Sarajevo
 

 

Sarajevo 79 - 12/2013
Το μοντέλο του Gabel (1905), με την μανιβέλα στο κέντρο και την κόρνα πάνω αριστερά

Sarajevo 79 - 12/2013
Η μινιατούρα μοντέλο “71” του Wurlitzer (1940)

Sarajevo 79 - 12/2013
Το εντυπωσιακό "850” του Wurlitzer (1941)

Sarajevo 79 - 12/2013
Το “Victory” του Wurlitzer (1943)

Sarajevo 79 - 12/2013
Το “780” του Wurlitzer (1941)

Sarajevo 79 - 12/2013
Το “Chantal" της εταιρείας Deriaz (1959)

Sarajevo 79 - 12/2013
Ένα εντυπωσιακό μοντέλο, που μιμείται σχεδιαστικά σύγχρονα ηχεία, σχεδιασμένο απ’ τον Boekenkamp (1998)

 

μια μηχανή για τη μουσική
(σύντομη ιστορία του jukebox)

Sarajevo 79 - 12/2013

Ήταν η (τότε) Μεγάλη Κρίση. Δεκαετία του 1930, στις ηπα. Η ανεργία είχε σκαρφαλώσει σε πρωτοφανή ύψη για τα τότε βιομηχανικά δεδομένα. Ο “κόσμος δεν είχε λεφτά” - απ’ την άλλη η διασκέδαση ήταν περισσότερο απαραίτητη από ποτέ. Το δείπνο μετά μουσικής, αγαπημένη έξοδος για τη μεσαία τάξη, είχε γίνει για πολλούς πολυτέλεια: οι ορχήστρες ήταν ακριβές, και οι πελάτες που μπορούσαν να απολαύσουν τέτοια μαγαζιά λιγοστεύαν. Και τότε μια μηχανή θα δώσει την απάντηση: τα jukebox θα γίνουν ένας πολιτιστικός θρύλος, με διάφορες παραλλαγές, για τις επόμενες λίγες δεκαετίες.
Η ιστορία της μηχανής που θα έπρεπε να την πληρώσεις για να παίξει έναν δίσκο πάει χρονικά πίσω, στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Ο Louis T. Glass, ιδιοκτήτης και διευθυντής της δισκογραφικής Pacific Phonograph και ο συνεταίρος του William S. Arnold είχαν την ιδέα να προσαρμόσουν σ’ ένα φωνογράφο (εφεύρεση του Edison) έναν κερματοδέκτη, έτσι ώστε να δουλεύει μόνο με την είσοδο ενός κέρματος. Η μηχανή εντυπωσίασε διάφορους τεχνικούς, αλλά δεν ήταν ξεκάθαρη η εμπορική της αξία. Ωστόσο απ’ τον Δεκέμβρη του 1989 ως τον Μάη του 1890 κατασκευάστηκαν και πουλήθηκαν 15 τέτοια κομμάτια, στην καθόλου ευκαταφρόνητη τιμή των 4.000 δολαρίων το καθένα.
Στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα μια εταιρεία του Σικάγο παρουσίασε την μέχρι τότε σημαντικότερη καινοτομία. Μια μηχανή που μπορούσε να διαλέξει από 24 (μικρούς) δίσκους. Ήταν ο “αυτόματος διασκεδαστής” του John Gabel, που παρουσιάστηκε (και βραβεύτηκε!) το 1905. Όπως, όμως, και η αρχική εφαρμογή της ιδέας, έτσι και ο “αυτόματος διασκεδαστής” (και αντίστοιχες μηχανές που φτιάχτηκαν την ίδια περίπου περίοδο από γαλλικές και γερμανικές εταιρείες) δεν είχαν “ενίσχυση ήχου” - η σχετική τεχνολογία δεν υπήρχε ακόμα. Ο Gabel εφοδίασε την δική του πατέντα με μια μεγάλη “κόρνα”, κι αυτό ήταν ένα μικρό βήμα. Στην πραγματικότητα αυτές οι μηχανές δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλους χώρους ή ακόμα και σε μεσαίους, γεμάτους κόσμο.

Αυτή η πρώιμη περίοδος τέλειωσε οριστικά γύρω στο 1925, με την εφεύρεση των ηλεκτρικά γραμμένων δίσκων 78 στροφών. Ο πρώτος ηλεκτρικά γραμμένος δίσκος εμφανίστηκε στην αμερικανική αγορά τον Απρίλη του 1925, απ’ την Western Electric που είχε πατεντάρει την εφεύρεση του ενισχυτή ήχου. Αυτή η κατασκευή ήταν κρίσιμη για την εξέλιξη των μηχανών επιλογής και παιξίματος δίσκων.
Γύρω στα 1928 υπήρχε τουλάχιστον μια πεντάδα αμερικανικών εταιρειών που κατασκευάζαν και πουλούσαν “αυτόματος φωνογράφους” με διάφορα φανταιζί ονόματα μοντέλων του είδους “electramuse”, “melatone”, “audiophone”, “ampliphone” κλπ.
Η κρίση του 1929 απ’ την μια και η “επαγγελματική τύχη” απ’ την άλλη έκαναν τις κατασκευές μια συγκεκριμένης εταιρείας σχεδόν το φετίχ στην κατηγορία αυτών των μηχανών. Επρόκειτο για την Rudolf Wurlitzer Co., που ξεκίνησε να φτιάχνει φωνογράφους με κερματοδέκτες το 1927, αλλά είχε την τύχη να διαθέτει έναν μηχανικό που ως το 1934 είχε βελτιώσει διάφορα μηχανικά μέρη για τέτοιου είδους συσκευές. Δίνοντας μεγάλη σημασία και στον σχεδιασμό των “κουτιών” με αισθητική art deco, τα μοντέλα της Wurlitzer άρχισαν να γίνονται περιζήτητα. Ήδη η αγορά είχε μεγαλώσει απότομα, αφού άλλωστε ήταν εφικτό η μουσική να ακούγεται (και σε σχετικά καλή ποιότητα) σε μεγάλους χώρους. Αντί για ζωντανή μουσική και παραγγελίες σε επαγγελματίες, αρκούσε ένα νόμισμα μικρής αξίας για να διαλέξει κανείς ένα κομμάτι· ύστερα ένας άλλος, κ.ο.κ. - φτιάχνοντας κέφι και διάθεση για χορό.
Κάπου εκεί άρχισε να καθιερώνεται και ο όρος jukebox. Όπως και πολλά άλλα έτσι κι αυτή η λέξη έχει καταγωγή απ’ την αργκώ των μαύρων και των περιθωριακών της αμερικανικής κοινωνίας. Juke σήμαινε μπουρδέλο, αλλά στη συνέχεια άρχισε να χρησιμοποιείται για “χορευτάδικα” των μαύρων. Και ύστερα juking άρχισε να σημαίνει απλά χορό.
Δεν ήταν όμως μόνο λεκτική η συσχέτιση του μαύρου περιθωρίου και του λευκού κοινού. Με βάση τους αυστηρούς φυλετικούς διαχωρισμούς της εποχής, η μόνη περίπτωση να ακούσουν λευκοί μαύρη μουσική σε μεγάλη έκταση ήταν μέσα απ’ τα δισκάκια των jukebox. Κι αυτό είχε αλυσιδωτές συνέπειες. Ακούγοντας και γουστάροντας ζητούσαν ύστερα απ’ τους ραδιοφωνικούς djs να παίζουν εκείνες τις αυθεντικές ρυθμικές μουσικές των γκέτο.

Ανάμεσα στις δεκάδες κατασκευάστριες που ξεπήδησαν στα ‘30s τα μεγαλύτερα μερίδια της αγοράς πήραν τα μοντέλα 4 εταιρειών. Της Rudolph Wurlitzer Co., της J. P. Seeburg Corp., της Rock-Ola Manufacturing Corp. και της Automatic Musical Instrument Co., περισσότερο γνωστής με τα αρχικά της, σαν AMI.
Η κρίση τελείωσε χάρη στον πόλεμο, αλλά και η πολεμική περίοδος χρειαζόταν επίσης διασκέδαση· για όσους, τουλάχιστον, είχαν μείνει πίσω. Αν όχι για χορό σε μεγάλες αίθουσες, σίγουρα σαν μουσική υπόκρουση σε μικρότερες. Ορισμένοι κατασκευαστές (και ειδικά η Wurlitzer) έφτιαξαν jukebox μινιατούρες κάνοντας την μηχανή που ήταν ήδη δημοφιλής παρούσα οπουδήποτε η μουσική χρειαζόταν σαν “χαλί”, και οπουδήποτε η επιλογή τραγουδιών τραβούσε το ενδιαφέρον.

Μετά τον πόλεμο η αισθητική των jukebox άλλαξε ριζικά· όπως επίσης και οι μηχανισμοί τους. Το αλουμίνιο, το γυαλί, και στη συνέχεια το πλαστικό ήταν τα καινούργια υλικά / φετίχ που σηματοδότησαν μια καινούργια φάση (καπιταλιστικής) ανάπτυξης. Οι σχεδιαστές υιοθέτησαν την μοντέρνα εμφάνιση. Η περίοδος του μεσοπολέμου είχε θεωρηθεί η “χρυσή εποχή” των jukebox. Η μεταπολεμική περίοδος ονομάστηκε “ασημένια εποχή” και για ορισμένους θα αρχίσει με την εμφάνιση των μοντέλων Seeburg M-100 Α και Β, που είχαν δυνατότητα επιλογής από 100 δισκάκια (της εταιρείας J. P. Seeburg) και θα τελειώσει με τα τελευταία μοντέλα όπου ο μηχανισμός επιλογής / αλλαγής δίσκου ήταν ορατός, στις αρχές των ‘60s.
Αλλά απ’ τα ‘60s και μετά άρχισαν να αλλάζουν ριζικά τα ήθη της διασκέδασης και ειδικά της χορευτικής διασκέδασης. Σε συνδυασμό με την μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη η ζωντανή μουσική έγινε ξανά δημοφιλής και εφικτή. Σταδιακά αλλά όχι αργά τα jukebox εγκαταλείπονται· ή (κάποια κομμάτια) συγκεντρώνονται σε ιδιωτικές συλλογές φανατικών φίλων τους.

Τα jukebox, μαζί με τα φλίπερ, ανήκουν στο πρώτο κύμα (σχετικά) μαζικής μηχανο-λογίας του ελεύθερου χρόνου και της διασκέδασης. Μπορεί να τα τοποθετήσει κανείς δίπλα στο ραδιόφωνο και το πικάπ, αλλά έχουν τη διαφορά της εγκατάστασής τους σε δημόσιους χώρους· κι ένα πρώιμο είδος “διαδραστικότητας”. Κι όπως συμβαίνει με διάφορα στοιχεία του μαζικού βιομηχανικού καπιταλισμού, τα jukebox πέρασαν στην ιστορία τυλιγμένα μ’ ένα πέπλο νοσταλγίας: για τους καιρούς της αθώωτητας, στον 20ο αιώνα.

Sarajevo 79 - 12/2013

 
       

Sarajevo 2020