Sarajevo
 

 

 

Sarajevo 79 - 12/2013

 

η φάμπρικα των εξετάσεων

Η ιατρική πρακτική έχει αλλάξει ριζικά χαρακτήρα τις 2 τελευταίες δεκαετίες, ίσως και παραπάνω. Από κλινική (δηλαδή μελέτη των συμπτωμάτων και διάγνωση μέσω αυτών) έχει γίνει εργαστηριακή: εξετάσεις - εξετάσεις - εξετάσεις κάθε είδους, και διάγνωση μέσω των “αποτελεσμάτων” (σκόπιμα σε εισαγωγικά, θα το εξηγήσουμε πιο κάτω).
Από ιστορική άποψη θα υποστηρίξει κανείς ότι η δυτική ιατρική, απ’ τον 19ο αιώνα κιόλας, δεν ήταν καθόλου εχθρική απέναντι στις μετρήσεις. Το (ατομικό) θερμόμετρο θα πρέπει να είναι η πιο διάσημη συσκευή τέτοιου είδους μετρήσεων με διαγνωστική αξιοποίηση. Η παρατήρηση είναι γενικά σωστή· ειδικά εάν ενισχυθεί απ’ την προσήλωση της αστικής ιδεολογίας (γενικά, και όχι μόνο σε ότι αφορά την υγεία / αρρώστια) σε μετρήσεις, μεγέθη, ποσοτικές καταγραφές. Όμως είναι οι θεαματικές τεχνολογικές εξελίξεις στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα που έχουν προκαλέσει την μεγάλη στροφή, με συνέπειες που σε ορισμένες πλευρές τους είναι δραματικές, κι ας μην εντοπίζονται σωστά.
Πρέπει πάντως να τονίσουμε πως η θεμελίωση (με την έννοια της διάγνωσης) της αρρώστιας ή/και της υγείας πάνω σε εξετάσεις / μετρήσεις κάθε πιθανού ή απίθανου είδους, έχει γίνει ευμενώς αποδεκτή απ’ τους υπηκόους του ύστερου καπιταλιστικού κόσμου. Δεν υπάρχει καμία καχυποψία απέναντι σ’ αυτήν την ποσοτική αντίληψη περί υγείας / αρρώστιας, ούτε καν στην πιθανότητα (σε ορισμένες περιπτώσεις όχι - και - τόσο - μικρή) να γίνονται λάθη, ανθρώπινα ή μηχανικά. Το αντίθετο, υπάρχει ένα είδος “οικειότητας”, της οποίας η καταγωγή μπορεί εύκολα να βρεθεί στη συνήθεια των “σχολικών εξετάσεων” (για την απόδειξη της γνώσης ή της άγνοιας), των λαϊκής κατανάλωσης “τεστ ευφυίας”, κλπ.

Οι κατάλογοι των εξετάσεων προς διαγνωστική αξιοποίηση είναι πολύ μεγάλοι, και γίνονται διαρκώς μεγαλύτεροι, έξω απ’ την εποπτεία των ίδιων των κάθε φορά εξεταζόμενων, που είναι πάντα προσηλωμένοι στις δικές τους εξετάσεις και τα αισιόδοξα ή απαισιόδοξα νούμερα / αποτελέσματά τους. Ακόμα και την φυσική υπόσταση των μηχανών μέσω των οποίων γίνονται αυτές οι εξετάσεις αγνοούν οι ενδιαφερόμενοι, εκτός από λίγες περιπτώσεις. Για κάμποσους υπάρχει η (μάλλον μαγική) εμπειρία της μετάβασης απ’ το παλιό ακτινολογικό μηχάνημα στον αξονικό τομογράφο, και πιο πέρα, στον μαγνητικό. Αλλά σε ότι αφορά τις εξετάσεις βιοχημείας, ανοσοβιολογίας, αιματολογίας, μικροβιολογίας κλπ, που αποτελούν τον κύριο όγκο της εργαστηριακής ιατρικής (ακόμα και σαν εξετάσεις ρουτίνας για υγιείς σε γενικές γραμμές ανθρώπους) υπάρχει άγνοια έως και αδιαφορία. Οι ερωτήσεις δεν γίνονται, οπότε δεν χρειάζονται και απαντήσεις, σίγουρα όχι έξω απ’ το επικό ιδεολογικό περιβάλλον της “επιστημονικής προόδου” γενικά... Τί είναι αυτά τα μηχανήματα; Ποιοί είναι οι χειριστές τους; Πόσο πληρώνονται; Ποιοί είναι οι κατασκευαστές τους; Ποιοί είναι οι συντηρητές ή/και επισκευαστές τους; Πόσο πληρώνονται; Είναι απλά ακριβά ή πανάκριβα μηχανήματα; Ποιό είναι το πραγματικό κόστος κάθε εξέτασης; Είναι σταθερό ή αλλάζει ανάλογα με το πλήθος τους; Εν τέλει: το πέρασμα απ’ την κλινική στην εργαστηριακή ιατρική έχει συνέπειες για το κόστος της (όποιας) διάγνωσης ή/και της (όποιας) θεραπείας; Υπάρχουν συνέπειες στα ασφαλιστικά συστήματα ή στα (όπου υπάρχουν) δημόσια συστήματα υγείας;
Δεν έχουμε εξειδικευμένες γνώσεις επ’ αυτών· έχουμε όμως μια καλή γενική αντίληψη. [1] Και ιδού πως έχουν τα πράγματα.

 

η εργασιακή γεωγραφία

Ιστορικά, μέσα στον 20ο αιώνα, οι τόποι όπου αναπτύχθηκαν οι εργαστηριακές εξετάσεις ήταν τα μεγάλα νοσοκομεία, που στην ευρώπη ήταν γενικά δημόσια. Η (μεγάλη) κλίμακα και ο (μεγάλος) όγκος όμοιων εξετάσεων είχαν κεντρική σημασία στην ανάπτυξη των μηχανικών / ρομποτικών τεχνικών αναλύσεων και μετρήσεων. Για περισσότερους του ενός λόγους.
Κατ’ αρχήν τα σχετικά μηχανήματα ήταν (και είναι) πράγματι από ακριβά έως εξαιρετικά ακριβά. Φυσικά, σε επενδύσεις παγίου κεφάλαιου τέτοιου είδους το αρχικό κόστος δεν έχει σημασία μόνο του· πρέπει να συνυπολογιστούν τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης απ’ τη μια μεριά, και η απόσβεση απ’ την άλλη. Τα αντιδραστήρια με τα οποία δουλεύουν οι ρομποτικοί αναλυτές είναι επίσης ακριβά· και το κυριότερο είναι ευαίσθητα χημικά υλικά, που έχουν ημερομηνίες λήξης. Η εκτεταμένη / μαζική χρήση τους, λοιπόν, είναι βασικό στοιχείο της αξίας χρήσης τους: εάν ένα τέτοιο μηχάνημα χρησιμοποιείται αραιά και που θα έχει ακόμα μεγαλύτερο κόστος αφού στο “κάθε τόσο” θα περιλαμβάνονται διαρκώς καινούργια (χημικά) αναλώσιμα. Με δυο λόγια: η τεχνική υποδομή της εργαστηριακής ιατρικής απαιτεί και προϋποθέτει μαζική χρήση.
Ο δεύτερος λόγος εξαιτίας του οποίου τα μεγάλα νοσοκομεία υπήρξαν η μήτρα της ανάπτυξης των σχετικών τεχνολογιών, είναι ο προσδιορισμός, εξέταση - εξέταση, των “τιμών” (των μετρήσεων) που αντιστοιχούν στην “κατάσταση υγείας” και των “τιμών” που αντίστοιχουν στην “κατάσταση αρρώστια”. Η ταξινόμηση είναι στατιστική. Θα χρειαζόταν λοιπόν ένας πολύ μεγάλος όγκος μετρήσεων σε διαφορετικούς ασθενείς (ή μη) ώστε, για μια ορισμένη ιστορική περίοδο (και σε συνδυασμό με τις πιο παραδοσιακές κλινικές διαγνώσεις) να προσδιοριστούν τα αριθμητικά όρια μεταξύ του “υγιούς” και του “παθολογικού” σε κάθε εξέταση: απ’ τις πιο απλές, τις μετρήσεις του ζάχαρου, ή του σιδήρου, ή των Τ3 και Τ4 κυττάρων στο αίμα, μέχρι τις πιο σύνθετες. Να προσδιοριστούν τα φάσματα τιμών σε συνάρτηση τόσο με την λειτουργία των μηχανημάτων αυτών καθ’ εαυτών, όσο και με την ευαισθησία (: χημική δράση) των όποιων αντιδραστηρίων έμπαιναν σε χρήση κάθε φορά.
Συνέπεια αυτού του δεύτερου λόγου ήταν και ο τρίτος: τα μεγάλα νοσοκομεία (κι ακόμα περισσότερο τα δημόσια) θα μπορούσαν να απορροφήσουν, χωρίς δραματικές συνέπειες, τα όποια λάθη των εργαστηριακών εξετάσεων. Γιατί τέτοια γίνονται, και είναι αδύνατο να μη γίνονται. Λάθος στην εργαστηριακή εξέταση μπορεί να σημαίνει λάθος διάγνωση· και λάθος διάγνωση λάθος θεραπεία. Όμως η συνύπαρξη της παραδοσιακής κλινικής ιατρικής με την αναπτυσσόμενη εργαστηριακή αφενός, και η δυνατότητα ολοκληρωμένων ιατρικών συστημάτων (όπως τα μεγάλα νοσοκομεία με τις πολλαπλές και αλληλοσυμπληρούμενες ειδικότητες γιατρών) να αντιμετωπίζουν έκτακτα ή ακόμα και ακραία περιστατικά (μεταξύ αυτών κι εκείνα που οφείλονται σε λάθος διάγνωση και θεραπεία) λειτούργησε (και ως ένα σημείο λειτουργεί ακόμα) σαν ασπίδα προστασίας στα στραβοπατήματα της ανάπτυξης των εργαστηριακών πινάκων “υγείας / αρρώστιας”.

Οι συνέπειες αυτής της αλλαγής παραδείγματος (απ’ την κλινική στην εργαστηριακή ιατρική) ήταν εύκολα προδιαγράψιμες σε όποιον θα έκανε τον κόπο να ασχοληθεί με το ζήτημα. Το πρώτο και σημαντικότερο αφορά την αλλαγή στα χαρακτηριστικά της κεντρικής φιγούρας της δυτικής ιατρικής, του γιατρού. Κάθε βήμα αποστασιοποίησης απ’ την ιστορική γραμμή της ιατρικής πρακτικής που στηριζόταν στην ερμηνεία των συμπτωμάτων και, άρα, στην εμπειρία του γιατρού, και κάθε βήμα ενίσχυσης μεθόδων “αντικειμενικής μέτρησης” (οποιουδήποτε είδους) μείωνε και μειώνει την αξία της παραδοσιακής (απ’ τον 19ο και για το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα) ιατρικής γνώσης. Είναι ένα η εμπειρία και η σωστή ερμηνεία των συμπτωμάτων, και είναι εντελώς διαφορετικό η ανάγνωση δεικτών που είναι μέσα ή έξω απ’ το φάσμα του μέσου όρου “υγείας”. Το δεύτερο θα μπορούσε να το κάνει και κάποιος χωρίς καθόλου ιατρικές σπουδές, μόνο με εργαστηριακή ενασχόληση. Εν τέλει την διάγνωση βάσει μετρήσεων, θα μπορούσε να την κάνει (όχι με απόλυτη αλλά με σχετικά μεγάλη επιτυχία) και μια μηχανή - ένα “έξυπνο” πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή με πολύ μεγάλη βάση δεδομένων. (Η εξέλιξη της εργαστηριακής ιατρικής βρίσκεται ακριβώς στο κατώφλι αυτού του κατορθώματος).
Πρόκειται για μια κλασσική διαδικασία αποειδίκευσης, έστω και καμουφλαρισμένη. Σε συγκεκριμένες ιατρικές ειδικότητες αυτή η αποειδίκευση ήταν ιδιαίτερα σαφής, ακόμα και πριν 15 χρόνια, στην ελλάδα. Οι μικροβιολόγοι για παράδειγμα (συμπεριλαμβανόμενων των ιδιωτών μικροβιολόγων, της γειτονιάς) άρχισαν να πιάνονται στη λαβίδα μιας διπλής κίνησης. Αφ’ ενός οι (συνταγογραφούμενες) εξετάσεις σε πραγματικά ή κατά φαντασίαν ασθενείς άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, παράλληλα με την δημιουργία ιδιωτικών “διαγνωστικών κέντρων” [2], εξοπλισμένων με πολλά απ’ τα ακριβά μηχανήματα που ως ένα χρονικό σημείο μπορούσε να διαθέτει μόνο ένα νοσοκομείο. Αυξανόταν, δηλαδή, η δουλειά της ιδιωτικής (εργαστηριακής) μικροβιολογίας ή/και βιοπαθολογίας. Απ’ την άλλη μεριά όμως αυτές οι πολλαπλασιαζόμενες εξετάσεις ήταν αδύνατο να γίνουν με τον εξοπλισμό ενός μικρού, συνοικιακού μικροβολογικού ιατρείου. Ο μικροβιολόγος του μικροσκοπίου ή των καλλιεργειών άρχισε να γίνεται δευτερεύων ή τριτεύων παράγοντας μέσα στην πληθωρική αλυσίδα της εργαστηριακής ιατρικής. Ο ξεπεσμός του μικροβιολόγου σε σχεδόν απλό αιμολήπτη (συν κάτι ακόμα, περισσότερα στη συνέχεια) άρχισε να γίνεται μια εκτεταμένη πραγματικότητα, που κρυβόταν (οικονομικά και κοινωνικά) μόνο στο βαθμό που πολλαπλασιαζόταν η πελατεία, δηλαδή οι εξεταζόμενοι και οι εξετάσεις. [3]
Εν τω μεταξύ, παράλληλα με την εμφάνιση των ιδιωτικών “διαγνωστικών κέντρων”, άρχισε να πολλαπλασιάζεται μια άλλη φιγούρα, αυτή εργατική: των χειριστών / χειριστριών των μηχανών / ρομποτικών αναλυτών. Επρόκειτο (και πρόκειται) για αποφοίτους τ.ε.ι. ή, ακόμα, και τεχνικών λυκείων, σε κατηγορίες “παραϊατρικών επαγγελμάτων”. Με την μεσολάβηση των μηχανικών αναλύσεων (και τέτοιες είναι πια το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των εξετάσεων) η αποειδίκευση του “γιατρού” (τουλάχιστον κάποιων ειδικοτήτων) συμπληρώθηκε απ’ την προλεταριακή (και άρα σημαντικά φτηνότερη) δουλειά των μικρής (ή ελάχιστης, ή και καθόλου...) ειδίκευσης χειριστών / χειριστριών μηχανών. Εκείνο που στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου έγινε μαζικά με πολλές κατηγορίες κατασκευαστών (μαστόρων) επαναλήφθηκε στα τέλη του 20ου αιώνα και στις αρχές του 21ου (και) στο πεδίο της ιατρικής· που άρχησε να μετατρέπεται σε “παροχή υπηρεσιών υγείας”.

 

Sarajevo 79 - 12/2013

 

η οικονομική γεωγραφία

Είναι λογικό και αναμενόμενο ότι ένας δυναμικός συνδυασμός παραγόντων θα επηρρέαζε τον “τζίρο” της υγείας, είτε πρόκειται για την “αγορά” είτε για τον δημόσιο τομέα. Οι παράγοντες αυτοί δεν έχουν λειτουργήσει με την ίδια ένταση σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, όμως είναι παντού παρόντες και με τις ίδιες τάσεις:
- η αυξανόμενη φροντίδα / ανησυχία των υπηκόων για την κατάσταση της υγείας τους, ακόμα και χωρίς (ή με ασήμαντα) συμπτώματα, που στην αποθέωσή της ονομάζεται (έως και μανιακός) υγιεινισμός·
- η διαρκώς μειούμενη κοινωνική γνώση πάνω σε αρρώστιες ή τραυματισμούς και στην εκ των ενόντων αντιμετώπισή τους·
- η διαρκής εφεύρεση καινούργιων ασθενειών (ή η συρρίκνωση του φάσματος των “δεικτών υγείας” σε διάφορες εξετάσεις έτσι ώστε πρώην υγιείς να βαφτίζονται ασθενείς: π.χ. δείκτες χοληστερίνης) εκ μέρους των φαρμακοβιομηχανιών·
- ο πολλαπλασιασμός των φαρμάκων ή/και άλλων μέσων θεραπείας (στην ορθοπαιδική, στην οδοντοϊατρική, στην χειρουργική, κλπ) και οι συνήθως υψηλές τιμές (και τα μεγάλα κέρδη) που εξασφαλίζουν οι πατέντες και τα σχετικά βιομηχανικά μονοπώλια / ολιγοπώλια·
- η ανάπτυξη της εργαστηριακής ιατρικής και ο πολλαπλασιασμός (με την αυξανόμενη συνθετότητα) των αντίστοιχων μηχανών, ρομποτικών ή μη·
- η αποδοχή και η μυθοποίηση, απ’ τους υπηκόους, της διαγνωστικής αξίας των εξετάσεων, που φτάνει συχνά στον καθαρό φετιχισμό...
Όλα αυτά (και άλλα που πιθανόν μας διαφεύγουν) δεν θα μπορούσαν παρά να οδηγήσουν σε διαρκώς αυξανόμενο “κόστος” της υγείας. Φυσικά, παράλληλα μ’ αυτό, οι αναπτυγμένες καπιταλιστικά κοινωνίες μπορούν να περηφανεύονται για σημαντική βελτίωση του “προσδόκιμου ζωής”, ή σημαντική βελτίωση της δημόσιας υγείας (με την φανερή ή κρυφή εξαίρεση των “ψυχολογικών προβλημάτων”...). Ωστόσο τα λεφτά μετριούνται ευκολότερα. Σύμφωνα με ένα δημοσίευμα στις αρχές του περασμένου Σεπτέμβρη:

Τα συστήματα Υγείας 48 χωρών σε όλο τον κόσμο ανέλυσε και βαθμολόγησε το πρακτορείο Bloomberg, αναδεικνύοντας αυτά του Χονγκ Κονγκ, της Σιγκαπούρης και της Ιαπωνίας ως τα καλύτερα παγκοσμίως. Στην ίδια λίστα η Ελλάδα κατέχει την 30η θέση.
Όπως αναφέρει το ΑΜΠΕ, η κάθε χώρα βαθμολογήθηκε με τρία κριτήρια: το προσδόκιμο ζωής, την κατά κεφαλήν δαπάνη στις υπηρεσίες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ και την κατά κεφαλήν δαπάνη στις υπηρεσίες υγείας σε απόλυτους αριθμούς.
Το Χονγκ Κονγκ καταλαμβάνει την πρώτη θέση, με το προσδόκιμο ζωής να ξεπερνά τα 83 χρόνια, την κατά κεφαλήν δαπάνη να ανέρχεται στο 3,8% του ΑΕΠ και τη δαπάνη σε απόλυτους αριθμούς στα 1409 δολάρια κατ' άτομο.
Στην τέταρτη θέση τοποθετείται το σύστημα υγείας του Ισραήλ, ενώ στη δεκάδα εντάσσονται και η Ισπανία, η Ιταλία, η Αυστραλία, η Νότια Κορέα, η Ελβετία και η Σουηδία.
Η Ελλάδα κατέχει την 30η θέση με το προσδόκιμο ζωής να είναι στα 80,7 χρόνια, η κατά κεφαλήν δαπάνη στο 13% του ΑΕΠ και στα 2.864 δολάρια σε απόλυτους αριθμούς. Την ίδια θέση κατέχει και η Γερμανία, όπου το προσδόκιμο ζωής είναι το ίδιο, το ποσοστό των δαπανών υγείας στο 11,7% του ΑΕΠ και το κατά κεφαλήν κόστος σε απόλυτους αριθμούς στα 4.875 δολάρια.
Σχεδόν στον πάτο της λίστας, στη 46η θέση, βρέθηκαν οι ΗΠΑ, όπου η νομοθεσία για την καθολική κάλυψη της υγειονομικής περίθλαψης ψηφίστηκε μόλις κατά την προεδρία Ομπάμα και αυτή εξαρτάται ακόμα σε μεγάλο βαθμό από τις εισφορές εργοδοτών και πολιτών.
Οι 48 χώρες, που συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα του Bloomberg, επιλέχθηκαν με κριτήρια να έχουν πάνω από πέντε εκατομμύρια κατοίκους πληθυσμό, να έχουν προσδόκιμο ζωής των κατοίκων τουλάχιστον τα 70 χρόνια και το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) να είναι τουλάχιστον 5.000 δολάρια. [4]

Η τεχνολογική αναδιάρθρωση και η αλλαγή παράδειγματος στην ιατρική και στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, και καθόλου δεν έχει ολοκληρωθεί. Υποτίθεται ότι το άγιο δισκοπότηρο είναι, προς το παρόν, η απόλυτα εξατομικευμένη διάγνωση και θεραπεία, στη βάση της ανάλυσης του dna του καθενός και της καθεμιάς· όμως, είτε έτσι είτε αλλιώς δεν είναι όλες οι παθήσεις και τα υπόλοιπα “ιατρικά προβλήματα” που συγκροτούν το φάσμα της “αρρώστιας” θέμα dna.
Λέμε ωστόσο ότι η τεχνολογική αναδιάρθρωση και η αλλαγή παραδείγματος ενσωματώνουν δύο τουλάχιστον χαρακτηριστικά:
α) Την μαζική αποειδίκευση σε διάφορες περιοχές της άλλοτε κλινικής ιατρικής, και την γενίκευση της χρήσης σύνθετων μηχανών και “μισοειδικευμένης” ή “ανειδίκευτης” εργασίας για τον χειρισμό τους·
β) Ένα είδος συγκέντρωσης κεφαλαίου σε ότι αφορά εξοπλισμούς, εγκαταστάσεις και υλικά.
Το δεύτερο θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ιδανικός συνήγορος για τα αυθεντικά δημόσια συστήματα υγείας. Πράγματι, ένα σύστημα υγείας που είναι σχεδιασμένο για να καλύπτει όλη την επικράτεια ενός καπιταλιστικού κράτους, είναι η καλύτερη δυνατότητα για “οικονομίες κλίμακας”, ορθολογική διαχείριση και κατανομή των μέσων, των υλικών και της εργασίας, κλπ. Στην πράξη η τεχνολογική αναδιάρθρωση (και η “συγκέντρωση κεφαλαίου”) δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά και μόνο μεγάλα μαζικά νοσοκομεία, δηλαδή το παλιό φορντικό παράδειγμα. Μάλλον ευνοεί (και) τις κατανεμημένες μονάδες μεσαίας ή/και μικρής κλίμακας, που συγκροτούν ένα δίκτυο ειδικών και γενικών υπηρεσιών, κατάλληλα χωροθετημένο ώστε να προσφέρει τα περισσότερα με τον πιο λειτουργικό (και όχι σπάταλο) τρόπο. 
Απ’ την άλλη μεριά η διαδικασία των αποειδικεύσεων (και επιλεγμένων υπερ-ειδικεύσεων) είναι αναπόφευκτη. Αυτό συνεπάγεται ανακατάξεις (ακόμα και συγκρούσεις συμφερόντων) μέσα στον “ιατρικό κλάδο”.

 

η ελληνική εκδοχή

Παρότι (ακόμα και με κριτήρια “κόστους / οφέλους”) ένα ορθολογικό δημόσιο σύστημα υγείας έχει (θα είχε...) πολλά πλεονεκτήματα, το ελληνικό καθεστώς κινείται προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.
Αλλά αυτό, που τώρα μοιάζει να έχει φτάσει στο σημείο έκρηξης, δεν είναι καινούργια ιστορία. Ο ελληνικός καπιταλιστικός σχηματισμός απέκτησε σχετικά αργά (σε σύγκριση με άλλους) ένα σχεδιασμένο δημόσιο σύστημα υγείας, το ε.σ.υ., μόλις το 1983-84. Αλλά σχεδόν απ’ την αρχή ήταν “ανάπηρο”, με “τρύπες”· και σταθερά άρχισε να υπονομεύεται απ’ έξω και απο μέσα, υπέρ της ιδιωτικής άσκησης ιατρικής, που για μερικά χρόνια ήταν κυρίως οι μεμονωμένοι ιδιώτες γιατροί (συμπεριλαμβανόμενων εκείνων που είχαν συμβάσεις με ασφαλιστικά ταμεία, όπως το ι.κ.α.) και οι παλιοί κλινικάρχες.
Η “αποκατάσταση” των δυνατοτήτων κερδοφορίας της ιδιωτικής ιατρικής (και, αντίστροφα, η αρχή του τέλους του ε.σ.υ.) έγινε με την αλλαγή της νομοθεσίας, το 1992. Από τότε και μετά κάθε πράξη ευρύτερης ή στενότερης ιδιωτικοποίησης, γίνεται ... για το “νοικύρεμα” του ε.σ.υ.
Και οι πράξεις αυτές, πριν αποκτήσουν θεσμική μονιμοποίηση, είχαν (και έχουν) έναν άγριο πραγματισμό λεηλασίας. Τον Δεκέμβρη του 2011 τα μητροπολιτικά συμβούλια αυτόνομων παρουσίασαν μια τεκμηριωμένη έκθεση για την διάλυση / ιδιωτικοποίηση του ε.σ.υ., με (ενδεικτικά) στοιχεία απ’ την α λα far west γενεαολογία της. [5] Αντιγράφουμε:

...
Στις 30 Ιανουαρίου του 1994 η δεξιά (αλλά και “αντιμητσοτακική” τότε) Καθημερινή κυκλοφορεί με ολοσέλιδο ρεπορτάζ με τίτλο ΙΚΑ: 5 δισ. για πλασματικές αξονικές το 1993 και υπότιτλο η “μαύρη” συνεργασία γιατρών και διαγνωστικών κέντρων αποτελεί τη βάση της παραοικονομίας σε βάρος του Ιδρύματος. Διαβάζουμε εκεί:
...
Ο διοικητής του ΙΚΑ κ. Γρ. Σολωμός δήλωσε προ ημερών, σε συνέντευξη τύπου, ότι το ίδρυμα κατέβαλε κατά το έτος 1993 για αξονικές τομογραφίες 2 δισ. δρχ. σε 18 διαγνωστικά κέντρα με τα οποία έχει σύμβαση. Και το τεράστιο αυτό ποσό αφορούσε 60.000 αξονικές τομογραφίες μόνο στο λεκανοπέδιο Αττικής. Για όλη την Ελλάδα ... το ίδρυμα πλήρωσε για αξονικές τομογραφίες 10 δισ. δρχ.
...
Το 50% έως και 60% των εξετάσεων αυτών είναι πλασματικό... Προέρχεται απ’ την “μαύρη” συνεργασία γιατρών και διαγνωστικών κέντρων. Αυτά τα διαγνωστικά κέντρα που ανεξέλεγκτα έχουν ξεφυτρώσει σε κάθε γωνιά της Αθήνας, λειτουργούν μέσα σε ακατάλληλα διαμερίσματα πολυκατοικιών, μέσα σε άθλιες ιδιωτικές κλινικές, που δεν είναι λειτουργικές ούτε για περίθαλψη τετραπόδων. Για του λόγου το ασφαλές ... στο διάστημα από 1/7/92 έως 30/9/92, δηλαδή μέσα σε 3 μήνες, έγιναν οι παρακάτω αξονικές τομογραφίες σε ασθενείς του ΙΚΑ:
Ιατρικό Αθηνών (που διαθέτει 5 αξον. τομογράφους) έγιναν 771 α.τ. σε 514 άτομα και καταβλήθηκε ποσόν 16.255.552 δρχ.
Εγκέφαλος, έγιναν 776 α.τ. σε 532 άτομα, με δαπάνη για το ΙΚΑ 15.744.504 δρχ.
Απολλώνιο, 292 α.τ. σε 205 ασφαλισμένους, δαπάνη 5.882.954 δρχ.
Τα παραπάνω ιδρύματα [sic!] είναι πολύ γνωστά στο κοινό και τόσο ο αριθμός των α.τ. όσο και η δαπάνη γι’ αυτή είναι φυσιολογική. Ας πάμε όμως πιο πέρα για να γίνει η σύγκριση:
Αθήνα - Νέα Αίγλη (πρόκειται για κάποια κλινική, την γνωρίζετε;) στο ίδιο διάστημα έγιναν 1364 α.τ., σε 972 άτομα, με δαπάνη για το ΙΚΑ 27.802.071 δρχ.
Ακτινοδιαγνωστική α.ε., 1499 α.τ. σε 933 άτομα, εισέπραξε 30.368.032 δρχ.
Μαγνητική τομογραφία α.ε., έκανε 1363 α.τ. σε 848 άτομα και εισέπραξε 27.489.694 δρχ.
...
Και δεν είναι μόνο οι αξονικές τομογραφίες που εμφανίζουν αυτήν την εικόνα. Το ίδιο συμβαίνει με όλες τις εξετάσεις υψηλής τεχνολογίας.
Για λιθοτριψίες στους πρώτους 9 μήνες του 1992 το ΙΚΑ κατέβαλε 165.997.440 δρχ. για 810 άτομα. Ψηφιακές αγγειογραφίες έγιναν σε 3.266 άτομα με δαπάνη του ιδρύματος 559.929.996 δρχ. Για ειδικές εξετάσεις σε διάστημα 6 μηνών (από 1/7/92 έως 31/12/92) κατέβαλε το ΙΚΑ σε διάφορα διαγνωστικά κέντρα ποσό 1.327.196.175 δρχ. (scaning, υπερήχους, τεστ κοπώσεως, doppler, ορμονικές εξετάσεις κ.α.)
...
Το πιο εξωφρενικό όμως είναι ότι όλοι οι Αθηναίοι φαίνεται ότι είμαστε κουφοί. Δεν εξηγείται διαφορετικά το γιατί οι ΩΡΛ γιατροί στέλνουν όλους τους ασφαλισμένους για ειδικές εξετάσεις σε δύο ακουονευρολογικά κέντρα που έχουν ιδρυθεί σχετικά πρόσφατα.
...
“Ξέρετε, οι εξετάσεις αυτές είναι πολλές” λέει ο κ. Σολωμός “και οι γιατροί, για να μην κουράζονται να τις γράφουν, τις έχουν τυπώσει σε σφραγίδες. Έτσι, βάζουν μια σφραγίδα και δίνουν το παραπεμπτικό. Για κάθε ασθενή καταβάλλει το ΙΚΑ 174.500 δρχ.
Αλλά ο ρόλος των σφραγίδων δεν περιορίζεται μόνο στις εξετάσεις για την ακοή. Αν υπήρχαν ελεγκτές κι αν έκαναν σωστά την δουλειά τους, θα ανακάλυπταν στα συρτάρια διαφόρων κλινικών και διαγνωστικών κέντρων πολλές σφραγίδες γιατρών. Ο διοικητής του ΙΚΑ αφηγείται ότι μια κυρία, που διευθύνει μια κλινική, βγήκε σε κάποιο κανάλι και μίλησε για τα πλεονεκτήματα της σύγχρονης τεχνολογίας. Και ανενδοίαστα κατέληξε να πει: "Δεν είναι ανάγκη να ταλαιπωρείστε και να πηγαίνεται στο γιατρό ή στο ΙΚΑ. Φέρτε απλώς σε μας το βιβλιάριό σας κι εμείς θα τα τακτοποιήσουμε όλα”.

Σε άλλο ρεπορτάζ του αφιερώματος, αναφέρεται:

...
Οι νέοι γιατροί δεν βρίσκουν δουλειά στην ελλάδα, βρίσκουν όμως έτοιμη την βιομηχανία της παραοικονομίας. Τυπώνουν μια και δυο και τρεις σφραγίδες, τις δίνουν στις κλινικές και τα διαγνωστικά κέντρα, και παίρνουν τα ποσοστά τους για κάθε πλαστή ιατρική πράξη. Ποσοστά έχουν όλοι οι γιατροί που δίνουν τα παραπεμπτικά.
Η πίτα μοιράζεται. Ποσοστό έχουν ακόμη και οι οδηγοί των ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ και οι τραυματιοφορείς τους, γιατί έχουν την δυνατότητα να κατευθύνους τους ασθενείς στα νοσηλευτηρία που επιθυμούν.
...
Ο χειρούργος Βασίλης Λαοπόδης, πρόεδρος της “ομοσπονδίας νοσοκομειακών γιατρών ελλάδας”, επιμελητής Α στο νοσοκομείο του Ε.Ε.Σ. απαντάει στην ερώτηση για το πως λειτουργεί η παραοικονομία στα νοσοκομεία:
"Πρώτα με τον εκβιασμό. Πρόκειται για έμμεση άρνηση να προσφέρει ο ειδικός τις υπηρεσίες του στον ασθενή. Μην ξεχνάμε όμως ότι έχει διαμορφωθεί πλέον ανάλογα και η συμπεριφορά του ασθενή ή των συγγενών του. Θεωρεί υποχρέωσή του το “φακελάκι”.
Στον ιδιωτικό τομέα, κάθε παραπομπή ασφαλισμένου, και όχι μόνο του ΙΚΑ αλλά σε όλα σχεδόν τα ταμεία, έχει το ποσοστό της”.
“Μας κατήγγειλαν ότι οι αξονικοί τομογράφοι των νοσοκομείων είναι συνεχώς ‘χαλασμένοι’ και έτσι στέλνονται οι ασθενείς σε ιδιωτικά εργαστήρια” επισημάναμε στον κ. Λαοπόδη.
“Στη χώρα μας”, μας απαντάει, “έχουμε 120 [ιδιωτικούς κυρίως] αξονικούς τομογράφους, περισσότερους απ’ όσους έχει η Ν. Υόρκη. Η δυτική Ελλάδα μόνον έχει 14 αξονικούς τομογράφους. Σ’ αυτούς διοχετεύονται οι ασφαλισμένοι των ταμείων. Αν το κράτος αγοράσει 60 αξονικούς τομογράφους, που η αξία τους θα αποσβεστεί μέσα σε έναν χρόνο, το πρόβλημα θα λυθεί...”

Ο χρυσός κρίκος στην αλυσίδα της μεταφοράς πλούτου στους επιχειρηματίες της υγείας ήταν, για δυο δεκαετίες, τα ασφαλιστικά ταμεία. Η “πείνα” της άγριας συσσώρευσης (και) σ’ αυτήν την περιοχή του κοινωνικού εργοστάσιου ήταν και είναι ακόρεστη, ενώ οι ουσιαστικές αντιστάσεις μικρές και αναποτελεσματικές. Αν και η τάση ιδιωτικοποίησης, (που έχει καβαλήσει για τα καλά το άλογο της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης) είναι διεθνής, στο ελλαδιστάν ήταν και είναι “σαν στο σπίτι της”.
Αντιγράφουμε (για το διεθνές του πράγματος) και πάλι απ’ την έκθεση των μητροπολιτικών συμβουλίων:

Εάν η δεκαετία του ’00 τελείωνε φυσιολογικά τότε θα είμασταν μάρτυρες ακόμα μεγαλύτερων θριαμβολογιών για την άκρα υγεία της βιομηχανίας της υγείας στην ελλάδα. Αλλά το θηρίο που τρεφόταν επί χρόνια, ο χρηματοπιστωτισμός, άρχισε απ’ τα μέσα του 2007 να τρεκλίζει· τον φθινόπωρο του 2008 είχε έναν ακόμα απότομο και δυνατό σπασμό. Τι συνέπειες θα μπορούσε να έχει αυτή η κρίση και, κυρίως, η διαχείρισή της απ’ τα κράτη, τόσο στο ελληνικό σύστημα δημόσιας υγείας όσο και στην ντόπια βιομηχανία; Ειδικά για το δεύτερο μερικά πράγματα τα ξεκαθαρίσε στο προσωπικό του blog, νωρίς νωρίς (ανάρτηση στις 28/11/2008) κάποιος υπεράνω υποψίας για κομμουνιστιλίκια και άλλα τέτοια. Ο κύριος Γιάννης Πανάρετος, που έγινε αργότερα για ένα μικρό διάστημα υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου παιδείας και θρησκευμάτων. Έγραψε λοιπόν τότε ο εν λόγω:
Παρακολούθησα την περασμένη βδομάδα στην Ελβετία ένα διεθνές συνέδριο διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων υγείας στο οποίο έλαβαν μέρος και ορισμένοι ακαδημαϊκοί (2008 European MedTech Summit). Με εντυπωσίασαν ορισμένα πράγματα που άκουσα σε ένα πάνελ σε συμμετοχή σημαντικών στελεχών της βιομηχανίας.
Οι βιομηχανίες που σχετίζονται με τις παροχές υγείας παγκοσμίως περνούν κρίση. Θα είναι η μεγαλύτερη κρίση μετά από αυτή που περνούν οι ασφαλιστικές εταιρείες και η αυτοκινητοβιομηχανία, Οι βιομηχανίες αναμένεται να έχουν μέχρι το 2017 ζημιές 67 δις. Δολάρια. Το 50% των εργασιών των βιομηχανιών αυτών πραγματοποιείται στις ηπα (που έχουν το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού).
Επειδή φαίνεται ότι η κρατική χρηματοδότηση για την υγεία έχει φτάσει στα όρια των υφιστάμενων δυνατοτήτων, η τακτική που η παγκόσμια βιομηχανία υπηρεσιών υγείας προωθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης που περνά είναι η προσπάθεια για διεύρυνση της ιδιωτικής συμμετοχής στο κόστος προσφοράς υπηρεσιών και η χαλάρωση των διαδικασιών στις κλινικές δοκιμές ώστε να κυκλοφορούν ταχύτερα τα νέα φάρμακα.
Όσον αφορά την ιδιωτική συμμετοχή στις δαπάνες, ήδη στην Κίνα ο πολίτης πληρώνει από την τσέπη του για όλες τις υπηρεσίες. Αλλά και στην ΕΕ η Τσεχία προχωρά στο μοντέλο αυτό. Ήδη οι πολίτες στην Τσεχία συμμετέχουν στο κόστος και φαίνεται ότι η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε πλήρη ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών υγείας. Αυτό φυσικά θα έχει αλυσιδωτές αντιδράσεις στις άλλες χώρες της ΕΕ, αφού με την ελεύθερη μετακίνηση πολλοί πολίτες από τις υπόλοιπες χώρες θα επιλέγουν την Τσεχία για ιατρικές παροχές. Επίσης, πολλοί ασθενείς επιλέγουν την Τουρκία για θεραπεία λόγω του χαμηλού κόστους εκεί.
Ο ετήσιος τζίρος της αγοράς όπου οι ασθενείς πληρώνουν από την τσέπη τους για προϊόντα ιατρικής τεχνολογίας έχει φτάσει στα 15 δισ. δολάρια. Ταυτόχρονα, με την πρόοδο της επιστήμης και τα νέα προϊόντα και μεθόδους που είναι διαθέσιμα, το κόστος των υπηρεσιών έχει ανέβει δραματικά. Για παράδειγμα, το κόστος για την θεραπευτική αγωγή λευχαιμίας μπορεί να φτάσει και το 1 εκ. δολαρία.
Όσο αφορά τις κλινικές δοκιμές, πολλοί επιστήμονες είναι δύσπιστοι για την εγκυρότητα αυτών που γίνονται στην Ινδία. (Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές εταιρείες έχουν μεταφέρει εκεί την έδρα τους). Επίσης, στην Αγγλία, η κυβέρνηση είναι περισσότερο ανοικτή πλέον σε κλινικές δοκιμές που γίνονται με μελέτες παρατηρήσεων (observational studies), παρά σε μελέτες πειραματικού σχεδιασμού (που κοστίζουν και περισσότερο).
Η προσπάθεια των βιομηχανιών για αύξηση της ιδιωτικής συμμετοχής τις δαπάνες εξηγείται και από την μεγαλύτερη έμφαση που δίνουν πλέον οι πολίτες στα θέματα υγείας. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη health έχει περισσότερες αναζητήσεις στο ιντερνετ από τη λέση sex.

Αυτή είναι (ήταν) μια σπουδαία “διάγνωση” για την μελλοντική υγεία της βιομηχανίας της υγείας!!! Και, φυσικά, κάθε κράτος θα έπρεπε να κάνει το καλύτερό του υπέρ της. Αξίζει γι’ αυτό να προσέξουμε στο πιο πάνω ρεπορτάζ δύο τουλάχιστον σημεία. Πρώτον, οι εκπρόσωποι της (διεθνούς) βιομηχανίας της υγείας αναγνώριζαν το 2008 το ρόλο των κρατικών ταμείων, της μεταφοράς δηλαδή προς τα λογιστήριά τους σημαντικών ποσών των δημόσιων συστημάτων υγείας· όπως, βέβαια, και τα ζόρια που θα αντιμετώπιζαν απ’ το 2008 αυτά τα κρατικά ταμεία στις εκροές τους (και) προς την βιομηχανία της υγείας. Και δεύτερον, ότι την “έξοδο απ’ την κρίση” σχεδίαζαν να την πραγματοποιήσουν πατώντας πιο γερά στα πορτοφόλια των ασθενών. Άρα, μεταξύ άλλων, με ακόμα μεγαλύτερες δόσεις ιδιωτικοποιήσεων. Που θα έπρεπε να σερβίρονται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. [6]

 

πατέντες...

Η ομαδοποίηση των κλάδων υγείας διάφορων ασφαλιστικών ταμείων θα μπορούσε να θεωρηθεί πράξη εξορθολογισμού και δικαιοσύνης, ειδικά εάν οι παροχές δεν ομογενοποιούνταν “προς τα κάτω”. Όταν όμως κάποιος συγκεντρώνει τις ιερές αγελάδες της ιδιωτικοποίησης χωρίς να συγκρουστεί σκληρά με όλες τους μικρούς και μεγάλους επιχειρηματίες που τις άρμεγαν, είναι προφανές ότι τις συγκεντρώνει για να οργανώσει καλύτερα την εκμετάλλευσή τους. Η δημιουργία του εοπυυ (ξεκίνησε να υπάρχει την 1η Σεπτέμβρη του 2011) ήταν μία ανάμεσα σε κάμποσες άλλες ιδέες, ενέργειες και μεθοδεύσεις που συμβάδιζαν απόλυτα με αυτά που είχε “σχολιάσει” ο Πανάρετος 3 χρόνια πριν: τα κέρδη της βιομηχανίας της υγείας - και τα μάτια σας! Απ’ την δημιουργία “ιδιωτικών μονάδων ημερήσιας νοσηλείας”, μέχρι την (φαεινή, Λομβέρδια ιδέα, που δεν περπάτησε) της “διοικητικής ενοποίησης δημόσιων νοσοκομείων και ιδιωτικών κλινικών”!
Ειδικά για την ιδιωτική εργαστηριακή ιατρική, που (με κύρια δύναμη πυρός τα μεγάλα μαγαζιά) είχε σμπαραλιάσει επι πολλά χρόνια το ε.σ.υ. και τα ασφαλιστικά ταμεία, η επικύρωση της ιδιωτικής συγκέντρωσης κεφαλαίου είναι πια, σχεδόν, πανηγυρική.
Σ’ ένα δημοσίευμά της η καθεστωτική στις 25 του περασμένου Οκτώβρη η καθεστωτική “ημερησία” περιγράφει τον θρίαμβο ωμά:

τίτλος: σε ιδιωτικά κέντρα παραχωρούνται οι εργαστηριακές εξετάσεις του εσυ
ρεπορτάζ: Σε ιδιώτες “μεταβιβάζονται” οι εργαστηριακές εξετάσεις του εσυ. Το υπουργείο υγείας δρομολογεί άμεσα την ανάθεση των εργαστηριακών εξετάσεων των δημόσιων νοσοκομείων σε ιδιωτικά κέντρα, προκειμένου να μειώσει [!!!!] τις σχετικές δαπάνες των δημόσιων νοσοκομείων, οι οποίες μόνο το α εξάμηνο του έτους έφτασαν τα 75 εκατ. ευρώ...
Άλλωστε, δεν θεωρείται καθόλου τυχαία η απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των ιδιωτικών διαγνωδτικών κέντρων. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες της “ΗτΣ”, μεγάλος όμιλος πολυϊατρείων και διαγνωστικών κέντρων έχει δρομολογήσει την 24ωρη λειτουργία του επτά ημέρες την εβδομάδα, 365 ημέρες τον χρόνο.
...
Τα νοσοκομειακά εργαστήρια θα είναι στελεχωμένα με το αναγκαίο προσωπικό για τη διενέργεια συγκεκριμένων εξετάσεων. Πρόκειται για τις λεγόμενες εξετάσεις εφημερίας, δηλαδή τις επείγουσες εξετάσεις από τις οποίες εξαρτάται άμεσα η κατάσταση υγείας και ενδεχομένως η ζωή του ασθενή. Τα νοσοκομεία εργαστήρια θα διενεργούν δηλαδή τις απολύτως απαραίτητες εξετάσεις και με το μικρότερο δυνατό κόστος.
Τις υπόλοιπες εξετάσεις τα νοσοκομεία θα τις αναθέτουν στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, τα οποία θα επιλεγούν μετά από διαγωνισμό που θα διενεργηθεί ανά Υγειονομική Περιφέρεια. Οι εξετάσεις αυτές θα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: ημερήσιες, μέσου χρόνου, και σπάνιες.
...
Σημειώνεται ότι σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχουν μεγάλες εταιρείες, οι οποίες παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες, με ετήσιους τζίρους άνω των 10 δισ. δολαρίων, ενώ και σε ευρωπσαϊκό επίπεδο έχουν δημιουργηθεί ανάλογες αλυσίδες ή κοινοπραξίες εργαστηρίων. Στη χώρα μας, στη λίστα με τις μεγάλες επιχειρήσεις του χώρου, συγκαταλέγονται η Βιοϊατρική και η Euromedica.

Η ρητορική είναι η γνωστή: αν τις εξετάσεις τις κάνουν ιδιωτικές επιχειρήσεις, θα είναι φτηνότερες... Είναι ένα ακόμα απ’ τα τεράστια ψέμματα των λακέδων της ιδιωτικής κερδοφορίας. Άλλωστε κανείς δεν κάνει τον κόπο να εξηγήσει χωρίς ψέμματα το “γιατί θα είναι φτηνότερες” (συμπεριλαμβάνοντας και τα κέρδη του ιδιώτη επιχειρηματία) σε σχέση με, απλά, την ορθολογική οργάνωση των νοσοκομειακών εργαστηρίων.
Οι αριθμοί δείχνουν το ακριβώς αντίθετο. Ένα μεσαίου μεγέθους ιδιωτικό εργαστήριο αιματολογικών αναλύσεων, εξοπλισμένο κατάλληλα με ρομποτικούς αναλυτές, μπορεί μέσα σε μόνο μία βάρδια 6 έως 7 ωρών, πληρώνοντας το πολύ 10 άτομα / ημερομίσθια (οι μισοί τουλάχιστον απ’ αυτούς είναι μισοειδικευμένοι χειριστές) και με μέτρια ένταση εργασίας, να κάνει τις όποιες (όχι εξαιρετικά σπάνιες) αιματολογικές εξετάσεις 800, 900, ακόμα και 1000 ατόμων. Για να υπάρχει εικόνα αυτού του μεγέθους, αρκεί να συγκριθεί με το ότι ο “ευαγγελισμός” είχε το πρώτο εξάμηνο του 2013 “ημερήσια κίνηση ασθενών” (επείγοντα περιστατικά, τακτικά ιατρεία, απογευματινά ιατρεία) 573 άτομα· και το “Γεννηματάς” 680. Για ποιόν λόγο ένα δημόσιο εργαστήριο αιματολογικών αναλύσεων μεσαίου μεγέθους, στεγασμένο σε καθένα απ’ αυτά τα δύο νοσοκομεία, δεν θα ήταν σημαντικά φτηνότερο απ’ το αντίστοιχο ιδιωτικό και εξίσου αποτελεσματικό, εφ’ όσον δεν θα υπήρχε το επιχειρηματικό κέρδος, και οι προμήθειες (μηχανημάτων, αντιδραστηρίων, κλπ) θα μπορούσαν να είναι αν όχι φτηνότερες (υπέρ του δημόσιου) έστω στις ίδιες τιμές; Για κανέναν!!

 

Sarajevo 79 - 12/2013

 

προσωρινός επίλογος

Εξηγήσαμε σε αδρές γραμμές (προσπαθήσαμε τουλάχιστον!) το πως η πολύ γρήγορη (και όλο και πλατύτερη) μηχανοποίηση της εργαστηριακής ιατρικής, που έχει γίνει (η εργαστηριακή ιατρική) η αδιαμφισβήτητη σπονδυλική στήλη των “υπηρεσιών υγείας” προκαλεί μια διπλή κίνηση. Απ’ την μια την συγκέντρωση κεφαλαίου, αφ’ ετέρου την αποδειδίκευση διάφορων μορφών (ιατρικής) εργασίας, και την αντικατάσταση αυτής της τελευταίας από “ανειδίκευτη” (και πάντος εξαιρετικά φτηνή) εργασία. Σε ότι αφορά το μεγάλο πλήθος των αιματολογικών εξετάσεων, η φάμπρικα, καταργώντας σε μεγάλο βαθμό τον μικροβιολόγο, έχει τις εξής θέσεις:
- την αιμοληψία·
- την μεταφορά των δειγμάτων αίματος (ορός ή πλάσμα) στο εργαστήριο·
- την ομαδοποίηση των δειγμάτων ανά εξέταση·
- την τροφοδοσία των ρομποτικών μηχανών με τα δείγματα·
- τον χειρισμό των μηχανών·
- την τακτοποίηση / ταυτοποίηση των αποτελεσμάτων ανά παραπεμπτικό / εξεταζόμενο·
- την επίβλεψη της διαδικασίας από κάποιον ειδικό (χημικό, βιοχημικό, κλπ).
Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι εξαιρετικά μεγάλη υπ’ αυτές τις συνθήκες· δώσαμε νωρίτερα μια τάξη μεγέθους. Τα λειτουργικά κόστη επίσης χαμηλά (πέρα απ’ το κόστος αγοράς και συντήρησης των μηχανών). Επιπλέον το μεγαλύτερο μέρος της απαιτούμενης εργασίας μπορεί να πληρώνεται με τον κατώτερο μισθό, κατώτερο ακόμα και απ’ τον “επίσημα” ορισμένο σαν τέτοιο. Για παράδειγμα, στην “ελεύθερη αγορά”, ο τωρινός μηνιαίος μισθός μια αιμολήπτριας, για 6 ώρες δουλειά 6 ημέρες την εβδομάδα, είναι 300 έως 320 ευρώ.

Το μόνο (με τα τωρινά δεδομένα) εμπόδιο σ’ αυτήν την διαδικασία βιομηχανοποίησης των εξετάσεων είναι η σχέση που έχουν αναπτύξει οι πραγματικά (ή κατά φαντασίαν) ασθενείς με τους συνοικιακούς ιδιώτες εργαστηριακούς: αυτοί οι τελευταίοι (συνήθως γυναίκες μικροβιολόγοι) έχουν γίνει κάτι σαν “λαϊκοί ψυχολόγοι” (όπως ανάλογα οι συνοικιακοί φαρμακοποιοί) αφού, λόγω της τακτικής σχέσης των πελατών μ’ αυτούς (είπαμε: η θεραπεία σχεδόν για τα πάντα περνάει μέσα από εξετάσεις και κόντρα εξετάσεις) ακούνε, θέλουν δε θέλουν, όλα τα καθημερινά τους μικροπροβλήματα, σχετικά ή άσχετα με την υγεία τους, ατομική ή/και οικογενειακή. Όπως η γενίκευση της φαρμακοκατανάλωσης έκανε τους συνοικιακά φαρμακεία κάτι σαν “μίνι” κέντρα πρωτοβάθμιας υγείας, έτσι και η γενίκευση της εργαστηριακής ιατρικής έκανε, για ένα τουλάχιστον μέρος του πληθυσμού (στο οποίο συμπεριλαμβάνονται “δυναμικά” και οι συνταξιούχοι) τα συνοικιακά μικροβιολογικά εργαστήρια κάτι σαν “μίνι” κέντρα ψυχοθεραπείας.
Κι εδώ παίζει αντικειμενικά ρόλο ο εοπυυ, σαν “οργανωτής του αρμέγματος”: εάν με τα διάφορα μαφιόζικα κόλπα μη πληρωμής των εξετάσεων των ασφαλισμένων του (όπως κάνει και με τα φάρμακα...) καταφέρει να περιορίσει τις “μικρές” ιδιωτικές εργαστηριακές επιχειρήσεις (προς όφελος του συγκεντρωμένου ιδιωτικού κεφάλαιου πάντα!) θα  “καθαρίσει” το πεδίο απ’ τα “ψιλά” που μαζεύτηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες της σχετικά ανοργάνωτης και “έχειγιαόλους” ιδιωτικοποίησης.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Αυτός που γράφει αυτήν την αναφορά δεν είναι γιατρός ή κάτι παρόμοιο. Είναι ένας απλός κούριερ / μεταφορέας δειγμάτων αίματος, ούρων ή/και κοπράνων, από τα κλασσικά μικροβιολογικά εργαστήρια σε ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο, όπου γίνονται μαζικά πάμπολλες εξετάσεις. Είναι, επίσης, και “περίεργος”.
[ επιστροφή ]

2 - Τα “διαγνωστικά κέντρα” άρχισαν να φυτρώνουν στην ελλάδα απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 - και αναπτύχθηκαν μέσω της οργανωμένης “μαύρης” μεταφοράς πελατών απ’ το ε.σ.υ. προς πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι γνώστες του “χώρου” υποστηρίζουν ότι βασικός μέτοχος / ιδιοκτήτης στη μία απ’ τις μεγάλες “αλυσίδες” διαγνωστικών κέντρων στην ελλάδα, της “βιοϊατρικής”, είναι η σύζυγος του Κρεμαστινού, πρώην υπουργού υγείας (1993 - 1996). Το 2010 η “βιοϊατρική” είχε 45 υποκαταστήματα πανελλαδικά και η (άλλη μεγάλη του κλάδου, του εμπόρου όπλων Λιακουνάκου) euromedica 30, ενώ μαζί απασχολούσαν 5.000 εργαζόμενους.
Πέρα, πάντως, απ’ τις μετοχικές συνθέσεις “σδιτ”, οι συχνές επισκέψεις, συσκέψεις, διαβουλεύσεις του νυν υπουργού πλασιέ με τους ιδιοκτήτες και τους διευθυντές των σημαντικότερων επιχειρήσεων υγείας, δείχνει (και εδώ!) με ακρίβεια το ποιός βγάζει την “γραμμή”. Δείχνει επίσης ότι η “παλιοτρόικα” και οι “απαιτήσεις” της είναι αυτός ο διαρκής αποπροσανατολισμός που χρειάζεται η εθνική ενότητα.
[ επιστροφή ]

3 - Μια μηχανή “εικονικών” εξετάσεων δούλεψε καλά για χρόνια, και δουλεύει ακόμα: οι ιδιώτες παθολόγοι, συνεργαζόμενοι με συγκεκριμένους ιδιώτες εργαστηριακούς έγραφαν πολλές εξετάσεις που δεν χρειάζονταν· και δεν γίνονταν καν, χρεώνονταν όμως στα ταμεία. Η “διαφορά” μοιραζόταν μεταξύ των έτσι συνεργαζόμενων ιδιωτικών γιατρών. Η δικαιολόγηση αυτής της πρακτικής ήταν ότι οι τιμές των εξετάσεων (οι τιμές που πλήρωναν τα ταμεία) είχαν μείνει καθηλωμένες χαμηλά για πολλά χρόνια...
[ επιστροφή ]

4 - Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, ίσως, στη συγκεκριμένη έρευνα, το πόσο απ’ την “κατα κεφαλή δαπάνη” για την υγεία πληρώνεται απ’ τις τσέπες των υπηκόων, όπως και η σχέση αυτού του ποσού με τα πραγματικά εισοδήματα καθενός. Και στις δύο περιπτώσεις η έρευνα του Bloomberg μιλάει με “μέσους όρους”, που είναι παραπλανητικοί. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, το ελλαδιστάν βρίσκεται μακράν πρώτο σε μια λίστα 34 κρατών μελών του οοσα: απ’ τα 2.864 δολάρια της “κατα κεφαλήν δαπάνης” υγείας τον χρόνο, κάτι λιγότερο απ’ τα μισά (1.051 δολ.) πληρώνονται απ’ την τσέπη. Και αυτό ισοδυναμεί με 4,76% του “κατα κεφαλήν αεπ”, επίσης μια πρωτιά με διαφορά.
Αντίστοιχα, απ’ τα 4.875 δολάρια της γερμανικής “κατα κεφαλήν δαπάνης” υγείας, μόνο τα 605 είναι απ’ - την - τσέπη, ένα 1,46% του “κατά κεφαλήν αεπ”.
[ επιστροφή ]

5 - Τίτλος: η χρεωκοπία των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και ο ρόλος των γιατρών σ’ αυτήν.
[ επιστροφή ]

6 - Στις 21 Φλεβάρη του 2010, δηλαδή 3 μήνες ΠΡΙΝ την “επίσημη αναγνώριση της ελληνικής κρίσης δημόσιου χρέους”, η καθεστωτική εφημερίδα “καθημερινή” δημοσίευσε μια συνέντευξη με τον διευθυντή της νευροχειρουργικής κλινικής του “Γ. Γεννηματάς” (και κανούργιο τότε πρόεδρο του “κεντρικού συμβουλίου υγείας”) Ανδρέα Σερέτη. Να μερικά αποσπάσματα:

– Κύριε Σερέτη, μετείχατε στην επιτροπή που συνέταξε τον ιδρυτικό νόμο του ΕΣΥ. Είστε ικανοποιημένος από την πορεία των πραγμάτων;
– Σήμερα, τα προβλήματα στον χώρο της Υγείας είναι μεγαλύτερα από αυτά της δεκαετίας του ’80. Το μείζον πρόβλημα είναι ότι έχουμε 70.000 γιατρούς, που αρκούν για να λειτουργήσει το Εθνικό Σύστημα Υγείας μιας χώρας 30 εκατομμυρίων κατοίκων. Εχουμε ένα “σύστημα” πρωτότυπο διεθνώς, που εξαντλείται στα νοσοκομεία και υπηρετείται από γιατρούς με τελείως διαφορετικές εργασιακές σχέσεις (νοσοκομειακοί, πανεπιστημιακοί, στρατιωτικοί γιατροί, γιατροί ασφαλιστικών ταμείων και ιδιώτες). Διότι, όταν μιλάμε για Σύστημα Υγείας, δεν περιλαμβάνουμε μόνο τους νοσοκομειακούς γιατρούς... Υπάρχει, μάλιστα, μια «υπερκατηγορία» γιατρών που έχουν κρατήσει την πανεπιστημιακή ιδιότητα (είναι εκπαιδευτές στο νοσοκομείο - πανεπιστήμιο) και ασκούν την ιατρική σε ιδιωτικά θεραπευτήρια...
Αυτές οι διαφοροποιήσεις προκαλούν συγκρούσεις. Νομοτελειακά συγκρούονται «πελατειακά» συμφέροντα και όχι επιστημονικά...
Ο πληθωρισμός των γιατρών μαζί με την ύπαρξη πολλών μικρών νοσοκομείων είναι τα μεγάλα προβλήματα. Διότι παράγει πλασματικό ιατρικό έργο, μη αναγκαίες εξετάσεις και ιατρικές πράξεις. Ενα τεράστιο πεδίο έχει αφεθεί στον ιδιωτικό τομέα κι έτσι πολλαπλασιάζεται το κόστος και για τους πολίτες και για τα ασφαλιστικά ταμεία.
– Εμποδίζεται έτσι η ορθολογική ανάπτυξη του ΕΣΥ;
– Είναι βέβαιο ότι είμαστε εκτός ορθολογικής ανάπτυξης. Επίσης, η κατάσταση αυτή συμβάλλει στην πλημμελή εκπαίδευση και εμπειρία των γιατρών. Η Μεγάλη Βρετανία, με πληθυσμό 60 εκατ. έχει 240 νευροχειρουργούς σε 36 νευροχειρουργικά κέντρα. Εμείς έχουμε περισσότερους από 300 σε 32 κέντρα.
Μάλιστα, 4.500 από τις περίπου 7.000 επεμβάσεις που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα γίνονται σε πέντε νευροχειρουργικές κλινικές. Στις υπόλοιπες, γιατροί μπορεί να χειρουργούν μία φορά τον μήνα. Οι ειδικευόμενοι υποειδικεύονται. Οι αριθμοί μαρτυρούν την πλημμελή τους εκπαίδευση και εμπειρία.
...
– Στο σημείο αυτό, δεν υπάρχουν τεράστια συμφέροντα του ιδιωτικού τομέα;
– Από το 1986 και μετά, το “παιχνίδι” παιζόταν με παρεμβάσεις αυτών των συμφερόντων, που είναι πολλά στον χώρο της Υγείας. Ολόκληροι τομείς της υγείας έχουν μεταφερθεί στα ιδιωτικά θεραπευτήρια. Από τις 10.000 καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, μόνο 2.130 γίνονται στα δημόσια νοσοκομεία και 1.700 στο Ωνάσειο. Οι υπόλοιπες έχουν “παραχωρηθεί” στον ιδιωτικό τομέα.
– Δεν είναι προτιμότερο από τα καραβάνια ασθενών που κατευθύνονταν στην Αγγλία;
– Ο ιδιωτικός τομέας κοστίζει περισσότερο. Κάθε καρδιοχειρουργική επέμβαση κοστίζει 9.000 ευρώ, ενώ στα δημόσια 5.000 ευρώ. Εάν υπήρχε αυτάρκεια, θα εξοικονομούνταν 32 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Λόγω των ελλείψεων, τα νοσοκομεία είναι εξαρτημένα από τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα και θεραπευτήρια. Η τακτική να μην εγκρίνονται εξετάσεις στον ιδιωτικό τομέα δεν έχει αποτέλεσμα. Φτάσαμε στο σημείο να λέμε στον κόσμο “δεν θα κάνεις μαγνητική εάν προηγουμένως δεν κάνεις αξονική”. Οπωσδήποτε, δηλαδή, να υποστεί την ακτινοβολία... Είναι παράλογο. Έτσι είναι όλο το σύστημά μας.

[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020