλειές των «τοκογλυφικών» δανείων τις κάνουν συστηματικά όσοι έχουν ρευστό σε μεγάλες ποσότητες· και μερικούς πιστολάδες για να είναι βέβαιοι ότι ο δανειστής δεν θα κηρύξει «στάση πληρωμών»… Το ποιοί είχαν αυτά τα δύο προσόντα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 δεν έγινε γνωστό. Κρίμα. Μάθαμε όμως αυτό το χρήσιμο: εκτός απ’ το «επίσημο» υπάρχει και «ανεπίσημο» τραπεζικό σύστημα… (Που μπορεί και να επικοινωνούν…)

Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά μεγάλωσαν, τα παντελονάκια κόντυναν, και ήρθαν οι μαύρες εποχές της κατάρρευσης των ελληνικών τραπεζών. Σταμάτησαν να δανείζουν ή δάνειζαν με τέτοιο σταγονόμετρο ώστε το «επίσημο» χρηματοπιστωτικό σύστημα βγήκε ουσιαστικά εκτός λειτουργίας για χρόνια…

Το πάρτυ της «τοκογλυφίας»! Ακούσατε τίποτα γι’ αυτήν; Ακούσατε τίποτα για μεγάλης έκτασης εκκαθαρίσεις τέτοιων κυκλωμάτων; Όχι!!! Είναι το πολύ δύο (2) οι τέτοιου είδους περιπτώσεις τα τελευταία 10 χρόνια που έτυχαν αστυνομικής διαχείρισης. Έτσι ώστε να μπορεί να τις αποδώσει κάποιος σε κόντρες μεταξύ διαφορετικών «ανεπίσημων τραπεζών» παρά σε κάποια έκλαμψη «αρετής» του ελληνικού κράτους.

Με δυο λόγια: οι «διακριτές ισορροπίες» κρατήθηκαν, σε μια μεγάλη, άγνωστο πόσο μεγάλη, έκταση (και ένταση) διαχείρισης της εντόπιας κρίσης α λα ελληνικά. Θα πρέπει να είναι αρκετοί οι στυλοβάτες αυτών των «διακριτών ισορροπιών», διάσπαρτοι στην επικράτεια. (Με το αζημίωτο και το συμπάθειο).

Ένα μόνο απέμεινε εκκρεμές: πόσες, άραγε, απ’ τις αυτοκτονίες λόγω οικονομικής απόγνωσης όλα αυτά τα χρόνια οφείλονται στις αδιάλλακτες υπηρεσίες αυτού του «ανεπίσημου» τραπεζικού συστήματος, το οποίο, ας το επαναλάβουμε, πέρα απ’ το άφθονο ρευστό διαθέτει και τους απαραίτητους πιστολάδες για τις εισπράξεις… ε;;

Πόσοι άραγε αυτοκτόνησαν για να γλυτώσουν την τιμωρία για το «ανεπίσημο κόκκινο δάνειο» τους;

(φωτογραφία: Όχι τα τέλη αλλά οι αρχές της δεκαετίας του ’80… Τότε οι τράπεζες δεν είχαν καθόλου τον κεντρικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των «απλών ανθρώπων» που απέκτησαν πολύ αργότερα…)

Δόγματα και απελπισίες

Τρίτη 26 Φλεβάρη. Τον καιρό της ευδαιμονίας (ας πούμε απ’ το δεύτερο μισό των ‘90s ως το πρώτο μισό των ‘00s) το δημοφιλές δόγμα ήταν: αν χρωστάς στην τράπεζα 20 χιλιάρικα έχεις πρόβλημα· αν χρωστάς 20 εκατομύρια το πρόβλημα το έχει η τράπεζα… Ακόμα και στατιστικά αν το σκεφτεί κανείς, εκείνοι που θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσουν πρόβλημα στις τράπεζες με τα πανύψηλα χρέη τους θα ήταν πάντα πάρα πολύ λιγότεροι απ’ τους άλλους, εκείνους δηλαδή που θα είχαν σοβαρό πρόβλημα αν σταματούσαν να πληρώνουν τις δόσεις τους.

Ωστόσο το δόγμα ήταν δημοφιλέστατο, τόσο πολύ ώστε να μαρτυράει κάτι: όπως σε όλα τους οι ντόπιοι μικροαστοί έχουν (είχαν) την ελπίδα (και σε εποχές ευδαιμονίας την βεβαιότητα) ότι θα ανέβουν ψηλά, έτσι γινόταν και με τα δάνειά τους. Οι δανειστές των 20 ή των 50 χιλιάδων (για στεγαστικά, καταναλωτικά, κλπ) φαντασιώνονταν ότι θα καταφέρουν να αυξήσουν τόσο πολύ τα χρέη τους, ώστε να απελευθερωθούν απ’ αυτά εκτοξευόμενοι στη στρατόσφαιρα των εκατομμυρίων. Άγνωστο πόσοι το προσπάθησαν και το κατάφεραν. Η μεγάλη μάζα έμεινε, σίγουρα, στη βάση εκτόξευσης του «αν χρωστάς σχετικά λίγα έχεις πρόβλημα».

Τα πρώτα χρόνια της κρίσης και της διαχείρισής της α λα ελληνικά κάναμε περισσότερα απ’ όσα μπορούσαμε για να ενημερώσουμε για την άποψή μας: ότι το υψηλό «δημόσιο χρέος» ήταν, τελικά, δευτερογενές – και ότι το πραγματικό σοβαρό πρόβλημα του ελληνικού καπιταλισμού ήταν η χρεωκοπία των ντόπιων τραπεζών. Όπως, άλλωστε, ίσχυε για όλο τον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο – ευρώπη και βόρεια αμερική σίγουρα. Για την σωτηρία των οποίων (εντόπιων τραπεζών) το ελληνικό κράτος αύξησε τόσο πολύ το χρέος του, ώστε να γίνει διεθνές βούκινο…

Για λόγους που τους αναλύσαμε και τους μάθαμε στην εξέλιξη των χρόνων, η «λαϊκή μάζα», δηλαδή η μικροαστική πλειοψηφία που είχε ή θα είχε σύντομα πρόβλημα με τα χρέη της στην τράπεζα, ακολούθησε το κρατικό / παρακρατικό δάκτυλο, που έδειχνε το «δημόσιο χρέος»…. Το βάφτισε «ανύπαρκτο», το βάφτισε «επονείδιστο», «ακόλαστο» ή όπως αλλιώς – σκατά καταλάβαινε ακόμα και σε σχέση μ’ αυτό!! Το βασικό όμως είναι ότι η «λαϊκή μάζα» πέρασε πολλά (και κρίσιμα από πολιτική άποψη) χρόνια βρίζοντας την Μέρκελ και τον Σόιμπλε, με τον πιο εθνικιστικό τρόπο που θα ήταν δυνατόν. Που σημαίνει: στο όνομα της εθνικής ενότητας, είτε το είχαν συναίσθηση είτε όχι, εκείνοι που είχαν ή θα είχαν σύντομα πρόβλημα με τα δάνειά τους, έβγαλαν τις τράπεζες (και την ιδεολογική λειτουργία του χρηματοπιστωτισμού) έξω απ’ τον λογαριασμό. Η μάζα αυτή πεθύμησε την φυλάκιση πολιτικών… Οι Προβόπουλοι, οι Σάλλες και όλοι οι παρόμοιοι ήταν έξω απ’ τα ραντάρ της. Τέτοιο χατήρι στους βαθυκρατικούς χρυσοδάκτυλους του ντόπιου χρηματοπιστωτισμού δεν θα μπορούσε να το φανταστεί κανένας ισλανδός!

Τα χρόνια της διαχείρισης της κρίσης πέρασαν. Οι πολιτικές βιτρίνες ισχυρίζονται ότι το ζήτημα του «δημόσιου χρέους» διευθετήθηκε (πράγμα που είναι μια αλήθεια εντελώς προσωρινή). Οι τράπεζες όμως; Αυτές που δεν είχαν κανένα πρόβλημα το 2009, το 2010, το 2011 – όπως ήθελε η «λαϊκή μούσα» (της εθελοδουλείας); Περίεργο πράγμα: οι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί που ΔΕΝ είχαν πρόβλημα… εξακολουθούν να έχουν!!! (Μόνο κάτι περιθωριακοί σαν εμάς το έδειχναν, σαν πολιτικό ζήτημα, έγκαιρα – τι κρίμα!).

Και όχι μόνο έχουν πρόβλημα αλλά για να το λύσουν, πρέπει να μεταφέρουν μεγάλα μέρη του προβλήματος στους οφειλέτες: “κόκκινα” δάνεια, φανάρια – μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά... Να τα μεταφέρουν σ’ αυτούς για τους οποίους ήδη απ’ την εποχή της ευδαιμονίας ήταν γνωστό ότι… το έχουν…

Σκέτες απελπισίες

Τρίτη 26 Φλεβάρη. Στην παλιο-ισλανδία λοιπόν (καπιταλισμός κι εκεί), αντί να χάνουν τον χρόνο τους κυνηγώντας φαντάσματα, κοίταξαν τις τραπεζικές πρακτικές στη χορήγηση δανείων! Κοίταξαν, δηλαδή, τα τραπεζικά παρακάλια, του είδους “με κάθε δάνειό σας, σας κάνουμε κι άλλα δύο δώρο!”. Σ’ αυτή τη σχέση υπάρχουν δύο πόλοι: αυτός που δανείζει, κι αυτός που δανείζεται. Η ευθύνη όμως δεν είναι μοιρασμένη στη μέση. Επειδή οι ισλανδοί ξέρουν ότι ζουν σε καπιταλισμό (σε αντίθεση με τους έλληνες, που νομίζουν ότι ζουν στην βυζαντινή αυτοκρατορία που, απλά, δεν έχει προλάβει ακόμα να ξανακηρύξει την Isranbul πρωτεύουσα) η επίγνωση της κοινωνικής βάσης ότι, σε τελευταία ανάλυση, όταν κάποιος μοιράζει (δανεικά) λεφτά και κάποιος τα παίρνει, την μεγαλύτερη ευθύνη την έχει ο πρώτος· η ύπαρξη στην ισλανδία (εδώ;) κάποιας νομοθεσίας που χαρακτηρίζει ορισμένες τραπεζικές πρακτικές (σε ότι αφορά, π.χ., τις επιθετικές πωλήσεις δανείω) σαν ριψοκίνδυνη και, σε τελευταία ανάλυση, παράνομη· και το παντελόνιασμα απ’ τα στελέχη των τραπεζών (στην ισλανδία όπως και στην ελλάδα) των γενναίων bonus ανάλογα με τις «πωλήσεις» (δανείων…) που πετύχαιναν· για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν σημαίνοντα στελέχη των εκεί τραπεζών πήγαν φυλακή.

Θα πει κάποιος ότι στην ελλάδα δεν δόθηκαν «δάνεια χαμηλής εξασφάλισης», subprime… Αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο. Ισχύει, μάλιστα, το αντίθετο: είναι ευθύνη των τραπεζικών στελεχών να ξέρουν (το ήξεραν και στα μέρη μας!) ότι δίνοντας απλόχερα δανεικά δημιουργούν «φούσκες» (μεταξύ αυτών: στα ακίνητα) οι οποίες, όταν θα έσκαγαν αργά ή γρήγορα (και πάντως μέσα στην 20ετία αποπληρωμής του μέσου στεγαστικού…) κάποιοι, πολλοί, θα έχουν πρόβλημα. Ακόμα κι αν ο μέσος ηλιθιος μικροαστός κοιτάει στον ουρανό και νομίζει ότι η καρέκλα του είναι εξασφαλισμένη και ο μισθός του θα ανεβαίνει συνέχεια ώστε να φτιάξει εξοχικό στην Αράχωβα, ακόμα κι έτσι, τα τραπεζικά στελέχη, σαν εξ ορισμού serfers ενός μηχανισμού που υποχρεωτικά δημιουργεί ή επιβλέπει κρίσεις και καταρρεύσεις μεγάλης κλίμακας, θα έπρεπε να ξέρουν ότι δεν υπάρχει τέτοιος ουρανός. Μόνο γκρεμοί.

Το ήξεραν στα μέρη μας; Δεν το ήξεραν; Αδιάφορο: έβγαζαν φράγκα, πολλά φράγκα, πουλώντας δάνεια. Έτσι ώστε όταν θα ερχόταν η στιγμή της κόλασης, στο ικρίωμα δεν θα έπρεπε να είναι μόνο εκείνοι που «είχαν πρόβλημα» απ’ την αρχή. Κυρίως θα έπρεπε να είναι εκείνοι που τους έπεισαν ότι «δεν θα έχεις πρόβλημα…» – επωφελούμενοι άμεσα, υλικά, τοις μετρητοίς απ’ την διαβεβαίωση…

Δεν έγινε έτσι. Κι αυτό είναι πολιτικό γεγονός κεντρικής σημασίας για τις ταξικές ισορροπίες στα μέρη μας. Ακόμα και τώρα, που γίνεται η ύστατη προσπάθεια να σωθούν οι ελληνικές τράπεζες χωρίς bail in (που θα τις καταστρέψει εντελώς), η «εθνική ενότητα» ανάμεσα στις δύο ή τρεις σημαίες της έχει και μία του χρηματοπιστωτισμού. Αντίστροφα, οι «υποστηρικτές του λαού» αιωρούνται στο βάλτο του γεγονότος ότι μόνο ξώφαλτσα (και για ξεκάρφωμα) κοίταξαν προς τη μεριά των ceo και των δ.σ. των ελληνικών τραπεζών στα χρόνια της ευδαιμονίας. Υπάρχει εξήγηση στη μυωπία τους: τα στενά συμφέροντά τους και η καούρα τους να διασώσουν τον ντόπιο μικροαστισμό μαζί με όλες τις διαχρονικές ψευδαισθήσεις του.

Η Ιστορία είναι αμείλικτη

Τρίτη 26 Φλεβάρη. Η εποχή της “αστακομακαρονάδας” σαν διαμάντι στα μικροαστικά στέμματα (τρως λίγο αστακό και πολύ ζυμαρικό, οπότε νοιώθεις λιγάκι αστός – η κοινωνική άνοδος των μικροαστών περνάει σίγουρα απ’ το στομάχι τους· και λίγο χαμηλότερα απ’ αυτό!) ήταν πολύ υπαρκτή και πολύ μαζική. Σ’ αυτήν την κοινωνία, που ψήφισε κάποιον το ’09 κόβοντας στη μέση μια φράση του και κρατώντας το ευχάριστο “λεφτά υπάρχουν…”, το να μοιράζουν λεφτά οι τραπεζικές γραφειοκρατείες επί μια δεκαπενταετία πριν ήταν το πιο ευχάριστο πράγμα που θα μπορούσε να ζήσει.

Δανεικά σημαίνουν υποθήκη. Υποθηκεύει κανείς όχι μόνο το “ακίνητό” του, αλλά πιθανά και την ζωή του – αν κάτι πάει στραβά, κι αν είναι (στην πραγματικότητα) πληβείος. Φαντασμένος μεν, πληβείος δε…. Και επειδή η σχέση δανειστή – οφειλέτη είναι άνιση (πάντα ήταν, σ’ όλη την ιστορία του δανεισμού!) όταν έρθει η στιγμή να “έχεις πρόβλημα”, μπορεί και να είναι πρόβλημα ζωής…

Γι’ αυτά θα μπορούσαμε να γράφουμε ώρες. Όμως η ευθύνη, το ξαναλέμε, δεν είναι μοιρασμένη στη μέση. Αυτός που κάνει “΄πολιτική τιμών” στο εμπόριο πρέζας επειδή θέλει να ανοίξει την αγορά και να αυξήσει τα κέρδη του δεν έχει στο ζύγι το ίδιο βάρος με τον πρεζάκια. Ούτε μπορεί να κρυφτεί ο έμπορος πίσω απ’ τον πρεζάκια (του χρήματος…) με το επιχείρημα “ας πρόσεχε”. Αν πρόσεχαν όλοι αυτός θα πούλαγε χαρτομάντηλα στα φανάρια – και δεν θα του άρεσε καθόλου…

Οι ευθύνες των εμπόρων πρέζας (εν προκειμένω: των εμπόρων χρήματος) είναι πολύ μεγάλες, πολύ συγκεκριμένες – και εύκολα αποδείξιμες. Όχι γενικές, του είδους “κάτω οι τράπεζες”. Όχι “οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωΐνη!” (σωστό, ισχύει και για την κοκαΐνη, αλλά είναι λειψό). Το τραπεζικό κύκλωμα, στα high του, είχε συγκεκριμένες ιεραρχικές δομές, που τις στελέχωναν συγκεκριμένα άτομα: προέδρους τραπεζών, εκτελεστικούς διευθυντές των δ.σ., μετόχους και μερίσματα, διευθυντές καταστημάτων, πωλητές δανείων, λογιστές, κλπ. Ήξεραν ότι ρίχνουν ζαριές πάνω σε καμπούρες. Ήξεραν ότι η ντόπια «αγορά ακινήτων» ήταν «υπερθερμασμένη». Ήξεραν ότι με ή χωρίς «παγκόσμια κρίση» η «φούσκα θα έσκαγε». Αλλά την τάιζαν. Ο κάθε μαλάκας μικροαστός στον γκισέ δεν καταλάβαινε χριστό. Αυτοί ήξεραν όμως. Ήξεραν ότι θα έρθει μια στιγμή που αυτός ο μαλάκας μικροαστός θα είναι μπροστά στον γκισέ όχι κορδωμένος αλλά γονατιστός… Στατιστικά ήταν απόλυτα βέβαιοι…

Πέρασε ο καιρός με τον πατερναλιστικό «νόμο Κατσέλη». Χώθηκαν εκεί και καβατζώθηκαν πολλές «πρώτες κατοικίες / βίλες». Εκείνοι που έκαναν την τύχη τους με το «πάρε κόσμε δανεικά» ουσιαστικά καθάρισαν. Ο «πάρε κόσμε» όμως είναι εδώ και καιρό μπροστά στην υποθήκευση της ζωής του. Χρωστάει και δεν μπορεί να ξεχρεώσει. Ασυναίσθητα αποδεικνύεται ότι το «οι ωραίοι έχουν χρέη» ήταν ύμνος για εκείνους με τα μύρια. Όμως ο “πάρε κόσμε” το τραγούδισε κι ας το ξανατραγούδησε νομίζοντας ότι γράφτηκε γι’ αυτόν.

Την υποθήκευσή του την συνυπέγραψε – αυτό είναι βέβαιο. Δεν τόλμησε να πάρει οργανωμένα και μαζικά πίσω την υπογραφή του. Δεν τόλμησε να σπάσει μια και καλή το συμβόλαιό του με τον έρωτα και το τσιφτετέλι για τα φράγκα: θα έπρεπε πριν να πνίξει τον μικροαστισμό του.

Αυτό δεν το διανοείται καν… Εντάξει. Αλλά ο καπιταλισμός που δίνει τα μεν παίρνει τα δε. Και δεν ασχολείται με τις λεπτομέρειες και τα “ψυχολογικά” του κάθε εθελόδουλου, όσο φτωχοδιάβολος κι αν έγινε, όσο κι αν μιξοκλέγεται…

Απ’ τα tanks στις banks…

Τετάρτη 25 Απρίλη. Όμως ακόμα κι εκείνη την περίοδο (πρώτο μισό των ‘90s), που ο ελληνικός εθνικισμός / ιμπεριαλισμός απολάμβανε (με όνειρα χασάπη…) την μοναδική ιστορική ευκαιρία και εμφανιζόταν σαν εντελώς «ανεξάρτητος», ικανός να βρίζει πατώκορφα την γερμανία («γίγαντα με μυαλό νάνου» την είχε αποκαλέσει ο «ογκόλιθος με μυαλό κιμά» Πάγκαλος…), να κάνει «εμπορικό μποϋκοτάζ» στα ολλανδικά τυριά και στα ιταλικά μακαρόνια (επειδή τα αντίστοιχα κράτη δεν έκαναν τα ελληνικά χατήρια για το «όνομα της μακεδονίας»…), δεν ήταν ικανός από μόνος του (ή, έστω, μέσω της περιφερειακής συμμαχίας του με την μαφιόζικη, εθνικιστική «μεγάλη σερβία» του αδελφού Μιλόσεβιτς…) να επιβληθεί. Στηριζόταν στην διακριτική και σιωπηλή μεν αλλά στρατηγική υποστήριξη της Ουάσιγκτον (και ως ένα βαθμό του Λονδίνου).

Αυτή η «ων ουκ άνευ» οργανική συμμαχία / υποστήριξη του ελληνικού ιμπεριαλισμού στις πιο κορυφαίες εκδηλώσεις του απ’ την εποχή του πραξικοπήματος στην κύπρο απ’ τον αμερικανικό και τον αγγλικό αποδείχθηκε περίτρανα αν και αντεστραμμένα δύο φορές μέσα στα epic ‘90s. Πρώτα με την επιβολή στην Αθήνα (απ’ την Ουάσιγκτον) της «ενδιάμεσης συμφωνίας» με το κράτος της μακεδονίας· ένα deal για το οποίο η Αθήνα δεν έβγαλε κιχ (σε αντίθεση με ό,τι είχε κάνει νωρίτερα με ευρωπαϊκά σχέδια «λύσης του προβλήματος» πολύ πιο “φιλελληνικά”…). Και δεύτερον, το 1996, με την αμερικανική εμπλοκή στην ελληνική προβοκάτσια / κρίση των Ιμίων. Εκεί, η «επιστροφή στο status quo ante» ήταν μια ανακούφιση που μόνο μ’ ένα «ευχαριστούμε τις ηπα» μπορούσε να εκφραστεί· και ας εισέπραξε ο πρωθ. Σημίτης που το ξεστόμισε την χλεύη της «αριστερής εθνικοφροσύνης»… (Υπήρχαν και πολύ χειρότερα ενδεχόμενα απ’ το «ευχαριστούμε τις ηπα» εκείνες τις νύχτες…)

Η διπλή αποτυχία του ελληνικού στρατιωτικού ιμπεριαλισμού στα ‘90s, ενώ είχε βρεθεί στο καλύτερο σημείο ever απ’ την άποψη των συσχετισμών, άφησε μόνο μια ρεαλιστική δυνατότητα ιμπεριαλιστικής επέκτασης για το ελλαδιστάν: οικονομική. Αρκετά πριν η υιοθέτηση του ευρώ τοποθετήσει το ελλαδιστάν στο πιο πολλά υποσχόμενο οικονομικό κλαμπ του πλανήτη, την ευρωζώνη, η εθνική ρητορική είχε μετακομίσει απ’ το «σύνορα με την σερβία» στο «η ζώνη της δραχμής»: η δραχμή (θα) ήταν το ισχυρό νόμισμα σε μια μεγάλη ακτίνα στα βαλκάνια, ένα είδος «περιφερειακού διεθνούς νομίσματος», που θα προσέφερε έξτρα οφέλη (πέρα απ’ την λεηλασία της εργασίας των βαλκάνιων μεταναστών και την λεηλασία των πόρων στα κράτη τους) στον ελληνικό καπιταλισμό.

Μ’ άλλα λόγια ο ελληνικός ιμπεριαλισμός έγινε χρηματοπιστωτικός, ευθυγραμιζόμενος πια με το αμερικανικό και αγγλικό «υπόδειγμα» που ήταν ήδη σε ισχύ. Οι ελληνικές τράπεζες όρμησαν να κατακτήσουν αυτά που δεν είχαν καταφέρει τα ελληνικά τανκς.

Και το πράγμα προχώρησε. Χρηματοπιστωτικά, εμπορικά, και μαφιόζικα.

Ηλεκτρονικές πληρωμές; Όχι ευχαριστώ!

Δευτέρα 17 Ιούλη. Στις αρχές του 2017 η ευρωπαϊκή επιτροπή ανακοίνωσε ότι ερευνά την πιθανότητα να θέσει ένα ανώτατο όριο στις συναλλαγές με ρευστό, με την προοπτική να επιβάλει τους σχετικούς περιορισμούς στις διασυνοριακές πληρωμές μέσα στο 2018. Προκειμένου να δώσει σ’ αυτήν την ιδέα μια αύρα αξιοπιστίας, η επιτροπή παρήγγειλε μια μεγάλη έρευνα γνώμης στην ε.ε., με σχετικά ερωτηματολόγια, και ένα δείγμα πάνω από 30.000 υπηκόους διαφόρων κρατών. Η έρευνα έβγαλε τα αποτελέσματά της, αλλά όχι αυτά που θα ήθελε η επιτροπή.

Ένα εντυπωσιακό ποσοστό 95% όσων ρωτήθηκαν δήλωσε ότι αντιτίθεται στον προσδιορισμό ορίου στη χρήση μετρητών. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η απάντηση που δόθηκε στην εξής ερώτηση:

Πως πιστεύετε ότι θα ωφελήσει η καθιέρωση περιορισμών στις πληρωμές με ρευστό στην ε.ε. εσάς, ή την επιχείρησή σας ή τον οργανισμό σας;

Στις επιλογές απαντήσεων ΔΕΝ υπήρχε η επιλογή «δεν θα με ωφελήσει»! Κατόπιν αυτού το 99,18% όσων ρωτήθηκαν ανταποκρίθηκαν με το «δεν απαντώ». Πράγμα που σημαίνει ότι λιγότερο από το 1% σκέφτηκε κάποιο όφελος.

Απ’ τις υπόλοιπες απαντήσεις προέκυψε ότι η μεγάλη πλειοψηφία όσων ερωτήθηκαν δεν «αγοράζει» τα εποχειρήματα για καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του ξεπλύματος χρήματος μέσω του «ηλεκτρονικού χρήματος». Αντίθετα τοποθετούν σε πολύ ψηλότερο σημείο τα θέματα της ιδιωτικότητας και της προσωπικής ανωνυμίας στις πληρωμές. Το 87% όσων ρωήθηκαν απάντησε ότι θεωρούν την πληρωμή με ρευστό σαν βασική προσωπική ελευθερία.

Αυτά τα ευρήματα μπορεί να ακούγονται σαν μουσική στ’ αυτιά διάφορων ευγενών κλάδων απ’ την κουρελομεσαία τάξη στην ελλάδα, που αγωνίζονται αυτόν τον καιρό ενάντια στα pos (για να φοροδιαφεύγουν, as usual), όμως το σίγουρο είναι ότι αυτοί οι 29,7 στους 30 χιλιάδες απ’ όσους ρωτήθηκαν στην έρευνα δεν είναι φοροφυγάδες, στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους. Συμβαίνει κάτι άλλο, που δεν είναι καθόλου «τραβηγμένο»: δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στους θεσμούς που θα συγκεντρώνουν τα data απ’ τις συναλλαγές τους (με πρώτες και καλύτερες τις τράπεζες) ότι θα δείχνουν σεβασμό στην προσωπική τους ζωή.

Και γι’ αυτό προτιμούν να έχουν τις ηλεκτρονικές πληρωμές σαν επιλογή, και όχι σαν καταναγκαστική υποχρέωση. Φυσιολογικό; Εντελώς.

(Συνεπώς άλλο η εγκατάσταση pos σε ιατρεία, γραφεία δικηγόρων, μηχανικών, συμβολαιογράφων και λοιπών αναξιοπαθούντων, ώστε να υπάρχει η επιλογή της πληρωμής με κάρτα, κι άλλο η καθιέρωση ορίων και η αναγκαστική χρήση καρτών.

Αλλά τι να κάνει και η ελληνική κουρελομεσαία τάξη; Τώρα πάνω απ’ το 70% δηλώνει ότι την βγάζει με λιγότερα απ’ όσα θα έβρισκε κανείς στο δρόμο αν κοιτούσε συνέχεια κάτω… Οπότε ακόμα κι ένας πελάτης να πληρώνει κάθε μήνα με κάρτα, πάει, χάλασε η εικόνα της «πείνας»…)

Κάγκελα;

Σάββατο 22 Απρίλη. Το κατηγορητήριο κατά των golden middle-aged (“boys” δεν τους λες…) Σάλλα και Προβόπουλου, της Πειραιώς ο πρώτος, κεντρικός τραπεζίτης ο δεύτερος, έχουν από μόνα τους μια χρησιμότητα. Ρίχνουν λίγο φως σ’ αυτό που οι έλληνες πατριώτες δεν θέλουν να δουν: ότι το ωραίο πλιάτσικο έγινε από ντόπια αφεντικά και όχι γάλλους, πορτογάλους, φινλανδούς και γερμανούς καταραμένους.

Τα κόλπα του τραπεζίτη Πειραιώς είναι γνωστά από χρόνια: έπαιρνε δάνεια απ’ την τράπεζά «του», αγόραζε ακίνητα, και ύστερα τα πούλαγε στην τράπεζά «του» σε διπλάσια ή και παραπάνω τιμή. Ξεχρέωνε τα δανεικά και τσέπωνε την (μεγάλη) διαφορά. Άμα έχεις τέτοια «άνεση» κάνεις κι άλλα· αλλά το κατηγορητήριο αφορά μόνο το πιο πάνω κόλπο.

Όσο για τον άλλοτε κεντρικό τραπεζίτη; Και μόνο απ’ την θέση του «επικεφαλής ελέγχου» των ιδιωτικών τραπεζών θα έπρεπε να βρίσκεται ήδη μπουντρουμιασμένος για τα κόλπα της proton, της marfin, της attica, της αγροτικής – και άλλων.

Εδώ είναι το ζουμί. Το ότι και αυτοί (όπως και άλλοι) έχουν «καθαρίσει» ως τώρα είναι μια επίδειξη / απόδειξη των κυκλωμάτων στα οποία συμμετείχαν και συμμετέχουν, που ασφαλώς και θα φροντίσουν τα τωρινά κατηγορητήρια κάπου να χαθούν, κάπου να σέρνονται, κλπ κλπ. Το έχουν ξεκινήσει ήδη: όπως και άλλοι «χρυσοχέρηδες» (όπως, π.χ., το καρτέλ των εργολάβων δημόσιων έργων…) έτσι και οι συγκεκριμένοι και οι φίλοι τους έχουν «δημαγωγική ασυλία»: δεν έχουν στηθεί λεκτικές κρεμάλες για τους σβέρκους τους. Αυτό σημαίνει ότι είναι πανεύκολο να ξεχαστεί η υπόθεσή τους.

Από πολιτική άποψη όμως δεν θα έπρεπε οι διάφοροι «απελευθερωτές» της υποτιθέμενης αριστέρας και άκρας αριστέρας να αλλάξουν τα τροπάριά τους τώρα που δεν μπορούν να παριστάνουν ότι «δεν ξέρουν»;