Sarajevo
 

spirit
η επιστροφή των
καλών πνευμάτων

Το ζευγάρι κειμένων των επόμενων σελίδων είναι κάπως παράξενο. Μέσα απ’ την αναφορά στον σπουδαίο γερμανό φιλόσοφο (και μαθηματικό) Leibniz φωτίζουμε εκείνες τις πλευρές της διανόησης που η συνηθισμένη (και επική) ιστορία των “μεγάλων ονομάτων” της επιστήμης και της τεχνολογίας συνήθως παραλείπουν: τις σημαντικές ιδεολογικές παραμέτρους των σκέψεων και των ιδεών ακόμα και των πιο “επώνυμων”.
Το πρώτο κείμενο η εισαγωγή στην “περίπτωση Leibniz” απ’ το μηχανές της λογικής του Martin Davis.

 

Sarajevo 82 - 3/2014

 

μια υπέροχη ιδέα (ο Leibniz και οι υπολογιστές)

...
Είμαι πεπεισμένος όλο και πιο πολύ για τη χρησιμότητα και την πραγματικότητα αυτής της γενικής επιστήμης, και βλέπω ότι πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν καταλάβει την έκτασή της... Αυτή η χαρακτηριστική αποτελείται από μια συγκεκριμένη γραφή ή γλώσσα... που αναπαριστά τέλεια τις σχέσεις ανάμεσα στις σκέψεις μας. Οι χαρακτήρες θα είναι πολύ διαφορετικοί από αυτό που είχαμε φανταστεί μέχρι τώρα. Γιατί έχουμε ξεχάσει την αρχή ότι οι χαρακτήρες αυτής της γραφής πρέπει να υποκινούν εφεύρεση και κριτική σκέψη, όπως συμβαίνει με την άλγεβρα και την αριθμητική. Αυτή η γραφή θα έχει μεγάλα πλεονεκτήματα, μεταξύ άλλων και ένα που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό. Αυτό είναι ότι θα είναι αδύνατο να γράψει κανείς, χρησιμοποιώντας αυτούς τους χαρακτήρες, χίμαιρες, έννοιες που κατασκεύασε με την φαντασία του. Ένας αδαής δεν θα μπορεί να τη χρησιμοποιήσει, ή στην προσπάθειά του να το πετύχει, θα καταφέρει να γίνει ειδικός. [1]
...

Αυτά έγραφε ο Gottfried Wilhelm Leibniz στον φίλο του Jean Galloys τον Δεκέμβρη του 1678. Ήταν μια στιγμή σε μια μακριά, δημιουργική και ευφάνταστη διανοητική πορεία του Leibniz· μια πορεία που δίκαια τον έχει τοποθετήσει στην αφετηρία της ιστορίας των υπολογιστών.

Γιατί, όμως, θα άξιζε τον κόπο να πάμε πίσω στην ιστορία των υπολογιστών; Επειδή, όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες παρόμοιες ιστορίες επιστημών και τεχνολογικών “θαυμάτων”, είναι στην αρχή τους, στην αφετηρία τους, που ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά τους δηλώνονται καθαρά. Είναι εκεί, στην (όποια, κάθε φορά) “αρχή”, που οι εμπνευστές, οι οραματιστές, οι πρωτοπόροι (τέτοιοι θα αποδειχθούν αργότερα ή πολύ αργότερα...) μιλούν ακόμα μια γλώσσα όχι εξειδικευμένη, όχι τεχνική. Και περιγράφουν τους προσανατολισμούς και τις αναζητήσεις τους τους με εκείνον τον (συχνά πληθωρικό) τρόπο που επιτρέπει τόσο στους σύγχρονους όσο και στους μεταγενέστερους να επισκοπήσουν το κατά το δυνατό μεγαλύτερο εύρος μιας ιδέας. Αργότερα, όταν το “νερό μπει στο αυλάκι”, κι όταν μια ιδέα που δουλεύτηκε ξανά και ξανά με επιτυχίες, αποτυχίες, πισωγυρίσματα και προόδους γίνει “σώμα επιστημονικής γνώσης”, διαμορφώνεται και η κατάλληλη επιστημονική αργκώ που κάνει δύσκολα προσπελάσιμες (ακόμα και απροσπέλαστες) τις ιδέες και τις εφαρμογές από τους μη ειδικούς.

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, η πληροφορική, η κυβερνητική, μας ενδιαφέρουν σαν αυτόνομους εργάτες σαν κεντρικό ζήτημα της καπιταλιστικής Αλλαγής Παραδείγματος που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Η συνέλευση του game over έχει παρουσιάσει ήδη κριτικές αναλύσεις ορισμένων πλευρών αυτής της Αλλαγής Παραδείγματος, εστιασμένες στην περιοχή εκείνου που ιστορικά έχει ονομαστεί “εκπαιδευτικό σύστημα” [2]· και ετοιμάζει άλλη μια. Η αναδρομή στον Leibniz μέσω αυτής εδώ της αναφοράς βρίσκεται στο πλάι της σε εξέλιξη δουλειάς του game over σχετικά με το αλγόριθμο, τη μηχανοποίηση της σκέψης, και τις κοινωνικές της συνέπειες. Βρίσκεται επίσης δίπλα και συμπληρωματικά στην “αυτόματη σκέψη: σημειώσεις για έναν αιώνα”. [3]

 

η τάξη σαν μαθηματικά

Οι ιστορικοί των υπολογιστών πιστώνουν στον Leibniz δύο ιδέες, που έμελλε να αποδειχθούν γενέθλιες αυτού του εντυπωσιακού μηχανολογικού συστήματος που λέγεται πληροφορική. Η πρώτη είναι η δυαδική αναπαράσταση κάθε αριθμού (...των γνωστών αριθμών...) μέσω ενός συνδυασμού του 0 και του 1. Η δεύτερη, και ακόμα πιο εντυπωσιακή, ήταν εκείνη που ο ίδιος ο Leibniz είχε ονομάσει “υπέροχη ιδέα” του:

...
Θα έψαχνε να βρει ένα ειδικό αλφάβητο, του οποίου τα σύμβολα δεν θα αναπαριστούσαν ήχους αλλά έννοιες. Μια γλώσσα βασισμένη σε ένα τέτοιο αλφάβητο θα καθιστούσε δυνατό να αποφασίσει κανείς, με συμβολικό υπολογισμό, ποιές προτάσεις (γραμμένες σε αυτή τη γλώσσα) είναι αληθείς, καθώς και ποιοί λογικοί συσχετισμοί υπάρχουν ανάμεσά τους.
...
O Leibniz αναφερόταν σε ένα τέτοιο σύστημα χαρακτήρων με τον όρο χαρακτηριστική. Αντίθετα με τα αλφαβητικά σύμβολα που δεν είχαν κανένα νόημα, [ο Leibniz σκόπευε σε] μια πραγματική χαρακτηριστική, στην οποία κάθε σύμβολο αντιπροσώπευε κάποια σαφή ιδέα με έναν φυσικό και κατάλληλο τρόπο. Αυτό που χρειαζόταν, συνέχιζε ο Leibniz, ήταν μια καθολική χαρακτηριστική, ένα σύστημα συμβόλων που δεν θα ήταν μόνο πραγματικό, αλλά που θα κάλυπτε και όλη την εμβέλεια της ανθρώπινης σκέψης.
...
Ο Leibniz θεωρούσε πως το μεγαλειώδες σχέδιό του αποτελείτο από τρία κύρια συστατικά στοιχεία. Πρώτον, προτού γίνει η επιλογή των κατάλληλων συμβόλων, θα ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί μια επιτομή ή εγκυκλοπαίδεια που θα εμπεριείχε την ανθρώπινη γνώση σε όλη της έκταση. Διατεινόταν ότι άπαξ και γινόταν αυτό, θα ήταν εφικτό να επιλεγούν οι θεμελιώδεις έννοιες - κλειδιά και να βρεθούν κατάλληλα σύμβολα για καθένα από αυτά.
Τέλος, οι συμπερασματικοί κανόνες θα μπορούσαν τότε να περιοριστούν σε απλούς χειρισμούς των συμβόλων αυτών, δηλαδή σε αυτό που ο Leibniz αποκάλεσε calculus ratiocinator (λογικός λογισμός)... [4]

Ακόμα κι ο μη ειδικός αναγνώστης / αναγνώστρια θα πρέπει στα πιο πάνω αποσπάσματα να υποψιαστεί τι ήταν εκείνο που φανταζόταν ο Leibniz στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα. Ή, πιο σωστά, τι ήταν εκείνο που εξελίχθηκε (με μια τεθλασμένη διαδρομή) απ’ τον 17ο αιώνα ως τον 20ο: η γλώσσα προγραμματισμού (των υπολογιστικών μηχανών) και οι αλγόριθμοι. Ένα τέτοιο χρονικό βάθος μπορεί να φανεί παράξενο. Στο κάτω κάτω την εποχή που ο Leibniz είχε την υπέροχη ιδέα του δεν υπήρχε καν και καν ηλεκτρισμός, ή κάτι που να τον προμηνύει. Ωστόσο η πληροφορική είναι πολύ περισσότερα από φωτεινές οθόνες. Κυρίως είναι μια ορισμένη (και ιστορικά προσδιορίσιμη) άποψη για τον κόσμο. Και σ’ αυτήν την άποψη η υπέροχη ιδέα ενός κάποιου Leibniz κάποτε στα 1600κάτι έχει, πράγματι, μια γενέθλια θέση.
Οι ιστορικοί των υπολογιστών, έχοντας τα δικά τους ιδεολογικά συμφέροντα στις εξιστορήσεις τους, κρατούν τον Leibniz κατά κάποιον τρόπο απομονωμένο μέσα στις απόψεις του για την λογική και τις σχέσεις της με τα μαθηματικά. Έτσι ώστε ο Leibniz να λάμπει σαν ένα παράξενο και μοναχικό “αστέρι της αυγής” ενός κόσμου που άρχισε να παίρνει μορφή τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Αλλά ο Leibniz ήταν πολύ περισσότερα. Ουσιαστικά ήταν ένας homo universalis, ένας αναγεννησιακός φιλόσοφος, στο χείλος μιας καινούργιας ιστορικής εποχής, που χωρίς να έχει ο ίδιος συνείδηση της ιστορικότητάς του (όπως και όλοι οι σύγχρονοι του) εξέφρασε την τότε καθολική διανοητική Αλλαγή Παραδείγματος: απ’ την εποχή που ονομάστηκε “μεσαίωνας” σ’ εκείνην της ανόδου και της ηγεμονίας της αστικής τάξης. Ήταν ένας φιλόσοφος με πολλαπλά ενδιαφέροντα και την αντίστοιχη εκπαίδευση, ιδιαίτερα ικανός στα μαθηματικά, στις γλώσσες, στη νομική, στη διπλωματία, στην ηθική. Γι’ αυτό και οι ιστορικοί της φιλοσοφίας έχουν πολύ περισσότερα να αφηγηθούν για την σκέψη του Leibniz, για την σκέψη εκείνη που “κατέβασε” ιδέες τόσο πρωτότυπες και τόσο γόνιμες...

Αν θα έπρεπε να πούμε με τρεις μονάχα λέξεις τι υπήρξε ο Leibniz θα ήταν σωστές αυτές: φιλόσοφος της τάξης. Σε ένα (ιστορικό, κοινωνικό, πολιτικό) περιβάλλον που σημαδευόταν απ’ γεγονότα μεγάλης (έως τεράστιας) κλίμακας, απ’ τον απόηχο του Τριακονταετούς πολέμου ως την Μεταρρύθμιση και την θρησκευτική / θεολογική διαπάλη των ιδεών, και από τις μεγάλες εξερευνήσεις / αποικιοκρατικές κατακτήσεις των ευρωπαϊκών “δυνάμεων” ως την σταδιακή θεμελίωση εκείνου που ονομάστηκε “επιστήμες”, η τάξη που αναζητούσε, επιδίωκε και προωθούσε ο Leibniz ήταν εκείνη που (θεωρούσε ότι) θεμελειωνόταν πάνω στη Λογική. Με κεφαλαίο “Λ”: την Αριστοτελική Λογική. Και, ξεπερνώντας μια στείρα ιστορικίστικη απάθεια, θεωρούσε πως η θεμελείωση αυτής της λογικής θα έπρεπε και θα μπορούσε να γίνει επί τω έργω, πάνω στην επιστήμη του καιρού του: τα μαθηματικά.
Χρειάζεται μια εξήγηση εδώ, που είναι ουσιαστική για το θέμα μας. Σαν χριστιανός ο Leibniz υποστήριζε ακούραστα ότι ο Θεός έφτιαξε επι γης τον “κατά το δυνατόν καλύτερο κόσμο”. Όχι τον τέλειο· τον καλύτερο δυνατό. Σαν προτεστάντης δεν θα μπορούσε να μείνει σε μια παθητική θέαση / βίωση αυτού του κόσμου. Αλλά θα έπρεπε με ενεργητικό τρόπο να συμβάλει στην ανάδυση και στην ανάδειξη της αρμονίας του, μιας αρμονίας που είχε χαθεί. Ακριβώς γι’ αυτό το να εργάζεται o Leibniz υπέρ της (πανανθρώπινης) εγκαθίδρυσης μιας λογικής τάξης στις ανθρώπινες υποθέσεις και σχέσεις δεν ήταν παρά ο καταλληλότερος τρόπος να υμνηθεί και να τιμηθεί η θεϊκή δημιουργία του κόσμου.
Συνεπώς η προσφυγή στη λογική (και στη θεμελείωσή της πάνω στα μαθηματικά) ήταν κιόλας (για τον Leibniz και τους πολλούς συνομιλητές του εκεί στα μέσα του 17ου αιώνα) το σύστοιχο της πίστης· πλην όμως μιας πίστης πρακτικής, ενεργητικής· μιας πίστης δρώσας. Εξάλλου, ήδη τους προηγούμενους αιώνες, μεταξύ χριστιανών διανοούμενων και μοναχών, είχαν αναπτυχθεί κύματα “νεοπλατωνικών” και “νεοπυθαγόριων” που τοποθετούσαν την μελέτη (και την αποκρυφιστική λατρεία) πρώτα της γεωμετρίας και ύστερα των μαθηματικών στο υψηλότερο σημείο της σχέσης της πίστης και της γνώσης τους με την θεϊκή σοφία. Οι μυστικιστικές πεποιθήσεις για τις ιδιότητες και τις σχέσεις των αριθμών και των γεωμετρικών σχημάτων διαμόρφωσαν, ανάμεσα σε άλλα, την μεταφυσική και θρησκευτική σκέψη του Leibniz.

Οι ιστορικοί της φιλοσοφίας, και ειδικά του Leibniz, παρατηρούν ότι καθοριστικό ρόλο στον τρόπο σκέψης του είχε, εκτός απ’ τον Αριστοτέλη, ο καθολικός φραγκισκανός διανοούμενος Raemon Llull, που έζησε 4 αιώνες νωρίτερα (1232 - 1316) και για το έργο του οποίου ο Leibniz έκανε διατριβή.
Ο ισπανός (καταλανός) Llull, μαθηματικός και φιλόσοφος, έγινε μέλος τάγματος φραγκισκανών στα 31 του, ύστερα από “όραμα” που είχε. Μετά από πολύχρονη μελέτη της χριστιανικής φιλολογίας ανέθεσε στον εαυτό του να λύσει το εξής πρόβλημα: πως θα ήταν δυνατόν να προσηλυτιστούν αποτελεσματικά στον χριστιανισμό οι εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι της ισπανίας. Διαμόρφωσε την άποψη ότι εφόσον και αυτοί ήταν μονοθεϊστές, θα έπρεπε να διαμορφωθεί ένα σύστημα λογικών επιχειρημάτων που θα ξεκινούσε απ’ τις μονοθεϊστικές παραδοχές που ήταν κοινές στον χριστιανισμό και στον μουσουλμανισμό, για να καταλήξει με διαδοχικά βήματα στην απόδειξη της ανωτερότητας της χριστιανικής αγίας τριάδας. Μ’ άλλα λόγια ο Llull τοποθετούσε κατ’ ευθείαν τόσο τη “λογική” όσο και τις “λογικές συνεπαγωγές” και “αποδείξεις” στην υπηρεσία του χριστιανικού προσηλυτισμού.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το Llull δεν τον μνημονεύουν μόνο οι ιστορικοί της θρησκείας ή της φιλοσοφίας, αλλά και οι ιστορικοί των υπολογιστών!!! Γιατί ο Llull, προκειμένου να λύσει πρακτικά το πρόβλημα του προσηλυτισμού όπως το είχε ο ίδιος διαμορφώσει στο κεφάλι του, έφτιαξε μια “λογική μηχανή” που ο ίδιος ονόμασε Ars generalis ultima ή Ars magna - δηλαδή “η Έσχατη Γενική Τέχνη”. Η “λογική μηχανή” του Llull ήταν ένα σετ από τρεις χάρτινους ομόκεντρους δίσκους, που ξεκινώντας από γράμματα (σύμβολα των θεϊκών αρετών) προχωρούσαν μέσα από συνδυασμούς (και μέσω των επόμενων δύο δίσκων) σε λέξεις, προτάσεις, “ερωτήσεις και απαντήσεις” υπέρ της ανωτερότητας του θεού των χριστιανών.
Την “λογική μηχανή” του ο Llull την διαμόρφωσε επηρεασμένος από δύο παρέμφερη συστήματα. Ένα “μνημονικό σύστημα” (με κυκλικές καρτέλες) που χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί στα μοναστήρια για να θυμούνται τις προσευχές· και την zairja, μια παρόμοια κατασκευή που χρησιμοποιούσαν άραβες (μουσουλμάνοι) αστρολόγοι, όπου (υποτίθεται ότι) μέσα από έναν συνδυασμό 28 γραμμάτων του αραβικού λεξιλογίου (που αντιστοιχούσαν σε 28 κατηγορίες της φιλοσοφικής σκέψης) και συγκεκριμένων αριθμών εύρισκαν τις απαντήσεις σε διάφορες φιλοσοφικές ερωτήσεις...
Ίσως η πρώτη κατασκευή “λογικών μηχανών” με χρήση (και συνδυασμό) γραμμάτων και προτάσεων θα έπρεπε να αναγνωριστεί στους άραβες / μουσουλμάνους και όχι στον χριστιανό / καθολικό Llull. Όπως και να έχει η μεταφυσική της γλώσσας και της αρίθμησης σαν σύνορο αλλά και σύνθεση ανάμεσα σε μια θρησκεία με συχνές κρίσεις (τον χριστιανισμό) και γνωσιολογικούς προσανατολισμούς που έκαναν τα πρώτα τους βήματα (επιστήμες) ήταν ήδη “ώριμη” όταν ο Leibniz έκανε την διατριβή του για τον Llull και εντυπωσιάστηκε απ’ την ars magna.

Sarajevo 82 - 3/2014

Ο πρώτος (πάνω) και ο δεύτερος (κάτω) δίσκος
της κατηχητικής μηχανής του Llull.

Sarajevo 82 - 3/2014

Εκτός απ’ την συγκρότηση μιας ακλόνητης λογικής, ένα άλλο σοβαρό ζήτημα που απασχολούσε τους ενεργητικούς, πρακτικούς χριστιανούς διανοούμενους ήταν εκείνο της γλώσσας. Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους, όταν δημιούργησε ο θεός τον κόσμο και έφτιαξε τον Αδάμ και την Εύα, τους έδωσε και μια γλώσσα. Την ανθρώπινη γλώσσα που δεν θα μπορούσε παρά να είναι μία και πανανθρώπινη. Όμως η “πτώση των πρωτόπλαστων” και η “έξωσή τους απ’ τον παράδεισο” σήμαινε μεταξύ άλλων και την ανάπτυξη μιας πολυγλωσσίας, το καταστροφικό αποκορύφωμα της οποίας ήρθε στην οικοδόμηση του “πύργου της Βαβέλ”. Κατά τους φιλόσοφους αυτούς (και ανάμεσά τους τον Leibniz και τους πολλούς φίλους του σε όλη την ευρώπη [5]) εάν επρόκειτο να αποκατασταθεί η θεϊκή αρμονία στον κόσμο θα έπρεπε να ανακαλυφθεί εκείνη η παλιά, η πρώτη πανανθρώπινη γλώσσα. Το “ανακαλυφθεί” θα μπορούσε κανείς να το ερμηνεύσει είτε σαν “να βρεθεί” είτε σαν “να φτιαχτεί” - το δεύτερο σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής.
Όταν, λοιπόν, ο Leibniz έβαζε σαν σκοπό του το να βρει ένα ειδικό αλφάβητο, του οποίου τα σύμβολα δεν θα αναπαριστούσαν ήχους αλλά έννοιες... το οποίο θα κάλυπτε όλη την εμβέλεια της ανθρώπινης σκέψης κινούνταν στο ίδιο πάντα μεταίχμιο ανάμεσα σε μια θρησκευτική και σε μια κοσμική μεταφυσική, με την δεύτερη να έχει σα στρατηγικό συστατικό την “πίστη” στη “δύναμη” των μαθηματικών και της τάξης τους. Ήδη η άλγεβρα (κι αυτή αραβικής / ισλαμικής προέλευσης...) είχε γίνει για τους ευρωπαΐους διανοούμενους / φιλοσόφους το καινούργιο γνωσιακό φετίχ· ο Descartes και ο Fermat είχαν αποδείξει ότι αναπαριστώντας σημεία σαν ζευγάρια αριθμών μπορεί κανείς να ανάγει την γεωμετρία σε άλγεβρα! Πόσο γοητευτική ήταν αυτή η εξέλιξη της μεταφυσικής, πόσο μεθυστική ήταν η μέθεξη στη μυστική δύναμη της λογικής, των σχημάτων και των αριθμών;

Sarajevo 82 - 3/2014
Αραβική "φιλοσοφική μηχανή"
με αλληλοκαλυπτόμενους περιστρεφόμενους δίσκους.

 

η ανακάλυψη του κινέζικου πολιτισμού

Η κινέζικη αυτοκρατορία και το μεγαλείο της ανακαλύφθηκαν στα μέσα του 16ου αιώνα. Για τα τότε ευρωπαϊκά δεδομένα η κίνα ήταν κάτι περισσότερο από εξαιρετικά εντυπωσιακή: μια αχανής αυτοκρατορία, με υψηλού επιπέδου πολιτισμό και τεχνικές, με “σοφούς” αυτοκράτορες και αμύθητα πλούτη, τεράστιο στρατό, διοικούμενη από μια αποτελεσματική γραφειοκρατία. Είναι εύλογο ότι γι’ αυτήν την μυθική “καινούργια ήπειρο” θα ενδιαφέρονταν όχι μόνο οι έμποροι και οι βασιλιάδες της ευρώπης, αλλά και (ίσως κυρίως) οι παπάδες. Όλα τα μοναστικά τάγματα, οι φραγκισκανοί, οι δομικανοί και οι ιησουίτες άρχισαν να εγκαθιστούν στην πρωτεύουσα της (αρχικά συγκαταβατικής) κινέζικης αυτοκρατορίας “ιεραποστολές”: μπροστά τους υπήρχε μια καινούργια και τεράστια “πρώτη ύλη” για κατήχηση και προσηλυτισμό.
Εκείνοι που αποδείχθηκαν σημαντικοί για την μεταφορά και την διάδοση στην ευρώπη του 17ου και 18ου αιώνα των εντυπωσιακών κατορθωμάτων του κινεζικού πολιτισμού ήταν οι ιησουίτες. Αν και ανήκαν στον καθολικισμό, θεωρούσαν εαυτούς μεταρρυθμιστές του κάνοντας κριτική στη διαφθορά και στην έλλειψη πνευματικότητας των στελεχών του. Με σκοπό την αποκατάσταση αυτής της πνευματικότητας το τάγμα, απ’ την δημιουργία του κιόλας (το 1534), έδωσε ιδιαίτερο βάρος (και πάντως μεγαλύτερο από άλλα τάγματα) στην ουμανιστική εκπαίδευση· όχι μόνο στην χριστιανική φιλολογία αλλά και στην ελληνική και λατινική λογοτεχνία, ποίηση και φιλοσοφία, καθώς και σε μη ευρωπαϊκές γλώσσες, επιστήμες και τέχνες.
Οι αποστολές των ιησουϊτών στην κίνα άρχισαν το 1582. Η προσηλυτιστική άποψη τους ήταν διαφορετική έως αντίθετη με των υπόλοιπων χριστιανών κατηχητών. Θεωρούσαν ότι πρώτα θα έπρεπε να καταλάβουν την κινεζική κουλτούρα, και ύστερα (ότι) θα έπρεπε να βρουν τα όποια κοινά της με την ευρωπαϊκή / χριστιανική, έτσι ώστε να είναι αποτελεσματικοί στον εκχριστιανισμό. Αυτή τους η προσέγγιση ήταν η αιτία ενός ικανοποιητικού κύματος αντιγραφών, μεταφράσεων και σχολιασμού κινέζικων κειμένων, καθώς και της διασποράς τους μεταξύ των ευρωπαίων διανοούμενων της εποχής. [6]
Θα περίμενε κανείς ότι οι δύο αιώνες (και) της γερμανικής σινοφιλίας θα ξεκινούσαν απ’ τον καθολικό νότο της χώρας. Στην πραγματικότητα ήταν τα προτεσταντικά βασίλεια του βορρά, το Βραδεμβούργο, το Αννόβερο κ.α., καθώς και οι ακαδημίες και τα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Halle που έδειξαν ιδιαίτερο και επίμονο ενδιαφέρον για τον κινεζικό πολιτισμό. Οι αναφορές και οι εκθέσεις των ιησουϊτών της κίνας, καθώς και οι εκδόσεις των ευρωπαίων ιησουϊτών, έφταναν οπωσδήποτε στην προτεσταντική γερμανία. [7] Ο άνθρωπος που ήταν σχεδόν εξαρχής το κέντρο αυτού του ευρωπαϊκού δικτύου “διακίνησης” των κινεζικών “πληροφοριών” ήταν ο Leibniz.
Το ενδιαφέρον του Leibniz για την κίνα ξεκίνησε το 1668, στα 22 του, όταν διάβασε δύο βιβλία σχετικά. Εντυπωσιάστηκε ωστόσο απ’ το China monumentis, qua sacris qua profanis, nec non variis naturae and artis spectaculis, aliarumque rerum memorabilium argumentis illustrata, που έμεινε στην ιστορία με το πιο σύντομο τίτλο China Illustrata και εκδόθηκε το 1667 απ’ τον ιησουίτη πολυδιανοούμενο (κυρίως αλλά όχι μόνο γεωλόγο, γιατρό και μελετητή της ανατολής, και ειδικά της αιγύπτου και της κίνας) Athanasius Kircher. Ο Kircher είχε προσπαθήσει να φτιάξει κάτι σαν πληθωρική “εγκυκλοπαίδεια για την κίνα” με το πιο ετερόκλητο υλικό, απ’ την ακριβέστατη τέχνη της κινέζικης χαρτογραφίας μέχρι τους μύθους για τους δράκους. Τα επόμενα χρόνια ο Leibniz θα αποκτούσε “επαφές” με επιφανείς ιησουίτες της κίνας (Ferdinand Verbiest και Joachim Bouvet), της ευρώπης (Carlo Maurizio Vota, Athanasius Kircher), τους προτεστάντες σινολόγους Gottlieb Spizel και Andreas Muller, και πολλούς άλλους.

Τι ήταν αυτό που εντυπωσίασε τον Leibniz στην τότε κινέζικη αυτοκρατορία; Πολλά. Απ’ τα διαβάσματα και τις ανταποκρίσεις ο Leibniz συμπέρανε ότι το κινεζικό κράτος θα μπορούσε να γίνει μοντέλο για την ευρώπη, στην κοινωνική οργάνωση, στην ύπαρξη ανεξάρτητων διοικητικών υπηρεσιών που έκαναν ελέγχους, και στην πρακτική φιλοσοφία που ήταν κτήμα όλων των υπηκόων. Θεωρούσε ότι η κίνα ήταν ένα κράτος του οποίου η πολιτική βασιζόταν στη λογική - την “αρετή” (ή την “μέθοδο”) που ήδη έχουμε αναφέρει ότι ήταν το ζητούμενο για έναν χριστιανικό αρμονικό κόσμο.
Υπήρχαν και άλλα που συνέκλιναν στην πεποίθηση (όχι μόνο του Leibniz) ότι η κίνα θα έπρεπε να γίνει πηγή μαθημάτων σε πολλά επίπεδα για την ευρώπη. Για παράδειγμα, στις αρχές του 17ου αιώνα, η ιησουίτικη αποστολή στην κίνα ζήτησε απ’ τον αστρονόμο Κέπλερ χάρτες των άστρων. Ο Κέπλερ, εκτός απ’ τους χάρτες, έστειλε και ένα γράμμα όπου υποστήριζε ότι κατά την γνώμη του, και με βάση τα εντυπωσιακά ευρήματα για τον κινέζικο πολιτισμό, μετά την καταστροφή του κόσμου και την διάσωση του Νώε και της οικογένειάς του, οι 4 γυιοί του τράβηξαν στις εσχατιές του κόσμου· ο ένας απ’ αυτούς (υποστήριζε ο Κέπλερ) πήγε προς την βορειοανατολική ασία και έγινε η πρώτος βασιλιάς της κίνας. Μια τέτοια άποψη ενός αξιοσέβαστου επιστήμονα, άποψη που έγινε ευμενώς δεκτή από όλους τους θαυμαστές της κίνας, τοποθετούσε τον πολιτισμό της πολύ κοντύτερα στην δημιουργία της ανθρωπότητας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό. Άρα κοντύτερα στην αναζητούμενη (και χαμένη) πανανθρώπινη αρμονία και γλώσσα.
Πράγματι. Πέρα απ’ τα γενικά χαρακτηριστικά του κουμφουκιανισμού τα νέα απ’ την κίνα ήταν ιδιαίτερα εκπληκτικά για δύο συγκεκριμένους λόγους. Ο πρώτος ήταν τα ιερογλυφικά. Υπήρχαν αρκετά τέτοια (ερμηνευμένα) στην έκδοση του Kircher, και δεν μπορούσε να υπάρξει καμία αμφιβολία: υπήρχε σε εκτενή χρήση, “ζωντανή”, μια γραφή συμβόλων, τα οποία δεν απέδιδαν ήχους αλλά έννοιες! [8] Αυτό σήμαινε ότι η “υπέροχη ιδέα” του Leibniz δεν ήταν φαντασίωση, αλλά υπήρχε ήδη με μια ορισμένη μορφή...

Ακόμα πιο εκπληκτικό ήταν εκείνο που έδειξε ο ιησουίτης Joachim Bouvet στον Leibniz: το κομφουκιανό Yijing ή “βιβλίο των αλλαγών”. Το βιβλίο (καταγραφή της αρχαίας σοφίας) περιλάμβανε ένα σετ από 64 εξάγραμμα σύμβολα, τα οποία αποτελούνταν από συνδυασμούς 2 μόνο στοιχείων, μιας μικρής συνεχούς γραμμής και μιας μικρής διακεκομένης (στα δύο) γραμμής. Τα σύμβολα απέδιδαν πλήθος νοημάτων χάρη όχι μόνο στον συνδυασμό μεταξύ τους (26 = 64) αλλά και στην ιδιαίτερη τοπολογική θέση κάθε τριάδας: πάνω και κάτω. Κατά τον Bouvet όλες οι μαθηματικές γνώσεις και η αρχαία επιστήμη και σοφία των κινέζων περιλαμβανόταν σ’ αυτά τα εξάγραμμα σύμβολα.
Για τον Leibniz, που μόλις είχε τελειώσει την έρευνά του για την δυνατότητα δυαδικής αναπαράστασης (0 1) όλων των αριθμών, η αποκάλυψη των τεράστιων “νοηματικών” δυνατοτήτων των δυαδικής βάσης συμβόλων του πανάρχαιου κινεζικού βιβλίου των αλλαγών είχε πολλαπλή σημασία. Πρώτον, έδειχνε ότι προχωρούσε στο σωστό δρόμο, εφόσον άλλωστε ο κινεζικός πολιτισμός ήταν πολύ κοντύτερα στην θεϊκή (χριστιανική) τάξη του κόσμου. Δεύτερον, όταν ο Leibniz κατέθεσε την έρευνά του για την δυαδική αναπαράσταση στη Ακαδημία Επιστημών του Παρισιού, η δουλειά του απορρίφθηκε σαν “ανεφάρμοστη”. Ο Leibniz έστειλε τότε την ανάλυσή του σε διάφορους απ’ τους φίλους του, και στον Bouvet. Ο Bouvet, σαν μελετητής του Yijing, έστειλε με τη σειρά του μια επιστολή στη γαλλική ακαδημία, εξηγώντας ότι ένα τέτοιο δυαδικό σύστημα ήταν σε χρήση από αιώνες στην κίνα... Κατόπιν αυτής της παρέμβασης η Ακαδημία Επιστημών της γαλλίας άλλαξε γνώμη και αποδέχθηκε σαν έγκυρη την δυαδική αναπαράσταση του Leibniz. Επιπλέον, “δανειζόμενος” φιλοσοφία απ’ τον κομφουκιανισμό του Yijing [9], ο Leibniz προσέθεσε στο 0 1 ένα θεολογικό νόημα: η “δημιουργία” όλων των αριθμών απ’ το 0 αποδείκνυε, κατά προέκταση, την δημιουργία των πάντων απ’ το τίποτα· μ’ άλλα λόγια η “παραγωγική αξία” του 0 1 (με το 1 να εκφράζει το μοναδικό “όντως Ον”...) ήταν μια μικρογραφία της θεϊκής δημιουργίας του κόσμου. Αυτό το παράξενο θεολογικό / φιλοσοφικό δόγμα του Leibniz για την σχέση των μαθηματικών με την δημιουργία του κόσμου ενισχυόταν πάντως απ’ την ρήση του Lao Tzu ότι “το ένα έκανε το δύο, το δύο έκαναν το τρία, και το τρία έκανε όλη την απειρία των πραγμάτων”. Ο Leibniz έφτασε να υποστηρίζει ότι και οι “έξι ημέρες της δημιουργίας” ήταν συνδεδεμένες με το δυαδικό σύστημα· έλκοντας πιθανόν την ιδέα απ’ τα κινέζικα εξάγραμμα του “βιβλίου των αλλαγών”.

 

ο Leibniz πέρα απ’ τον Leibniz

Η mainstream εξιστόρηση για την ανάπτυξη της πληροφορικής είναι συνεπής με τις κυρίαρχες εξιστορήσεις όλων των επιστημών. Βήμα βήμα, άλλοτε μοναχικοί ιδιοφυείς και άλλοτε μικρές ομάδες, βελτιώνουν, εξελίσσουν - πλησιάζουν μια ορισμένη “αλήθεια” ή μια ορισμένη “τελειότητα”· ή και τα δύο. Απ’ αυτή τη σκοπιά ο Leibniz μπορεί να στέκεται κάπου στην αρχή, όχι τόσο σαν εφευρέτης αλλά, κυρίως, σαν οραματιστής του “παγκόσμιου επικοινωνιακού συστήματος” των ηλεκτρονικών μηχανών.
Για την προσωπικότητα αυτού του οραματιστή, όχι οι “ιστορικοί της επιστήμης” αλλά οι “ιστορικοί της φιλοσοφίας” αναγνωρίζουν τις ισχυρές μεταφυσικές διαστάσεις της:

Για τον Bertrand Russel, ο Leibniz ήταν κάτι σαν αίνιγμα. Αν και ο Russel θεωρούσε ότι μπορούσε να δει το πως οι λογικές αφετηρίες του Leibniz διαμόρφωναν το μεγάλο μεταφυσικό του σύστημα, ένοιωθε ανίκανος να τεκμηριώσει αυτή τη βεβαιότητά του με βάση τις θεωρείες που διατυπώνονταν σε πολλά απ’ τα δημοσιοποιημένα κείμενα του Leibniz... Κατά συνέπεια ο Russel έκανε διάκριση μεταξύ “κρυφών” θεωριών που ο Leibniz κρατούσε σε μεγάλο βαθμό για τον εαυτό του, καθώς θεωρούσε ότι θα απορρίπτονταν απ’ το θρησκευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσε, και την “δημόσια” φιλοσοφία του, την οποία εξέθετε και για λόγους αυτοπροστασίας. Μπορεί να καταλάβει κανείς τις υποψίες του Russel: στην τελική ήταν ο ίδιος ο Leibniz που δήλωσε κάποτε ότι “όποιος με γνωρίζει μόνο απ’ τα δημοσιευμένα κείμενά μου δεν με ξέρει καθόλου”. Είναι σωστό ότι ο Leibniz είχε μια τάση να προσαρμόζει τις δημόσιες θέσεις του στο κοινό του: προωθούσε κυρίως εκείνες τις θέσεις που θεωρούσε ότι θα γίνονταν αποδεκτές, και κρατούσε πιο πίσω τις πλέον συζητήσιμες ιδέες του.... Δυστυχώς δεν υπάρχει ένα πλήρες έργο του Leibniz που θα μας επέτρεπε να δούμε το μεταφυσικό του σύστημα στο σύνολό του: πρέπει να το ανασυνθέσουμε κομμάτι κομμάτι απ’ έναν όγκο κειμένων και αλληλογραφιών που το μεγαλύτερο μέρος τους δημοσιοποιήθηκαν μετά τον θάνατό του... [10]

Δεν υπάρχει αίνιγμα! Ο Leibniz (και αρκετοί άλλοι σύγχρονοι μ’ αυτόν διανοούμενοι) προσωποίησε μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική μετάβαση. Απ’ την χριστιανική οντολογία στην μαθηματική οντολογία, απ’ την θρησκευτική μεταφυσική στην επιστημονική. [11] Απ’ την άλλη μεριά οι σχεδόν 4 αιώνες που χωρίζουν την ζωή του Leibniz απ’ τις ημέρες μας θα θεωρούνταν υπερβολικά πολύς χρόνος για να έχει “φτάσει ως εδώ” το οτιδήποτε απ’ την δική του φιλοσοφία· ή (αυτό που μας ενδιαφέρει) απ’ την τότε μεταφυσική. Πως μπορεί να εννοηθεί η εφεύρεση των ηλεκτρονικών υπολογιστών ή η “ανάπτυξη” της πληροφορικής και της κυβερνητικής, όλα έργα του 20ου αιώνα, σαν τμήματα κάποιας νεωτερικής (έστω) θεολογίας;
Όμως το ερώτημα θα μπορούσε (και κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε) να γίνει ανάποδα. Για παράδειγμα: η χρηστική εξοικείωση με τις (ηλεκτρονικές) μηχανές είναι απαλλαγμένη από μεταφυσικές; Ή: εάν μια δέσμη ιδεών, μια δέσμη προσανατολισμών (όπως, για παράδειγμα, η “καθολική συμβολική” των ανθρώπινων σχέσεων και γνώσεων, που σήμερα έχει την μορφή γλωσσών προγραμματισμού μηχανών και αλγορίθμων) έχει σαφέστατη ιδεολογική καταγωγή, χάνει αυτή την (ιδεολογική) νομιμοποίηση ή (έστω) “αύρα” άπαξ και φτάσει σε μια ιστορική φάση εφαρμογών;
Θα ήταν, κρίνουμε, σωστότερο (σίγουρα από εργατική σκοπιά!) να μην πάρουμε στα σοβαρά τον υποτιθέμενο σκληρό “πραγματισμό” της σύγχρονης τεχνολογίας. Και θα ήταν πιο χρήσιμη μια γενική θέση, ότι δηλαδή η γενέθλια μεταφυσική μπορεί να μετασχηματιστεί (καθώς μια ιδέα διατρέχει την ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών) αλλά όχι και να εξαφανιστεί “αυτόματα” επειδή (στην προκειμένη περίπτωση) πήρε την μορφή τσιπ πυριτίου και ηλεκτρονικών κυκλωμάτων.

Μια πιο προσεκτική ανάλυση μπορεί να δώσει ισχυρά επιχειρήματα υπέρ αυτής της άποψής (μας). Ας πάρουμε κάτι απλό, θεμελειώδες όμως, για την “συμβολική γραφή” που χρησιμοποιείται στον “προγραμματισμό” των σύγχρονων μηχανών: την ταξινόμηση της λογικής.
Η Αριστοτελική Λογική, η ιστορικά πρώτη (τουλάχιστον κατά την άποψη του δυτικού κόσμου) ταξινόμηση των προτάσεων σε κατηγορίες, δεν ήταν τόσο καθολική όσο οι πιστοί της υποστήριξαν και υποστηρίζουν. Η πρόταση τα άλογα είναι θηλαστικά και κάθε παρόμοια είναι αληθής από λογική άποψη (επειδή έτσι έχουμε συμφωνήσει κοινωνικά...)· αντίθετα η πρόταση τα άλογα είναι πουλιά αν και ορθή γραμματολογικά είναι λογικά ψευδής. Συνεπώς η πρόταση αυτή δεν είναι λογική.
Η πρόταση η μικρή Μαρία είναι όμορφη είναι λογικά αληθής. Η πρόταση η μικρή Μαρία είναι άγγελος είναι όμως λογικά ψευδής. Το ίδιο ισχύει με την πρόταση ο Θανάσης είναι σκοτωμένο φίδι. Αυτό σημαίνει πως οι προτάσεις που περιλαμβάνουν μεταφορές, παρομοιώσεις κλπ, αρκετά χρήσιμες (και συχνά ενδιαφέρουσες) στην καθημερινή ανθρώπινη επικοινωνία δεν περιλαμβάνονται κατ’ αρχήν στη λογική, και στις λογικές κατηγορίες. Ή, για να το πούμε ανάποδα: η τάξη της Λογικής (με κεφαλαίο Λ) ξεκινάει να δημιουργηθεί αποκλείοντας κατ’ αρχήν ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής των κοινωνικών σχέσεων.

Ο Leibniz θα πάρει έτοιμη την (προτασιακή) λογική του Αριστοτέλη, θα πάρει δηλαδή έτοιμη απ’ την μια την δυνατότητα ταξινόμησης των προτάσεων σε κατηγορίες και απ’ την άλλη τον αόρατο αποκλεισμό αυτού του “μεγάλου μέρους” (της ποιητικής των γλωσσών) που σημειώσαμε μόλις πριν, και θα ονειρευτεί (ή θα προσπαθήσει) να κτίσει πάνω της ένα δεύτερο επίπεδο συμβολισμών. Εδώ μια πρόταση είναι Α, μια άλλη Β, μια τρίτη C κ.ο.κ. Εκείνο που χρειάζεται τώρα (ο Leibniz θα το ξεκινήσει...) είναι, αφού έχουμε αποδεχθεί αυτό το δεύτερο - επίπεδο - αφαίρεσης, να βρεθούν οι “πράξεις” που μπορούν να γίνουν μεταξύ αυτών των Α, Β, C, κλπ, καθώς και τα σύμβολα αυτών των πράξεων.
Όμως το πέρασμα απ’ το νόημα (των προτάσεων) στον συμβολισμό τους είναι λογικό; Δεν υπάρχει τίποτα λογικό στην ταυτοποίηση τα άλογα είναι θηλαστικά είναι Α, όπως επίσης δεν υπάρχει τίποτα λογικό στην ταυτοποίηση ο Θανάσης είναι σκοτωμένο φίδι είναι 0 (δηλαδή: ψευδής λογικά πρόταση) επειδή καμία απ’ αυτές τις ταυτοποιήσεις δεν μπορεί να ελεγθεί ούτε σαν αληθής ούτε σαν ψευδής. Είναι (σίγουρα!) μια “σύμβαση” - αλλά τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει έναν καινούργιο αποκλεισμό, διαφορετικό μεν απ’ τον αποκλεισμό του “μεγάλου μέρους της ποιητικής των κοινωνικών σχέσεων”, αλλά εξαιρετικά δραστικό. Αυτό που υποστηρίζουμε μπορεί να δειχθεί καλύτερα με το παράδειγμα του εάν αληθής τότε 1, εάν ψευδής τότε 0.
Υπάρχει μεγάλο πλήθος ζευγαριών αντιθέτων που θα μπορούσαν μια χαρά να εξυπηρετήσουν ένα δυαδικό παιχνίδι χαρακτηρισμών (“χαρακτηριστική” ονόμαζε ο Leibniz την συμβολική τάξη που αναζητούσε). Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να ονομάζουμε τις “αληθείς” (λογικά) προτάσεις ανθισμένα λουλούδια και τις “ψευδείς” (λογικά) μαραμένα λουλούδια. Ή γελαστά πρόσωπα / λυπημένα πρόσωπα. Κάθε τέτοιο ζευγάρι αντιθέτων κάνει τυπικά την ίδια δουλειά με το 0 1, και είναι τυπικά ισοδύναμό του. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κάνει κανένα άλλο ζευγάρι εκτός απ’ το 0 1: να υπονοήσει ότι μετά (ή μέσα από) την απόφανση περί λογικά αληθούς ή ψευδούς χαρακτήρα των προτάσεων θα ακολουθήσουν υπολογισμοί. Κι όχι απλά να “υπονοήσει”, αλλά να στρώσει - το - έδαφος για υπολογισμούς.
Συνεπώς η δεύτερης τάξης αφαίρεση, ο δεύτερος “όροφος” αποκλεισμών που εκφράζει αυτή η συγκεκριμένη σύμβαση (που αναφέραμε πιο πριν) και όχι κάθε σύμβαση, είναι ο εξής: ενδιαφέρει ότι, και μόνον ότι, μπορεί να μορφοποιηθεί έτσι ώστε να προσφέρεται σε υπολογισμούς.
Ο υπολογισμός είναι η πεμπτουσία των συγκεκριμένων συμβάσεων, που ο Leibniz περισσότερο θα οραματιστεί και λιγότερο θα κάνει πράξη, θα ακολουθήσουν όμως άλλοι δημιουργικοί σ’ αυτόν τον τομέα: ο Boole (που “μετατρέπει τη λογική σε άλγεβρα”... [12]), ο Frege, ο Godel - για να φτάσει η ηρωϊκή προσπάθεια στον σημαντικότατο σταθμό Turing. Ναι - αλλά τι είναι ο υπολογισμός που έχει αναχθεί σε “τάξη του κόσμου”; Προφανώς δεν έχουμε εδώ την “θεολογική μεταφυσική” που επικαλέστηκε ο Leibniz περί “δημιουργίας των πάντων απ’ το τίποτα”. Έχουμε όμως το άλλο - και πιο πραγματικό - μέρος των σκέψεών του: ο υπολογισμός είναι η μόνη αποδεκτή τάξη του κόσμου· επειδή ο υπολογισμός (ισχυρίζομαι, ισχυρίζεσαι, ισχυρίζονται ότι) είναι “λογική”... Η μόνη τέτοια.
Συνεπώς μια ορισμένη μεταφυσική, ιδεολογική (και στην πραγματικότητα φετιχιστική) επιλογή προηγείται της διανοητικής εποποιίας που θα φτάσει στην “καθολική υπολογιστή μηχανή” του Turing, και απο εκεί στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ο υπολογισμός (η δυνατότητα υπολογισμών) είναι η αρχική, βασική προϋπόθεση.

Θα πείτε: ε, και; Εάν δεν έχετε καταλάβει τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες αυτής της “καθολικής μεταφυσικής” θα έχουμε να τα λέμε στο κοντινό μέλλον...

Sarajevo 82 - 3/2014
Ο Leibniz έφτιαξε χειροκίνητη "υπολογιστική μηχανή"
και για τις 4 βασικές αριθμητικές πράξεις.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Martin Davis, μηχανές της λογικής: ο δρόμος από τον Leibniz ως τον Turing, εκδ. “εκκρεμές”, 2000 - 2001.
[ επιστροφή ]

2 - Ενδεικτικά η ψηφιοποίηση της μνήμης (Γενάρης 2011), video games: ηλεκτρονική εκπαίδευση (Οκτώβρης 2012, φεστιβάλ game over ‘12), νέες μηχανές νέοι εργάτες και ηλεκτρονικό προλεταριάτο, μια εργατική έρευνα (Οκτώβρης 2013, φεστιβάλ game over ‘13)
[ επιστροφή ]

3 - Δεκέμβρης 2004, στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του Sarajevo.
[ επιστροφή ]

4 - Martin Davis, ο.π.
[ επιστροφή ]

5 - Ο Leibniz αλληλογραφούσε με πάνω από 1000 άτομα, μαθηματικούς, φιλόσοφους, καθολικούς και προστεστάντες αλλά και φιλομαθείς πρίγκηπες, βασιλιάδες, πριγκήπισσες, κλπ. Τιτάνιο έργο σε μια εποχή που η αλληλογραφία δεν ήταν ηλεκτρονικά mail ή, έστω, πυκνά συστήματα ταχυδρομικών αυτοκινήτων, αλλά διαδρομές με άλογα....
[ επιστροφή ]

6 - Οι ιησουίτες έκαναν και το αντίστροφο: μετέφεραν τις ευρωπαϊκές γνώσεις στα μαθηματικά και στις επιστήμες στην κίνα. Οι ικανότητές τους σ’ αυτήν την ανταλλαγή και τα επιστημονικά τους ενδιαφέροντα τους έκαναν ιδιαίτερα συμπαθείς τόσο στην δυναστεία των Ming (ως το 1644) όσο και στην διαδοχή της των Manchu. Αυτό σήμαινε ότι οι ιησουίτες πήραν αξιώματα συμβούλων στην αυτοκρατορική αυλή της κίνας, ως το 1773, όταν ο τότε πάπας διέλυσε το τάγμα και απαγόρευσε την μετριοπαθή και συμβιβαστική δράση του στην κίνα: η επίσημη πολιτική γραμμή της ευρώπης έναντι της κίνας άλλαζε...
[ επιστροφή ]

7 - Το πρώτο ευρωπαϊκό best seller για την κίνα ήταν το Historia de las cosas mas notables, ritos, y costumbres den gran Reyno de la China που εκδόθηκε αρχικά το 1585 στη Ρώμη, απ’ τον Gonzalez de Μendoza, και μεταφράστηκε γρήγορα στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, και τελικά το 1589 και το 1597 στα γερμανικά. Το δεύτερο σημαντικό βιβλίο, που επίσης μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ήταν το “ημερολόγιο” του σημαντικού ιησουίτη, επικεφαλής της ιεραποστολής στην κίνα, Mario Ricci, σε λατινική μετάφραση του Nicolas Trigault, De Christiana expeditione apud Sinas suscepta ab Societate Jesu.
[ επιστροφή ]

8 - Μεταξύ άλλων και ο Bacon εκδήλωσε τον ίδιο θαυμασμό για την κινέζικη γραφή, και για τους ίδιους ακριβώς λόγους.
[ επιστροφή ]

9 - Λίγο αργότερα, απ’ το 1687 ως το 1690, ο Leibniz μελέτησε διεξοδικά το Confucious Sinarum Philosophus που εκδόθηκε το 1687. Επρόκειτο για ένα συλλογικό έργο της ιησουΐτικης ιεραποστολής στην κίνα, που περιλάμβανε μεταφρασμένα αποσπάσματα από την κλασσική κινέζικη φιλοσοφία, από έργα όπως η μεγάλη μάθηση, το δόγμα του νοήματος και άλλα, καθώς και σύνοψεις των διδαχών του Κομφούκιου. Το γεγονός είναι πάντως ότι οι ιησουίτες έκαναν μια ορισμένη “επιμέλεια” του κουμφουκιανισμού, έτσι ώστε να παρουσιάζεται σαν συμβατός με τις βασικές χριστιανικές πεποιθήσεις. Κι αυτό επειδή είχαν να αντιμετωπίσουν την έντονη πολεμική των άλλων χριστιανικών ιεραποστολών, και ειδικά της φραγκισκανικής, που υποστήριζε ότι οι κινέζοι είναι άθεοι και υλιστές· η σύγκρουση αυτή έφτανε διαρκώς μέχρι το Βατικανό, το οποίο κατά καιρούς έπαιρνε επίσημη θέση. Στην αρχή υπέρ των ιησουιτών· αργότερα, στον 18ο αιώνα, όταν άρχισε να αλλάζει η στάση των ευρωπαίων βασιλιάδων έναντι της κίνας, εναντίον τους.
[ επιστροφή ]

10 - Leibniz and the Science of Happiness, Roger Caldwell, περιοδικό philosophy now, τεύχος 78.
[ επιστροφή ]

11 - Δεν χρησιμοποιούμε καταχρηστικά τις λέξεις “οντολογία” ή “μεταφυσική”! Ήδη στον 17ο αιώνα, και τους επόμενους ακόμα πιο έντονα και αποφασιστικά, οι αριθμοί (το “1”, το “2”, το “3” ... - και πάντα το “0”!) γίνονται αντιληπτοί (κατ’ αρχήν απ’ τους μαθηματικούς και τους επιστήμονες) σαν “αυτοτελή όντα” με “δικές τους ιδιότητες”. Και θα είναι χάρη σ’ αυτήν την φανατική πίστη περί “ιδιοτήτων - των - αριθμών” που αργότερα θα γεννηθούν και σταδιακά θα γίνουν κοινότοπες (κυρίως μέσω των εκπαιδευτικών συστημάτων) ιδέες όπως οι “αρνητικοί αριθμοί”, οι “φανταστικοί αριθμοί”, το “άπειρο”, το “τείνει προς το άπειρο”, κλπ.
Ισχύει λοιπόν κι εδώ (στην γεωμετρία και στα μαθηματικά του 17ου αιώνα, και ύστερα, σταδιακά, στις επιστήμες του 18ου, του 19ου, του 20ου) η φετιχοποίηση που ο Μαρξ είχε περιγράψει για τα εμπορεύματα: η φετιχοποίηση των αριθμών (ή των γεωμετρικών σχημάτων, ή των εξισώσεων, ή των “τύπων”, ή....). Θα μπορούσε η πολύ γνωστή παράγραφος απ’ το “Κεφάλαιο” να διασκευαστεί ως εξής:

...Ο μυστηριώδης χαρακτήρας της μαθηματικής μορφής [των αριθμών, των “πράξεων”, κλπ] συνίσταται στο ότι εμφανίζει στους ανθρώπους τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της δικής τους διανοητικής εργασίας σαν αντικειμενικά χαρακτηριστικά των ίδιων των προϊόντων της εργασίας. Τα εμφανίζει σαν κοινωνικές φυσικές ιδιότητες αυτών των συμβόλων και, κατά συνέπεια, η μαθηματική μορφή εμφανίζει την κοινωνική σχέση των παραγωγών με την συνολική [διανοητική] εργασία σαν εξωτερική προς αυτούς σχέση μεταξύ συμβόλων...
Για να ανακαλύψουμε λοιπόν κάποια αναλογία ... πρέπει να καταφύγουμε σ’ έναν άλλο κόσμο: τον κόσμο της θρησκεία. Εκεί, τα προϊόντα του ανθρώπινου εγκεφάλου εμφανίζονται σαν αυτοδύναμες μορφές, που έχουν τη δική τους ζωή, και σχετίζονται σαν όντα τόσο μεταξύ τους όσο και με τους ανθρώπους. Το ίδιο συμβαίνει και με τον κόσμο των συμβόλων, που είναι επίσης προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού και του ανθρώπινου χεριού. Κι αυτό ακριβώς είναι που ονομάζω φετιχισμό, ο οποίος προσκολλάται στα προϊόντα της [διανοητικής] εργασίας μόλις αυτά αρχίσουν να παράγονται ως σύμβολα. Ο φετιχισμός αυτός είναι επομένως αδιαχώριστος απ’ την παραγωγή συμβόλων...

[ επιστροφή ]

12 - Στο σχολείο μαθαίνουμε (σε πολλά εισαγωγικά) για τα χ, τα ψ και τα z· μαθαίνουμε να τα χειριζόμαστε, να κάνουμε δηλαδή “πράξεις” (αλγεβρικές) με δαύτα· αλλά ούτε προλαβαίνουμε ούτε καν έχουμε ή βρίσκουμε το περιθώριο να αναρωτηθούμε το πως και το γιατί ξεκόλλησαν τα γράμματα απ’ το αλφάβητο και απέκτησαν μια καινούργια (μυθική) “υπόσταση”. Όπως, την ίδια στιγμή που γινόμαστε καλοί ή λιγότερο καλοί χειριστές τους, δεν προλαβαίνουμε να αναρωτηθούμε γιατί οι “δυνάμεις” αναπαριστάνονται με βελάκια, τα οποία μάλιστα συνθέτουν διάφορες απλές γεωμετρικές συνθέσεις, κι αν το ίδιο (η ίδια “αναπαράσταση”) ισχύει για την δύναμη της θέλησης, για την δύναμη του έρωτα ή για την εργατική δύναμη...
Μιλώντας γενικά μαθαίνουμε (όχι χωρίς κάποια βία...) διάφορα που ύστερα θα θεωρούμε αυτονόητα. Και η ερώτηση είναι: αυτό λέγεται εκπαίδευση ή προπαγάνδα; Ή είναι το ίδιο; Και μάλιστα όχι μόνο εκεί που κάτι τέτοιο θα ήταν συζητήσιμο (ας πούμε στην “ιστορία”, στην “έκθεση” ή στα “θρησκευτικά”) αλλά στην καρδιά του γνωσιολογικού παραδείγματος: στα μαθηματικά, στη φυσική, στη γραμματική και στο συντακτικό...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020