Για τον φόβο του στιγματισμού

Πέμπτη 21 Νοέμβρη. Το ότι το νεαρό φοιτηταριάτο της ασοεε έχει μπερδέψει την ψήφο του σε γενικές συνελεύσεις με τα like στα social media είναι κάτι που ταιριάζει στα ήθη της εποχής του. Μπορεί όποιος θέλει να ελεεινολογήσει την απόφασή τους υπέρ των «ηλεκτρονικών ψηφοφοριών», αλλά θα έχει γύρω στο 60% άδικο. Η φαντασμαγορία των εμπορευματικών επιλογών έχει κατακτήσει και τις κοινωνικές σχέσεις σαν τέτοιες… Αυτά τρώνε τα παιδιά, αυτά χέζουν. Πώς αλλιώς;

Το φοιτηριάτο της ασοεε, πρωτοπόρο του νόμου και της τάξης (από ατύχημα ή σύμπτωση), απαρριθμεί τα πλεονεκτήματα του ηλεκτρονικού wish you were not here, ζητώντας “την καθιέρωση ηλεκτρονικής πλατφόρμας μέσω της οποίας όλοι οι φοιτητές θα μπορούν να ψηφίζουν για τις φοιτητικές συνελεύσεις”: ψηφοφορία από απόσταση, σβελτάδα, αποφυγή λαθών στην καταμέτρηση (αχ αυτοί οι αλάθητοι αλγόριθμοί!), ανωνυμία… και: χωρίς τον φόβο του στιγματισμού.

Πριν σηκωθούν οι πέτρες του αναθέματος, θα πρέπει να ασχοληθούν όσοι / όσες ενδιαφέρονται για την πραγματικότητα και όχι για τις φαντασιώσεις τους, με το πως (και γιατί) η γενιά που (νομίζει ότι) ζει κάνοντας απλά μπανιστήρι ο ένας στον άλλον, φοβάται, φοβάται, και μόνον φοβάται. Όχι, δεν φταίνε οι αναρχικοί – το φαινόμενο είναι τόσο διεθνές ώστε δεν χωράνε οι ελληνικοί μικροαστικοί επαρχιωτισμοί… Όχι, δεν πρέπει να εφευρεθεί επειγόντως ένα αντι-φοβικό εμβόλιο· ακόμα κι αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό θα το πατεντάριζε αιώνια κάποια φαρμακοβιομηχανία. Στα σίγουρα: αυτό που ονομάζεται «πολιτικό περιβάλλον» διαμορφώνεται πια τόσο φοβικά ώστε η μόνη επιλεκταία μέθοδος «συμμετοχής στη δημοκρατία» είναι να κρύβεται ο καθένας (να νομίζει ότι κρύβεται) going digital.

Πού να σκεφτούν τα καημένα τα παιδιά (της ασοεε και όχι μόνο) πως όσο περισσότερο μεσολαβούν τις πράξεις τους με τις ηλεκτρονικές μηχανές «χωρίς τον φόβο του στιγματισμού» τόσο περισσότερο παραδίδονται στις εταιρείες ψηφιακής μεσολάβησης και πακετάρονται ανάλογα; Πού να καταλάβουν τα δύστυχα ότι η «ξεκούρασή» τους μεταφράζεται σε αλυσίδες, τις οποίες αν και όποτε αντιληφθούν (δεν είναι απαραίτητο: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…) θα είναι αργά, πολύ αργά, και θάχουν κουραστεί;

Οι «ασφαλίτες» βρίσκονται ήδη στους λογαριασμούς τους στα social media. Και τα καημένα τα παιδιά δείχνουν ότι τους αγαπούν. Χωρίς τον φόβο του στιγματισμού: δύσμοιρα, όλοι οι μελλοντικοί εργοδότες σας έχουν ήδη τον «φακελό» σας! Κι εσείς παρτάρετε…

Δύσμοιρα και ήδη κατεστραμμένα φοιτηταριάτα αυτού του επίκαιρου είδους: η ασταμάτητη μηχανή λυπάται για εσάς· αλλά η κάθε google, σημερινή και αυριανή, σας συγχαίρει!

Καμαρώστε! (Όσο προλαβαίνετε…)

Οι κλειδοκράτορες

Τετάρτη 13 Νοέμβρη. Ο γνωστός κανόνας ότι οι παλιοί «αριστεροί» (ή αριστερούληδες) γίνονται ικανότατοι δεξιοί επιβεβαιώθηκε άλλη μια φορά με τον πρύτανη της ασοεε. Ωστόσο ο κυρ Μανώλης ο Γιακουμάκης θα πρέπει να το θυμάται: δεν είναι ιδιοκτήτης κανενός πανεπιστημίου, για να το κλειδώνει και να το ξεκλειδώνει κατά τα γούστα του. Όχι «λόγω ναρκωτικών» όπως πέρυσι, αλλά «προληπτικά»… Εν όψει αγίου Πολυτεχνείου… Πώς το είχε πει ο Μπους ο Β; Προληπτικός πόλεμος κατά της τρομοκρατίας! Ε, αυτό, σε συσκευασία Πατησίων…

Αυτό που έκανε ο κυρ Μανώλης έχει όνομα κακόηχο. Λέγεται lock out. Κυριολεκτικά «σας κλειδώνω έξω». Ουσιαστικά (και σε απλά ελληνικά) ονομάζεται «αντ-απεργία». Είναι παλιά μέθοδος των αφεντικών (που «ασκούν τα δικαίωματα της ιδιοκτησίας τους»…) για να αντιμετωπίζουν απεργίες και καταλήψεις εκ μέρους των εργατών τους. Αλλά η ασοεε δεν είναι το μαγαζί του κυρ Μανώλη. Κανένα πανεπιστήμιο δεν είναι «μαγαζί» οποιουδήποτε. Το πετάω τους φοιτητές («μου») έξω είναι μια απόφαση που θίγει βασικές λειτουργίες και σχέσεις στα «ιδρύματα» – σύμφωνα με τα mainstream ήθη και έθιμα…

To lock out ουσιαστικά δεν είναι «βάζω λουκέτο» για τους πάντες: όλες οι λειτουργίες που δεν απαιτούν την παρουσία εκείνων – που – κλειδώνονται – έξω γίνονται κανονικά. Τα στελέχη, τα επιστημονικά και παραεπιστημονικά κυκλώματα, οι προφεσόροι και τα γραφεία τους (προκειμένου για πανεπιστήμιο) μπαινοβγαίνουν και κάνουν τις δουλειές τους όμορφα κι ωραία. Συνεπώς το lock out σ’ ένα πανεπιστήμιο μπορεί θαυμάσια, και χωρίς κανένα τόνο υπερβολής, να ονομαστεί απαλλοτρίωση του πανεπιστημίου εκ μέρους όσων το θεωρούν μαγαζί τους· και έχουν το έξωθεν Ο.Κ. να το θεωρούν τέτοιο. Παρακαλούμε προσέξτε το: σε αντίθεση με ένα οποιοδήποτε κοινό μαγαζί, του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν χρειάζεται την έξωθεν έγκριση για να το κλείσει, στα πανεπιστήμια καμμία διοίκησή τους δεν πρόκειται να πετάξει έξω τους φοιτητές αν δεν έχει εξασφαλίσει το Ο.Κ. της αστυνομίας ότι θα τους διαλύσει αν μαζευτούν γύρω γύρω!

Συνεπώς, το ότι οι απαλλοτριωτές δεν κρατάνε παλούκια αλλά φοράνε γραβάτες και, επιπλέον, ανεμίζουν κάποιου είδους «θεσμικό ο.κ.» έχει, βέβαια, την σημασία του· αλλά περί αντιδραστικής απαλλοτρίωσης και βίαιης έξωσης πρόκειται. Αυτό δεν αλλάζει.

Το πως αντιμετωπίζεται ένα «εργοδοτικό» ή «διοικητικό» lock out είναι γνωστό και ιστορικά κατοχυρωμένο. Είτε πρόκειται για εργοστάσιο, είτε πρόκειται για κτίρια γραφείων – είτε για πανεπιστήμιο. Σπάσιμο της αντιδραστικής, «ιδιοκτησιακής» απαλλοτρίωσης, και ανακατάληψη. Φυσικά τέτοιες απαντήσεις δεν αρέσουν καθόλου στα όποια (κάθε φορά) αφεντικά: αμφισβητούν την εξουσία τους και την απεριόριστη δυνατότητά τους να την ασκούν. Οπότε ρίχνουν τις μάσκες (αν συμβαίνει να φοράνε τέτοιες…) και αναθέτουν την «διαχείριση της υπόθεσης» στους καθ’ ύλην αρμόδιους…

Σωστά έπραξαν, λοιπόν, οι νεαρές και οι νεαροί των «αγωνιστικών κινήσεων» (αυτά τα πανό είδαμε…) Έπραξαν σωστά όχι βέβαια με βάση τα κριτήρια των «απαλλοτριωτών», αλλά με βάση την κινηματική ιστορία (και εις τα ευρώπας γίνονται αυτά – το λέμε για τους «ευρωπαϊστές»!..) Και με βάση την θέση τους στην εκπαιδευτική μηχανική. Αν είχαν περισσότερη εμπειρία ή/και λιγότερο φόβο θα πετύχαιναν, επίσης, να μην πατήσουν τις αρβύλες τους οι μπάτσοι μέσα στο ίδρυμα – για το συμβολισμό του πράγματος… Διότι (όλα κι όλα!): ο υπουργός τάξης είναι αυτός που είναι, αλλά όχι ηλίθιος. Καθόλου δεν θα ήθελε ανοιγμένα κεφάλια φοιτητών και φοιτητριών, όσους δημαγωγικούς μηχανισμούς κι αν διαθέτει…. (Σίγουρα δεν θα ήθελε ανοιγμένα κεφάλια που να εικονίζονται σε κάποια media… )

Προχτές στην Πατησίων αυτά τα συνεργαζόμενα «πανεπιστημιακά, εξω- και αντι-πανεπιστημιακά στοιχεία» (πρύτανης, υπουργός τάξης και λοιπά όργανα) έκαναν το λάθος που έδειχναν ότι προσπαθούν να αποφύγουν. Το έκαναν από υπερβάλλοντα ζήλο; Από λάθος υπολογισμό; Όπως και νάχει το έκαναν: έδειξαν ότι φοβούνται.

Όχι ειδικά τους συγκεκριμένους φοιτητές και τις φοιτήτριες της ασοεε. Φοβούνται ότι «η ρητορική της δημόσιας τάξης» δεν (θα) είναι πειστική απέναντι στο φασισταριό που τους παρακολουθεί αν ασχολείται μόνο με περιθωριακούς μύωπες – εύκολους στόχους.. Γι’ αυτό και το «plan B» τους (το βασικό ίσως) είναι να τρομοκρατήσουν πολύ ευρύτερα κοινωνικά υποκείμενα… Πάνω από 100 πάνοπλοι μπάτσοι όλων των ειδών για 200 νεαρούς διαδηλωτές; Άθλια δημαγωγία εκ των υστέρων; Σιγά ρε Χρυσοσεριφίδη!!! Σιγά! Τόσα κιλά πιστολάδες για την μόστρα;

Φοβούνται· κι αυτό τους κάνει περισσότερο επικίνδυνους… Όπως τους κάνει ακατάσχετα φλύαρους σ’ αυτή τη φάση: πρέπει να επιβάλλουν δημαγωγικά τους εαυτούς τους, για να μπορούν να επιβάλλονται ευκολότερα και πιο σιωπηλά στο μέλλον.

(φωτογραφία: Πετάμε στην άκρη τους συνηθισμένους “καλοθελητές / μεσολαβητές” και απαντάμε στην απλή ερώτηση: Ή με τους μεν ή με τους δε…. Τρίτη επιλογή δεν υπάρχει!)

Οι κλεπταποδόχοι της ιδεολογίας

Τετάρτη 13 Νοέμβρη. Απ’ τα πρώτα αναρχοαυτόνομα χρόνια της, σε “αρχαίους” καιρούς, η ασταμάτητη μηχανή έμαθε (και έτσι πορεύτηκε) ότι δεν υπάρχει κανένα «άσυλο» (πανεπιστημιακό ή άλλο) σαν φυσικό ταμπού, όπως νομίζουν οι διάφορων αποχρώσεων μικροαστοί, συμπεριλαμβανόμενων των χύμα. Αν λάβει κανείς σοβαρά υπόψη του το τεχνικό ζήτημα του πως και πότε η στρατοαστυνομία μπορεί να εισβάλει που, τότε οποιαδήποτε κοινή πολυκατοικία ή κτίριο γραφείων οπουδήποτε στην πόλη είναι πολύ πιο «άσυλο» (δηλαδή: είναι τεχνικά πιο δύσκολη η εισβολή σ’ αυτό) απ’ τα προαύλια των ιδρυμάτων!

Η μυθολογία του «πανεπιστημιακού ασύλου» και του δήθεν «άβατου» έκαψε πολλών τα μυαλά, μερικές φορές με ζόρικες συνέπειες: χειροπέδες… Κατά τα υπόλοιπα αν έχει κάποια σημασία αυτή η λέξη, είναι τόσο πολιτική όσο σιχαίνεται να καταλάβει ο κάθε μικροαστός – μάζα. Πολιτική; Ναι. Είναι θέμα, καθαρά και ξάστερα, συσχετισμών δύναμης. Υπό ορισμένες οργανωτικές προϋποθέσεις (κι αυτό έχει συμβεί κινηματικά τουλάχιστον μια φορά, το 1990…) η δύναμη (της οποίας οι συσχετισμοί παίζουν ρόλο) μπορεί να έχει ακόμα και «στρατιωτική» διάσταση – να παραπέμπει δηλαδή σε αντίπαλα «δυναμικά βίας» για τα οποία κανείς δεν είναι σίγουρος εκ των προτέρων ποιος μπορεί πράγματι να ασκήσει ή όχι.

Όμως πέρα απ’ την στενά εννοημένη βία (για την οποία, χάρη της σύντομης σημείωσης εδώ, μπορούμε να αποδώσουμε στο κράτος την αναμφισβήτητη υπεροχή – όχι όμως και την πολιτική ευχέρεια!) υπάρχουν σημαντικές επιπλέον διαστάσεις. Το «πανεπιστημιακό άσυλο» μπορεί να κρατηθεί σαν τέτοιο μόνο υπό την προϋπόθεση ότι εκείνοι κι εκείνες που το υπερασπίζονται μπορούν να υπερασπιστούν πιο αποτελεσματικά τις ανταγωνιστικές στοχεύσεις και πρακτικές που προκάλεσαν την «επέμβαση του νόμου και της τάξης» – ακόμα και μετά απ’ την όποια εναντίον τους «επέμβαση»… Η πιο πάνω πρόταση βάζει αμέσως στον πάγκο τα ζητήματα: ποιοί, υπερασπίζονται τι, για λογαριασμό ποιών (από κοινωνική και πολιτική άποψη), εναντίον ποιών, και πότε. Όχι τι φαντάζονται ό,τι κάνουν – αρκετά με τις second lives! Τι συμβαίνει πραγματικά!

Για να το κάνουμε λιανά μ’ ένα παράδειγμα. Μια πραγματική εργατική συνέλευση μέσα σε πανεπιστημιακό χώρο είναι ξεκάθαρα “παράβαση” της νομοθεσίας (και της ιδεολογίας) περί “ασύλου”. Τί δουλειά έχουν τα εξω-φοιτητικά στοιχεία; Καμμία… Όποιος σκοπεύει να υπερασπιστεί μια τέτοια συνέλευση οποτεδήποτε χρειαστεί, έχει πολύ δουλειά από σήμερα, αύριο και μεθαύριο – για να στριμώξει τη νομοθεσία και την ιδεολογία έγκαιρα…

Τελευταίο και σύντομο, σαν υπενθύμιση για κάτι απ’ τα πολλά που αγνοούνται, σε μια κοινωνία χωρίς μνήμη: εκείνη την επέτειο-της-εξέγερσης-του-‘73 το 1980, μετά την καταστολή της πορείας των «δέκα χιλιάδων προβοκατόρων» όπως εύστοχα την χαρακτήρισε κάποιος, και τους δύο δολοφονημένους στο δρόμο (Κανελλοπούλου και Κουμής), οι μπάτσοι πυροβολούσαν απ’ την Στουρνάρα μέσα στο Πολυτεχνείο. Όταν λέμε «πυροβολούσαν» εννοούμε πυροβολούσαν! Με κανονικές σφαίρες. Αν, τελικά, ο νεαρός Σ.Π. επέζησε απ’ την σφαίρα που έφαγε στο στήθος, αυτό βέβαια δεν ήταν θέμα «ασύλου» ή «μη ασύλου». Ήταν θέμα τύχης: η σφαίρα δεν τον βρήκε στην καρδιά. Στις σφαίρες δεν υπάρχουν «φυσικά όρια» του είδους «κάγκελο» και «πύλη»…

Ακόμα και η βροχή δακρυγόνων σε μεταγενέστερες καταλήψεις επιβεβαίωσε αυτό το απλό: αν το όποιο κράτος, μέσω της αστυνομίας του και των «αγανακτισμένων πολιτών» του, μπορεί να «διαχειριστεί» μια επιχείρηση που έχει ασφυξία από χημικά και τραυματίες διαδηλωτές από κλομπ και πέτρες· αν την επόμενη ημέρα έχει τους μηχανισμούς (συνήθως τους έχει) και τους κοινωνικούς συσχετισμούς (προσπαθεί να τους φτιάξει…) για να «πείσει» ότι καταστέλει «αντικοινωνικούς εξτρεμιστές» που έχουν «οχυρωθεί κάπου» (σ’ ένα πανεπιστημιακό κτίριο ας πούμε), τότε το «πανεπιστημιακό άσυλο» γίνεται απλά μια πόρτα που μπορεί να ανοίξει… (Και το εκκλησιαστικό, και το οικογενειακό και οποιοδήποτε άσυλο το ίδιο είναι. Δεν υπάρχει de facto άβατο για καμμία εξουσία! Υπάρχουν μόνο εμπόδια που θα της στοιχίσει ακριβά αν προσπαθήσει να υπερκεράσει…)

Ηθικό δίδαγμα; Όσοι είναι ηλίθιοι παίζουν με τις κρατικές θεσμίσεις (τέτοιο είναι το «άσυλο») σα να είναι ιερές. Όσοι δεν είναι ηλίθιοι πολεμούν λαμβάνοντας υπόψη σοβαρά τις κάθε φορά συνθήκες.

Σε κάθε περίπτωση πολεμούν.

Μάθε παιδί μου γράμματα

Δευτέρα 23 Σεπτέμβρη. Ήταν γνωστό εδώ και χρόνια. Αν αρκετοί νεαροί αμερικάνοι κατατάσσονται σαν μισθοφόροι στον αμερικανικό στρατό για κάποιο διάστημα για να συγκεντρώσουν τα λεφτά που χρειάζονται για να σπουδάσουν, υπάρχουν αρκετές νεαρές αμερικάνες φοιτήτριες που εκδίδονται για τον ίδιο σκοπό.

Το δεύτερο γινόταν, γενικά, “κρυφά”. Όχι πια. Η πλατφόρμα SeekingArrangement προσφέρει την δυνατότητα αμοιβαίας επιλογής· εισάγεται έτσι και η «προσωρινή – ή soft – πορνεία» στις ευκολίες του ψηφιακού διαμοιρασμού.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται προσιτά τόσο τα μεγέθη όσα και τα προφίλ. Τόσο των ενδιαφερόμενων φοιτητριών, όσο και των πελατών τους. Περίπου 2,7 εκατομμύρια φοιτήτριες («sugar babies») αμερικανικών πανεπιστημίων (μερικά απ’ τα οποία είναι πρωτοκλασσάτα) έχουν εγγραφεί στην πλατφόρμα προς αναζήτηση κάποιου «εραστή – χορηγού» («sugar daddies») για να πληρώνουν τα δίδακτρα και τα υπόλοιπα έξοδά τους. Παγκόσμια ο αριθμός των φοιτητριών που έχουν εγγραφεί στη SeekingArrangement είναι 4,5 εκατομμύρια. Άλλα περίπου 16 εκατομμύρια (παγκόσμια) είναι νεαρές γυναίκες που δουλεύουν. Όσο για τις πόλεις όπου η SeekingArrangement έχει την μεγαλύτερη πελατεία, είναι κατά σειρά η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Τορόντο, το L.A., το Σύδνεϋ, το Μαϊάμι και το Παρίσι.

Το ζητούμενο δεν είναι ευκαιριακές σχέσεις, περιστασιακά “μεροκάματα”. Αλλά μισθωτές σχέσεις (χωρίς ένσημα και φορολόγηση…) πιο σταθερές και μεσοπρόθεσμες· σίγουρα για όσο διαρκούν οι σπουδές. Εφόσον τέτοιοι διακανονισμοί γίνονται μεταξύ ενηλίκων συναινετικά, έχουν την νομιμότητα ιδιωτικών εμπορικών συναλλαγών. – Τόσα δίνω… – Πόσα θες; – Στα campus θα βρεις αυτό που θες… Άλλωστε είναι γνωστό πως η άλλη λύση στις οικονομικές απαιτήσεις των σπουδών στις ηπα (και όχι μόνο) είναι τα φοιτητικά δάνεια. Κάποιοι θα χαρακτήριζαν τέτοια χρέη (που σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς είναι αδύνατο πλέον να πληρωθούν) χειρότερη εκπόρνευση.

Γίνεται, όμως, πράγματι εθελοντικά αυτή η επιλογή της «μισθωμένης ερωμένης» απ’ τις νεαρές αμερικάνες; Είναι, για να το πούμε αλλιώς, επιλογή ζωής; Το να προβάλεις, σε μια πλατφόρμα, μαζί με τα διανοητικά σου ενδιαφέροντα (τις σπουδές) και τα σωματικά σου προσόντα, σ’ ένα παζάρι “λευκής σαρκός plus” (όπου το «plus» σημαίνει ότι δεν είσαι του πεζοδρομίου αλλά του αμφιθεάτρου), αντέχει τον χαρακτηρισμό “επιλογή”; Δεν θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για οικονομική βία που αναγκάζει νεαρές γυναίκες να μοστράρονται σε κάθε φραγκάτο γιάπη; Τι θα συμβουλέψουν, άραγε, αυτές οι γυναίκες τις κόρες τους όταν τους ανακοινώσουν μελλοντικά ότι μπήκαν σε μια ανάλογη πλατφόρμα για να αγοράσουν ένα πανάκριβο ιπτάμενο ι.χ.; Τι θα έλεγε επ’ αυτού ο “παλιός” φεμινισμός, και τι ο “καινούργιος”;

Υποθέτουμε ότι ο σημερινός δεν θα έλεγε τίποτα· ειδικά αν ασχολείται με την “απελευθέρωση” των μουσουλμάνων γυναικών απ’ τους συντηρητικούς dress codes…

Κάτι τέτοια βλέπουν στο Πεκίνο ή στην Τεχεράνη και τα ανεμίζουν στην επικράτειά τους σαν αποδείξεις της δυτικής παρακμής. Αφού, με μαντήλια ή χωρίς, το να σπουδάζουν οι γυναίκες εκεί θεωρείται κρατική υποχρέωση· και δικαίωμά τους.

(φωτογραφία κάτω: Η άποψη ότι τα αμερικανικά πανεπιστήμια έχουν γίνει μπουρδέλα έχει τώρα μια κάποια τεκμηρίωση. Η λίστα του SeekingArrangement δεν επιτρέπει παρανοήσεις.)

Η μυθολογία του (πανεπιστημιακού) ασύλου 1

Κυριακή 28 Ιούλη. Το πως το δόγμα «νόμος και τάξη» κατασκευάζει μαζικές κοινωνικές νευρώσεις / ψυχώσεις έτσι ώστε όχι μόνο να συντηρείται αλλά να παράγει πρακτικά αυτό που ονομάζουμε εικονική νομιμότητα είναι βασικό στοιχείο της «κανονικότητας» στις μεταμοντέρνες καπιταλιστικές κοινωνίες. Θα πρέπει πάντα να παίρνει κανείς υπόψη του πως όσο πιο «δυνατά» προωθούνται / αναπαράγονται αυτές οι κοινωνικές νευρώσεις / ψυχώσεις, τόσο εντονότερη είναι η σύμφυση του αντίστοιχου κράτους με το οργανωμένο έγκλημα.

Το καλύτερο παράδειγμα είναι το αμερικανικό κράτος. Μόνον εκεί θα μπορούσε να «συλληφθεί» (και να εφαρμοστεί) η ιδέα της μηδενικής ανοχής· που θεωρείται, και σωστά, η γεννήτρια της εικονικής νομιμότητας που είναι αναγκαία για την ευημερία του οργανωμένου εγκλήματος. Στην πατρίδα, λοιπόν, της δήθεν «αντιεγκληματικής (αλλά στην πραγματικότητα το ακριβώς αντίθετο!) μηδενικής ανοχής» είναι εύκολο να βρείτε πόσες δολοφονίες γίνονται καθημερινά· και πόσες απ’ αυτές τις κάνουν οι μπάτσοι…

Στα μέρη μας η κοινωνική νεύρωση / ψύχωση περί «επιβολής του νόμου και της τάξης» έχει τα λίγα κλισέ που της αναλογούν. Και ένα απ’ αυτά είναι «τα φαινόμενα βίας στο πανεπιστημιακό άσυλο». Θα υπέθετε κανείς ότι εφόσον (έτσι πάει ο μύθος…) εκεί δεν πλησιάζουν τα όργανα της τάξης μέσα στα ιδρύματα γίνονται από φονικά όργια ως τελετές μαύρης μαγείας· και από χοντρεμπόριο ναρκωτικών και όπλων μέχρι εκπαίδευση “τζιχαντιστών”…

Ας δούμε λοιπόν (μάταια προφανώς: οι κοινωνικές διαταραχές δεν αντιμετωπίζονται με επιχειρήματα) τι συμβαίνει στα ιδρύματα…

Η μυθολογία του (πανεπιστημιακού) ασύλου 2

Κυριακή 28 Ιούλη. Κατ’ αρχήν η «ενδοπανεπιστημιακή βία» με την μορφή των συγκρούσεων (με ξύλο!) μεταξύ αντίπαλων φοιτητικών παρατάξεων είναι «παλιά ιστορία». Το αργότερο απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες, απλά να θυμήσουμε την «μάχη του Χημείου», στα τέλη του 1979, που έμεινε στην ιστορία (χωρίς υπερβολές στο στίχο) μέσα από ένα απ’ τα πρώτα τραγουδάκια των «μουσικών ταξιαρχιών» και του Πανούση, το ‘80: Νύχτες της Μόσχας…

Καμία “ειρήνη”, λοιπόν, στο “πανεπιστημιακό άσυλο” στα τέλη των ‘70s… Το αντίθετο. Φυσικά, μιας και δεν είχε διαμορφωθεί η κατάλληλη μικροαστική νεύρωση / ψύχωση, δεν διανοούνταν κανείς ότι τέτοιου είδους συγκρούσεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες σε μέγεθος και ένταση, ανήκαν στην αρμοδιότητα της αστυνομίας!

Αργότερα, χοντρικά στα μέσα των ‘80s και για αρκετά χρόνια, αυτού του είδους οι «πολιτικές συγκρούσεις» συμπυκνώθηκαν γύρω απ’ τις φοιτητικές εκλογές, με κορύφωση την «νύχτα των αποτελεσμάτων»… Αυτή η πραγματικότητα έδινε την ευκαιρία σε «εξωφοιτητικά στοιχεία» (στην πραγματικότητα όχι και τόσο «εξωφοιτητικά»…) να συμπληρώνουν κατά κάποιον τρόπο την ένταση με οδομαχίες κατά της αστυνομίας· κατά προτίμηση έξω απ’ τη Νομική της Αθήνας. Παρότι τα όργανα της τάξης είχαν την ευθύνη των δρόμων, ποτέ δεν τέθηκε ζήτημα ότι θα πρέπει να μπουκάρουν στα ιδρύματα για να χωρίζουν τους δαπίτες απ’ τους πασπίτες (π.χ….) ανοίγοντάς τους τα κεφάλια… Και πάλι το «πανεπιστημιακό άσυλο» δεν ήταν ΤΟ θέμα.

Στην πράξη, καθώς περνούσαν τα χρόνια, και καθώς οι φοιτητικές παρατάξεις του «δικομματισμού» εξελίχθηκαν σε «εταιρείες παροχής υπηρεσιών» συμπεριλαμβανόμενης της διασκέδασης / πάρτυ (με ό,τι αυτό συνεπάγεται από οικονομική άποψη…) φρόντισαν να περιφρουρούν αυτές τις ενάρετες εκδηλώσεις τους προσλαμβάνοντας μπράβους – από την αγορά. Έμεινε διάσημη η προτίμηση της πασπ για «γαύρους» (απ’ τα Μανιάτικα και όχι μόνο) και της δαπ για «βάζελους» – προτιμήσεις που απηχούσαν την ευρύτερη όσμωση του κράτους με το παρακράτος. Η ύπαρξη μπράβων δεν ήταν «παραβίαση του ασύλου». Ήταν «μέτρα περιφρούρησης»…

Ούτε κι αυτά, πάντως, προκαλούσαν την μικροαστική οργή περί εγκληματικότητας μέσα στα πανεπιστήμια. Στο κάτω κάτω τα παιδιά τους ήταν που διασκέδαζαν υπό την «προστασία» που θα έβρισκαν και στα εκτός πανεπιστημίου μαγαζιά…

Η μυθολογία του (πανεπιστημιακού) ασύλου 3

Κυριακή 28 Ιούλη. Σύμφωνα με την εμπειρία της ασταμάτητης μηχανής η αποφασιστική στροφή στην καλλιέργεια των νευρώσεων / ψυχώσεων περί «πανεπιστημιακού ασύλου» δεν ήταν καθόλου το οτιδήποτε συνέβαινε (ή δεν συνέβαινε) μέσα στα ιδρύματα· δεν ήταν, ας πούμε, μια «αύξηση της βίας». Στην πραγματικότητα μάλλον το αντίθετο έχει συμβεί: απ’ τα ‘90s και μετά οι «πολιτικές εντάσεις» αμβλύνθηκαν αισθητά – σε σύγκριση με τα ηρωϊκά ‘70s.

Η αποφασιστική αλλαγή ήταν η «απελευθέρωση των media», των ραδιοφωνικών σταθμών και των καναλιών· και η εκρηκτική ανάπτυξη της δημοσιογραφίας / δημαγωγίας πιράγχας! Ως χοντρικά τα τέλη των ‘80s η ενδο-ιδρυματική βία, όποια μορφή ή ένταση κι αν είχε, θεωρούνταν σε γενικές γραμμές «ζήτημα των πανεπιστημίων» – ένα είδος αυτοπροστασίας τους από την δυσφήμισή τους. Απ’ τις αρχές των ‘90s και μετά όμως, αυτό άρχισε να αλλάζει. Και όχι μόνο απ’ την μεριά των δημαγωγών πιράγχας αλλά και απ’ την μεριά των πανεπιστημιακών.

Κατ΄ αρχήν, τα πιράγχας της εντόπιας δημοσιογραφίας, «ψάχνοντας θέματα», ήταν ικανά να κάνουν την τρίχα τριχιά κατά βούληση· και, εννοείται, απέναντι στην «ενημέρωση του κοινού» δεν υπήρχε κανένα άσυλο και καμία προστασία. Τα ψέμματα, οι υπερβολές, οι διαστρεβλώσεις, όλες στο ίδιο μοτίβο (που αρέσει στο κοινό…), το μοτίβο «βία – καταστροφή – βία – καταστροφή» έφτασαν σε απίστευτο σημείο: ακόμα και πλαστά «μπάχαλα» πρόβαλαν και ξαναπρόβαλαν οι οθόνες, για το καλό της τηλεθέασης.

Με κάποια καθυστέρηση άρχισαν και οι πανεπιστημιακοί να συμβιβάζονται με την μηντιακή προβολή· και να την επιδιώκουν. Ο Νίκος Μαρκάτος, πρύτανης του εμπ απ’ το 1991 ως το 1997, ήταν ο πρώτος σε τέτοια θέση που επεδίωξε να γίνει (και έγινε) τηλεπερσόνα. Άλλοι, άγνωστοι στο κοινό προφεσσόροι, άρχισαν να συμμετέχουν στην εύκολη «καταγγελιολογία» που ευνοούσαν τα νέα, «ελεύθερα» μήντια – με στόχο όχι μόνο την ανάδειξή τους, αλλά (κυρίως) την ενίσχυση της θέσης τους έναντι ανταγωνιστών συναδέλφων τους, για τα μερίδια από διάφορες «δουλειές» και «δουλίτσες» που θα έπρεπε να γίνονται υπόγεια… Για διάφορους λόγους. Έτσι αρκετοί πανεπιστημιακοί, εγκατέλειψαν την λιτότητα και την αυστηρότητα του ακαδημαϊκού ήθους (ethos) και έγιναν γλάστρες του ενός ή του άλλου μηντιακού στάβλου. Με το αζημίωτο.

Ούτε η πραγματική ιδιωτικοποίηση των ιδρυμάτων (μέσω της συμμετοχής των προφεσόρων και των εκλεκτών φοιτητών / οπαδών τους σε διάφορα «προγράμματα») ούτε οι γενικευμένοι σεξουαλικοί εκβιασμοί σε βάρος φοιτητριών αξιόθηκαν τον τίτλο τα εγκλήματα που γίνονται μέσα στα πανεπιστήμια. Η αποχαλινωμένη μηντιακή μεσολάβηση σήμαινε υπόγεια νταραβέρια μεταξύ των πιράνχας και κάθε άλλου ενδιαφερόμενου για την «διαφήμιση» ή την «δυσφήμιση» του ενός ή του άλλου ιδρύματος. Αυτοί που περίσσευαν πάντα απ’ αυτούς τους διακανονισμούς «προβολής» (του «καλού» ή του «κακού» στα πανεπιστήμια) και, άρα, ήταν εύκολοι στην στοχοποίηση, ήταν τα «εξωφοιτητικά στοιχεία». Ακόμα κι όταν δεν ήταν καθόλου τέτοια…

Η μυθολογία του (πανεπιστημιακού) ασύλου 4

Κυριακή 28 Ιούλη. Γύρω απ’ την ιδέα ότι υπάρχουν, μέσα στην πόλη, «τρύπες» στην αρμοδιότητα και στη δράση των επίσημων μηχανισμών δημόσιας τάξης, κατασκευάστηκε η νευρωσική / ψυχωσική εικονική παραβατικότητα / εγκληματικότητα. Για παράδειγμα ο νυν διευθυντής της καθεστωτικής «καθημερινής» Παπαχελάς δεν είχε κανένα πρόβλημα να γράφει και να ξαναγράφει στο παρελθόν ότι μέσα σ’ ένα στέκι / κατάληψη στο ε.μ.π. φτιαχνόταν το υλικό των μολότοφ μέσα σε καζάνι… Ήταν τερατώδες ακόμα και σαν προβοκάτσια· ταιριαστό ωστόσο και με την δημαγωγία των πιράγχας αλλά και με τις μικροαστικές φαντασιώσεις: τελικά οι μολότοφ δεν είναι γυάλινα μπουκάλια που γεμίζουν με βενζίνη κατευθείαν απ’ το σωληνάκι οποιουδήποτε δικύκλου, αλλά περιέχουν κάποιον «μαγικό ζωμό» που φτιάχνεται σε καζάνι, με μυστική συνταγή, κουτάλες να ανακατεύουν – και χαμηλή φωτιά…

Η ασταμάτητη μηχανή (και όχι μόνο, άλλωστε) θα μπορούσε να γεμίσει σελίδες με τις απίστευτες τερατολογίες αυτής της επιχείρησης εικονικής παραβατικότητας / εγκληματικότητας που εδράζεται, υποτίθεται, στα πανεπιστημία. Μόνο ανεκδοτολογικό ενδιαφέρον θα είχε όμως. Στην πράξη οι ιδεολογικοί μηχανισμοί έχουν ισχύ ανάλογη με την αδυναμία των στόχων τους.

Αυτό, ωστόσο, δεν αλλάζει σε τίποτα τις επιχειρήσεις (ιδεολογικές ή/και αστυνομικές) εικονικής νομιμότητας. Δεν αλλάζει σε τίποτα ούτε τις πραγματικές τους δυνατότητες ούτε, απ’ την άλλη, την πραγματική τους αδυναμία. Για παράδειγμα, αν αύριο γίνει συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων φοιτητικών ομάδων μέσα σε κάποιο ίδρυμα, καμία αστυνομία δεν πρόκειται να μπουκάρει όσες κλήσεις κι αν δεχτεί. Ούτε μπορεί ούτε θέλει να το κάνει – θα βρεθεί μπλεγμένη… Δεν θα είναι κανένα (ανύπαρκτο, έτσι κι αλλιώς) «άσυλο» που θα την εμποδίσει. Θα είναι ότι θα φάει ξεγυρισμένες μηνύσεις απ’ τους γονείς κάποιων φοιτητών· που, πιθανότατα, (θα) ανήκουν στην καλή κοινωνία…

Αντίθετα, αν είναι να κυνηγήσει κανάν αφρικάνο μετανάστη που πουλάει («παράνομα» προφανώς – πως αλλιώς;) λαθραία παπούτσια αυτό… Αυτό είναι παιχνιδάκι! Φυσικά, τα ίδια λαθραία παπούτσια πουλιούνται στα καθωσπρέπει μαγαζιά… Επίσης, εξίσου φυσικά, δεν εισάγονται στις τσέπες των μεταναστών αλλά απ’ το λιμάνι του Πειραιά, απ’ τον νο 1 «εθνικό επενδυτή». Τι σημασία έχει όμως; Και κάστανα να πουλούσαν οι μετανάστες, πάλι ένοχοι θα ήταν! Για την εικονική νομιμότητα δύο τρεις καλο-προβεβλημένες (μέσω μήντια) επιχειρήσεις, όσο ασήμαντες κι αν είναι, αποκαθιστούν το «αίσθημα της νομιμότητας».

Η μυθολογία του (πανεπιστημιακού) ασύλου 5

Κυριακή 28 Ιούλη. Σημαίνουν τα πιο πάνω πως στα πανεπιστήμια όλα είναι ο.κ.; Η απάντηση εξαρτιέται απ’ την θέση απ’ την οποία μιλάει κανείς. Για την ασταμάτητη μηχανή το μεγαλύτερο πρόβλημα έγκειται στο ότι τόσο το εκπαιδευτικό σύστημα όσο και οι ευρύτερης απήχησης κοινωνικές ιδεολογίες έχουν καταφέρει εδώ και χρόνια να παράγουν (μέσα στα ιδρύματα) το τέλειο είδος ειδικευμένων ηλίθιων που είχαν αναγγείλει / καταγγείλει οι Καταστασιακοί απ’ την δεκαετία του ’60 – καταστρέφοντας ψυχοσυναισθηματικά χιλιάδες νεαρούς και νεαρές. Λειτουργικά αναλφάβητοι, με βραχυκυκλωμένη οποιαδήποτε κριτική ικανότητα, επιρρεπείς στις αιώνιες αγωνίες της δικαίωσης του ναρικισσισμού τους… δεξιοί, ότι κι αν ψηφίζουν… Το κρισιμότερο στοιχείο αυτής της παραγωγής είναι η ενσωμάτωση ενός μίγματος κυνισμού και φοβιών, που τείνει σχεδόν να εξαφανίσει εκείνο που άλλοτε λεγόταν το ζωντανό κομμάτι της εκπαίδευσης.

Κυνισμός και φοβίες μαζί σημαίνει αυτό: αδιαφορώ (σαν φοιτητής / φοιτήτρια) για οτιδήποτε δεν συνδέεται στενά με το «μάθημα» και την «προοδό» μου· δεν θέλω και είμαι ανίκανος/η να λύσω και το πιο απλό ζήτημα που βρίσκεται εκτός «ύλης» αλλά εντός πανεπιστημίου… Συνεπώς, για κάθε «διατάραξη της ομαλής λειτουργίας» αυτού του ιμάντα συναρμολόγησης που λέγεται «ο φιλόδοξος Εαυτός» θέλω να φωνάξω κάποια εξουσία… Δεν έχω, δεν ξέρω, και δεν θέλω να ξέρω τίποτα άλλο… Η τραγική έλλειψη πρακτικού πνεύματος που είναι η πίσω και συμπληρωματική όψη της τραγικής έλλειψης κοινωνικής εμπειρίας, αφήνει άφθονο χώρο και χρόνο για την επίκληση διάφορων μορφών εξουσίας, να “λύσουν το πρόβλημα”. Το όποιο πρόβλημα. Η αστυνομία, οι ψυχολόγοι, οι καθηγητές (ινδάλματα!), οι συνδικαλιστές – ή η οικογένεια…

Τα ιδρύματα είχαν πάντα μια ροπή προς την (ακαδημαϊκή) κλεισούρα. Από τότε που έγιναν θερμοκοιτίδες γέμισαν μωρά.

Οι νευρωσικοί / ψυχωσικοί μικροαστοί επιμένουν: γίνονται νταραβέρια μέσα στα πανεπιστήμια! Δεν θα πούμε όχι, αποκλείεται! Αλλά οι πιάτσες είναι πολύ συγκεκριμές σε κάθε πόλη, και ο νομαδισμός τους είναι συνήθως δουλειά της αστυνομίας!

Θα πούμε κάτι άλλο: και ποιος σας είπε ότι τα παιδιά σας δεν ντρογκάρονται μαζικά έξω απ’ τα πανεπιστήμια; Προφανώς και θα έπρεπε οι νταραβεριτζήδες να μείνουν μακριά απ’ τα ιδρύματα… Είναι, όμως, η φυσική τους παρουσία εκεί το μόνο ζήτημα;

Αυτά είναι ζόρικα ερωτήματα… Η εικονική νομιμότητα έχει κι αυτήν την αναλγητική λειτουργία: παγώνει την εννόηση της πραγματικότητας σε ελάχιστα συγκεκριμένα καρέ.

Και έτσι όλα πάνε καλά…

Ο εαυτός σαν κεφάλαιο, στα καλύτερά του

Σάββατο 13 – Κυριακή 14 Απρίλη. Γράφαμε πριν λίγες μέρες για τα «μαθήματα επιχειρηματικότητας»: Γίνε και συ επιχειρηματίας, μπορείς!!! Ξεκινώντας απ’ την «αξιοποίηση του Κεφαλαίου του Εαυτού σου».

Στις ηπα (στην αγγλία σε μικρότερο βαθμό) για να γίνει κανείς (αξιόλογο) «Κεφάλαιο του Εαυτού του», έχει ουσιαστικά δύο δρόμους. Ο ένας είναι να καταταχτεί (σαν μισθοφόρος) στο στρατό· και να πάει να σκοτώνει κάπου στον πλανήτη. Αν ζήσει (και δεν αυτοκτονήσει όταν αποστρατευτεί) θα έχει συγκεντρώσει ένα ικανοποιητικό χρηματικό ποσό για να πληρώσει τα δίδακτρα ανώτατων σπουδών.

Ο άλλος τρόπος είναι ο φοιτητικός δανεισμός. Το δάνειο σπουδών ξεπληρώνεται όπως κάθε άλλο· και η ελπίδα είναι (ήταν πιο σωστά) ότι με κάποιο πτυχίο αυτός / αυτή που υποθηκεύτηκε για να σπουδάσει, θα καταφέρει να βρει μια «καλή δουλειά» ώστε να ξεχρεώνει τα επόμενα χρόνια.

Μια τέτοια «επιδότηση σπουδών» είναι, στην πραγματικότητα, αεροπλανάκι. Ανάλογα με τον όγκο των πτυχιούχων κάθε χρονιάς είναι δύσκολο έως αδύνατο «η αγορά καλοπληρωμένων εργασιών» να τους απορροφά συνέχεια με μισθούς τέτοιους που αφενός να τους προσφέρουν το πολυπόθητο status αφετέρου να έχουν και ένα περιθώριο αποπληρωμής του φοιτητικού δανείου. Η «κρίση των φοιτητικών δανείων» εξελίσσεται σταθερά και αθόρυβα τα τελευταία χρόνια (πάνω από μια δεκαετία) με τα απλήρωτα δάνεια να αυξάνουν. Το συνολικό «φοιτητικό χρέος» το 2018 (εξυπηρετούμενο ή μη) στις ηπα είχε φτάσει σχεδόν το 1,5 τρισεκατομύριο δολάρια (τώρα είναι 1,6 τρις): διπλασιάστηκε απ’ το 2008. Και ο αριθμός εκείνων που δεν μπορούν να ξεχρεώσουν (επειδή δεν βρίσκουν δουλειές που να τους το επιτρέπουν) είναι ήδη πολλές χιλιάδες.

Αν και αυτό γίνεται «ψυχο-συναισθηματικό» πρόβλημα για τον κάθε αυτο-υποθηκευμένο οφειλέτη, στο σύνολό του είναι πρόβλημα ισολογισμών για τις τράπεζες. Δεν μπορούν να απαλλοτριώσουν τους υποθηκευμένους I gonna be· όχι, οπωσδήποτε, σε καιρό ειρήνης και με τις τρέχουσες συνθήκες (το ιδανικό για τις τράπεζες θα ήταν να δουλεύουν σαν δούλοι, αλλά αυτό προϋποθέτει στρατόπεδα συγκέντρωσης για λευκούς. Εναλλακτικά μπορεί να επιστρατευτούν – δια – της – βίας αν η πατρίς τους χρειαστεί, σαν αντάλλαγμα για την διαγραφή των χρεών τους….)

Εν τω μεταξύ ο καπιταλισμός πάντα βρίσκει τρόπους…