Sarajevo
 

 

 

Sarajevo 81 - 2/2014

 

κυνισμός: ένα είδος άρνησης μέσα στις δουλειές

Θα μπορούσε να ονομαστεί η δύναμη των αδυνάτων. Η ακαδημαϊκή, κοινωνιολογική (και εν μέρει φιλοεργοδοτική) βιβλιογραφία, μαθημένη να ερευνά ακόμα και αυτά που φαίνονται ασήμαντα όταν γίνονται μαζικά, μιλάει για κυνισμό όσων δουλεύουν (κυρίως) στον τριτογενή. Αυτός ο κυνισμός ορίζεται, κατ’ αρχήν, σαν αποστασιοποίηση απ’ την “εργασιακή κουλτούρα” στις υπηρεσίες, όπου ο κανόνας είναι “ο πελάτης έχει δίκιο”. Μπορεί να περιλαμβάνει πικρόχολα και ειρωνικά σχόλια τόσο για πελάτες όσο και (κυρίως) για τους προϊστάμενους· έως διάφορες τεχνικές μικροκαθυστερήσεων την ώρα της δουλειάς.
Αξίζει να δούμε αυτή τη μορφή εργατικής άρνησης μέσα στο γενικό της περιβάλλον. Κατ’ αρχήν κάτι που έχουμε ξαναθίξει στο παρελθόν: η τριτογενοποίηση είναι μια ευρύτερη καπιταλιστική στρατηγική, πέρα απ’ τον πολλαπλασιασμό των επιχειρήσεων και την επέκταση του τομέα των υπηρεσιών. Το σημαντικό, εν προκειμένω, είναι ότι ο “πελάτης” (πραγματικός σε πολλές περιπτώσεις αλλά εικονικός σε άλλες) γίνεται ο ελεγκτής της απόδοσης (του εργάτη) just in time. Επιπρόσθετα, υπάρχει το περιθώριο στον ελεγχόμενο (κάποτε σκληρά) εργάτη των υπηρεσιών να “ανταποδόσει” όταν γίνεται ο ίδιος πελάτης. Με άλλα λόγια η νόρμα “ο πελάτης έχει δίκιο” μοιράζεται απλόχερα, πληθωρικά, για γενική εφαρμογή.
Σε διαφοροποίηση απ’ τους βιομηχανικούς εργάτες που είχαν απέναντι τους τις μορφοποιήσεις της παραγωγής (μηχανές, χρονοδιαγράμματα, επιστάτες) οπότε μπορούσαν να εκδηλώνουν την αρνητικότητά τους χωρίς την ενοχή της “αντικοινωνικότητας”, οι εργάτες των υπηρεσιών, έχοντας διαρκώς μπροστά τους τους πελάτες (και τους τυχόν επιβλέποντες στην πλάτη τους...) έχουν περιορισμένα περιθώρια εργατικού σαμποτάζ. Κάθε καθυστέρηση, ακόμα και κάθε υποτιμητικός (προς την δουλειά) μορφασμός, εκλαμβάνεται συνήθως απ’ τον πελάτη σαν προσωπική επίθεση.
Αυτό κάνει σχεδόν υποχρεωτικό ένα “σκίσιμο” συμπεριφοράς για τον εργάτη υπηρεσιών, που μπορεί να είναι επιφανειακό, μπορεί να εξελιχθεί και βαθύτερα. Απ’ την μια πρέπει, όταν έχει απέναντί του τον όποιον πελάτη, να συμπεριφερθεί έστω στοιχειωδώς “ευγενικά”, να προσποιηθεί. Απ’ την άλλη έχει το περιθώριο, μόλις ο πελάτης γυρίσει την πλάτη του, να εκδηλώσει (συχνά αλλά όχι πάντα με σύντομο και φευγαλέο τρόπο) την όποια άρνησή του.
Ο κυνισμός γεννιέται πάνω σ’ αυτό το σχίσμα· για να κάνει “ρεαλιστική” την προσποίηση, και όχι παρανοϊκή την άρνηση. Το ένα επίπεδο συμπεριφοράς γίνεται η μάσκα του άλλου. Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί των αφεντικών που καταγράφουν αυτές τις καταστάσεις, συμπεραίνουν: όπως και νάχει τελικά δουλεύουν... οπότε δεν έχουμε λόγο ανησυχίας. Ο υπολογισμός που κάνουν είναι, σε γενικές γραμμές, ο εξής: εφόσον ο κυνισμός παραμένει ατομικός και κρυφός, και εφόσον δεν εξελίσσεται σε κάτι πιο εξωτερικεύσιμο και “επιθετικό”, ο φόβος συνεχίζει να φυλάει αποτελεσματικά τις διαταγές μέσα στις δουλειές.

Το φθινόπωρο του 2004, στην αγγλία, κάποιοι πήραν χαμπάρι (και τα μήντια ανακάλυψαν ένα καινούργιο θέμα) ότι τα blog στα οποία γίνονταν έκθεση ή/και συζήτηση για την κατάσταση σε διάφορες δουλειές (κυρίως του τριτογενή) είχαν γίνει πολλά, με αυξητική τάση. Ο κυνισμός είχε πάρει μια ενεργητική μορφή, όσο ενεργητική μορφή μπορεί να είναι τα ανώνυμα cyberημερολόγια. Αυτό έδωσε σε διάφορους ερευνητές υλικό για πιο συγκεκριμένη έρευνα. Για να απαντήσουν, κυρίως, στο ερώτημα: είναι επικίνδυνο φαινόμενο (σαν καταγραμμένη, συνήθως ειρωνική και συναισθηματική) η δυσφορία των εργατών και η έκφρασή της;
Κατ’ αρχήν ησύχασαν, όχι για λάθος λόγους. Ενώ σαν πρωταρχική αντίδραση ο κυνισμός δικαιούται την θέση του στις πρωτόλειες εργατικές αρνήσεις, η δημόσια και ταυτόχρονα ανώνυμη έκθεσή του (ή/και έκθεση των αιτίων του) μπορεί να ακολουθεί διάφορες και διαφορετικές τροχιές. Για κάποιους είναι μια προσπάθεια ισορροπίας, έτσι ώστε να αντέξουν να υποστούν και την επόμενη και την μεθεπόμενη τα ίδια. Για άλλους είναι η αφετηρία μιας καλύτερης συνειδητοποίησης της κατάστασης, πιο ουσιαστικής ανάλυσής της. Για κάποιους τρίτους είναι η ανακάλυψη και η άσκηση ενός άσχετου με τη δουλειά “ταλέντου”: της γραφής, της καλογραμμένης “ανεκδοτολογίας”. Για κάποιους τέταρτους είναι η δυνατότητα να εντοπίσουν τις υπερβολές των συγκεκριμένων κανόνων εκεί που δουλεύουν, με σκοπό τον εξορθολογισμό και την βελτίωση των υπηρεσιών· κάτι που ενδιαφέρει και τους εργοδότες.
Η blogoσφαιρα του εργασιακού κυνισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα πρώτο βήμα “συλλογικοποίησης”. Έχει και τέτοια λειτουργία, πάντα μέσα στην ανωνυμία, και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση στο κοινωνικό εργοστάσιο: εκείνος ή εκείνη που διαβάζει το σχόλιο της ημέρας και συμφωνεί προσθέτοντας κάτι δικό του / της μπορεί να βρίσκεται όχι απλά σε άλλη δουλειά αλλά και στην άλλη άκρη της επικράτειας. Αλλά αυτή η εικονική “συλλογικοποίηση” έχει πολλές δυνατότητες να λειτουργεί εκτονωτικά, το ίδιο πολλές με το να λειτουργεί υποστηρικτικά / θεραπευτικά σε ατομική κλίμακα. Κι εκεί τελειώνει η εμβέλειά της. Για να “συλλογικοποιηθούν” κάποιοι στην πράξη, όποια πράξη κι αν είναι αυτή, χρειάζεται η φυσική συνάφεια. Γιατί αν το πέρασμα απ’ τον σιωπηλό και ατομικό κυνισμό στη δημόσια έκφρασή του είναι σχετικά εύκολο χάρη στην ανωνυμία του κυβερνοχώρου, το πέρασμα απ’ την ανωνυμία plus την εικονικότητα στην ανταγωνιστική πράξη είναι σαφώς δυσκολότερο. Βάζει υπό ερώτηση ακόμα και την “στρατηγική” επάρκεια του ατομισμού...

 
       

Sarajevo 2020