Sarajevo
 

spirit
η επιστροφή των
καλών πνευμάτων

Αν υπάρχουν, ακόμα, στο μέλλον άνθρωποι που θα μελετούν την ιστορία σαν υλιστικό-διαλεκτική εξέλιξη ίσως να ξύνουν το κεφάλι τους με απορία για το γεγονός ότι, σε διάφορες κοινωνίες (συμπεριλαμβανομένων εκείνων του αναπτυγμένου καπιταλισμού) απ’ τις τελευταίες δεκαετίες του επίσημα χρονολογημένου 20ου αιώνα, απ’ το 1980 και μετά δηλαδή, διάφοροι - καθ’ όλα έντιμοι - εμπλέκονται σε λιγότερο ή περισσότερο σχολαστικές αναζητήσεις (και αναλύσεις) περί “φασισμού” ή και άλλων πολιτικοϊδεολογικών ονομάτων και εννοιών.

Τέτοια είναι (κατά την άποψή μας) και η περίπτωση του δημοσιογράφου Δ. Ψαρρά, σε ότι αφορά (τουλάχιστον) την εισήγησή του στην ανοιχτή εκδήλωση ενάντια στο φαινόμενο του Νεοναζισμού - Φασισμού από την Κίνηση Αλληλεγγύης και Πολιτισμού, ΟΜΠΡΕΛΕΣ,  στα μέσα Γενάρη του 2014. Αναδημοσιεύουμε περίπου την μισή εισήγηση (παραλείποντας τα περισσότερα απ’ αυτά που σχετίζονται με τα ντόπια βοθρολύματα) και περιγράφουμε επ’ ευκαιρία την δική μας εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο “φαινόμενο”...

 

ο φασισμός, οι φασίστες κι εμείς

Ο φασισμός υπήρξε ένα πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Διανύουμε ήδη τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα κι ακόμα αυτό το φάντασμα του φασισμού, αυτή η “φαιά πανούκλα”, όπως τον ονόμασε ο Ντανιέλ Γκερέν δεν παύει να μας στοιχειώνει.
Αλλά εδώ χρειάζεται προσοχή. Τι ακριβώς εννοούμε σήμερα όταν λέμε “φασισμός”, ποια είναι η σημερινή φασιστική απειλή και ποια σχέση έχει με τα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης του μεσοπολέμου που οδήγησαν την ανθρωπότητα στην πιο γενικευμένη πολεμική σύρραξη όλων των εποχών και στο μέχρι τότε αδιανόητο Ολοκαύτωμα;
Ήδη από την αρχή σπεύδω να ξεκαθαρίσω τη θέση μου. Με μεγάλη ευκολία αποδίδουμε σήμερα το χαρακτηρισμό του φασίστα σε κάποιον από τον οποίο μας χωρίζει αγεφύρωτη πολιτική απόσταση ή δίνουμε το χαρακτηρισμό “φασιστικός” σε νόμους ή κυβερνητικά μέτρα τα οποία θεωρούμε εξαιρετικά αυταρχικά ή αντιλαϊκά. Ο όρος χρησιμοποιείται κατά κόρον στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση, αλλά και στη δημοσιογραφία, όπου παρατηρούμε να επιμένουν σ’ αυτόν κάποιοι που δεν φημίζονται κατά τα άλλα για τα αντιφασιστικά ανακλαστικά τους.
Ο κίνδυνος από τη σημερινή κατάχρηση του όρου είναι πρόδηλος: αν ο χαρακτηρισμός “φασίστας” απλωθεί τόσο πολύ, τότε οι πραγματικοί φασίστες μένουν στο απυρόβλητο. Χωρίς να θέλω να επεκταθώ σ’ αυτό το σημείο, γιατί η σχετική ιστορική συζήτηση δεν έχει ακόμα κλείσει, παρατηρώ μόνο ότι αυτό είναι που έπαθε σε μεγάλο βαθμό η ευρωπαϊκή κομμουνιστική αριστερά την περίοδο του μεσοπολέμου. Ταυτίζοντας τα άλλα κόμματα (αστικά και σοσιαλδημοκρατικά) με το φασισμό (μέσω της περίφημης θεωρίας του σοσιαλφασισμού), στην ουσία απομονώθηκε η ίδια και διευκόλυνε την επικράτηση των πραγματικών φασιστικών κομμάτων.

Επανέρχομαι στο πρόβλημα του σημερινού φασισμού. Ο κλασικός ορισμός που έδωσε την περίοδο της ανόδου του το 13ο [*] Συνέδριο της Διεθνούς είναι ότι πρόκειται για την “ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, σοβινιστικών, ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου”. Ο Άγγελος Ελεφάντης, στο επίμετρο του κλασικού βιβλίου του Νίκου Πουλαντζά “Φασισμός και δικτατορία” αναφέρεται στο ζήτημα του ορισμού του φασισμού και αφού περιγράφει την ειδική βαρβαρότητα που συνδέθηκε με το πολιτικό αυτό καθεστώς καταλήγει περίπου σε ταυτολογία: “Ίσως ο πιο αξιόπιστος χαρακτηρισμός του φασισμού είναι ο ίδιος ο όρος φασισμός, νεολογισμός κι αυτός του 20ού αιώνα”. Και συνεχίζει: “Ήταν η πιο βάρβαρη στιγμή της ανθρωπότητας διότι υπερέβη κάθε πολιτισμικό προηγούμενο ή μάλλον κατάργησε κάθε πολιτισμικό προηγούμενο ανοχής, κάθε οικουμενική αξία, αναγορεύοντας ως απόλυτη τη διάκριση φίλος/εχθρός, όπως δίδαξε και ο θεωρητικός του υποστηρικτής Καρλ Σμιτ”.

Η ανάλυση του Πουλαντζά για το φασισμό είναι σημαντική. Γραμμένη την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα αυτή η ανάλυση δίνει μια πειστική απάντηση στο ερώτημα για το χαρακτήρα των φασιστικών κομμάτων και των φασιστικών καθεστώτων του μεσοπολέμου και απαντά σε ψυχολογίζουσες ή μηχανιστικές ερμηνείες που κυκλοφορούν ακόμα στο χώρο της αντιφασιστικής βιβλιογραφίας.
Κεντρικό στοιχείο στην ανάλυση του Πουλαντζά είναι η ερμηνεία της λαϊκής απήχησης του φασισμού. Αυτή η απήχηση, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε είναι πραγματική. Αντίθετα από άλλες μορφές κράτους έκτακτης ανάγκης, όπως είναι οι στρατιωτικές δικτατορίες ή τα βοναπαρτιστικά καθεστώτα, όπου η επικράτηση των κυβερνώντων γίνεται αποκλειστικά με τη βία, ο φασισμός στηρίχτηκε στη συμμετοχή όλο και μεγαλύτερου αριθμού πολιτών στο πλευρό του. Ο φασισμός του μεσοπολέμου πέτυχε να στήσει ειδικούς μηχανισμούς κινητοποίησης των μαζών (κόμματα, συνδικάτα, σωματεία κάθε είδους) και μέσω αυτών να εξασφαλίζει τη λαϊκή υποστήριξη στο καθεστώς βίας και αυθαιρεσίας.
Με βάση αυτή την ανάλυση, ο Πουλαντζάς απέρριπτε το χαρακτηρισμό “φασιστικός” για τη στρατιωτική δικτατορία του 1967, αλλά ακόμα και για το καθεστώς του Μεταξά. Αντιγράφουμε και πάλι από τον Ελεφάντη: “Τι ήταν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου; Φασισμός είπαν σχεδόν όλοι, και τότε και τώρα. Όμως στην Ελλάδα είχαμε φασίστες όχι φασισμό. Το κόμμα του Μεταξά ήταν ασήμαντο και ασήμαντο έμεινε ως το τέλος: δεν προσχώρησαν οι μάζες σ’ αυτό. Αντίθετα, λίγο αργότερα οι μάζες πήραν άλλους δρόμους. Ούτε η χούντα της στρατιωτικής δικτατορίας πέτυχε τον εκφασισμό της χώρας”.
Παραφράζοντας τη σκέψη αυτή θα λέγαμε ότι και σήμερα δεν έχουμε φασισμό, αλλά έχουμε φασίστες. Πολλούς φασίστες. Και πολλών ειδών φασίστες.
...

Πολλοί αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν να γιγαντώνεται ένα ναζιστικό κίνημα στην Ελλάδα που τόσα υπέφερε κατά την περίοδο της κατοχής από τα SS και τη Gestapo. Μα στην Ελλάδα δεν υπήρχε μόνο αντίσταση. Υπήρχαν και οι συνεργάτες των ναζί, οι οποίοι στελέχωσαν το μηχανισμό του “εθνικού στρατού” και εν συνεχεία του “εθνικού κράτους”, χάρη στην ειδίκευσή τους να πολεμούν την Αριστερά και τους κομμουνιστές. Από τις τάξεις των ίδιων πρόκυψε και ο πυρήνας των στρατιωτικών που έκαναν τη δικτατορία του 1967. Αυτός ο βαθιά αντιδραστικός μηχανισμός διατήρησε το δίκτυό του στην αστυνομία, το στρατό, τη δικαιοσύνη και την εκκλησία και μετά την πτώση της δικτατορίας. Είναι το “ελληνικό βαθύ κράτος”.
...

Με άλλα λόγια, ο μόνος χαρακτηρισμός που αρμόζει στη Χρυσή Αυγή είναι αυτός της ναζιστικής οργάνωσης. Γιατί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ναζισμού, δηλαδή ο ακραίος ρατσισμός και η αναγόρευση σε υπέρτατη αξία της φυλής-έθνους προσδιορίζουν τον τρόπο δράσης της οργάνωσης, με τις ομάδες κρούσης που εύστοχα έχουν ονομαστεί Τάγματα Εφόδου και τη συνοδεύουν ως μέθοδος “κατάκτησης του πεζοδρομίου” από τα πρώτα της χρόνια. Δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τη χρυσαυγίτικη βία αν δεν αντιληφθεί ότι γι’ αυτήν όσοι δεν ανήκουν στη “φυλή”, όπως την ορίζουν οι ίδιοι, είναι “υπάνθρωποι”, ισοδύναμοι του ζώου, και επομένως η βία εναντίον τους μπορεί να φτάσει στα όρια της εξόντωσης, για το καλό της πατρίδας, δηλαδή της φυλής. “Υπάνθρωποι” είναι οι μετανάστες, οι Εβραίοι, οι ρομά, οι ξένοι, αλλά και οι γραικύλοι Έλληνες, οι αριστεροί.
...

Θα τελειώσω με μια παρατήρηση σχετικά με τις συνέπειες που έχει η διάδοση των φασιστικών ιδεών και της ατζέντας της Ακροδεξιάς στη διαμόρφωση του πολιτεύματος στις λεγόμενες “δυτικού τύπου” δημοκρατίες. Επανέρχομαι στον Πουλαντζά. Στα τελευταία του κείμενα είχε διαβλέψει (ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970) την τάση αυξανόμενου αυταρχισμού που χαρακτηρίζει το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος. Την τάση αυτή ενίσχυσε η ανάπτυξη των διακρατικών ομαδοποιήσεων, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον τρόπο που συγκροτήθηκε, δηλαδή ως απλά οικονομική και στη συνέχεια νομισματική σύνθεση, αλλά κυρίως αυτό που ονομάστηκε “παγκοσμιοποίηση”, όσο κι αν ο όρος σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Και είδαμε στην κρίση του 2008 να αναδεικνύεται ο κυρίαρχος ρόλος σε παγκόσμια κλίμακα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των “αγορών”, απέναντι στις πολιτικές κυβερνήσεις.
Όμως ειδικά στην Ελλάδα η υπαρκτή αυτή τάση κρατικού αυταρχισμού παίρνει τα τελευταία τρία χρόνια ακραίες μορφές, με τον τρόπο που διαχειρίζονται την κρίση οι διαδοχικές κυβερνήσεις και η οικονομική ελίτ της χώρας. Η εξοικείωση της κοινωνίας με την εφαρμογή ακραίων αντιλαϊκών μέτρων υπονομεύει το ίδιο το κύρος της δημοκρατίας και την προετοιμάζει να δέχεται αδιαμαρτύρητα ακόμα και την εγκληματική δράση των ρατσιστικών συμμοριών.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Υπάρχει ένα λάθος εδώ, είτε στο κείμενο είτε στην ομιλία την ίδια. Πρόκειται όχι για το 13ο αλλά για το 7ο συνέδριο της κομμουνιστικής διεθνούς (καλοκαίρι του 1935), με γ.γ. τον Δημητρόφ, όπου έγινε η στροφή 180 μοιρών σε ότι αφορούσε τον φασισμό, και υιοθετήθηκε η κατεύθυνση της συγκρότησης “λαϊκών μετώπων” κατά των φασιστών.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020