Sarajevo
 

 

Sarajevo 80 - 1/2014

 

κοινοβουλευτισμός, εξουσία, κράτος (2)

... Δεν κατηγορώ τον κόσμο που έχει σταματήσει να ασχολείται με την πολιτική. Εγώ δεν τα έχω παρατήσει, αλλά γίνεται διαρκώς όλο και πιο δύσκολο να βρω μια σοβαρή εξήγηση για την στάση μου. Όταν ο άξονας εξουσίας κράτους - επιχειρήσεων έχει ξεπεράσει την δημοκρατία και γελοιοποιεί την διαδικασία των εκλογών, όταν το σύστημα πολιτικής χρηματοδότησης εξασφαλίζει ότι τα κόμματα μπορούν να αγοραστούν και πουληθούν, κι όταν τα μέλη των τριών κυριότερων κομμάτων κάθονται και αγναντεύουν τις δημόσιες υπηρεσίες που γίνονται βορά των επιχειρηματιών, τι έχει απομείνει απ’ αυτό το σύστημα που να εμπνέει την συμμετοχή;

Για ποιούς γράφονται αυτά; Μήπως για το “διεφθαρμένο” πολιτικό σύστημα του ελλαδιστάν; Όοοοχι! Γράφονται για κάτι πολύ πιο κυριλέ και υψηλού επιπέδου: για το πολιτικό σύστημα της αγγλίας. [1] Δεν είναι, φυσικά, κάτι καινούργιο· και γι’ αυτό δεν προσφέρεται για “αγανάκτιση”, ούτε καν “δημοσιογραφική αδεία”. Είναι όμως κάτι στο οποίο θα επιμείνουμε, κι όχι για να κάνουμε καταγγελίες.

Πριν 2 μήνες περιγράφαμε το πως η δημοκρατία - των - αντιπροσώπων άρχισε να “αυτομετασχηματίζεται” στην ευρώπη απ’ την δεκαετία του 1980 και μετά, μέσα απ’ τις διαπιστώσεις και τα πορίσματα της τότε “δεξιάς” του κράτους και του κεφάλαιου, και ειδικά μέσα απ’ τις διαπιστώσεις και τα πορίσματα της συντηρητικής / νεοφιλελεύθερης “απάντησης” στην κρίση κυβερνησιμότητας που είχαν προκαλέσει παγκόσμια τα κινήματα και ο ανταγωνισμός τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70. Η νίκη των τόρρις με επικεφαλής / βιτρίνα την Θάτσερ ήταν ήδη η πρώτη ηχηρή εκδήλωση εκείνου που μπορούμε να πούμε “αλλαγή παραδείγματος” στη συγκρότηση και την λειτουργία των θεσμών των δυτικών δημοκρατιών - μέσω - αντιπροσώπευσης· αλλαγή παραδείγματος σε σχέση με το μεταπολεμικό μοντέλο.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, στις αρχές του 1974, η παγκόσμια Trilateral Commision, ένας θεσμός συνάντησης και ανταλλαγής εμπειριών των αφεντικών του τότε αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου (βόρειας αμερικής, δυτικής ευρώπης και ιαπωνίας), είχε παραγγείλει μια έρευνα για την “κρίση της δημοκρατίας” διεθνώς. [2]
Στη σύνοδο της Trilateral που έγινε στο Κιότο στις 30 και στις 31 Μάη του 1975 παρουσιάστηκαν τα συμπεράσματα με τίτλο η κρίση της δημοκρατίας - έκθεση για την κυβερνησιμότητα των δημοκρατιών [3]. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους σοφούς της Trilateral, τέσσερεις ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 οι βασικές “δυσλειτουργίες της δημοκρατίας” διεθνώς:
1: Το κυνήγι των δημοκρατικών αξιών της ισότητας και του ατομισμού έχουν οδηγήσει στη γενική απονομιμοποίηση της εξουσίας και την απώλεια της εμπιστοσύνης προς τις ηγεσίες·
2: Η δημοκρατική επέκταση της πολιτικής συμμετοχής έχει “υπερφορτώσει” τις κυβερνήσεις και η ανισόρροπη επέκταση των κυβερνητικών δραστηριοτήτων έχει εντείνει τις πληθωριστικές τάσεις στην οικονομία·
3: Η εντατικοποίηση του πολιτικού ανταγωνισμού (που είναι βασικός στη δημοκρατία) έχει οδηγήσει σε αποσύνθεση των συμφερόντων και σε διασπάσεις των πολιτικών κομμάτων·
4: Η ανταπόκριση των δημοκρατικών κυβερνήσεων στο εκλογικό σώμα και στις κοινωνικές πιέσεις ενθαρρύνει τον εθνικιστικό τοπικισμό σε σχέση με το πως οι δημοκρατικές κοινωνίες δρουν στις διεθνείς τους σχέσεις.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερα προσπάθεια για να αναγνωρίσει κανείς πίσω από κάθε μια απ’ αυτές τις “δυσλειτουργίες” την εκρηκτική (και αποδιαρθωτική) δράση όχι απλά και αόριστα των “κοινωνικών” αλλά συγκεκριμένα των ταξικών αιτίων εκείνου που τότε τ’ αφεντικά του πλανήτη ονόμαζαν “κρίση κυβερνησιμότητας”. Ειδικά το δεύτερο σημείο του πιο πάνω καταλόγου είναι διαφανές: η “υπερφόρτωση” των κυβερνήσεων αφορά οικονομικές ή/και θεσμικές απαιτήσεις της τότε εργατικής τάξης τέτοιες που, όταν ικανοποιούνταν, “αύξαναν την κυκλοφορία τους χρήματος” και, τελικά, προκαλούσαν πληθωρισμό - σύμφωνα, τουλάχιστον, με τον τρόπο που “ερμήνευαν” τις καταστάσεις οι ειδικοί των αφεντικών [4].

Σε μια συνέντευξή του τον Φεβρουάριο του 1980 ο Klaus Offe (περισσότερα δικά του στο Sarajevo νο 78) κλήθηκε να σχολιάσει την συγκεκριμένη έκθεση (ο τονισμός δικός μας):

Ερώτηση: ... Για να μιλήσουμε καθαρά σε ρωτώ: πως κρίνεις μια διάγνωση όπως αυτή που παρουσίασε τα περασμένα χρόνια η Trilateral, τη θέση δηλαδή ότι η κρίση της δημοκρατίας συνδέεται με την ανεξέλεγκτη αύξηση των αιτημάτων;
Απάντηση: Πρόκειται για μια ιδεολογική διάγνωση που δεν ασχολείται με τα οικονομικά προβλήματα και με τα προβλήματα της αγοράς εργασίας. Έτσι όπως ιδεολογική είναι και η αντίληψη για τα αιτήματα. Πρέπει, τελικά, να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε “διεκδικήσεις” και υπεράσπιση καθαρών και απλών συνθηκών ύπαρξης που, προφανώς δεν αναφέρονται στην άνοδο του επιπέδου της αναπαραγωγής αλλά απλούστατα αντιτίθενται στο γεγονός ότι οι συνθήκες ζωής και εργασίας είναι τόσο ανυπόφορες και ότι η απλή αναπαραγωγή είναι αδύνατη (μόνο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το ένα δέκατο του πληθυσμού, δηλαδή 5 εκατομμύρια άτομα ή είναι ανάπηροι ή έχουν περιορισμένες ικανότητες για εργασία εξαιτίας πληρονομικών ή επίκτητων ασθενειών). Στην περίπτωση αυτή θα επρόκειτο για ένα απλό αίτημα για τη διατήρηση των δυνατοτήτων αναπαραγωγής. Κι όλο αυτό συνδέεται, για παράδειγμα, με την αύξηση της πυκνότητας της κατοικίας, με την αστικοποίηση που παράγει έναν όγκο προβλημάτων που, φυσικά, δεν υπηρετούν την αύξηση της απόλαυσης της ζωής αλλά, απλούστατα, συνιστούν τις προϋποθέσεις για την οικονομική ζωή και για τη δυνατότητα συμμετοχής στην αγοράς της εργασίας και στην κατανάλωση.
Γι’ αυτό είναι ιδεολογία το να λέμε για “αιτήματα”. Φυσικά οι Grozier και Huntington είναι αρκετά λεπτολόγοι ώστε να αποδείξουν πως τα κόμματα δεν είναι κατάλληλα για να είναι συστατικά μεσολάβησης για τη λήψη αποφάσεων που, από το ένα μέρος, να είναι αποδεκτές και, από την άλλη, λειτουργικά κατάλληλες ώστε ν’ ανταποκρίνονται στις επιταγές της συσσώρευσης.
Υπάρχει ένα πολύ σημαντικό κείμενο της αμερικανίδας πολιτειολόγου S. Berger, που αποδεικνύει ότι τα κόμματα της δυτικής Ευρώπης αναπτύσσουν έναν ελαττούμενο ρόλο είτε όσον αφορά την ένταξη των μαζών είτε σε σχέση με τις προγραμματικές διατυπώσεις των πολιτικών αποφάσεων. Όλα μετατοπίζονται προς συντεχνιακούς μηχανισμούς...

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Offe έσφαλε θεωρώντας ότι οι προτεινόμενοι (ή αναγγελόμενοι) προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 μετασχηματισμοί της δημοκρατίας - των - αντιπροσώπων ήταν άσχετοι με τα “προβλήματα της αγοράς εργασίας”. Είχε όμως δίκιο σε δύο άλλα σημεία. Πρώτον, ότι η διευρυμένη κοινωνική αναπαραγωγή της τότε εργατικής τάξης είχε γίνει ήδη “πρόβλημα” για τα αφεντικά· τα οποία του λοιπού θα έπρεπε να βρουν ένα μοντέλο ενιαίας διαχείρισης εκείνου που οι (ιταλοί) αυτόνομοι ονόμασαν κοινωνικό εργοστάσιο. Και δεύτερον, ότι η γενική “τάση” σε ό,τι αφορούσε τις διαδικασίες κοινωνικής “αντιπροσώπευσης στο πολιτικό” (επίπεδο) των θεσμών του καπιταλιστικού κράτους ήταν η στροφή προς τους συντεχνιακούς μηχανισμούς.

 

η διαλεκτική της εξουσίας

Πρέπει να επιμείνουμε εδώ. Σαν αυτόνομοι έχουμε τονίσει ξανά και ξανά (σε βαθμό “εμμονής”...) το γεγονός ότι μια σειρά κρίσιμων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (κάποιες απ’ τις οποίες συνεχίζονται) αρχίζουν να εφευρίσκονται και να εφαρμόζονται απ’ το τέλος της δεκαετίας του ‘70 και μετά, με διαφορετικούς μεν ρυθμούς και ένταση ανά κράτος αλλά παγκόσμια, σαν απάντηση στο μεγάλο κύμα εργατικών και κοινωνικών αρνήσεων. Ριζικές αλλαγές στην οργάνωση της (εκμετάλλευσης της) εργασίας πρώτα και κύρια· συστηματική και καινοτόμα εξάπλωση των καπιταλιστικών προσταγών έξω απ’ τους χωροχρόνους εργασίας· κλπ κλπ.
Το ζήτημα της αναδιοργάνωσης του συστήματος (πολιτικής) διεύθυνσης θα γίνει, απ’ την ίδια ιστορική στιγμή και ύστερα, και για τους ίδιους λόγους, στρατηγικής σημασίας επίσης. Τα αφεντικά στα ‘60s και στα ‘70s βρέθηκαν μπροστά σε μια εναντίον τους παγκόσμια έκρηξη της οποίας η έκταση ξεπερνούσε ακόμα κι εκείνη των εργατικών επαναστάσεων και εξεγέρσεων μετά το τέλος του Α παγκόσμιου πολέμου. Είχε όμως εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.  Και η απάντηση των αφεντικών (ή οι προσπάθειές τους να απαντήσουν) στο επίπεδο του “πολιτεύματος” ήταν επίσης διαφορετική στα ‘70s και στα ‘80s σε σχέση μ’ εκείνην του μεσοπολέμου, όταν πολλές αστικές τάξεις παρέδωσαν τα κλειδιά της πολιτικής εξουσίας στους φασίστες - για να αντιμετωπίσουν δια της βίας τον εργατικό “κομμουνιστικό κίνδυνο”.
Ακριβώς λόγω της ιστορικής (δηλαδή: ταξικής) κρισιμότητας, ο μετασχηματισμός του συστήματος πολιτικής διεύθυνσης στα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, ο μετασχηματισμός των θεσμών της δημοκρατίας - των - αντιπροσώπων δηλαδή, δεν ήταν ευκαιριακό ζήτημα ή πεδίο τακτικών ελιγμών. Οι θεωρητικοί του συντηρητισμού/ νεοφιλελευθερισμού θα εισηγηθούν ένα είδος στρατηγικού “αποπληθωρισμού” των πολιτικών / κυβερνητικών μεσολαβήσεων και άρα “ευθυνών”· κάτω απ’ την σημαία του “λιγότερου κράτους”, που δεν αφορούσε μόνο τους κρατικής ιδιοκτησίας δημόσιους οργανισμούς ή την μεσολάβηση του κράτους στις αντιθέσεις εργατών - αφεντικών, αλλά ευρύτερα την λειτουργία της “πολιτικής δημοκρατίας”: του κοινοβουλίου, των γενικών εκλογών, κλπ.  Παρότι αυτή η αναδιάρθρωση στην πρακτική της είχε εξ’ αρχής και ισχυρούς κατασταλτικούς βραχίονες (η αντιμετώπιση της δίχρονης, το 1984 και το 1985,  απεργίας των ανθρακωρύχων στην αγγλία είναι μια “τομή” με αξία πολύ έξω απ’ τον ίδιο τον αγγλικό καπιταλισμό...) δεν επρόκειτο να εμφανιστεί καθαρά σαν “περιστολή των ελευθεριών”, δηλαδή σαν “δικτατορία”. Μάλλον η άσκηση αυτών των ελευθεριών άρχισε να διοχετεύεται αλλού και να οργανώνεται αλλιώς. Κυρίως στην “αγορά”· και, παράλληλα, σε θεσμούς “εκπροσώπησης” συντεχνιακής φιλοσοφίας και λειτουργίας, τέτοιους που με κατάλληλους χειρισμούς να είναι δυνατόν να αλληλοακυρώνονται ή να αλληλοπεριορίζονται (όταν μεσολαβούν “υπερβολικές” απαιτήσεις).

Ως ένα σημείο το καινούργιο παράδειγμα πολιτικής διεύθυνσης που εισηγήθηκαν οι συντηρητικοί / νεοφιλελεύθεροι και άρχισε να εφαρμόζεται σταδιακά στην ευρώπη απ’ την δεκαετία του ‘80 θα μπορούσε να ονομαστεί “αμερικανισμός”. Είναι ιστορικό χαρακτηριστικό της λευκής αμερικάνικης παράδοσης η απόρριψη της εμπλοκής του κράτους όχι απλά στην ιδιωτική ζωή αλλά και σε οτιδήποτε μπορεί να ρυθμιστεί ιδιωτικά. Φυσικά, στη διάρκεια της Μεγάλης Κρίσης (απ’ το 1929 και μετά), το New Deal θα μπορούσε να θεωρηθεί επίσης, κι όχι άδικα, “αμερικάνικο”. Όπως και η διαμόρφωση βασικών θεσμών (και νομοθεσιών) του μεταπολεμικού “κοινωνικού κράτους”. Όμως ο αντι-κρατισμός, όχι σαν προλεταριακός προσανατολισμός αλλά σαν μικροαστική αντίθεση στις κρατικές παρεμβάσεις στις οικονομικές συναλλαγές, ποτέ δεν πέθανε στις ηπα - και η ιδεολογική παράδοση των λευκών ήταν μεγάλο στήριγμά του ακόμα και τις δεκαετίες της κρατικής πρόνοιας ή/και μεσολάβησης.
“Αντικρατισμός”; Όχι ακριβώς. Το αμερικανικό παράδειγμα είναι ένα μοντέλο απόσπασης πολιτικών προσόδων (ή αποκλεισμών απ’ αυτές), όπως ακριβώς την ανέλυσαν οι ιταλοί αυτόνομοι για την περίπτωση του ιταλικού καπιταλισμού και του πολιτικού του οικοδομήματος. Τα “λόμπι”, οι “ομάδες πίεσης”, οι “ομάδες συμφερόντων” και τα λοιπά παρόμοια, αυτό που έχει ονομαστεί “συντεχνιασμός” (ή κορπορατιβισμός), είναι (και ήταν και στα ‘70s) δοκιμασμένα εργαλεία στην (αμερικανική) τεχνολογία της διακυβέρνησης.
Συνεπώς, όταν, σαν απάντηση στην παγκόσμια κρίση κυβερνησιμότητας, άρχισε να τίθεται το ζήτημα του “αποπληθωρισμού” των αιτημάτων - προς - την - εκάστοτε - κυβέρνηση, κι όταν άρχισαν να αναπτύσσονται οι παρα-κοινοβουλευτικοί θεσμοί μεσολάβησης ή αποκλεισμού και να σχηματίζεται το τεχνογραφειοκρατικό παρα-πολιτικό στρώμα των “ειδικών”, υπήρχε ήδη μια τουλάχιστον περίπτωση, εκείνη των ηπα, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί. Στη θέση του “μεγάλου κράτους / εγγυητή”, του “κοινοβουλίου αποδέκτη των απαιτήσεων των πάντων”, των “μεγάλων συνδικάτων” και των “μεγάλων κομμάτων”, που το καθένα χωριστά και όλα μαζί αποδεικνύονταν δυσλειτουργικά ή και ξεπερασμένα, θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να αφεθεί ή και να δημιουργηθεί ο χώρος για τον κατακερματισμό, για την “μη εγγύηση”, για την ειδικευμένη τεχνογραφειοκρατική μεσολάβηση (ή αναστολή), με δυο λόγια για μια μικρο-πολιτική άρθρωσης (των κοινωνικών απαιτήσεων) στον κεντρικό ιστό του κράτους· μια μικρο-φυσική (για να δανειστούμε έναν όρο του Φουκώ) διαγκωνισμού για οφέλη απ’ τις κυβερνητικές αποφάσεις η οποία να μοιάζει (ή και να είναι) έκφραση της πολιτικής - σαν - “αγοράς”.

Το ενδιαφέρον σ’ αυτό το σημείο είναι ότι ένας τέτοιος μετασχηματισμός ταίριαζε πράγματι σε ορισμένα βασικά δεδομένα της τελευταίας φάσης της ανταρσίας των ‘70s. Ταίριαζε στον πολυ-υποκειμενισμό των αρνήσεων και των απαιτήσεων των “απο κάτω”. Ταίριαζε επίσης στο ξεπέρασμα της σύνθεσης των επιμέρους μέσα σε μια γενική αντίθεση όπως αυτή ιστορικά είχε εκδηλωθεί σαν αντίθεση των εργατών προς το κεφάλαιο. [5] Ο νεοφιλελεύθερος μετασχηματισμός της δημοκρατίας - των - αντιπροσώπων και, ευρύτερα, των τεχνικών διακυβέρνησης, δεν ήταν ασυνεπής προς την ιστορική συγκυρία! Δεν ήταν καθόλου ασυνεπής μ’ αυτό το “κοινωνικό ήθος” που στην ωριμότητά του, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, περιγράφτηκε σαν “όλοι εναντίον όλων”· την πηγή της κοινωνικής αποθέωσης του ατομισμού. Γι’ αυτό και δεν συνάντησε ιδιαίτερα εμπόδια, ειδικά σε εκείνους τους (πρωτοκοσμικούς) κοινωνικούς σχηματισμούς στους οποίους μεγάλα τμήματα του πληθυσμού (και όχι μόνο των εργατικών τάξεων) είχαν ιστορικά “αμφίθυμη” στάση απέναντι στο κράτος. Απ’ την άλλη ο ουσιαστικός (αν και όχι και ο τυπικός) περιορισμός της ακτίνας δράσης της δημοκρατίας - των - αντιπροσώπων ήταν βάλσαμο στις πληγές των αφεντικών κάθε είδους: μακριά απ’ την (υποτιθέμενη) εξονυχιστική λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, πολλά θαύματα θα μπορούσαν να γίνουν. Και, φυσικά, άρχισαν να γίνονται.

Θα μπορούσαμε να το πούμε διαφορετικά. Από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό προλετάριο· απ’ το βιομηχανικό εργοστάσιο στο κοινωνικό εργοστάσιο· απ’ την τυπική υπαγωγή στο κεφάλαιο στην πραγματική υπαγωγή στο κεφάλαιο: αυτοί οι μετασχηματισμοί ξετυλίγονται με θυελλώδη και συγκρουσιακό τρόπο για μια σύντομη ιστορική περίοδο. Ένα μοντέλο (καπιταλιστικής) οργάνωσης και εκμετάλλευσης της εργασίας, πραγματοποίησης της υπεραξίας, ελέγχου επί της κοινωνίας ξεπερνιέται· ένα καινούργιο αρχίζει να δημιουργείται. Είτε δέχεται κανείς ότι οι τεχνικές της “μεγάλης” εξουσίας είναι “εποικοδόμημα” των σχέσεων παραγωγής είτε όχι, θα μπορούσαν αυτές να μείνουν απαράλλαχτες; Η απάντηση είναι ότι ακόμα κι αν με μια πρόχειρη ματιά φαίνονταν ίδιες, όχι, δεν θα μπορούσαν να είναι πραγματικά ίδιες το 1985 όπως το 1950. Δεν ήταν κάποια μυστηριώδης “ανάπτυξη” αλλά ο ανανεωμένος ταξικός ανταγωνισμός που άλλαζε ξανά τον κόσμο.
Τον άλλαζε - αλλά μ’ έναν τρόπο που διέφευγε της πλήρους συνείδησης και στις δύο μεριές του ταξικού ανταγωνισμού. Η ανανεωμένη αυτοπεποίθηση του “κοινωνικού” στα ‘60s και ‘70s όπως αυτή είχε εκδηλωθεί όχι μόνο στα εργοστάσια (με τις άγριες απεργίες, τις καταλήψεις, τις οδομαχίες με την αστυνομία) αλλά και σε πλήθος αρθρώσεων των κοινωνικών σχέσεων (απ’ τον φεμινισμό ως την black power και απ’ τις οργανώσεις των ανέργων ως την rock μουσική και τις νεανικές υποκουλτούρες) υπονόμευε, έτσι κι αλλιώς, το καθεστώς γενικής αντιπροσώπευσης / μεσολάβησης της παραδοσιακής δημοκρατίας - των - αντιπροσώπων. Οι ad hoc διεκδικητικές, μαχητικές συνομαδώσεις “συγγένειας” (στη βάση κάποιου ιδιαίτερου σκοπού ή συμφέροντος) διέλυαν τις μακρο-σειρές (κοινωνικών) ταυτοτήτων που ήταν συνώνυμες όχι μόνο του φορντισμού και του κράτους πρόνοιας αλλά του συνολικότερου παρελθόντος των αστικών κοινωνιών. Ένα κάποιο πνεύμα “συντεχνιασμού” (συχνά ρευστού) θα μπορούσε να είναι διακριτό ήδη απ’ την δεκαετία του ‘70 σ’ όσους / όσες ανέλυαν τα κινήματα απ’ τα μέσα.
Απ’ την μεριά εκείνου που θα μπορούσε να ονομαστεί “καπιταλιστική νομιμότητα” η πρόκληση αυτού του “πολυ-υποκειμενισμού” ήταν αρχικά ένας οδυνηρός γρίφος· όχι, όμως, για καιρό. Το βαρύ μοντέλο της “γενικής αντιπροσώπευσης” αποδεικνυόταν (τουλάχιστον) δυσλειτουργικό· και σε κάθε περίπτωση δαπανηρό. Όχι όμως και η φιλοσοφία της “αγοράς”, στην οποία άτομα και μικρότερα ή μεγαλύτερα σύνολα ατόμων δεν έχουν λόγο (ούτε βρίσκονται δίπλα ή απέναντι) υποχρεωτικά μέσω εκπροσώπων, έμμεσα δηλαδή, αλλά άμεσα. Η “δημοκρατία”, που άπλωνε επικίνδυνα, σχεδόν χαοτικά, στη βάση των κοινωνικών σχέσεων, δεν μπορούσε να κηρυχτεί ξανά περιττή: κάτι τέτοιο θα συγκέντρωνε την ενωμένη μαχητική κατακραυγή όλων των διάχυτων αρνήσεων. Θα μπορούσε ωστόσο να ανακηρυχτεί σαν το “φυσικό χαρακτηριστικό” της αγοράς· και, σε ότι αφορούσε την πολιτική (: κυβερνητική) διάστασή της, μια διευθύνουσα μάλλον παρά περιεκτική αρχή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών.

Η επαναθεμελιώση του επιθυμητού στο παρελθόν (του 19ου αιώνα σίγουρα) ολιγαρχικού “νοήματος” της δημοκρατίας - των - εκπροσώπων άρχισε, έτσι, απ’ την δεκαετία του 1980 παράλληλα με την διαρκή επέκταση των μεσολαβήσεων της αγοράς· των μεσολαβήσεων του χρήματος. [6] Συνοδευόμενη (αυτή η μετασχηματιζόμενη δημοκρατία) όχι μόνο απ’ την ενίσχυση των κατασταλτικών βραχιόνων της, αλλά και απ’ την διάχυση του κορπορατιβισμού, τόσο σε σχέση με τους εργάτες όσο και σε σχέση με κάθε άλλο διεκδικητικό υποκείμενο. Το στελεχικό προσωπικό των κομμάτων μπορούσε τώρα να απολαύσει ευκολότερα (αν και όχι ανοικτά) τα συντεχνιακά του συμφέροντα. Και, δεν χρειάζεται να το θυμήσουμε: ο κορπορατιβισμός, σαν αγοραίοι συσχετισμοί δύναμης, είχε στην υψηλότατη κορυφή του εκείνους που κατείχαν τη δύναμη του χρήματος.
Η πλέον πανηγυρική απόδειξη της μεγάλης κλίμακας αποδοχής αυτού του νέου “συντεχνιακού” πνεύματος της δημοκρατίας (όπου δεν υπάρχουν, ή δεν υπάρχουν μόνο καθολικές αρχές αλλά, επίσης, υπάρχουν ειδικά, ιδιαίτερα προνόμια όσων, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καταφέρνουν να προσδεθούν στις κρατικές ή τις παρακρατικές δομές εξουσίας· και ανάλογα πάντα με το “σημείο πρόσφυσης” κάθε ομάδας συμφερόντων) προήλθε απ’ την καρδιά του ταξικού, αντιεργατικού μετώπου που (μαζί με πολλά άλλα) έπρεπε να υπηρετήσει ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας - των αντιπροσώπων: απ’ την πολιτική απαγόρευση όλο και μεγαλύτερου αριθμού μεταναστών εργατών και εργατριών.
Αντιμεταναστευτικοί νόμοι, που στόχευαν διάφορες εθνικότητες εργατών, μπήκαν σε ισχύ ήδη απ’ το προηγούμενο κύμα καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ειδικά στις ηπα - που ήταν προορισμός εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά η “νίκη της δημοκρατίας πάνω στο φασισμό” στον Β παγκόσμιο πόλεμο επέβαλλε την άμβλυνση έως και την κατάργηση των πλέον εξόφθαλμα ρατιστικών απ’ αυτούς. Επίσημα ή ανεπίσημα (: γραφειοκρατικά) απ’ την δεκαετία του ‘70 και μετά, υπό τις προδιαγραφές μιας ακόμα εντονότερης και συστηματικότερης (απ’ ότι ως τότε) διαστρωμάτωσης των εργατών, οι καινούργιοι μετανάστες και μετανάστριες στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, άρχισαν να “χάνουν” εν μέρει ή συνολικά τα πολιτικά τους δικαίωματα. Απαγορεύονταν, όχι για να μην υπάρχουν καν και καν, αλλά για να υπάρχουν σ’ έναν “αποκάτω κόσμο” χωρίς νομική υπόσταση, με την προστασία μόνο των κοινοτήτων τους· ή των συμμοριών τους. Για την λευκή εργατική τάξη (τμήματα της οποίας είχαν κατα καιρούς ισχυρές ρατσιστικές απόψεις) η ύπαρξη αυτού του “αποκάτω κόσμου” ήταν απόδειξη όχι μόνο της φυλετικής αλλά και της πολιτικής της ανωτερότητας. Πράγμα που σήμαινε ότι βολευόταν αναγνωρίζοντας στον εαυτό της κάποια ειδική σχέση / πρόσφυση στο κράτος (και στους θεσμούς αντιπροσώπευσης) που θα μπορούσε να ονομαστεί “η συντεχνία του εθνικά σωστού πιστοποιητικού γέννησης”. Φυσικά πάνω σ’ αυτήν την μεγάλη “εθνική συντεχνία” και μέσω της αφομοίωσης του αποκλεισμού (των άλλων...) μπορούσε να ανθήσει κάθε άλλη, επιμέρους. Έτσι ο στρατηγικά εξισωτικός προσανατολισμός του εργατικού ανταγωνισμού στα ‘60s και στα ‘70s αντιστράφηκε· όχι απότομα, αλλά συστηματικά και αποτελεσματικά για τις επόμενες δεκαετίες. 

Sarajevo 80 - 1/2014

Είπαμε ήδη ότι αυτός ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας - των - αντιπροσώπων, απ’ τα ‘80s και μετά (με διαφορετικές ταχύτητες και εντάσεις αλλά σταθερή τάση και προσανατολισμό) ήταν συνεπής με την ιστορία του καπιταλιστικού κόσμου. Οι δυτικές δημοκρατίες, που ήταν τέτοιες πάντα υπό συγκεκριμένους όρους, έγιναν σταθερά πιο ολιγαρχικές και πιο προσοδικές· αν και το πιο φανερό χαρακτηριστικό τους ήταν η διόγκωση ενός στρώματος “μη εκλεγμένης τεχνογραφειοκρατίας” που πλαισιώνει υποτίθεται την διακυβέρνηση. Και επειδή η μοναδική τέχνη της διακυβέρνησης είναι αυτή της διαχείρισης των συσχετισμών δύναμης και της ικανοποίησης (όχι πάντα φανερής) των πιο ισχυρών συμφερόντων, οι δυτικές κυβερνήσεις έγιναν σταδιακά όλο και πιο διαφανείς ηγεμονίες του κεφάλαιου· ή κάποιων φραξιών του. Μόνο που, αντίθετα με την ηθικολογία που καλλιεργεί η αυτονομιμοποίηση αυτών των “δημοκρατιών”, το ζήτημα δεν είναι τα “πρόσωπα”, οι ατομικές βιτρίνες που διακοσμούν τα κοινοβούλια, οι προσωπικές τους ροπές, οι αδυναμίες ή οι “εξαρτήσεις” τους. Όταν τα αφεντικά κινδύνεψαν να χάσουν την πραγματική τους εξουσία, αυτήν που βρίσκεται πάντα στο κοινωνικό πεδίο, έκαναν το καθετί να οχυρωθούν και εκεί, και παντού. Στο “κυβερνητικό επίπεδο” τα πράγματα είναι εύκολα: υπάρχει ένας δυνατός στρατός παρα-κοινοβουλευτικών μορφωμάτων που μπορεί, όταν πρέπει, να φέρνει κάθε κοινοβουλευτικό άνδρα και γυναίκα ενώπιον των “ευθυνών” του· ή να τον σπρώχνει στην άκρη, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Σ’ αυτό το επίπεδο τα πράγματα είναι εύκολα όταν στην κοινωνική βάση δεν υπάρχουν δομικές απειλές.
Να ένα πολύ πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα: [7]

Τίτλος: οι λομπιστές είχαν σημαντικό ρόλο στον σχηματισμό της γερμανικής κυβέρνησης συνασπισμού.
Ρεπορτάζ: Καθώς η σκόνη κατακάθεται στο Βερολίνο, μια ομάδα είναι ο αναμφισβήτητος νικητής στην απόφαση σχηματισμού συμμαχικής κυβέρνησης: οι γερμανοί λομπίστες. Όταν πρόκειται για την διαμόρφωση της πολιτικής, τα επιχειρηματικά συμφέροντα επιδιώκουν ακόμα μεγαλύτερη επιρροή στις εθνικές αποφάσεις.
...
Αν και υπάρχουν από 5.000 έως 6.000 λομπίστες στη γερμανική πρωτεύουσα, δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για το ποιές ομάδες απ’ αυτούς ασκούν επιρροή που, ή για τα ποσά χρημάτων που χρησιμοποιούνται. Διαφέροντας από πολλές άλλες χώρες της ε.ε., η γερμανία δεν έχει μητρώο για τους λομπίστες, και είναι η μόνη χώρα των g-20, μαζί με την ιαπωνία, που δεν έχει υπογράψει την σύμβαση του οηε κατά της κοινοβουλευτικής διαφθοράς.

Τις τελευταίες εβδομάδες, τα προσχέδια των θέσεων των δύο κομμάτων έφταναν στα e-mails των βουλευτών του Βερολίνου, και ύστερα διοχετεύονταν στους λομπίστες που δουλεύουν για σημαντικές επιχειρήσεις και άλλα ειδικά συμφέροντα. Οι λομπίστες, με τη σειρά τους, χρησιμοποιούσαν τα smartphones τους, και τους λογαριασμούς τους στο facebook και το twitter για να μεταφέρουν τις γνώμες τους, και έτσι άφησαν τα δικά τους σημάδια στα ντοκουμέντα της κυβερνητικής συνεργασίας μεταξύ του κεντροαριστερού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και των συντηρητικών.
Οι λομπίστες των καταθετών, για παράδειγμα, κατάφεραν να προστεθεί μια αθώα πρόταση στην συμφωνία, που φαίνεται κοινότυπη, αλλά θα είναι ένα σημαντικό στήριγμα εναντίον οποιαδήποτε μελλοντικής μεταρρύθμισης του τραπεζικού συστήματος: "θα υποστηρίξουμε σταθερά το τριπολικό γερμανικό τραπεζικό σύστημα και θα λάβουμε υπ’ όψη τα χαρακτηριστικά του” λέει το τελικό κείμενο της συμφωνίας σ’ αυτό το θέμα.
Το απόσπασμα που αφορά την γερμανική κρατική σιδηροδρομική εταιρεία deutsche bahn, στο τομέα της διακομματικής συμφωνίας για τις μεταφορές, είναι σαν να γράφτηκε απ’ την ίδια την εταιρεία. Απ’ την μια “ο όμιλος DB AG”  θα διατηρηθεί, όπως επιθυμεί η deutsche bahn· και απ’ την άλλη οι συντηρητικοί και το spd δηλώνουν ότι θα παρακολουθήσουν με προσοχή τις εξελίξεις στον πρόφατα απορρυθμισμένο τομέα των μεταφορών μεγάλων αποστάσεων με λεωφορεία, που είναι ανταγωνιστής της deutsche bahn.
Η ομάδα εργασίας η αρμόδια για τα ζητήματα των γυναικών, αισθάνθηκε επίσης την πίεση των λομπιστών. Στο τελικό κείμενο, τα κόμματα συμφωνούσαν να προωθούν ίδιους αριθμούς ανδρών και γυναικών στις ομάδες διαπραγμάτευσης των συλλογικών συμβάσεων. Τρεις ημέρες μετά, οι επικεφαλής της συγκεκριμένης ομάδας εργασίας, η Annette Widmann-Maus του cdu και η Manuela Schwesig του spd, έλαβαν ένα μήνυμα απ’ τον Berthold Huber, απερχόμενο επικεφαλής του συνδικάτου της ig-metall. Μετά απ’ τις αρχικές ευγένειες, ο Huber ερχόταν στο θέμα του, γράφοντας ότι “εκνευρίστηκε” με τα σχέδια της ομάδας. “Θεωρούμε την σύνθεση των εκπροσώπων μας εσωτερικό θέμα της ig-metall, και τμήμα των συνδικαλιστικών ελευθεριών” τόνισε.
Η πλευρά των εργοδοτών δεν χρειάστηκε να στείλει οποιοδήποτε γράμμα. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του cdu Michael Fucks, άλλοτε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ομοσπονδίας γερμανών εργοδοτών, κάλεσε τους πρώην συναδέλφους τους σε συνεργασία επί του θέματος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το θέμα της ποσόστωσης στις αντιπροσωπείες διαπραγμάτευσης των συλλογικών συμβάσεων αποσύρθηκε απ’ την συμφωνία της κυβέρνησης συνασπισμού.

Οι ενεργειακές βιομηχανίες ήταν ιδιαίτερα δραστήριες. Υπήρχε ένα θέμα ζωής και θανάτου για τις μεγάλες ενεργειακές επιχειρήσεις στις διαπραγματεύσεις των δύο κομμάτων. Η RWE, που έχει έδρα στο Essen, δημιούργησε επί τούτου ένα στρατηγείο, όπου έφταναν όλες οι πληροφορίες απ’ τους κομματικούς διαπραγματευτές, αναλύονταν και σχολιάζονταν απ’ τους ειδικούς της.
Όταν, για παράδειγμα, διαπίστωσαν ότι τα πρώτα σχέδια συμφωνίας των δύο κομμάτων δεν ανέφεραν οτιοδήποτε για τις κυβερνητικές ενισχύσεις στα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια, οι ενεργειακές εταιρείες κινητοποίησαν όλους τους διαθέσιμους λομπίστες, και τους ηγέτες των συνδικάτων, καλώντας τους να επέμβουν. Οι ηλεκτρικές εταιρείες συγκέντρωσαν επίσης τα πυρά τους στα σχέδια των δύο κομμάτων να αυξήσουν την φορολόγηση των πυρηνικών μονάδων και να αναγκάσουν αυτές τις επιχειρήσεις να συνεισφέρουν σ’ ένα ταμείο για την διάλυση των πυρηνικών εργοστασίων που θα κλείσουν. Οι προσπάθειές τους ήταν πετυχημένες, και τα σχετικά σχέδια πετάχτηκαν στα σκουπίδια.
...

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς αναρχικός για να καταλάβει ότι όχι μόνο οι κυβερνήσεις αλλά (και) τα κοινοβούλια συνολικά, μ’ όλη την γκάμα των δεξιών και αριστερών τάσεών τους, είναι εργαλεία των αφεντικών. Ωστόσο στο πιο πάνω παράδειγμα δεν υπάρχουν μόνο εταιρείες, επιχειρήσεις, εργοδότες. Υπάρχουν επίσης το λόμπι των καταθετών (στις τράπεζες) και ένα πολύ μεγάλο συνδικάτο. Τέτοιες “παρα-κοινοβουλευτικές” δομές μεσολάβησης, που αφορούν το “κοινωνικό”, συνήθως δεν περιλαμβάνονται στα “εργαλεία των αφεντικών”. Κι ωστόσο υπάρχουν. Κάνοντας πιο σύνθετη και όχι απλοϊκά γραμμική την σχέση μεταξύ “κυβερνησιμότητας” και καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Πριν 2 μήνες ξεκινήσαμε αυτή τη μικρή σειρά κειμένων με το ερώτημα εάν ένα αμιγώς εργατικό αίτημα μπορεί να ρίξει μια κυβέρνηση. Έως εδώ έχουμε θεμελειώσει ιστορικά το γεγονός ότι οι “κυβερνήσεις” δεν ταυτίζονται με την πραγματική εξουσία (την “μεγάλη εξουσία” αν προτιμάτε) στον καπιταλιστικό κόσμο, και ότι - αντίθετα - αποτελούν έναν κόμβο, εντυπωσιακό και θορυβώδη αλλά μόνο έναν, σε ένα κυβερνοσύμπλεγμα που συγκροτείται επίσημα και μεθοδικά από πλήθος μορφώματα - έκφρασης - και - διεκδίκησης - συμφερόντων, όχι μόνο επιχειρηματικών με την στενή έννοια.
Η αναμενόμενη συνέχεια θα ήταν να παρατήσουμε τα βαρετά περί κυβερνήσεων, και να ξεφύγουμε προς το υπερπέραν της “ανατροπής του καπιταλισμού”! Στα μέρη μας τέτοιες τρελές πτήσεις είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Κι ωστόσο θα παραμείνουμε στο αρχικό ερώτημα: εάν οι κυβερνήσεις (και τα κοινοβούλια, και οι “πολιτικοί” θεσμοί μεσολάβησης και εκπροσώπησης) είναι μόνο ένας κόμβος στο πλέγμα των εξουσιών, μπορεί ένα αμιγώς εργατικό αίτημα να ρίξει μια κυβέρνηση; Κι αν η απάντηση είναι “ναι” (κάτι που μένει να δούμε) τι και πως θα είχε αξία (από την άποψη των εργατικών συμφερόντων) σε κάτι τέτοιο;
Θα καταλήξουμε σ’ αυτά στη συνέχεια, αφού προηγουμένως κάνουμε (στην επόμενη αναφορά της σειράς) ένα υποχρεωτικό πέρασμα απ’ την “ελληνική περίπτωση”· επιπλέον, την ελληνική εκδοχή “κυβερνησιμότητας” στα τρία τελευταία χρόνια διαχείρισης της κρίσης.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - It’s business that really rules us now, George Mobiot, the Guardian, 11 Νοέμβρη 2013.
[ επιστροφή ]

2 - Ορισμένα χρήσιμα στοιχεία για την Trilateral Commision και, ειδικά, για τον τρόπο που στις διαγνώσεις και στις προτροπές της την δεκαετία του ‘70 αντανακλώνται οι προσπάθειες των αφεντικών να αντιμετωπίσουν την τότε γενική εξέγερση των εργατών, υπάρχουν στις κόκκινες σελίδες τεύχος 4.
[ επιστροφή ]

3 - Την έκθεση συνέταξαν και υπέγραψαν 3 “ονόματα”, ένα για κάθε ήπειρο: ο (γάλλος) Michel J. Crozier για την δυτική ευρώπη, ο τότε όχι ιδιαίτερα γνωστός διεθνώς (αμερικάνος) Samuel P. Huntington για την βόρεια αμερική, και ο Joji Watanuki για την ιαπωνία. Πρέπει εδώ να πούμε μερικές κουβέντες παραπάνω. Διευθυντής της Trilateral Commision από το 1973 ως το 1976 ήταν ο Zbigniew Brzezinski, ήδη “εξαιρετικά γνωστός ειδικός” του αμερικανικού κράτους· μάλιστα ο Brzezinski ήταν μαζί με τον David Rockfeller οι ιδρυτές της Trilateral. Συνεπώς δεν μιλάμε ούτε για κάποια συνωμοσία, ούτε όμως για κάτι “δευτερεύον” (στην φαρέτρα των τότε αφεντικών) που μπορεί να υποτιμηθεί αβίαστα. Ο Brzezinski είχε ουσιαστική συμμετοχή στην οργάνωση της έρευνας για την κρίση κυβερνησιμότητας των δυτικών δημοκρατιών, συνεπώς αυτός (και άλλοι) είχαν σοβαρές ανησυχίες επί του θέματος ήδη από το 1973, αν όχι νωρίτερα.
Για λόγους που αγνοούμε (αλλά η συγκεκριμένη άγνοιά μας δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ) την “γέννηση” του όρου κρίση κυβερνησιμότητας διάφοροι διανοούμενοι της αριστεράς την αποδίδουν στον Μισέλ Φουκώ, και στις διαλέξεις του το 1977 και το 1978 στο Collège de France. Δεν μας ενδιαφέρει η “πνευματική ιδιοκτησία” των ορισμών και των λέξεων αλλά κάτι διαφορετικό. Σε διάφορους κύκλους διανοούμενων μια σειρά όρων που εισήγαγε ο Φουκώ κτίζοντάς τους πάνω στην “κρίση κυβερνησιμότητας” όπως την ανέλυσε αυτός (όροι όπως “βιοπολιτική”, “γνώση/εξουσία” κλπ) απέκτησαν κατά καιρούς υπερβατική λάμψη και σχεδόν μαγική αίγλη· ενόσω μια εντελώς διαφορετική γραμμή, όχι απλά ανάλυσης αλλά και πραγματιστικής δράσης, πάνω ακριβώς στην “κρίση κυβερνησιμότητας” της περιόδου (χοντρικά) 1965 - 1975 όπως την καταλάβαιναν τα αφεντικά και οι δικοί τους ειδικοί, βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Φουκώ σωστά εστίασε στην νεοφιλελεύθερη πλημμυρίδα που διέκρινε ήδη στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 σαν τον άξονα περιστροφής της “καινούργιας κυβερνησιμότητας”. Ωστόσο για λόγους που δεν είναι του παρόντος να παρουσιάσουμε, ο Φουκώ δεν μπορούσε (και ίσως δεν ήθελε καν) να αναλύσει είτε την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού είτε τον μετασχηματισμό των δυτικών δημοκρατιών με κριτήρια ταξικού ανταγωνισμού· και μάλιστα εκείνου του ανταγωνισμού που είχε μόλις προηγηθεί και βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη στα ‘70s.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι αναπτύχθηκε απ’ τα ‘80s - ‘90s και μετά μια ολόκληρη φιλολογία υποτιθέμενης ερμηνείας των εξελίξεων του καπιταλιστικού κόσμου, στολισμένη με εντυπωσιακές καινούργιες λεξούλες και έννοιες, απογειωμένη ωστόσο εντελώς σε σχέση με την πραγματική (ταξική) διαλεκτική των σχέσεων εξουσίας στον μεταβιομηχανικό καπιταλισμό, και - κυρίως - την διαρκή κρίση / αναδιάρθρωσή του. Ήταν μια φιλολογία που αποδείχθηκε απόλυτα ανίκανη να προβλέψει οτιδήποτε σχετικό με την τωρινή φάση της κρίσης. Και φυσικά, εκτός από το να κτιστούν διάφορες καριέρες επάνω της, αυτή η φιλολογία ήταν άχρηστη ή και αποπροσανατολιστική: δεν μπόρεσε ούτε μισή αντικαπιταλιστική πέτρα να πετάξει εύστοχα.
Αξίζει λοιπόν, και όχι απλά για “ιστορικούς λόγους”, να θυμίσουμε τι ενδιέφερε τους καλύτερους ειδικούς των αφεντικών το 1974 και το 1975, πάντα σε σχέση με την κρίση κυβερνησιμότητας (που την ζούσαν απειλητικά!) οι κύριοι του καπιταλισμού, όπως αντανακλάται στα περιεχόμενα της έκθεσης της Trillateral του 1975. Ενδεικτικά (τίτλοι κεφαλαίων της έκθεσης):

- Η αύξηση της κοινωνικής διάδρασης·
- Οι συνέπειες της οικονομικής ανάπτυξης·
- Η κατάρρευση των παραδοσιακών θεσμών·
- Η άνοδος του κόσμου της διανόησης·
- Τα μαζικά μέσα επικοινωνίας·
- Η δομή των αξιών και το πρόβλημα του ορθολογισμού·
- Οι βασικές πολιτικές πεποιθήσεις·
- Οι συνέπειες των κοινωνικών, οικονομικών και πολιστικών αλλαγών πάνω στις αρχές του ορθολογισμού και στις βασικές πολιτικές πεποιθήσεις.

Έχει οπωσδήποτε ενδιαφέρον το τι εντόπιζαν κάτω από τέτοιες θεματικές ενότητες αυτοί οι ειδικοί τότε. Αλλά αξίζει επίσης να τονιστεί το προς τα που κοιτούσαν ήδη. Όχι για να “χαζέψουν” αλλά για να δράσουν...
[ επιστροφή ]

4 - Έχει την σημασία του το γεγονός ότι ο πληθωρισμός χρεώνεται στις μισθολογικές αυξήσεις και όχι οι μισθολογικές αυξήσεις στον πληθωρισμό... Όπως, επίσης, και το γεγονός ότι για τις “πληθωριστικές τάσεις” το 1974 και το 1975 δεν ενοχοποιείται αποκλειστικά, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη έκθεση, η τότε απότομη αύξηση στις τιμές του πετρελαίου, μετά το εμπάργκο των πετρελαιοπαραγωγών κρατών της αραβικής χερσονήσου το 1973... Αλλά η “υπερφόρτωση” των κυβερνήσεων λόγω της ... πολλής δημοκρατίας.
[ επιστροφή ]

5 - Περισσότερα επ’ αυτού στις κόκκινες σελίδες τεύχος 1.
[ επιστροφή ]

6 - Ο Luciano Canfora, στο Δημοκρατία, η ιστορία μιας ιδεολογίας (ιταλική έκδοση 2004, ελληνική 2009, εκδ. μεταίχμιο) θυμίζει κάτι ενδιαφέρον, και όχι μόνο από ιστοριογραφική άποψη:

Στη χαραυγή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην Ευρώπη, υψώθηκαν δύο σημαντικές φωνές που αμφισβητούσαν έντονα την έννοια και την αξία της. Η πρώτη, πολύ γνωστή, η οποία έχει επισύρει κάθε είδους ψόγο - για αφέλεια, ιστορική παραπληροφόρηση, έμφυτη ροπή προς τον "ολοκληρωτισμό" κλπ - είναι του Jean Jacques Rousseau στο κεφάλαιο XV του τρίτου βιβλίου του Contrat social (1762). Η θέση του είναι ... ότι η "κυ-
ριαρχία δεν μπορεί να αντιπροσωπευτεί για τον ίδιο λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί". Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι στα γαλλικά representation σημαίνει ταυτόχρονα "αντιπροσωπεία" (η πολιτική αντιπροσωπεία, οι εκλεγέντες) και "αντιπροσώπευση". Η κυριαρχία (κατά τον Rousseau) συνίσταται στη "γενική βούληση, και η γενική βούληση δεν αντιπροσωπεύεται". Εξού και η περίφημη υποτιμητική θεώρηση του αντιπροσωπευτικού συστήματος που ίσχυε στην Αγγλία επί πολλές δεκαετίες: "Ο αγγλικός λαός θεωρεί πως είναι ελεύθερος· σφάλλει χοντροειδώς· ελεύθερος είναι μονάχα όσο διαρκεί η εκλογή των μελών του Κοινοβουλίου· μόλις αυτά εκλεγούν, περιέρχεται αμέσως σε δουλεία, είναι ένα τίποτα. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί την ελευθερία του κατά τις σύντομες αυτές περιόδους τον καθιστά καθ' όλα άξιο να την χάσει".
... Εκπλήσσει το γεγονός ότι [ο Rousseau] δεν ενδιαφέρεται τόσο να αναδείξει τα αυστηρά όρια που το "ελεύθερο" αγγλικό σύστημα έθετε στην αντιπροσώπευση, δηλαδή το
εκλογικό σύστημα για την ανάδειξη των μελών της Βουλής των Κοινοτήτων· είναι η αντιπροσώπευση αυτή καθεαυτήν που αμφισβητείται. Μοιάζει με παράδοξη ακρότητα, αλλά αναδεικνύει με διορατικότητα ένα από τα καταστρεπτικά αποτελέσματα του αντιπροσωπευτικού συστήματος: τη μετάλλαξη - όπως λέμε σήμερα - των εκλεγμένων αντιπροσώπων σε "πολιτική τάξη" (από όπου κι αν προέρχονται), την ουσιαστική τους απομάκρυνση από τα συγκεκριμένα συμφέροντα όσων τους όρισαν αντιπροσώπους τους, το ότι λειτουργούν σε κρισιμες στιγμές ως χωριστό και αυτοαναφορικό σώμα...

[ επιστροφή ]

7 - Ηλεκτρονική έκδοση του γερμανικού spiegel, 4/12/2013.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2019