Sarajevo
 

spirit
η επιστροφή των
καλών πνευμάτων

Έχει περάσει από κανενός το μυαλό ότι η δραστική μείωση του χρόνου εργασίας είναι μια εργατική απαίτηση που, ακόμα περισσότερο σε συνθήκες κρίσης, είναι δικαιολογημένη και ρεαλιστική για τα εργατικά συμφέροντα;
Αν ναι, ας το ξεχάσει!!! Ένας αμερικάνος ανθρωπολόγος διατείνεται πως όσο σωστό και δίκαιο κι αν είναι κάτι τέτοιο, πρέπει να κάνουμε υπομονή. Πρώτα πρέπει να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό, και μετά βλέπουμε...

[ Διαβάστε: το σύγχρονο φαινόμενο των bullshit διανοούμενων ]

 

Sarajevo 78 - 11/2013

 

το σύγχρονο φαινόμενο των bullshit δουλειών

Το 1930 ο John Maynard Keynes έκανε την πρόβλεψη ότι ως το τέλος του 20ου αιώνα η τεχνολογία θα έχει αναπτυχθεί τόσο ώστε χώρες σαν την Βρετανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι σε θέση να καθιερώσουν εργάσιμη εβδομάδα 15 ωρών. Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι είχε δίκιο. Από τεχνολογική άποψη κάτι τέτοιο θα ήταν απόλυτα εφικτό. Αλλά δεν έχει συμβεί. Αντίθετα η τεχνολογία έχει οργανωθεί με τέτοιο τρόπο που, αν μη τι άλλο, μας κάνει όλους να δουλεύουμε περισσότερο. Για να επιτευχθεί αυτό έχουν δημιουργηθεί είδη δουλειάς που είναι, πρακτικά, άχρηστα. Τεράστιες μάζες ανθρώπων στο δυτικό κόσμο τρώνε όλη τους την εργασιακή ζωή κάνοντας πράγματα που μέσα τους πιστεύουν ότι δεν χρειάζονται πραγματικά. Και είναι προφανής η ηθική και διανοητική ζημιά που προκαλείται έτσι. Είναι μια πληγή στη συλλογική μας ψυχή. Κι όμως σχεδόν κανένας δεν θίγει το ζήτημα.

Γιατί η πολλά υποσχόμενη ουτοπία του Keynes, για την οποία ήδη απ’ την δεκαετία του 1960 μιλούσαν τόσοι, δεν πήρε ποτέ σάρκα και οστά; Η συνηθισμένη απάντηση είναι ότι ο Keynes δεν προέβλεψε την μαζική αύξηση του καταναλωτισμού. Υποτίθεται ότι έχοντας να διαλέξουμε ανάμεσα σε λιγότερες ώρες δουλειάς και περισσότερα είδη κατανάλωσης, προτιμήσαμε συλλογικά το δεύτερο. Αυτή η άποψη είναι ένα ωραίο παραμύθι περί ηθικών επιλογών, μόνο που ακόμα και μια γρήγορη σκέψη επ’ αυτού δείχνει ότι δεν ισχύει. Γιατί ναι, είναι αλήθεια, είμαστε μάρτυρες της δημιουργίας μιας τεράστιας ποικιλίας δουλειών και βιομηχανιών απ’ το 1920 και μετά· μόνο που πολύ λίγα απ’ αυτά έχουν οποιαδήποτε σχέση με την παραγωγή και την διανομή του σούσι, των iphones ή φανταχτερών παπουτσιών.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: τι ακριβώς είναι οι υπόλοιπες δουλειές; Μια πρόσφατη έρευνα που κάνει συγκρίσεις με την δομή της απασχόλησης στις ΗΠΑ το 1910 με το 2000 προσφέρει μια καθαρή εικόνα. Στη διάρκεια αυτού του αιώνα, ο αριθμός των εργατών που δουλεύουν στον τριτογενή σαν οικιακοί βοηθοί, στην βιομηχανία, και στον αγροτικό τομέα, έχουν μειωθεί δραματικά. Στην ίδια χρονική περίοδο, “οι επαγγελματίες, τα στελέχη επιχειρήσεων, οι υπάλληλοι, οι πωλητές και οι εργαζόμενοι στον τομέα παροχής υπηρεσιών” τριπλασιάστηκαν, αυξημένοι “από το ¼ στα ¾ της συνολικής απασχόλησης”. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγικές θέσεις εργασίας έχουν αυτοματοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, όπως άλλωστε προβλεπόταν. Ακόμα κι αν κάποιος συνυπολογίσει τους βιομηχανικούς εργάτες παγκόσμια, συμπεριλαμβανομένων των εκατοντάδων χιλιάδων ινδών και κινέζων, οι εργάτες του δευτερογενούς παραμένουν μικρότερο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού απ’ ότι στο παρελθόν.

Όμως αντί αυτή η εξέλιξη να οδηγήσει σε μείωση των ωρών εργασίας έτσι ώστε να απελευθερωθεί ο παγκόσμιος πληθυσμός και να σχολείται με τις δικές του απολαύσεις και ασχολίες, βλέπουμε μια διόγκωση, όχι τόσο του τομέα των υπηρεσιών γενικά όσο του υποτομέα της διοίκησης. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργούνται εντελώς καινούργιες βιομηχανίες, όπως των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή του τηλεμάρκετινγκ· ή να εξαπλώνονται σε απίστευτη έκταση είδη δουλειών όπως το εταιρικό δίκαιο, η διοίκηση πανεπιστημίων και των υπηρεσιών υγείας, η διαχείριση ανθρώπινων πόρων και οι δημόσιες σχέσεις. Και στα σχετικά μεγέθη δεν περιλαμβάνονται καν όλους όσους η δουλειά που κάνουν είναι να παρέχουν διοικητική ή τεχνική υποστήριξη ή υπηρεσίες ασφαλείες σε τέτοιες βιομηχανίες,  ούτε βέβαια το πλήθος των βιομηχανιών επιμελητείας (απ’ αυτούς που πλένουν τα κατοικίδια ζώα ως τους ολονύχτιους ντελιβεράδες) που έχουν αναπτυχθεί επειδή πολλοί άλλοι δουλεύουν τόσο ώστε να μην τα καταφέρνουν μόνοι τους σε κατά τα άλλα καθημερινές ασχολίες.

Όλες αυτές τις δουλειές προτείνω να ονομάζονται “παπαροδουλειές”.

Είναι σα να έκατσαν κάποιοι και να έφτιαξαν ένα κάρο περιττών δουλειών και θέσεων εργασίας, μόνο και μόνο για να μας κρατάνε όλους μαντρωμένους στη δουλειά. Και σ’ αυτό το σημείο είναι που υπάρχει κάτι μυστηριώδες. Γιατί στον καπιταλισμό κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να συμβαίνει! Στα παλιά αναποτελεσματικά σοσιαλιστικά κράτη, σαν την Σοβιετική Ένωση, όπου το να δουλεύεις θεωρούνταν ταυτόχρονα δικαίωμα και ιερό καθήκον, το σύστημα δημιουργούσε όσες θέσεις εργασίας χρειάζονταν - κι έτσι έβλεπες σ’ ένα σοβιετικό πολυκατάστημα τρεις υπαλλήλους να ασχολούνται με την πώληση ενός κιλού κρέατος. Αλλά αυτό ακριβώς ανήκει σ’ εκείνο το είδος των προβλημάτων που υποτίθεται ότι λύνει ο ανταγωνισμός στην αγορά. Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία το τελευταίο πράγμα που θα έκανε οποιαδήποτε επιχείρηση κυνηγάει το κέρδος, είναι να πληρώνει εργαζόμενους που δεν της χρειάζονται πραγματικά. Κι όμως, με κάποιον τρόπο, έτσι συμβαίνει.

Οι εταιρείες έχουν πέσει με τα μούτρα σ’ έναν ανελέητο αγώνα περικοπών· και οι απολύσεις, μαζί με την εντατικοποίηση, βαραίνουν την τάξη των ανθρώπων που πράγματι κατασκευάζουν, μεταφέρουν, επισκευάζουν και συντηρούν. Αλλά χάρη σε κάποια περίεργη αλχημεία που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει ακριβώς, την ίδια ώρα, ο αριθμός των μισθωτών που απασχολούνται στην γραφειοκρατία φαίνεται να μεγαλώνει, κι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι βρίσκονται σε μια κατάσταση, που πρακτικά δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη της Σοβιετικής Ένωσης, να δουλεύουν 40 ή και 50 ώρες την εβδομάδα, αλλά ο παραγωγικός χρόνος εργασίας τους να είναι 15 ώρες, όπως το είχε προβλέψει ο Keynes, αφού τις υπόλοιπες ώρες τις χαλάνε στην οργάνωση ή/και την συμμετοχή τους σε σεμινάρια για την δημιουργία κινήτρων, στην ενημέρωση του προφίλ τους στο facebook, ή στο να κατεβάζουν τηλεοπτικές σειρές απ’ το διαδίκτυο.

Είναι ξεκάθαρο ότι η απάντηση σ’ αυτό το παράδοξο είναι ηθική και πολιτική, κι όχι οικονομική. Η κυρίαρχη τάξη έχει διαπιστώσει ότι ένας παραγωγικός και ευτυχισμένος πληθυσμός με αρκετό ελεύθερο χρόνο διαθέσιμο, είναι επικίνδυνος· ας θυμηθεί κανείς τι άρχισε να συμβαίνει όταν ο ελεύθερος χρόνος άρχισε να θεωρείται σημαντική αξία στη δεκαετία του ‘60. Από την άλλη μεριά, η ιδέα ότι η δουλειά είναι μια ηθική αξία αυτή καθ’ εαυτή, και ότι όσοι δεν είναι διατεθειμένοι να υποστολυν κάποιο είδος εντατικής εργασιακής πειθαρχίας για τις περισσότερες απ’ τις ώρες της ημέρας τους δεν αξίζουν τίποτα, είναι εξαιρετικά βολική γι’ αυτήν την κυρίαρχη τάξη.

Κάποτε, όταν ασχολήθηκα με την ατελείωτη αύξηση των διοικητικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων στα Βρετανικά  ακαδημαϊκά ιδρύματα, κατέληξα σε μια ιδέα για το πως θα μπορούσε να είναι η κόλαση. Η κόλαση είναι λοιπόν ένα σύνολο ανθρώπων που ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του εργασιακού χρόνου τους σε κάτι που δεν τους αρέσει και δεν είναι ιδιαίτερα καλοί. Ας πούμε ότι τους προσέλαβαν επειδή θεωρήθηκαν εξαιρετικοί στην οργάνωση γραφείου, αλλά ύστερα ανακάλυψαν ότι το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου τους θα τηγανίζουν ψάρια. Ανακάλυψαν επίσης πως ούτε καν το τηγάνισμα ψαριών είναι απαραίτητο, αφού καθημερινά έχουν στη διάθεσή τους πολύ λίγα ψάρια. Κι όμως αυτή η κατάστασή τους είναι υπεραρκετή για να τους γεμίζει μνησικακία μόνο με την σκέψη ότι κάποιοι σαν αυτούς, με τα ίδια προσόντα, όντως ασχολούνται με την οργάνωση γραφείου, και δεν έχουν ξεπέσει στο τηγάνισμα. Οπότε σύντομα σωροί από κακοτηγανισμένα (και άχρηστα για φαΐ) ψάρια θα έχουν γεμίσει τον χώρο εργασίας τους, κι αυτό θα είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς τους.

Νομίζω ότι αυτή η κολασμένη περιγραφή ταιριάζει απόλυτα στην ηθική δυναμική της οικονομίας μας.

Καταλαβαίνω ότι αυτή η άποψη προκαλεί σύντομα αντιρρήσεις. “Και ποιός είσαι συ που θα πεις ποιές δουλειές είναι πραγματικά “απαραίτητες”; Και τι πάει να πει “απαραίτητος”; Είσαι καθηγητής ανθρωπολογίας, μπορείς λοιπόν να μας πεις ποια είναι η “ανάγκη” για μια τέτοια δουλειά;”. Παραδέχομαι ότι πολλοί απ’ αυτούς που είναι φίλοι του ταμπλόιντ τύπου θα εκλάμβαναν την ύπαρξη της ανθρωπολογίας σαν καραμπινάτο παράδειγμα κοινωνικής σπατάλης. Σ’ ένα ορισμένο επίπεδο κάτι τέτοιο είναι προφανώς αληθινό. Εν τέλει δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικό μέτρο της κοινωνικής αξίας.

Οπότε δεν θα τολμούσα να πω σε κάποιον που είναι πεισμένος ότι κάνει κάτι σημαντικό για την ανθρωπότητα πως, στην πραγματικότητα, κάνει κάτι ασήμαντο. Τι γίνεται όμως με όλους αυτούς που είναι οι ίδιοι πεισμένοι ότι οι δουλειές που κάνουν δεν έχουν κανένα νόημα; Πριν λίγο καιρό ξαναβρέθηκα μ’ έναν φίλο απ’ το σχολείο, που είχα να τον δω απ’ το δημοτικό. Με έκπληξη ανακάλυψα ότι από τότε έγινε πρώτα ποιητής και μετά έστησε μια indie rock μπάντα. Είχα ακούσει μερικά απ’ τα τραγούδια του στο ραδιόφωνο, χωρίς να πάρω χαμπάρι ότι ο τραγουδιστής ήταν κάποιος γνωστός μου. Ήταν ολοφάνερα εξαιρετικός, καινοτόμος, και η δουλειά του ομόρφαινε και βελτίωνε την ζωή πολλών σ’ όλο τον κόσμο. Όμως μετά ήρθαν οι στραβές. Ύστερα από δυο αποτυχημένα άλμπουμ ακυρώθηκε το συμβόλαιό του με την εταιρεία και, έχοντας αποκτήσει μια κόρη την ίδια ώρα που βούλιαζε στα χρέη, έκανε - όπως το έθεσε ο ίδιος - “την στάνταρ επιλογή όλων των αποτυχημένων: σπουδές στη νομική σχολή”. Τώρα είναι δικηγόρος ειδικευμένος στο εταιρικό δίκαιο και δουλεύει σε μια πρωτοκλασσάτη εταιρεία της Ν. Υόρκης. Παραδέχεται ότι αυτή η δουλειά είναι εντελώς ανούσια, δεν προσφέρει τίποτα σε κανέναν και, κατά την άποψή του, δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει.

Οπότε, σ’ αυτό το σημείο, είναι πολλά αυτά που θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Κατ’ αρχήν: τι σημαίνει για την κοινωνία μας το γεγονός ότι έχει ιδιαίτερα περιορισμένη ανάγκη για ταλαντούχους ποιητές ή μουσικούς και μια απεριόριστη ζήτηση για ειδικούς του εταιρικού δικαίου; Απάντηση: εάν το 1% κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου, τότε αυτό που ονομάζεται “αγορά” αντανακλά την δική τους άποψη για το τι είναι χρήσιμο ή σημαντικό, και κανενός άλλου. Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι οι περισσότεροι που κάνουν αυτές τις δουλειές έχουν επίγνωση. Στην πράξη δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι έχω συναντήσει έστω έναν δικηγόρο εταιρείας που να μη θεωρεί τη δουλειά του παπαροδουλειά. Το ίδιο ισχύει για όλες τις καινούργιες επαγγελματικές και επιχειρηματικές κατευθύνσεις που μνημόνευσα νωρίτερα. Υπάρχει μια ολόκληρη γκάμα έμμισθων επαγγελματιών που, έτσι και τους πετύχεις σε κανά πάρτυ και πεις ότι ασχολείσαι με κάτι που μπορεί να θεωρηθεί ενδιαφέρον (ας πούμε την ανθρωπολογία), θα κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν έστω και μισή κουβέντα για το τι δουλειά κάνουν οι ίδιοι. Αν, δε, τους ποτίσεις, θα αρχίσουν να εξαπολύουν μύδρους εναντίον των ανόητων και άχρηστων δουλειών που κάνουν.

Υπάρχει μια προφανής ψυχολογική βία εδώ. Πως μπορεί κάποιος να νοιώθει αξιοπρέπεια σε μια δουλειά για την οποία κατά βάθος πιστεύει ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν και καν; Πως γίνεται να μη νοιώθει βαθιά πίκρα και οργή; Κι όμως. Χάρη σ’ αυτήν την ειδική εξυπνάδα που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας οι κύριοί της έχουν βρει έναν τρόπο, όπως στην περίπτωση των τηγανίζουμε-ψάρια, να διοχετεύσουν αυτή την οργή ακριβώς εναντίον εκείνων που κάνουν μια χρήσιμη δουλειά. Για παράδειγμα, στην κοινωνία μας φαίνεται να ισχύει ένας γενικός νόμος σύμφωνα με τον οποίο όσο πιο χρήσιμο είναι αυτό που κάνει κάποιος για άλλους, τόσο λιγότερο θα πληρώνεται. Οπωσδήποτε είναι δύσκολο να βρεθεί αντικειμενικό μέτρο της αξίας της μιας ή της άλλης δουλειάς· όμως είναι σχετικά εύκολο να αναρωτηθεί κανείς: και τι θα συνέβαινε εάν αυτή η συγκεκριμμένη κατηγορία εργασίας εξαφανιζόταν εντελώς; Ό,τι ιδέα και να έχετε για τις νοσοκόμες, τους εργάτες καθαριότητας ή τους μαστόρους, είναι ολοφάνερο πως έτσι και εξαφανίζονταν σαν καπνός τα αποτελέσματα θα ήταν άμεσα και καταστροφικά. Ένας κόσμος χωρίς δασκάλους ή λιμενεργάτες θα είχε πολλά προβλήματα· ακόμα ακόμα η έλλειψη συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας ή μουσικών ska θα έκανε τον κόσμο μας σαφώς φτωχότερο. Δεν είναι καθόλου αντίστοιχα καθαρό το κατά πόσο όντως θα υπέφερε η ανθρωπότητα εάν εξαφανίζονταν οι διαχειριστές κεφαλαίων, οι λομπίστες, οι ερευνητές δημόσιων σχέσεων, οι εκτιμητές, οι τηλεπωλητές, ή οι νομικοί σύμβουλοι. Υπάρχουν μάλιστα αρκετοί που υποψιάζονται ότι ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος.

Είναι ενοχλητικό, αλλά φαίνεται ότι υπάρχει μια ευρύτερη συναίνεση για το πως είναι τα πράγματα σήμερα. Κι αυτό είναι μια απ’ τις υπόγειες δυνάμεις του δεξιού λαϊκισμού. Μπορεί κανείς να το διαπιστώσει στη Βρετανία, όταν οι ταμπλόιντ φυλλάδες λυσσάνε με έχθρα εναντίον των εργατών στις μεταφορές, κατηγορώντας τους ότι παραλύουν το Λονδίνο, στη διάρκεια κινητοποιήσεων για τις συμβάσεις τους: το πραγματικό γεγονός ότι αυτοί οι εργάτες μπορούν να παραλύσουν το Λονδίνο δείχνει ότι η δουλειά που κάνουν είναι πραγματικά αναγκαία· κι αυτό φαίνεται είναι κάτι που ενοχλεί.
Η ίδια κατάσταση είναι ακόμα πιο σαφής στις ΗΠΑ, όπου οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν αρκετές επιτυχίες στην πρόκληση εχθρότητας εναντίον δασκάλων ή εργατών της αυτοκινητοβιομηχανίας (και όχι εναντίον των διευθυντών των σχολείων ή των μάνατζερ των αυτοκινητοβιομηχανίων που όντως δημιουργούν τα προβλήματα) για τους υποτιθέμενα φουσκωμένους μισθούς και τις υπόλοιπες απολαβές τους. Είναι σα να λένε: “Με διδάσκετε παιδιά! Ή φτιάχνετε αυτοκίνητα! Κάνετε αληθινή δουλειά! Κι έχετε από πάνω το θράσος να απαιτείτε μεσοαστικές συντάξεις και περίθαλψη;”
Τελικά, αν κάποιος είχε αναλάβει τον σχεδιασμό ενός καταμερισμού εργασίας τέτοιου που να ταιριάζει στη διατήρηση της δύναμης του χρηματοπιστωτικού κεφάλαιου, είναι απίθανο να έκανε κάτι καλύτερο απ’ όσα ήδη ισχύουν. Οι πραγματικά παραγωγικοί εργάτες συνθλίβονται χωρίς τέλος και είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης. Όσοι απομένουν χωρίζονται σε μια κατηγορία παγκόσμια τρομοκρατημένων και καθυβριζόμενων ανέργων, και σε μια μεγαλύτερη κατηγορία που βασικά πληρώνονται για να μην κάνουν οτιδήποτε, σε θέσεις που έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορούν να ταυτίζονται με τα συμφέροντα και τις ευαισθησίες της κυρίαρχης τάξης (μάνατζερς, διοικητές, κλπ) και, κυρίως, να ταυτίζονται με τα χρηματοοικονομικά είδωλα αυτής της τάξης. Ταυτόχρονα όμως αυτή η μεγαλύτερη κατηγορία παράγει την απέχθεια εναντίον οποιουδήποτε δουλεύει πραγματικά και κάνει κάτι με αδιαμφίτητη κοινωνική αξία.
Σίγουρα το σύστημα αυτό δεν σχεδιάστηκε συνειδητά. Προέκυψε από έναν αιώνα “δοκιμών - και - λαθών”. Και αυτή η δομή του είναι η μόνη εξήγηση του γιατί, παρά τις υπάρχουσες τεχνολογικές δυνατότητες, δεν δουλεύουμε όλοι από τρείς ως τέσσερεις ώρες την ημέρα.

~*~

Ο David Graeber είναι καθηγητής ανθρωπολογίας στο London School of Economics απ’ το 2013· πριν είχε κάνει μερικά χρόνια σε ίδιο πόστο στο Yale. Αυτό το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Strike! Magazine, μια “τρίμηνη ριζοσπαστική βρετανική επιθέωρηση πολιτικής, φιλοσοφίας και τέχνης”. Το άρθρο προκάλεσε μια κάποια αίσθηση διεθνώς. Δηλώνει αναρχικός, είναι μέλος του Industrial Workers of the World, και θεωρείται αυτός που εφηύρε το σύνθημα “είμαστε το 99%” στο Occupy Wall Street movement.

 
       

Sarajevo 2020