Sarajevo
 

 

 

 

Sarajevo 79 - 12/2013

 

netsex: μακρυά κι αγαπημένοι...

Η ερωτική ζωή (ή η σεξουαλικότητα, κάτι που είναι διαφορετικό) αποτελεί, τουλάχιστον θεωρητικά, καθοριστικό συστατικό στοιχείο της καθημερινότητας. Ή, πιο σωστά, αυτό θα ισχυριζόμασταν εμείς (για εσάς δεν ξέρουμε...) όντες ωστόσο κοινωνικά και ιστορικά προσδιορισμένοι. Γιατί η αλήθεια είναι (στο βαθμό που υπάρχουν σχετικές καταγραφές) ότι ο έρωτας (ή το “σεξ”) δεν είναι κάτι ενιαίο στην ανθρώπινη ιστορία. Δεν είναι καν κάτι ενιαίο σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Και, φυσικά, δεν είναι κάτι ενιαίο στα φύλα ή/και στις ερωτικές προτιμήσεις. Μπορεί να είναι μια χωρίς αισθήματα λιμπιντική εκτόνωση, ακόμα και μοναχική· ή ένα οικογενειακό καθήκον. Ή μπορεί αντίθετα να είναι μια διαδικασία πλημμυρισμένη από αισθήματα και πάθος, όπου ακόμα και ένα βλέμμα προκαλεί ανατριχίλα.
Διάφορες μορφές τέχνης ή διάφορα και διαφορετικά κοινωνικά ήθη έχουν εξιδανικεύσει (έως μυθοποιήσει) τον έρωτα· διάφορες μορφές πουριτανισμού ή και μισανθρωπισμού τον έχουν εξορίσει. Ανάλογα με το ποιές πρακτικές (και ποιές ιδέες περί έρωτος) είναι κυρίαρχες σε ποιά περίοδο και σε ποιά κοινωνία, μπορεί η ασκητική ατομική αυτάρκεια (και η ερωτική αποχή απ’ το Άλλο) ή, στην άλλη άκρη, ο πανσεξουαλικός ηδονισμός (έως και η “αντικειμενοποίηση” του Άλλου σαν σκεύους ηδονής) να είναι τα “πρότυπα”. Παρότι αυτός ο σχετικισμός μοιάζει προσβολή για τις όποιες καλώς εννοούμενες αισθητικές, ηθικές και σωματικές βεβαιότητες, είναι αληθινός. Αλλά κι αυτός, με τη σειρά του, είναι σχετικός. Με την έννοια ότι ανά περιόδους υπάρχει ένας κάποιος ηγεμονικός “κώδικας” για τον έρωτα, όπως άλλωστε για την υγεία, το σώμα, τις συμπεριφορές ή τα φαγητά. Ο ρομαντικός έρωτας, για παράδειγμα, έχει υπάρξει πρακτικά μειοψηφικός έως εξαιρετικά μειοψηφικός (ακόμα και στους κόλπους της αστικής τάξης απ’ όπου ξεπήδησε) για μεγάλη χρονική περίοδο, ακόμα κι αν ήταν αυτός που ενέπνεε τη λογοτεχνία, την ποίηση ή (αργότερα) τον κινημογράφο· μια μικρή επαρχία μέσα στη μεγάλη επικράτεια της αυστηρής απαγόρευσης των προγαμιαίων σχέσεων, των συνοικεσίων, των γάμων συμφέροντος, των βιασμών από συγγενείς - ή του ενοχοποιημένου (ως αμαρτωλού) σώματος. Ακόμα κι εκείνο που μέσα και μετά τις ανταρσίες των ‘60s και ‘70s ονομάστηκε ελεύθερος έρωτας, εκτεινόμενο απ’ την πρακτική και ευχάριστη απελευθέρωση των σωμάτων (γυναικείων και αντρικών) απ’ τις απαγορεύσεις, τους φόβους, τις συμβάσεις και τις προκαταλήψεις της προηγούμενης γενιάς ως τον καθαρό σεξουαλικό (και αναίσθητο) σπορτιβισμό, είναι άγνωστο [1] εάν έγινε πράγματι πλειοψηφική πραγματικότητα στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Είναι όμως βέβαιο ότι υπήρξε ένα ισχυρό “παράδειγμα” όχι μόνο στην καθημερινότητα αλλά και στον χειρότερο αλλοτριωτή της: στη διαφήμιση.

 

cyberlovers

Η πιο συνηθισμένη προσέγγιση στην cyberσεξουαλικότητα είναι να αντιμετωπίζεται σαν κάτι εντελώς κενοφανές, και σίγουρα απόλυτα διακριτό από προηγούμενες πρακτικές. Ορισμένοι σημειώνουν ιδιαίτερα την απουσία του σώματος σ’ αυτές τις σχέσεις: δεν υπάρχει αφή ή όσφρηση παρατηρούν· και δεν υπάρχει η αίσθηση (και η γεύση) του φιλιού. Απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε οι τεχνολόγοι κάνουν γενναίες προσπάθειες για να διορθώσουν αυτές τις ελλείψεις: διάφοροι αισθητήρες θα είναι προσιτοί (αν δεν είναι ήδη) σε όποιον / όποιαν θέλει να “νοιώσει”. Η γνώμη μας είναι ότι η λέξη “απουσία” δεν είναι ακριβής. Υπάρχει σώμα (τουλάχιστον η όραση και η ακοή), μόνο που είναι μηχανικά μεσολαβημένο με έναν, πράγματι, εντελώς καινούργιο τρόπο.
Παρενθετικά ωστόσο θα πρέπει να ανασύρουμε απ’ το παρελθόν (;) την υπενθύμιση ότι έχουν υπάρξει κι άλλες εκδοχές σωματικής απουσίας σ’ ό,τι έχει ονομαστεί (και έχει βιωθεί) σαν έρωτας. Αυτό που έχει ονομαστεί πλατωνικός έρωτας ήταν (ή είναι) μη σαρκικός, αν και γεμάτος βαθιά αισθήματα και με μεγάλη διάρκεια. Οι ανεκλήρωτοι έρωτες έχουν επίσης υμνηθεί στην τέχνη: έρωτες που δεν έφτασαν ποτέ στη σωματική ένωση, που γέννησαν μεγάλους καϋμούς, ωστόσο δεν υστερούσαν σε επιθυμία και έλξη.
Στην cyberσεξουαλικότητα υπάρχει “κατά κάποιο τρόπο” σωματική συμμετοχή. Υπάρχει “σώμα” με τον τρόπο που οι χρήστες του διαδικτύου και, ακόμα εντονότερα, οι χρήστες του για λόγους σεξουαλικής συσχέτισης, εννοούν το σώμα τους. Υπάρχει όμως τουλάχιστον μια πραγματική απουσία.

Οι συνήγοροι και οι οπαδοί της cyberσεξουαλικότητας μνημονεύουν ένα τουλάχιστον προσόν της: η σχέση με τον / την Άλλο / Άλλη είναι εύκολη. Για ποια ακριβώς “ευκολία” πρόκειται, και γιατί αυτή είναι προσόν; Το ερώτημα δεν αφορά μόνο το cybersex, αλλά και το σύνολο των μεσολαβημένων ηλεκτρονικά κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή την κουλτούρα (και την “ευκολία σχέσεων”) των social media.
Μέχρι πριν 2 γενιές η “ευκολία” δεν λογαριαζόταν στις αρετές των ερωτικών ή/και φιλικών σχέσεων. Το αντίθετο. Ο χαρακτηρισμός “αυτός είναι εύκολος” (“αυτή είναι εύκολη”) ήταν υποτιμητικός: σήμαινε ότι ο Άλλος / η Άλλη χαρακτηρίζεται από επιπολαιότητα, ρηχότητα, προχειρότητα και, τελικά, αδιαφορία στις σχέσεις του / της. Κουβέντες του είδους “τον / την πολιόρκησε” ή και “τον / την κατέκτησε” απέδιδαν ένα μέρος της κοινωνικής αλήθειας του έρωτα, σε αντίθεση με τα συνοικέσια ή τις σχέσεις (γάμους) συμφέροντος. Οι ερωτικές σχέσεις θεωρούνταν σαν ένας έντονος και βαθύς συναισθηματικός αγώνας, ένα είδος διαρκούς εκστρατείας, όπου το “αντικείμενο του πόθου” δεν είναι καθόλου αντικείμενο, και μπορεί να διαφεύγει (όχι με όρους “απιστίας” αλλά απλά σαν θεμελιώδης και ανεξέλεγκτη διαφορετικότητα). Το ίδιο ίσχυε και για τις φιλικές σχέσεις. Οι φίλοι στα ζόρια φαίνονται έλεγε μια κουβέντα, και δεν εννοούσε την (φιλική ή δημοσιοσχεσίτικη) ελεημοσύνη, αλλά την αντοχή των φιλικών σχέσεων στις δοκιμασίες της ζωής. Μόνο αν είχαν περάσει απ’ τα καμίνια δύσκολων περιστάσεων οι φίλοι θεωρούνταν τέτοιοι. Οι υπόλοιποι ήταν απλά “γνωστοί”.

Το πέρασμα απ’ τις σχέσεις (φιλικές ή/και ερωτικές) που αναμετρούνταν με τις δυσκολίες τους στις σχέσεις που ανεμίζουν την ευκολία τους είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα εκτεταμένη, τουλάχιστον στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Δεν υπάρχει (ή δεν έχουμε υπ’ όψη) τη γενεαλογία αυτής της αντιστροφής, αλλά την αφετηρία της την τοποθετούμε χοντρικά στα ‘70s ή στα ‘80s· μαζί με το πρώτο ή το δεύτερο κύμα εννόησης (και κοινωνικών θεσμίσεων) της ατομικής απελευθέρωσης. Η ευκολία είναι το ζητούμενο παντού: στην κυκλοφορία, στο εμπόριο, στη διασκέδαση, στα αισθήματα, στην “πρόσβαση” (άλλη εντυπωσιακή εφεύρεση που έγινε νόρμα με υπόγειο, σχεδόν λαθραίο τρόπο), στις καθημερινές ρουτίνες, στα ταξίδια, στην εργασία... [2]
Αλλά τι ονομάζεται “ευκολία” σ’ όλο το κοινωνικό πεδίο; Έτσι λέγεται η μη απογοήτευση, η μη απόρριψη, η μη διακινδύνευση, τα μηδέν (ή ελάχιστα) εμπόδια. Μπαίνοντας η ευκολία σε πλήθος σχέσεων και καταστάσεων σαν αρετή (τους) και σαν μέτρο της αξίας (τους) πέταξε στην άκρη, στα αξιακά αζήτητα των κοινωνικών σχέσεων, την στεναχώρια, τον πόνο. Αυτό που στεναχωρεί, αυτό που απο-γοητεύει, αυτό που πονάει είναι δύσκολο· και (σα να υπήρξε κάποιο μυστικό δημοψήφισμα) τα δύσκολα έγιναν (και είναι) αποτροπαϊκά και απορριπτέα.
Η ευκολία στις ερωτικές σχέσεις, η ευκολία να συνάπτονται, η ευκολία να διατηρούνται, η ευκολία να διαλύονται, με άλλα λόγια η ενδόμυχη, κάποτε ασυνείδητη αλλά πάντα στέρεα απόρριψη του συναισθηματικού πόνου ή των δυσκολιών στις ερωτικές σχέσεις, άνθισε (κατά την ταπεινή μας γνώμη) πριν απ’ την γενίκευση της χρήσης του internet. Το ίδιο ισχύει για τις φιλικές σχέσεις. Το - να - υποφέρεις - για - την - έγνοια - του - Άλλου, που κάποτε θεωρούνταν κύριο συστατικό του έρωτα (φτάνοντας ως το σημείο να αναγορεύει σαν ερωτική ακόμα και τη σχέση της μάνας με το μωρό της) απορρίφθηκε στα καινούργια αόρατα πρωτόκολλα του σχετίζεσθαι. Γιατί να επιτρέπεται στον Άλλο να τσαλακώνει, με οποιοδήποτε τρόπο, το Εγώ όταν αυτό το Εγώ (και κάθε τέτοιο...) είναι (ή έτσι θέλει) ο απόλυτος κυρίαρχος; Ακόμα και οι οικογενειακές και γονικές σχέσεις των τελευταίων δεκαετιών του τέλους του 20ου αιώνα ιαπωνοποιήθηκαν κατά κάποιον τρόπο. Εάν, τελικά, θα έπρεπε να αξιολογούνται με κάποιον τρόπο οι κοινωνικές, οι φιλικές και οι ερωτικές σχέσεις, το μέτρο τους θα έπρεπε να είναι (κι έτσι έχει καθιερωθεί) μόνο το όφελος. Το “θετικό πρόσημο”. Η απόλαυση, το κέρδος. Και προφανώς χωρίς εξωτερική ενόχληση (απ’ τον πόνο ή την απώλεια).

Επαναλαμβάνουμε ότι η θεοποίηση και η απόλαυση της ευκολίας έγινε πριν την γενίκευση της χρήσης των υπολογιστών και την “κατάληψη” των κοινωνικών σχέσεων απ’ το cyberσύμπαν και την μηχανική / ηλεκτρονική μεσολαβητική του τάξη. Φυσικά δεν μπορούμε να προβλέψουμε εάν η θεότητα Ευκολία θα μείνει στο βάθρο της για πάντα. Απ’ την σκοπιά του, ας το πούμε κάπως καταχρηστικά, προηγούμενου παραδείγματος η ευκολία ήταν σιαμαία αδελφή του κυνισμού, της αδιαφορίας και μιας επιθετικής “φυγοπονίας”· όλα αυτά συνώνυμα της ακηδίας, της συναισθηματικής απονέκρωσης (διακοπτόμενης πότε πότε από εκρήξεις ακατέργαστου συναισθηματισμού). Όμως για τους οπαδούς του καινούργιου παραδείγματος ο κόσμος - θα - έπρεπε - να - είναι - εύκολος· ή να μην υπάρχει.
Εάν έχουμε δίκιο, το cyberσεξ (όπως και οι cyberφιλίες) ήρθαν να εξυπηρετήσουν τάσεις που προϋπήρχαν· γι’ αυτό και έγιναν τόσο γρήγορα (και, πραγματικά, τόσο εύκολα!) αποδεκτοί τρόποι. Νωρίτερα το περιεχόμενο του έρωτα ή/και της φιλίας είχε αρχίζει να αλλάζει ριζικά, σε σχέση τουλάχιστον με την προηγούμενη κοινωνική αντίληψη επ’ αυτών. Όταν το cyberσύμπαν έγινε προσιτό ήδη ο έρωτας (και η φιλία) είχαν αλλάξει νόημα. Έτσι ώστε το cyberσεξ να αποτελεί μάλλον ένα είδος σημαιοφόρου του καινούργιου παραδείγματος, με διάφορους συγγενείς ένα γύρω, έξω απ’ τον cyberχωροχρόνο, στον “φυσικό” κόσμο· παρά μια διαχωρισμένη μειοψηφική κατάσταση.

 

Sarajevo 79 - 12/2013
Περασμένα ξεχασμένα;

 

η τεχνολογία του οργασμού

Ακόμα κι αν έμενε κανείς περιορισμένος στο ζήτημα της μηχανικής μεσολάβησης της ερωτικής απόλαυσης, οι υπολογιστές δεν είναι η πρεμιέρα. Είχε προηγηθεί ο δονητής που εφευρέθηκε από έναν άγγλο γιατρό το 1880. [3]
Ωστόσο θα ήταν λάθος να περιορίσουμε τον χαρακτηρισμό “τεχνολογία” μόνο σε μηχανικά μέσα. Αυτό που έχει ονομαστεί πορνογραφία (και στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες προοριζόταν αποκλειστικά για αντρική ερωτική χρήση) ανήκει επίσης στην ευρύτερη “τεχνικά μεσολαβούμενη” πρόκληση ερωτικής απόλαυσης. Απ’ την ζωγραφική και την ελευθεριακή εικονογράφηση / διακόσμηση αντικειμένων καθημερινής χρήσης (βάζα, ποτήρια) ως τις τυπωμένες “κάρτες”, κι αργότερα τις φωτογραφίες γυμνών γυναικών σε ηδυπαθείς στάσεις, η “υποβοηθούμενη / εικονικά μεσολαβούμενη” αντρική ερωτική απόλαυση έχει μακριά ιστορία.
Και, φυσικά, πολύ σημαντική είναι η (άγνωστη, έτσι κι αλλιώς) ιστορία της αυτοϊκανοποίησης, αντρικής και γυναικείας, με “βοηθήματα” οποιουδήποτε είδους ή χωρίς. [4] Πρόκειται για καταραμένη (δηλαδή σιωπηλά ή φωναχτά απαγορεύμενη) πρακτική, ειδικά απ’ τον χριστιανισμό και μετά· και ο λόγος είναι προφανής. Αλλά είναι επίσης μια σεξουαλική πρακτική αθόρυβα παρούσα ανά τους αιώνες. Που, ασφαλώς, προκαλεί αμηχανία εάν σα σεξουαλικές πρακτικές θεωρούνται μόνον εκείνες στις οποίες συμμετέχει τουλάχιστον ένας / μία Άλλος / Άλλη.

Η υπενθύμιση της μαλακίας (χωρίς αξιολόγηση!) είναι απαραίτητη κατά τη γνώμη μας για το cyberσεξ. Θα ήταν σωστό να θεωρεί μια μηχανική / ηλεκτρονικά μεσολαβημένη ερωτική συνεύρεση σαν παράλληλη / ταυτόχρονη αυτοϊκανοποίηση δύο (ή και περισσότερων) ατόμων, με το καθένα να παίζει τηλε-, από απόσταση, τον ρόλο του σεξουαλικού ερεθίσματος; Αν αποφύγουμε την αξιολόγηση και μείνουμε στα πραγματικά χαρακτηριστικά αυτής της διαδικασίας, τότε ναι, μια τέτοια εννόηση του πράγματος είναι αληθινή. [5]
Η cyberηδονική τεχνολογία προχωράει καλπάζοντας, επειδή υπάρχει μεγάλη ζήτηση - στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο. Υπάρχουν δύο χοντρικές κατευθύνσεις των σχετικών εφαρμογών. Η μία ασχολείται με την αποτελεσματικότερη “αισθησιακή” διασύνδεση πραγματικών ανθρώπινων όντων, που βρίσκονται μπροστά στους υπολογιστές τους. Η άλλη ασχολείται με την αποτελεσματική “αισθησιακή” λειτουργία ειδώλων. Υπάρχει κι ένας τρίτος τομέας, επίσης ιδιαίτερα προωθημένος τεχνολογικά: η κατασκευή πειστικών (από κάθε άποψη...) εντελώς ρομποτικών σωμάτων, δηλαδή κουκλών.
Και πράγματι, σ’ ολόν αυτόν τον τεχνολογικό κύκλο (δηλαδή τις πρακτικές και τα γούστα που υπηρετεί) το ανθρώπινο σώμα, το - κορμί - όπως - το - ξέρουμε (ή θεωρούμε ότι το ξέρουμε...) αντικαθίσταται είτε από αισθητήρες δύο άκρων (ακόμα κι αν ανάμεσα στα δύο άκρα μεσολαβεί ο μισός πλανήτης), είτε με ηλεκτρικά / νευρολογικά ερεθίσματα από κάποιο μηχανικό μέσο. Αυτά τα “καλωδιωμένα” σώματα, με τις κατάλληλες “στολές”, εξακολουθούν πάντα να είναι ανθρώπινα· αλλά ανήκουν σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία σωματικότητας που, ειν’ αλήθεια, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.
Κι ενώ πολλοί / πολλές θα έφριταν με τέτοιες εξελίξεις, κανείς δεν πρέπει να αγνοεί το πόσο σωστά είναι τοποθετημένες στην αναζήτηση της ευκολίας. Της ευκολίας στην σεξουαλική απόλαυση, της ευκολίας στην ερωτική συσχέτιση. Αν σ’ αυτήν συμπεριλάβουμε και την χρηματική οικονομία, το cyberσεξ υπερέχει (σ’ αυτόν τον τομέα) και απ’ τον “πληρωμένο έρωτα” (για όλα τα φύλα).
Κυρίως όμως πρόκειται για την ευκολία της μη εμπλοκής με την δυσκολία - του - Άλλου. Η “σύνδεση” και η “αποσύνδεση”, η πρώτη σαν επιθυμία και η δεύτερη σαν παντοτινό ενδεχόμενο, κυρίως μάλιστα η δεύτερη, σημαίνει ότι αυτό που άλλοτε λεγόταν ερωτική σχέση μπορεί τώρα να εννοείται (και να συμβαίνει) χωρίς άσχημες συνέπειες. Αυτό, άλλωστε, είναι το ζητούμενο ακόμα και για σχέσεις που συνάπτονται εκτός κυβερνοχώρου: αίφνης το “χωρίζουμε” είναι πολύ προτιμότερο να αναγγελθεί με sms παρά πρόσωπο - με - πρόσωπο.
Εάν κάποιος προσπαθήσει να κρίνει τέτοιου είδους σεξουαλικά ήθη και πρακτικές με κριτήρια απόλαυσης, τότε θα κάνει λάθος. Για διάφορους λόγους, αλλά και επειδή δεν υπάρχει αντικειμενικό “απολαυσόμετρο”. Εάν όμως προσέξει ότι η υποκείμενη επιδίωξη είναι, τελικά, η (και σεξουαλική) απόλαυση της ευκολίας της απόλαυσης, τότε θα έχει καταλάβει κάτι σημαντικό απ’ τον “θαυμαστό καινούργιο ψηφιακό κόσμο”.
Απομένει να διερωτηθούμε (και να βρούμε) το πως αυτές οι πρακτικές επηρεάζουν τις συμπεριφορές στον πραγματικό καθημερινό κόσμο. Για όσο υπάρχει (και στο βαθμό που υπάρχει) ακόμα τέτοιος.

 

Sarajevo 79 - 12/2013
Και όργια γίνονται!

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Παρότι η μοντέρνα και η μεταμοντέρνα “κοινωνική έρευνα” έχει (ή έτσι πιστεύει) αξιόπιστα εργαλεία για να “μετράει” στατιστικά τα ερωτικά ήθη, τις πρακτικές, τα γούστα και τις συμπεριφορές (διάφορων ειδών στατιστικές) είναι εξίσου αλήθεια ότι μπροστά στον ψηλό θρόνο του βασιλιά σεξ ο κόσμος, εκτός απ’ το να αποδίδει τιμές έμαθε να λέει και ψέματα. Όχι μόνο απέναντι στους ερευνητές και τους μετρητές - εκεί το ψέμα είναι εύκολο. Κυρίως (ο καθένας και η καθεμιά) απέναντι στον εαυτό του / της. Εφόσον ο βασιλιάς σεξ ενθρονισμένος με τέτοιο φωταγωγημένο τρόπο εμφανίζεται πάντα ντυμένος με τα πιο βαριά και πολύτιμα σύμβολα των αξιών της ζωής, είναι συχνά δύσκολο να παραδεχτεί ο όποιος / η όποια ότι είναι γυμνός / η απέναντι στις απαιτήσεις και στις νόρμες του. Προτιμότερα αποδεικνύονται διάφορα ψευδ-αισθητικά...
[ επιστροφή ]

2 - Η απόρριψη ή/και υποτίμηση των “παλιών” μορφών χειρωνακτικής εργασίας και των χαρακτηριστικών της (ιδρώτας, λέρωμα των ρούχων και του σώματος, κτυπήματα και σωματικοί τραυματισμοί) μπορεί να εννοηθεί και μέσα σ’ αυτό το γενικό περίγραμμα...
[ επιστροφή ]

3 - Μια σύντομη ματιά σ’ αυτή την ερωτική μηχανή. Υπήρχαν εν χρήσει κάποιου είδους δονητές ήδη απ’ την Βικτωριανή περίοδο, στα μέσα του 19ου αιώνα, που χρησιμοποιούνταν από γιατρούς για να προκαλέσουν τεχνητό οργασμό σε “υστερικές” γυναίκες. Απ’ την εποχή του Ιπποκράτη ήδη οι “διαταραχές” της γυναικείας σεξουαλικότητας θεωρούνταν η αιτία της “υστερίας”, κι αυτή ήταν η διαγνωστική γραμμή που ακολουθούσαν οι γιατροί ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Ο μηχανικός δονητής εφευρέθηκε για καθαρά οικονομικούς λόγους. Γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο οι γιατροί θα μπορουσαν να έχουν περισσότερα ραντεβού με “υστερικές” κάθε εργάσιμη ημέρα τους, και έτσι να βγάζουν περισσότερα λεφτά.
Η εφεύρεση των μπαταριών (λίγο μετά τον ηλεκτρισμό) έκανε τους δονητές φορητούς και φτηνότερους. Διάφορες γυναίκες άρχισαν να αγοράζουν δονητές οι ίδιες, για να γλυτώνουν την έκθεση και τα έξοδα της ιατρικής επίσκεψης. Στη δεκαετία του 1930 οι δονητές εξαφανίστηκαν απ’ την αγορά - ίσως επειδή (μέσα στη γενική μεσοπολεμική δυσπραγία) θεωρήθηκαν εξεζητημένοι. Αλλά η ζήτησή τους επανήλθε την δεκαετία του ‘60 σαν αποτέλεσμα της σεξουαλικής επανάστασης και του φεμινισμού: δεν χρειαζόμαστε τους άντρες! Απ’ την δεκαετία του ‘60 και μετά άρχισε να αναπτύσσεται φανερά η βιομηχανία των σεξουαλικών βοηθημάτων, τα sex shops, βασικά στα μεγάλα αστικά κέντρα· και οι δονητές υπόσχονταν ανοικτά στις γυναίκες τον τέλειο οργασμό.
[ επιστροφή ]

4 - Μπορεί τώρα κάποιοι / κάποιες να σοκαριστούν, αλλά στη διάρκεια του μεγάλου κύματος σεξουαλικής / ερωτικής απελευθέρωσης στην ελλάδα, δηλαδή απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ως τις αρχές της επόμενης, δύο κουβέντες “συνθήματα” είχαν ευνοϊκή (και σε μεγάλο βαθμό χειραφετική) αποδοχή στις ριζοσπαστικές νεολαιίστικες παρέες: το άμα πιάσει η μαλακία τύφλα νάχει το γαμήσι και (σαν απάντηση) το καλή είναι η μαλακία αλλά με το γαμήσι γνωρίζεις κόσμο.
[ επιστροφή ]

5 - Κάποιος που θα χρησιμοποιούσε το γνωστό μοτίβο “τα στερνά τρώνε τα πρώτα”, σύμφωνα με το οποίο οι ιδέες του παρόντος εκτοξεύονται προς το παρελθόν για να το απαλλοτριώσουν, να το ερμηνεύσουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα και να το μετατρέψουν σε γενεολογία τους, θα έλεγε: Μα τι λέτε τώρα; Και η “φυσική”, άμεσα σωματική ερωτική σχέση πάντα ήταν [προσοχή στο “πάντα”!] αυτό: αμοιβαία και παράλληλη αυτοϊκανοποίηση, στην οποία ο ένας ήταν το σκεύος ηδονής του άλλου [σκεύος, συ-σκευή: το κρατάτε κι αυτό].
Και θα συνέχιζε: Αυτό που ονομάζεται εσείς “φυσική σχέση” δεν είναι παρά η ζωώδης φάση της παράλληλης αυτοϊκανοποίησης! Κι αυτή η ζωώδης φάση δεν έχει γεννήσει μόνο καλλιτεχνήματα, αλλά και άγνωστο αριθμό φόνων, άπειρους βιασμούς, βία στην καθημερινότητα, ανείπωτο πόνο, ακόμα και πολέμους. Επιτέλους, χάρη στην πληροφορική, μπαίνουμε σε μια φάση οργανωμένης αυτοϊκανοποίησης, που απομονώνει και χαλιναγωγεί τα ζωώδη πάθη, και ταιριάζει σε ανώτερες πολιτιστικές αρχές: η “μη επαφή” μόνο πλεονεκτήματα έχει. Επιτέλους, φεύγουμε απ’ την ζωώδη προϊστορία του ανθρώπινου είδους!!!
Δύσκολο ε; Έχουμε μια δυο απαντήσεις, αλλά περιμένουμε τις δικές σας.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020