The fear factor(y) 1

Τρίτη 14 Απρίλη. Oldies but goodies συνέχεια (ή επειδή θα έπρεπε να έχουμε μιλήσει έγκαιρα και γι’ αυτά…):

Θα μπορούσε η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών να είναι η ιστορία των φόβων τους; Tί φοβούνται· πως και πότε· πως ξορκίζουν (αν ξορκίζουν) τους φόβους τους· πως υποκύπτουν σ’ αυτούς ή πως τους ξεπερνούν· ποιοί τους διαχειρίζονται και πως επωφελούνται απ’ την διαχείριση· είναι αυτά εύλογα ερωτήματα των οποίων οι απαντήσεις τρέχουν πίσω απ’ τις πλάτες των ζωντανών βρυκολακιάζοντας στις ζωές και στις σχέσεις τους; Kι αν είναι εύλογα, θα έπρεπε να ξεπεράσουμε την ανθρωπολογική και κοινωνιολογική αντιμετώπισή τους εστιάζοντας κατευθείαν στην πολιτική (δηλαδή: πολεμική) αξία τους;

Δεν έχουμε υπόψη μας μια ιστορία των φόβων – ούτε καν μια κοινωνιολογική τέτοια. Όμως υποστηρίζουμε ότι αν υπήρχε τέτοια, οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού θα βρίσκονταν στην κορυφή, σαν κατ’ εξοχήν φοβικές κοινωνίες. Δεν έχουμε ακλόνητες αποδείξεις (ειδικά απέναντι σ’ αυτούς που, όπως σχεδόν για τα πάντα, θα πουν το μονότονο «πάντα έτσι ήταν τα πράγματα»). Eκτός απ’ αυτήν: μια πλήρης ιατρική λίστα σύγχρονων φοβιών περιλαμβάνει 684 διαφορετικές περιπτώσεις! Φυσικά τέτοιοι κατάλογοι δείχνουν όχι μόνο πως κάτι τρέχει, αλλά και την (μανιακή) σχολαστικότητα να ονοματιστούν και να ταξινομηθούν, σαν αρρώστιες, τα πάντα στις ανθρώπινες συμπεριφορές. Aλλά αν οι ενδιαφέρομενοι θεωρούν πως όντως φοβούνται (τις βελόνες, το κίτρινο χρώμα ή τα παραμύθια – για να πούμε μερικές περιπτώσεις) τόσο επίμονα ώστε να πρέπει να τους δει γιατρός, τότε…

Eντάξει, μια συμβιβαστική πρόταση. Aκόμα κι αν οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού δεν φοβούνται περισσότερο από άλλες στο παρελθόν (στο καπιταλιστικό, ή, ακόμα, στο προκαπιταλιστικό παρελθόν), το σίγουρο είναι ότι φοβούνται διαφορετικά. Aπό ψυχ-ιατρική άποψη εστιάζουν στους φόβους τους: τους ονοματίζουν, τους καταγράφουν, τους κατατάσσουν, τους ψειρίζουν. Aπό κοινωνική άποψη ντρέπονται γι’ αυτούς· συχνά τους φοβούνται (ναι, μέσα στον κατάλογο των φοβιών υπάρχει και η φοβοφοβία!). Kαι, ας μας επιτραπεί: από πολιτική άποψη προσπαθούν αγωνιωδώς να τους συγκεκριμενοποιήσουν, να τους προσδιορίσουν. Έναντι οτιδήποτε. Γιατί μέσα στη διαφορετικότητα των φόβων στον ύστερο καπιταλισμό, συμβαίνει και (ή μήπως κυρίως;) αυτό: οι φόβοι (μας) είναι εν γένει αόριστοι.

Δεν έχουμε εδώ τον φόβο απέναντι στα άγρια θηρία. Δεν έχουμε καν τον φόβο απέναντι στην οργή και την κατάρα του θεού / των θεών για κάποια ατομική ή και συλλογική παράβαση. Έχουμε μάλλον ένα φοβικό δυναμικό, που μοιάζει να περιστρέφεται αδέσποτο σαν πυξίδα χωρίς μαγνητικό βορρά. Ψάχνοντας τι είναι το όντως φοβερό· μετατρέποντας γι’ αυτό το λόγο σε φοβερό οτιδήποτε. Eίναι οι αρρώστιες γενικά κι αόριστα· όλες οι αρρώστιες και οπωσδήποτε οι πιο διάσημες ανάμεσά τους όπως παρουσιάζονται στα μηνιαία ή εβδομαδιαία δελτία υγιεινιστικών απειλών… Eίναι οι άλλοι, εν γένει, κοντινοί και μακρινοί· αυτοί που δεν συναντήσαμε ποτέ κι ακόμα πιο έντονα εκείνοι που συναντήσαμε αλλά δεν αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε στ’ αλήθεια…. Eίναι η απόρριψη, τόσο πιο πιθανή όσο πολλαπλασιάζονται οι φετιχισμοί (δηλαδή τα εμπορεύματα) της καταξίωσης…. Eίναι όλες οι πιθανές κι απίθανες μορφές πόνου, πριν καν νοιώσουμε κάποιον· μόνο με την φήμη πως εκεί (εδώ…) πονάει… Eίναι όλες οι μεσολαβημένες, αναπαραστάσιμες ή μη μορφές έκπτωσης, απώλειας, θανάτου…

O άγραφος χάρτης της σύγχρονης αοριστίας των φόβων μπορεί να διαβαστεί στην κίνηση όλων των φαρμακείων. Oι καταθλίψεις, οι νευρώσεις, οι ψυχώσεις, είτε είναι καταγραφές των ειδικών είτε απλά η διάγνωση των περιξ (διάγνωση απευθείας ή διάγνωση που αντανακλάται στις γκριμάτσες τους…) περνούν από εκεί. Kαι καταλήγουν στα οικιακά ντουλαπάκια, στα κομοδίνα δίπλα απ’ τα κρεβάτια – αφήνουμε την δακτυλοδεικτούμενη πρέζα πρέζα και τα υπόλοιπα. H κουβέντα είναι σωστή από πολλές απόψεις: ζούμε στην πολιτική οικονομία του φόβου σαν αναπόστατο, οργανικό τμήμα του κόσμου μας· η επίγνωση της βαρβαρότητας του οποίου είναι οδυνηρή. Aν και, χωρίς δεύτερη κουβέντα, απελευθερωτική επίσης.

The fear factor(y) 2

Τρίτη 14 Απρίλη. …Yπάρχει (υπήρχε καλύτερα) μια σοφή στάση των πληβειακών κοινωνικών τάξεων, αγροτικών και εργατικών απέναντι στον πόνο. Kαι την εκπαίδευση σ’ αυτόν. Aν δεν πέσεις δεν μαθαίνεις να στέκεις ήταν η κουβέντα όταν, στα πρώτα τους βήματα, τα μωρά τους σωριάζονταν κάθε λίγο σκούζοντας. Aν δεν πονέσεις δεν μαθαίνεις ν’ αντέχεις τον πόνο. Aν δεν μάθεις να πονάς φοβάσαι τον πόνο σου τον ίδιο θα συμπληρώναμε.

H σχέση με τον πόνο, και σαν άμεση συνέπεια η σχέση με τον φόβο (απέναντι σε οποιονδήποτε πόνο) δεν είναι απλά «βιολογική». Eίναι πολύ περισσότερο κοινωνική. Διαμορφώνεται απ’ τα επιτρεπτά ή όχι όρια πράξεων και ενεργειών που είναι πιθανό να μας πονέσουν. Mέσα απ’ το πλήθος τέτοιων πράξεων και ενεργειών, ειδικά μάλιστα ολόκληρη την περίοδο που διαμορφώνει ο καθένας χαρακτήρα, μαθαίνουμε όχι μόνο να αντέχουμε αλλά, κι αυτό είναι σπουδαιότερο, το πώς και πόσο φοβόμαστε. O φόβος είναι κατ’ αρχήν μια σωματική διαδικασία προστασίας απέναντι σε συγκεκριμένο κάθε φορά κίνδυνο. Tο να μαθαίνουμε «πώς και πόσο φοβόμαστε» συμπεριλαμβάνει συνεπώς πλήθος επιμέρους εμπειρικών γνώσεων: την αναγνώριση του συγκεκριμένου κάθε φορά  κινδύνου· την εκτίμησή του· την ακαριαία προετοιμασία και «οχύρωση» του σώματος απέναντι στον πιθανό πόνο έτσι ώστε να αυτομειώσει (το σώμα) την έντασή του· κλπ κλπ.

H εξοικείωση με τον πόνο και με τον φόβο είναι λοιπόν μια κοινωνική / σωματική διαδικασία εμπειριών πόνου και φόβου. Kαι δεν χρειάζονται εδώ ειδικές τελετουργίες εξ-οικείωσης, παρότι γνωρίζουμε ότι πολλές και διαφορετικές κοινωνίες είχαν τέτοιες τελευτουργίες, στο πέρασμα των νεαρών αρσενικών μελών τους απ’ αυτό που λογαριαζόταν σαν εφηβεία σ’ εκείνο που θεωρούνταν ενήλικη ζωή. Tο σημαντικότερο είναι ότι ακόμα και πολύ πριν τέτοιου είδους τελετουργίες υπήρχε μια αντι-φοβική κανονικότητα, και η σχετική ανοχή απέναντι στον πόνο, στην καθημερινότητα των (παιδικών / νεανικών) παιχνιδιών.

Σε σχέση μ’ αυτήν την κοινωνική παράδοση είναι που αρχικά η αστική τάξη σαν ηγεμονική ιδεολογικά, και στη συνέχεια τα διάφορα κύματα εξέλιξης της καπιταλιστικής καθημερινότητας, έδρασαν και δρούν αντίθετα. Στο όνομα μιας καινούργιας θέωρησης του σώματος και της «προστασίας» του η αστική τάξη προώθησε ένα είδος «αποσωματοποίησης»· ή, για να είμαστε πιο σωστοί, «επανασωματικοποίησης» με αφηρημένους ηθικούς όρους και όρια. Oι κανόνες της καθώς πρέπει σωματικότητας συνέκλιναν, όπως έχει δείξει πετυχημένα ο Φουκώ, στην επαναρρύθμιση της σεξουαλικότητας και των πρακτικών της.

Aλλά περνούσαν υποχρεωτικά, κι απ’ την αρχή, απ’ την απαγόρευση του τυχαίου σωματικού πόνου, και την διακράτιση τόσο του πόνου όσο και του φόβου για τις ανάγκες της τιμωρίας. Tο οικογενειακό και αργότερα το εκπαιδευτικό σύστημα της αστικής τάξης σκόπευε (και ως ένα βαθμό τα κατάφερε) να κρατήσει το μονοπώλιο της πρόκλησης πόνου και φόβου αποκλειστικά για τις εξουσιαστικές δομές (με τον πατέρα πρώτη μορφοποίηση)· πράγμα που σήμαινε πως κάθε άλλη τυχαία πηγή σωματικού πόνου και φόβου, κάθε «τυχαίο μάτωμα» στη διάρκεια των παιδικών παιχνιδιών, που θα δρούσε σαν ευκαιρία εξοικείωσης και άρα αντοχής (απέναντι στον εξουσιαστικό πόνο / φόβο), ήταν απαγορευμένη.

Σε αντίθεση με την πληβειακή καθημερινότητα, οι αστικές νόρμες του επιτρεπτού και του απαγορευμένου ήταν φιλο-φοβικές. Mε την έννοια ότι η σωματική εμπειρία του πόνου και του φόβου, το καθημερινό σχολείο εξοικείωσης, αναμέτρησης και αντοχής, θα έπρεπε να απαγορευτεί. Yπέρ μιας «κεφαλαιοποίησης» του πόνου και του φόβου στο λογαριασμό της εξουσίας· υπέρ, επίσης, μιας προληπτικής φοβικής αοριστίας όσον αφορά τον πόνο της τιμωρίας.

The fear factor(y) 3

Τρίτη 14 Απρίλη. … H εκπαίδευση και η εξοικείωση στον πόνο και στον φόβο μάθαινε το είδος μας (και το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει σε κάθε ζωντανό είδος) να εκτιμάει γρήγορα την απειλή, μέσω της συγκεντρωμένης γνώσης / εμπειρίας – και να αντιδρά ανάλογα. Aυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι σε άλλες κοινωνίες δεν υπήρχαν «πανικοί» – δηλαδή λάθος ή καθόλου εκτιμήσεις απέναντι σε κινδύνους, και άρα «ανεπεξέργαστες» αντιδράσεις «φυγής». Σημαίνει πως τέτοιοι πανικοί είτε ήταν εξαιρετικά σπάνιοι, είτε ήταν προϊόντα μιας ειδικής αντι-εκπαίδευσης, απαλλοτρίωσης και υπαγωγής (της κοινωνικής γνώσης) των φόβων σε κάποια κεντρική διεύθυνση· δουλειά που έκαναν οι κάθε είδους παπάδες.

Oι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού είναι αντίθετα, πολύ συχνά, σε μόνιμη κατάσταση «υπο-πανικού» – άσχετα με το μέγεθος της τυπικής θρησκευτικότητάς τους. Kι αυτό επειδή τα μέλη τους, ένα προς ένα, είναι εκπαιδευμένα στον γενικό φόβο απέναντι στον πόνο. Aπορρίπτουν με ιερή αγανάκτηση τον πόνο, οποιονδήποτε πόνο, σαν οργανικό στοιχείο της ζωής (τους)· επαινούν υπερβατικά την αν-αισθησία καθόσον μόνο «καλά» βιώματα και «ευχάριστες» συγκινήσεις έχουν θέση στη ζωή· τρομάζουν (συχνά κυριολεκτικά) με οτιδήποτε αμφισβητεί την προσωρινότητα των «καλών – και – ευχάριστων»…. Aκόμα και οι πόνοι του τοκετού, αυτή η έσχατη γνώση της πραγματικής ζωής, έχουν τεθεί σχεδόν στην παρανομία… Θεωρούνται φοβεροί κι ασήκωτοι για τα καινούργια γυναικεία σώματα.

Φυσικά δεν πρέπει να παρακάμψουμε το γεγονός ότι αυτή η κατάσταση ευνοεί όσους μπορούν να έχουν το μονοπώλιο (της πρόκλησης) του φόβου. Έστω του μεγα-φόβου, που είναι ανώτερης τάξης απ’ τις αδέσποτες καθημερινές φοβίες. Όπως έδειξε η κατασκευή των θεών, όσο πιο παντοδύναμη εμφανίζεται να είναι η εξουσία της τιμωρίας τόσο πιο παραλυτική είναι η καθημερινότητα απέναντί της. Σε τελευταία ανάλυση, αν στη θέση της εμπεριστατωμένης, συγκεκριμένης και πραγματιστικής επί-γνωσης των κινδύνων, των πόνων και των φόβων, μπει η γενική κατασκευή μικρο-φοβικών συνδρόμων, συμβαίνει ό,τι με την κατασκευή του (καπιταλιστικού) χρήματος σε σχέση με την ιδέα του (καπιταλιστικού) πλούτου: πάντα υπάρχει κάτι υπερ-μεγάλο, σε έκταση και ένταση, που μπορεί να συναθροίσει, να υπάγει και να κατευθύνει τα μικρά, σαν ο κοινός τους παρανομαστής.

A-σώματοι, ανίκανοι/ες να συμφιλιωθούμε με την ζωϊκή αλήθεια του πόνου, υποφέρουμε τελικά διαρκώς «ψυχικά». Άψογα σώματα – πληγιασμένες ψυχές. Tί είναι αυτό το «ψυχικά» που οδηγεί στην υποδούλωση στις φαρμακοβιομηχανίες αλλά και στις δήθεν επουλωτικές συνταγές των εξουσιών; Mια μετάθεση· μια θεμελειώδης αλλοτρίωση. Σχεδόν οντολογική.

Aλλά, λέμε, ανατρέψιμη…

(Kάτι τέτοια γράφαμε πριν «πολλά πολλά χρόνια»… Στο Sarajevo νο 23, το Νοέμβρη του 2008.

Μάταιη η προειδοποίηση. Προφανώς…

Ιδού τώρα!)

Πρόλογος στον οικοφασισμό;

Κυριακή 12 Απρίλη. Το μέλλον είναι ήδη εδώ. Δεν έφτασε σταδιακά, στο ρυθμό της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, ούτε σύμφωνα με την πρόοδο που έχει ανακοινωθεί από κάποιο μαθηματικό μοντέλο. Ήρθε σαν μια τσεκουριά και (όπως παραδόξως θα έπρεπε να περιμένουμε) με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο. Το μέλλον δεν είναι πια μέσα σε 30 χρόνια, είναι τώρα, και η χρονομηχανή δεν είναι καμιά εφεύρεση εργαστηρίου, αλλά το αποτέλεσμα ενός συνόλου από διαδράσεις που συμπεριλαμβάνουν από την οικολογική καταστροφή και τις αλυσίδες παραγωγής και διανομής της αγροβιομηχανίας, έως τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης και περικοπών στην υγεία ή τον πολλαπλασιασμό της ποσότητας και της ταχύτητας των διασυνδέσεων σε γη, θάλασσα και αέρα. Το μέλλον εμφανίστηκε αιφνιδίως, αν και όχι ακριβώς χωρίς να ειδοποιήσει.

Ενώ έχουμε βουτήξει σε μια δυστοπία, σίγουρα μια από τις απόψεις κοινής λογικής που περισσότεροι μοιράζονται είναι το “πρέπει να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία”. Ξαφνικά έχει γίνει ηγεμονική μια εκδοχή sui generis του όσο – χειρότερα – τόσο – καλύτερα, και τόσο η ίδια η κρίση όσο και ο χειρισμός της μέσω της διαταγής για το γενικό εγκλεισμό και τον περιορισμό των δικαιωμάτων έχουν μετατραπεί σε μια ευκαιρία για την “αποανάπτυξη”, για την “αλλαγή των ζωών μας”, για το “κατέβασμα των ρυθμών”… λες κι αυτή η στιγμή μπορεί με κάποιο τρόπο να γίνει το εφαλτήριο προς μια αλλαγή.

Η πρώτη ερώτηση είναι προφανής: γίνεται μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης να είναι μια ευκαιρία για κάτι διαφορετικό από τη διαιώνισή της ή τη διατήρηση -αύξηση των αυταρχικών μέτρων; Δεν αρνούμαι εδώ την ανάγκη για προληπτικά υγειονομικά μέτρα. Μπορώ ακόμη και να κατανοήσω τις συνεχείς αλλαγές κριτηρίου των αρχών, αναπόφευκτες όταν το αιφνίδιο – αν και όχι απαραίτητα απρόβλεπτο – εισβάλει σε ένα κόσμο πατριαρχικών θεσμών που υπερηφανεύονται για το ότι έχουν τα πάντα υπό έλεγχο. Αλλά το ότι η πραγματικότητα που ζούμε μας επιβάλλει την υιοθέτηση κάποιων ανεπιθύμητων μέτρων δεν σημαίνει πως η σύζευξη μεταξύ μιας καταστροφής και μιας κατάστασης εκτάκτου ανάγκης ευνοημένης από αυτή την καταστροφή μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια αλλαγή προς το καλύτερο. Το πιο πιθανό είναι το αντίθετο. 

Θα έπρεπε ήδη να μας ανησυχεί το ίδιο το κλίμα που παράγεται γύρω από αυτή τη διαμόρφωση μιας εθνικής ενότητας, οικοδομημένης με βάση τον εγκλεισμό, και που ξαφνικά λειτουργεί ως ένας νέος κανόνας κοινωνικής αναγνώρισης. Πέρα από τις ταξικές διαφορές, που ήδη έχουν καταγγελθεί, ή τις ακραίες καταστάσεις όπως εκείνες των γυναικών που βρίσκονται φυλακισμένες με τον βασανιστή τους, ή τους άστεγους που ζουν στο δρόμο – πραγματικότητες που αφθονούν σε μια συγκυρία που οι βάσκες φεμινίστριες έχουν χαρακτηρίσει ως μια κρίση της φροντίδας -, η ψυχική κατάσταση που προκαλείται γύρω από τον εγκωμιασμό του εγκλεισμού έχει μια σειρά ανησυχητικές  πλευρές.

Αν και η επίσημη εκδοχή του #Μένουμε σπίτι έχει επικεντρώσει στη φροντίδα του υγειονομικού προσωπικού και την προστασία των πιο ευπαθών πληθυσμών, γύρω από αυτήν αναπτύσσονται άλλα φαινόμενα που καλό θα ήταν να μην τα υποτιμήσουμε. Από τη μια, ο χαζοχαρούμενος ακτιβισμός “Hello Kitty”, που μέσω μιας σκόπιμης μπανάλ εξοικείωσης με την κατάργηση των δικαιωμάτων και μέσω της πρακτικής σούπερ φανταστικών παιχνιδιών, τραγουδιών, χορών, ημερολογίων και άλλων διαφόρων αναπαραστάσεων, έχει οικοδομήσει μια ροζ εκδοχή coach του μαζικού εγκλεισμού του πληθυσμού (και δεν εννοούμε με αυτό πως δεν πρέπει να έχουμε αίσθηση του χιούμορ ή να αναζητούμε την αξιοπρέπεια και τη χαρά, ακόμη και στις πιο σκληρές στιγμές. Μιλάμε για την ολοκληρωτική αποπολιτικοποίηση και άρνηση της εγγενούς σύγκρουσης που σημαίνει η ακραία στιγμή που ζούμε.)

Aπό την άλλη, ο σπλάτερ ακτιβισμός κάποιων άλλων – που συμπίπτει σε μερικές περιπτώσεις με εκείνες τις φασιστοτάσεις που απαιτούν δημοτικές πολιτικές σεκιουριτάδικου χαρακτήρα – οι οποίοι επιδεικνύουν ένα άγρυπνο πάθος για την παρακολούθηση των ζωών των άλλων. Αν τα δύο άκρα, εκείνο της ευτυχούς αυτοπειθαρχίας κι εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε βιοπολιτικό αυταρχισμό των άγρυπνων φρουρών ασφαλείας, συγκροτούν μια ταυτότητα γύρω από μια κοινή τραγική εμπειρία όπως αυτή που ζούμε, η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει τα πιο εφιαλτικά φουτουριστικά σενάρια.

Εκτός από αυτές τις ανθρωπολογικές μεταλλάξεις, αυτή η απαγόρευση κυκλοφορίας που ζούμε δεν είναι καλή και δεν μπορεί να θεωρηθεί με κανένα θετικό πρόσημο, τόσο λόγω της αιτίας της όσο και για το επερχόμενο ωστικό κύμα που θα προκαλέσει. Κατά πρώτον, επειδή είναι η πολυαιτιακή συνέπεια ενός συνόλου πολιτικών – στους τομείς της υγείας, διατροφής, οικολογίας, βιομηχανίας, τουρισμού – που επιβλήθηκαν και εφαρμόστηκαν συνειδητά σε παγκόσμιο επίπεδο και που αυτή τη στιγμή έχουν δείξει την εξαιρετικά υψηλή καταστροφική ικανότητα που μπορούν να κατακτήσουν όταν συνδυάζονται μεταξύ τους. Κατά δεύτερον, επειδή καθιερώνει ένα μηχανισμό χειρισμού που ίσως τώρα να φτάσει να θεωρηθεί αναπόφευκτος, αλλά που, αν μετατραπεί σε ένα παραδειγματικό προηγούμενο, μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές μετακινήσεις ιδεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα, που από τώρα και στο εξής δεν θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ανύποπτους, και που πολύ πιθανά θα μπορούσαν να επιταχύνουν την πρωτοφασιστική καμπύλη.

Η πανδημία έχει ανοίξει τρία κουτιά της Πανδώρας μαζί. Το πρώτο, την υλικότητα του καπιταλιστικού αφανισμού μέσω της  μολυσματικής μετάδοσης, των θανάτων και της βαθιάς τρωτότητας των θεσμών του υποκράτους πρόνοιας. Το δεύτερο, που λειτουργεί ως μεταφορά, με τον ιό να μετατρέπεται σε ένα αφήγημα της θανατηφόρας ταχύτητας των λογικών του κεφαλαίου, αλλά όπου “ο κίνδυνος είμαστε εμείς” και όπου το να κρατήσουμε μακριά και να ελέγξουμε τον ιό σημαίνει να κρατήσουμε μακριά και να ελέγξουμε τον πληθυσμό. Και το τρίτο, το πρότυπο αυταρχικής διαχείρισης, με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως το μόνο δυνατό χειρισμό υπέρ της δημόσιας υγείας.

Αυτή η τριάδα, που καθιερώθηκε σε τούτη τη στιγμή ως μια ολοκληρωτική και αναπόσπαστη πραγματικότητα, μπορεί να μας έχει φέρει τον οικοφασιστικό, ή το λιγότερο, τον οικοαυταρχικό κίνδυνο πιο κοντά από ό,τι περιμέναμε. Ξέροντας πως αυτό που ζούμε θα σημαδέψει βαθιά την συλλογική ψυχολογία και θα προκαλέσει μια μετακίνηση των συναισθημάτων και της ματιάς εκατομμυρίων ανθρώπων, η έκκληση στην δημόσια υγεία και στην υπεράσπιση της ζωής μπορεί εύκολα να μετατραπεί στο άλλοθι ενός συλλογικού πνεύματος που αποδέχεται την ενδυνάμωση των συνόρων, την διεύρυνση των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, ακόμη περισσότερους περιορισμούς στην πρόσβαση στην ιδιότητα του πολίτη ή στην δημόσια υγεία (όπως ήδη κάνει το ακροδεξιό κόμμα VOX), όλα αυτά ως αναπόφευκτα μέτρα στο όνομα του κοινού, μεγαλύτερου καλού.

Αν αποδεχτούμε αυτή τη στιγμή ως μια ιδρυτική πράξη αντί να δημιουργήσουμε ένα κλίμα αντίδρασης, αμφισβήτησης και αποδόμησής της, θα είναι σαν να αποδεχόμαστε τη συμμετοχή μας σε ένα γεγονός, που πανεύκολα θα χρησιμοποιηθεί ως θετική αναλογία για αυταρχικές διαδικασίες Προφανώς, οποιοσδήποτε αγώνας έχει ως αφετηρία πάντα μια δεδομένη και όχι επιλεγμένη πραγματικότητα, αλλά τα διαβάσματα και οι λέξεις έχουν σημασία, και δεν χρειάζεται να “εκμεταλλευτούμε τη στιγμή” αλλά να θέσουμε από τώρα ένα “ποτέ πια” που θα αμφισβητεί και θα επιτίθεται τόσο στην λογική του συστήματος που μας έχει φέρει ως εδώ – και που  συγκεντρώνεται σε επιβεβλημένες πολιτικές που εφαρμόζονται τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο -, όσο και στην αυταρχική διαχείριση, που μπορεί σήμερα να θεωρείται ένα αναγκαίο κακό, αλλά που πρέπει να καταγγελθεί οπωσδήποτε ως ένα κακό (και όχι ελάσσον), καρπό ενός άλλου μεγαλύτερου κακού.

 Το μέλλον είναι ήδη εδώ, ο παράγοντας κινδύνου είναι το κεφάλαιο, και η στρατιωτικοποίηση των ζωών μας μόνο μπορεί να σημαίνει τον πρόλογο του οικοφασισμού.

Miguel Martin (απ’ τον πλανήτη spain – μετάφραση A.)

(φωτογραφίες: η «ζύμωση» έχει αρχίσει…)

Το κοινωνικό εργοστάσιο υπό κατοχή

Κυριακή 12 Απρίλη. Είναι τέτοια τα όπλα (και τα «συνθήματα») του υγιεινιστικού καπιταλιστικού πραξικοπήματος και, επιπλέον, του πως θα συνεχιστεί (μεταξύ άλλων και σαν βίαιη κλιμάκωση της «συμμετοχικής επιτήρησης») ώστε κουρελιάζονται οι, ας τις πούμε έτσι, «ιδεολογικές σταθερές» (των όποιων αντιθέσεων ή και συγκρούσεων) που στην συντριπτική τους πλειοψηφία κατάγονται απ’ τον 20ο αιώνα (αν όχι ακόμα νωρίτερα). Υπάρχουν πολλές άμεσες αντιδράσεις ή και αντιστάσεις. Τολμάμε να τις πούμε ζωϊκές: όταν έχει ανοιξιάτικη λιακάδα, παντού σ’ αυτόν τον πλανήτη, είναι αμφίβολο αν υπάρχει μέλος του είδους μας (και πολλών ακόμα ανώτερων θηλαστικών…) που δεν νοιώθει την ανάγκη και την επιθυμία να λιαστεί… (Το ότι υπάρχουν ακόμα και σοβαροί λόγοι καλής υγείας γι’ αυτό είναι κάτι που το προσπερνάμε: στην υγιεινιστική δικτατορία υπάρχουν άφθονοι «ειδικοί», ατζέντηδες του βιοπληροφορικού κάτεργου, που κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεχάσει το είδος μας ακόμα και τα πιο βασικά…)

Το πιο συγγενικό, το πιο κοντινό σ’ αυτήν την εύλογη και απόλυτα δικαιολογημένη ζωϊκή αντίδραση είναι ο μόνιμος προσανατολισμός του φυλακισμένου στην απόδραση. Ενώ ακόμα κι αυτό το τελευταίο αναγνωρίζεται σαν λογικό (ή φυσιολογικό) παρότι προσβάλει όλο το οικοδόμημα του «συνετισμού – μέσω – εγκλεισμού», η βόλτα στον ήλιο έχει κηρυχτεί αυτόν τον καιρό όχι απλά εκτός νόμου αλλά – έτσι διατάσσουν τ’ αφεντικά εδώ κι εκεί, υποθέτουμε ανάλογα με την “θέση” τους στην κρίση / αναδιάρθρωση… – εκτός κοινωνικής ευθύνης και ηθικής! Το ίδιο, φυσικά, ισχύει για το κολύμπι στη θάλασσα: αυτό που δεν θα απαγορευόταν ούτε σε κανονικές πολεμικές συνθήκες τώρα θεωρείται το έσχατο σημείο της «παραφροσύνης»: θεωρείται κακό παράδειγμα! Θα υπέθετε κανείς ότι η τρέχουσα «κρατική ιατρική συμβουλή» είναι η ζωή σε κατακόμβες· και, φυσικά, σε ατομικά κελιά. Αλλά όχι, δεν είναι αυτή η συμβουλή, για καθαρά τεχνικούς λόγους: στις κατακόμβες ΔΕΝ πιάνουν τα κινητά / ρουφιάνοι…

Όχι λοιπόν. Οι άμεσοι και έμμεσοι εκπρόσωποι του βιο-πληροφορικο-ασφαλίτικου συμπλέγματος δεν θέλουν να μας στερήσουν την βόλτα στον ήλιο για πάντα. Θέλουν να μας κλέψουν όλη την κοινωνική ζωή «για λίγο». Πρώτον για να μας αποδείξουν ότι μπορούν να το κάνουν όποτε θέλουν («για το καλό μας» φυσικά), και δεύτερον για να μας την επιστρέφουν λίγο – λίγο, πότε – πότε, σε υγιεινιστικά ασφαλείς δόσεις· και πάντα μέσα στο Νεο Πανοπτικό. Δεν θέλουν το κακό μας· θέλουν το δικό τους καλό, που περνάει υποχρεωτικά (και ισοπεδωτικά) μέσα απ’ την «εθελοντική» προσαγωγή μας στην καθολική, αλγοριθμική, ψηφιακή φυλακή. Δεν θέλουν να μας σκοτώσουν (σ’ αυτή τη φάση, για την επόμενη βλέπουμε…)· θέλουν να μας σπάσουν. Δεν θέλουν να συμφωνήσουμε μαζί τους· θέλουν να παραδοθούμε.

(φωτογραφία: 1,5 μέτρο ή 3 ή 4 ή 10 απ’ το πλησιέστερο δείγμα του είδους σου· και μίλια μακριά απ’ τον εαυτό σου. Σχίζο, σχίζο!!!)

Με το ένα πόδι…

Κυριακή 12 Απρίλη. Μέσα σ’ αυτήν την άμεση αντίδραση, την αντίδραση της ζωής, υπάρχει ένα κοινωνικό υποσύνολο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής: οι ηλικιωμένοι, συχνά με «υποκείμενα νοσήματα» που ωστόσο περπατούν ή/και αυτοεξυπηρετούνται… Πρόκειται, υποτίθεται, γι’ εκείνους κι εκείνες που χρησιμοποιούνται σαν άλλοθι για την γενική, καθολική πειθάρχηση. Κι όμως, απανωτά περιστατικά, και όχι μόνο στο ελλαδιστάν, δείχνουν ότι πολλοί ηλικιωμένοι / ες έχουν μια ενδιαφέρουσα «ανοσία»: απέναντι στην «απειλή του θανάτου»…

Δεν είναι καθόλου παράδοξο. Αυτοί κι αυτές που βρίσκονται (από βιολογική έστω άποψη) «στη δύση της ζωής τους», που έχουν κηδέψει φίλους και συγγενείς ακόμα και με λιγότερα χρόνια ζωής, έχουν τον δικό τους εσωτερικό διάλογο και λογαριασμό με την φθορά και τον θάνατο. Και σίγουρα είναι εξοικειωμένοι με την «ιδέα» ότι θα πεθάνουν· μάλλον σύντομα παρά αργά. Περιμένουν, ένδοξα ή άδοξα.

Είναι αυτές οι κοινωνικές φιγούρες που δεν έχουν κανένα παζάρι πια να κάνουν για να αποφύγουν το αναπόφευκτο· και δεν έχουν να ζητήσουν καμμία χάρη απ’ τον «μαύρο άρχοντα» με αντάλλαγμα να στερηθούν τις όποιες χαρές της ζωής απολαμβάνουν ακόμα. Μπορεί να είναι (και συχνά είναι) στριφνοί κι αχώνευτοι στις καθημερινές σχέσεις· γεμάτοι παραξενιές και εμμονές· άκαμπτοι και ισχυρογνώμονες λες και διεκδικούν ακόμα την απόδειξη κάποιας «ορθότητας» που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ τις συνήθειές τους· συνήθως αφόρητοι (αν δεν μπορείς “να πας με τα νερά τους”). Αλλά επίσης θέλουν να κάνουν τις βόλτες τους· να χασομερίσουν με συνομίληκους και γείτονες· να σχολιάσουν (και να «θάψουν») ότι θεωρούν ληξιπρόθεσμο δικαίωμά τους· να παίξουν με τα εγγόνιά τους (αν έχουν τέτοια) ή να χαζέψουν τα εγγόνια των γνωστών τους. Αν μπορούσαν να δώσουν έναν ορισμό της «ζωής στη δύση της» θα περιλάμβανε όλα όσα τους απαγορεύει το υγιεινιστικό πραξικόπημα, αυτά και μόνο: τους σκοτώνει για να ζήσουν υποτίθεται!

Αυτοί κι αυτές, προκειμένου για τον θάνατο, δεν θέλουν (ούτε καταδέχονται πια να πιστέψουν) την αθανασία (εντός πολλών εισαγωγικών)· θέλουν, απλά, αν θα ήταν δυνατόν, ένα γρήγορο και χωρίς πόνο τέλος. Και οι χουντικοί του υγιεινισμού τους επιβάλλουν το μαράζι της «προστατευόμενης ζωντανής μούμιας»… Γιατί δεν έχουν όλα τα δίκια του κόσμου να αντιδρούν; Γιατί δεν έχει όλα τα δίκια με το μέρος του αυτός ο όποιος συμβιβασμός τους με τις εσχατιές της ζωής;

Στον αντίποδα ισχυροί υποστηρικτές της υγιεινιστικής δικτατορίας και οι ιδανικότεροι κήρυκες της αλγοριθμικής, ψηφιακής φυλακής, είναι οι … fit! Είναι αυτά τα εκατομμύρια των νέων ή/και μεσήλικων υποχόνδριων, που έχουν για πιο στενή τους φίλη τη νεύρωση για την «καλή υγεία» τους – εννοημένη, φυσικά, σαν οργανικό τμήμα του Εαυτού τους – Κεφάλαιο. Είναι όλοι και όλες που φοβούνται όχι απλά τον θάνατο σαν μη ζωή αλλά επιπλέον όλες τις παραδηλώσεις θανάτου που αγοράζουν μαζί με τα εμπορεύματα· όλες τις παραδηλώσεις της φθοράς που εσωτερικεύουν μαζί με την κατανάλωση. Είναι αυτά τα εκατομμύρια υπηκόων που ήδη φοβούνται τόσο και τόσα πολλά (ανομολόγητα συνήθως) ώστε οι κρίσεις πανικού έχουν γίνει μια μόνιμη postmodern πανδημία… Είναι αυτά τα εκατομμύρια των υποτελών που έχουν γιγαντώσει την εργαστηριακή ιατρική μέσα απ’ τα αλλεπάλληλα τσεκ απ για οτιδήποτε πιθανό ή απίθανο: νομίζουν ότι ο χρόνος χρυσώνεται… Και που, αφού χαπακώνονται έτσι κι αλλιώς για λόγους επιδόσεων, ευχαρίστως θα ντύνονταν με οποιαδήποτε ηλεκτρονική ψηφιακή συσκευή που θα τους εγγυόταν βελτίωση της απόδοσής τους. Είναι αυτοί που θυσιάζουν ακόμα στην “θεϊκή αθανασία” τους…

Για αυτό το είδος ανθρώπων (είναι οι πιο «δυναμικοί» πελάτες / θύματα της 4ης βιομηχανικής επανάστασης) η κεφαλαιοποίηση των φοβιών τους με την μορφή της μεγα-τρομοεκστρατείας covid19 δεν είναι εχθρική αλλά μάλλον ένα είδος ελκυστικής, επιθυμητής μεγα-επένδυσης (που έρχεται απ’ τα πάνω): ο πραγματικός κόσμος είναι γεμάτος αρρώστιες, οπότε μείνε σε μόνιμη άμυνα! Γι’ αυτούς η μορφή-κράτος / γιατρός δεν είναι τυρρανική· είναι, αντίθετα, ο «πατέρας αφέντης» που επιβεβαιώνει ότι έχουν δίκιο όταν δεν ανέχονται ούτε τα χνώτα των άλλων· ή όταν τρώγονται με τα ρούχα τους… Η gigaπανδημία είναι η θεσπέσια gigaλάμψη του “κακού” που αυτοί κι αυτές πάντα ήθελαν να αποφύγουν – στην μικροκλίμακά του, ιδιωτικά… Και φυσικά, επειδή θεωρούν υγεία όχι την ζόρικη, αυτοσυναίσθηση του ζωντανού, αλλά τις εντυπώσεις που αφήνουν σε τρίτους για να εισπράτουν κάποιον έπαινο είναι οι φανατικότεροι πελάτες των «πιστοποιητικών» που θα τους δίνουν οι «ειδικοί» (δηλαδή οι μηχανές) από ‘δω και στο εξής. Στις οθόνες τους. On demand. Θα διαχωρίζονται αμέσως απ’ τους αρρωστιάρηδες…

Η αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο κοινωνικές φιγούρες δεν μπορεί να προσδιοριστεί ούτε με την στενή ούτε και με την πιο διευρυμένη έννοια των λέξεων «ταξικός ανταγωνισμός» (ο ηλικιωμένος ζάμπλουτος χαίρει πάντα μεγάλης εκτίμησης, όποια «παραξενιά» κι αν εκδηλώνει: ίσως επειδή έχει «πολλά ν’ αφήσει»…) Σε τελευταία ανάλυση αυτή η αντίθεση θα μπορούσε ίσως να αναλυθεί, ακόμα και σαν σύγκρουση, ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ιστορικές φάσεις υπαγωγής των κοινωνιών στο κεφάλαιο και στις νόρμες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εκδηλώνεται διάχυτα, ακόμα και με την βία, ψυχοσυναισθηματική ή και «φυσική».

Δεν είναι η εποχή για τα «τιμημένα γερατιά» της άλλοτε εντόπιας σοσιαλδημοκρατίας!.. Αυτές τις ηλικίες τις ξερνάει ήδη το βιο-πληροφορικό παράδειγμα· δεν πρόκειται να ενταχτούν ποτέ σ’ αυτό (ακόμα κι αν πρόλαβαν να χωθούν στα αντικοινωνικά social media)· δεν έχουν μέλλον· όπως θάλεγε κι ένας πρώην υπουργός «θα πεθάνουν σύντομα»… Είναι ο “παλιός κόσμος” (αν μετρήσετε τα χρόνια προς τα πίσω είναι ο κόσμος της 2ης βιομηχανικής επανάστασης…) που πρέπει να ξεπεραστεί το γρηγορότερο! Μικρό παράδειγμα το παρακάτω video (ευχαριστούμε τον Φ.)

Οι οικονομικές συνέπειες (της υγιεινιστικής τρομοεκστρατείας) 1

Τετάρτη 18 Μάρτη. Είναι εύλογο, ειδικά αν κάποιος βρίσκεται στα χαμηλά της «παραγωγικής» πυραμίδας (: εργάτης) να αντιμετωπίσει με δέος και απορία την εντυπωσιακή επέλαση των κρατικών απαγορεύσεων. Μήπως η μορφή κράτος στρέφεται εναντίον του κεφαλαίου; Κι αν όχι τι στο διάολο συμβαίνει;

Ας αρχίσουμε απ’ τα βασικά, που δεν αφορούν την τωρινή κατάσταση, την οποία θα ονομάσουμε γενικευμένο lock out των αφεντικών σε διάφορα κράτη του κόσμου και οπωσδήποτε σε κάποια πρωτοκοσμικά («ευρωπαϊκό διαγωνισμό σκληρότητας» το ονόμασαν οι γερμανοί «πράσινοι», που όμως εγκρίνουν την γερμανική εκδοχή της) – έχουν γενικότερη ισχύ.

Πρώτον: αν το κεφάλαιο, το κεφάλαιο σαν απρόσωπη σχέση εκμετάλλευσης της εργασίας και της ζωής και όχι σαν συγκεκριμένα αφεντικά, ήταν εχθρός της καταστροφής, τότε δεν θα γίνονταν πόλεμοι, είτε «τοπικοί» είτε παγκόσμιοι! Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει, και η ιστορία είναι αδιάψευστος μάρτυρας: το κεφάλαιο – σχέση ΑΝΑΝΕΩΝΕΤΑΙ μέσα απ’ τις καταστροφές που προκαλεί το ίδιο! Εκείνο που φοβήθηκαν ιστορικά τα αφεντικά αυτής της σχέσης είναι η καταστροφή των σχέσεων εκμετάλλευσης που θα επέβαλε το ταξικός του εχθρός (: η οργανωμένη τάξη μας). Όταν δεν υπάρχει τέτοια απειλή, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος· για το κεφάλαιο σαν σχέση, ας το επαναλάβουμε.

Δεύτερον: προφανώς οποιαδήποτε εμπρόθετη διαδικασία καταστροφής ΔΕΝ αποφασίζεται σε γενική συνέλευση των αφεντικών! Οι πόλεμοι, παγκόσμιοι ή τοπικοί, επηρεάζουν, θίγουν με ανόμοια ένταση και σε ανόμοια έκταση διαφορετικές (επιχειρηματικές) κατηγορίες των αφεντικών. Κάποιες απ’ αυτές, όχι αμελητέες, θα μπορούσαν πράγματι να προτιμούν σοβαρά την «ειρήνη», έστω κατ’ αρχήν. Μπορεί ακόμα και να συμμαχήσουν πολιτικά με ειρηνιστικά κινήματα, ακόμα κι αν αυτά προέρχονται απ’ την εργατική τάξη… Τελικά, στο βαθμό που υπάρχουν «κεντρικές» αποφάσεις και επιλογές για την οργάνωση μιας μεγάλης σε κλίμακα καταστροφής, αυτές δεν θα ληφθούν με «δημοκρατικό τρόπο» μεταξύ των αφεντικών. Θα επιβληθούν από εκείνες τις μερίδες τους που θα έχουν ήδη την μεγαλύτερη ισχύ· και θα έχουν το μεγαλύτερο όφελος απ’ την καταστροφή / αναγέννηση (προτιμάμε τους όρους «κρίση / αναδιάρθρωση»). Τα υπόλοιπα αφεντικά καλούνται να ακολουθήσουν και να προσαρμοστούν· ή θα χαθούν σαν τέτοια (σαν αφεντικά) στην πορεία των εξελίξεων.

Τρίτον: ενώ το κεφάλαιο σχέση (αλλά και πολλά συγκεκριμένα αφεντικά) ΔΕΝ χάνουν από μια μεγάλης κλίμακας καταστροφή ακόμα κι αν έτσι φαίνεται, εκείνοι που χάνουν πάντα είναι όσοι βρίσκονται στην άλλη άκρη του δίπολου της εκμετάλλευσης. Η όποια εργατική τάξη. Στους επίσημους πολέμους ο ένας τρόπος απώλειας είναι γνωστός: «κρέας» για τα πεδία των μαχών, όποια κι αν είναι αυτά καθε φορά. Αλλά δεν είναι ο μοναδικός. Στο βαθμό που στη διάρκεια μιας καταστροφής μεγάλης κλίμακας αναδιοργανώνεται η απόσπαση της υπεραξίας και αναδιατάσσονται οι εσωτερικοί συσχετισμοί μέσα στις γραμμές των αφεντικών, αλλάζουν – και μπορεί να αλλάξουν «ριζοσπαστικά» – αυτά που λέγονται «σχέσεις εργασίας». Όχι υπέρ της τάξης μας φυσικά. Εναντίον της…

Όπως συνέβαινε και στην διάρκεια της πρόσφατης «οικονομικής» όξυνσης της παγκόσμιας κρίσης / αναδιάρθρωσης (απ’ το 2008 και μετά) έτσι και τώρα είναι βλακώδες να κοιτάει κανείς το «μικρομάγαζο» που κλείνει (με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και όρους τότε και τώρα!) ή έναν συγκεκριμένο κλάδο που πράγματι εμφανίζει προβλήματα κερδοφορίας (π.χ. αεροπορικές ή τουριστικές επιχειρήσεις). Όταν γίνεται μια τέτοια προσέγγιση όχι μόνο χάνεται η γενική καπιταλιστική λειτουργία της όποιας «δημιουργικής καταστροφής»· όχι μόνο χάνεται η επίγνωση των γενικών χαρακτηριστικών της και των τρόπων που εκδηλώνονται τα επιμέρους τέτοια. Αλλά το πράγμα φτάνει μέχρι και σε υποδείξεις ταξικής συνεργασίας (με τα «μικροαφεντικά», που «υποφέρουν»…)

(φωτογραφία: η μικροκλίμακα της μεγακλίμακας· ω μικροκλίμακα!)

Τί το θες το κουταλάκι;

Τετάρτη 11 Μάρτη. Αν υπάρχει καλή θέληση, ευτυχώς, για όλα βρίσκεται μια καλή λύση. Στην ειρωνεία δεν υπάρχει αδιέξοδο!

Έμπειροι επαγγελματίες εξέτασαν το ζήτημα και έχουν να προτείνουν μια λύση απλή, εύκολη, και με προοπτική: μεταλαβιά σε σφηνάκια! Χάρτινα μικρά ποτηράκια σε σειρά (: χαμηλό κόστος…), λίγα ψίχουλα αγάπης στο καθένα (: με υπόκρουση Ρίτα ή Μπέλλου, ανάλογα με τα γούστα), ένα γρήγορο πέρασμα μ’ ένα μπουκάλι αραιωμένη μαυροδάφνη (: τα παπαδοπέδια να μάθουν και μια τέχνη χρήσιμη…) και ιδού!!! Δίσκοι με τα σφηνάκια, και κάθε πιστός / πιστή θα παίρνει από ένα· (οι μερακλήδες τρία).

Είναι πολλά τα πλεονεκτήματα ευλογημένοι! Θα παίζει τσούγκρισμα «άντε γειά μας»!