Sarajevo
 

   

η φάμπρικα των λέξεων

Η ιστορία μπορεί να ξεκινάει απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα, εξελισσόμενη ωστόσο από ένα σημείο και ύστερα με απρόβλεπτο τρόπο. Αναφερόμαστε στην έμπνευση ορισμένων στρουκτουραλιστών ανθρωπολόγων (με πιο διάσημο τον Κλωντ Λεβι Στρως) να εννοήσουν τις κοινωνικές σχέσεις σαν γλωσσικά / επικοινωνιακά συστήματα. Στην ακμή της στρουκτουραλιστικής γλωσσολογίας, τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, τα πάντα, όχι μόνο οι τυπικά λεκτικές (μέσω γραπτών κειμένων ή προφορικές) σχέσεις αλλά σχεδόν το σύνολο των ηθών και εθίμων διάφορων κοινωνιών, απ’ τα γαμήλια έθιμα ως τους μύθους και τις προκαταλήψεις, και απ’ μαγειρική ή την μόδα έως τον χόρο, μπορούσαν να “ερμηνευτούν σαν γλώσσες”.
Σχεδόν παράλληλα με την ερευνητική κυοφορία αυτής της ιδέας, πριν και κατά τη διάρκεια του Β παγκόσμιου πολέμου, ανασχεδιάστηκε με γλωσσικούς όρους (όρους “επικοινωνίας”) η σχέση μεταξύ “ανθρώπων και μηχανών”. Οι πρωτοπόροι της πληροφοριοποίησης (απ’ τον Turing ως τον Wiener) κατασκεύασαν την ιδέα της “πληροφορίας” κινούμενοι μέσα στις γενικές προδιαγραφές της “γλωσσοποίησης” (αν μας επιτρέπεται ο νεολογισμός) των πάντων, εννοώντας την πληροφορία σαν το ελάχιστο και μη κατατμήσιμο νόημα. Οι “γλώσσες μηχανής” (οι γλώσσες προγραμματισμού) δεν ονομάστηκαν τυχαία έτσι. Ακόμα και η θεωρία (και, στη συνέχεια, η ανακάλυψη) του dna είχε στις βασικές της αποσκευές αυτήν την ιδέα του καθολικού “παν-γλωσσισμού”, όχι μόνο των κοινωνικών αλλά και των βιολογικών σχέσεων και λειτουργιών. Εν τέλει στο υπό διαμόρφωση βιοπληροφορικό καπιταλιστικό μοντέλο υπάρχει μια ισχυρή διάσταση μηχανικής (ή μηχανιστικής) κατάκτησης του οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί “γλωσσικό” πεδίο.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίος ο επίμονος προσανατολισμός προς την (ηλεκτρονική) μηχανοποίηση των γλωσσών, γραπτών και προφορικών. Εν μέρει αυτό προέρχεται απ’ το γεγονός ότι το υλικό της πληροφοροποίησης είναι σε ένα μέρος του εικονικό, και στο υπόλοιπο κειμενικό. Υπάρχει επιπλέον η φιλοδοξία της εντελώς μηχανοποιημένης επικοινωνίας ανθρώπων και μηχανών: το ιδανικό του ρομπότ που μιλάει, ακούει και καταλαβαίνει.

Τι σχέση έχουν αυτά με την μηχανοποίηση της μετάφρασης; Όσοι / όσες δεν είναι σχετικοί / ες επαγγελματικά με την μετάφραση - σαν - δουλειά, φαντάζονται εκείνη την παλιά, ποιητική διαδικασία της σωστής απόδοσης από γλώσσα σε γλώσσα ποιημάτων, λογοτεχνημάτων, φιλοσοφικών ή πολιτικών κειμένων. Σε κάθε περιπτώση πρόκειται για την μετάφραση - του - βιβλίου. Όμως στον κόσμο της παγκόσμιας (σχετικά) ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων, υπηρεσιών και χρήματος οι λέξεις και τα νοήματα έχουν βρεθεί σε μια εντελώς διαφορετική θέση: είναι εμπορεύματα, είναι υπηρεσίες... Τα manual των συσκευών, οι οδηγίες χρήσης των φαρμάκων, οι ταμπέλες και οι ετικέτες των συσκευασιών, οι υπότιτλοι των ταινιών, τα τεχνικά κείμενα διεθνών κατασκευαστικών διαγωνισμών, οι ιατρικές δημοσιεύσεις, τα νομικά κείμενα, οι διαφημίσεις, οι πολιτικές αποφάσεις δι-εθνικών οργανισμών, οι γραφειοκρατικές ανταλλαγές μεταξύ κρατών, τα έγγραφα των μεταναστών, οι βιομηχανικές προδιαγραφές, οι εμπορικές νομοθεσίες, τα πολύγλωσσα sites, τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά, αυτά και πολλά άλλα συγκροτούν ένα “επικοινωνιακό σώμα” που για να είναι λειτουργικό πρέπει να αλλάζει διαρκώς γλώσσες, πρέπει δηλαδή να μεταφράζεται. Πολύ μακριά απ’ την κυκλοφορία της λογοτεχνίας, της ποίησης, της φιλοσοφίας ή της κοινωνικής κριτικής, ο καπιταλισμός ζει και αναπνέει (και) γλωσσσικά. Και μαζί του ζει και αναπνέει ένας ιδιαίτερος τομέας της πληροφορικής που, μέσα στη γενική τάση μηχανοποίησης των ανθρώπινων σχέσεων και συν-εννοήσεων, ασχολείται ειδικά με τη μηχανοποίηση της μετάφρασης.

Μια καθηγήτρια του πανεπιστημίου Αθηνών, η Τιτίκα Δημητρούλια, περιγράφει εισαγωγικά κάπως έτσι αυτή την εξέλιξη, κοινοποιώντας σε φοιτητές υποψήφιους μεταφραστές (και μέσω αυτής εδώ της αναφοράς σε “άσχετους”) τα καινά δαιμόνια μιας καινούργιας βιομηχανίας:

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και ειδικά το τελευταίο διάστημα, στο πλαίσιο της μεταφρασεολογίας, γίνεται όλο και περισσότερο λόγος για τη μεταφραστική τεχνολογία (translation technology, traductique). Η μεταφραστική τεχνολογία ορίζεται τις περισσότερες φορές ως ένα σύνολο εφαρμογών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στην τεχνική μετάφραση στο σύνολό της, και ακόμα περισσότερο σε κάποιους ειδικούς τομείς της, στην τοπική προσαρμογή (localization) υλικών και άυλων προϊόντων, ή την οπτικοακουστική (audiovisual translation, traduction audiovisuelle) και την πολυμεσική μετάφραση (multimedia translation-traduction multimédia) - και τις οποίες οφείλει κανείς, ενδεχομένως, να διδάξει στους φοιτητές εν όψει της επαγγελματικής τους αποκατάστασης, στον τεράστιο και ακόμα νεοπαγή χώρο του “κύκλου ζωής του παγκόσμιου περιεχομένου” (global content lifecycle). Η απαρίθμηση των εφαρμογών αυτών είναι ο ένας κοινός παρονομαστής όλων των ορισμών της μεταφραστικής τεχνολογίας, από τους παλαιότερους ως τους νεότερους, από τους απλούστερους ως τους πλέον ολοκληρωμένους. Ένας δεύτερος κοινός παρονομαστής των ορισμών αυτών είναι η εξέταση της μεταφραστικής τεχνολογίας σε συνάρτηση με το πεδίο της αυτόματης επεξεργασίας φυσικής γλώσσας (Natural Language Processing/NLP, Traitement Automatique des Langues Naturelles/TALN), από το οποίο προφανώς εκπορεύεται και στο οποίο συνεχίζουν να διεξάγονται οι έρευνες για την ανάπτυξη των εφαρμογών της.
Έτσι, με χρονολογική σειρά, οι Blatt, Freigang, Schmitz και Thome κάνουν διάκριση ανάμεσα στα εργαλεία για μεταφραστές, τη Μετάφραση με Ηλεκτρονική Υποστήριξη (ΜHΥ - Computer Aided or Assisted Translation/CAT, Traduction Assistée par Ordinateur/TAO) και την Μηχανική ή Αυτόματη Μετάφραση (Machine Translation, Traduction Automatique). Στην πρώτη κατηγορία, εντάσσονται όλα τα προγράμματα τα οποία λειτουργούν υποστηρικτικά προς το έργο του μεταφραστή, από τον επεξεργαστή κειμένου ως τις εφαρμογές διαχείρισης λεξικών, τις βάσεις δεδομένων ορολογίας και γενικά όλες τις εφαρμογές αναζήτησης πληροφορίας και έρευνας. Στη Μετάφραση με Ηλεκτρονική Υποστήριξη περιλαμβάνονται οι αμιγώς μεταφραστικές εφαρμογές: οι μεταφραστικές μνήμες, προγράμματα επαναχρησιμοποίησης προηγούμενων, έγκυρων μεταφράσεων, παραλληλοποιημένων σε δικείμενα (bitexts, bitextes) και αποθηκευμένων· και οι ορολογικές μνήμες, προγράμματα αυτόματης επισήμανσης ήδη γνωστών όρων, όπως και κάποια άλλα προγράμματα, αυτόματης και η ημιαυτόματης εξαγωγής όρων, ελέγχου συνέπειας, κ.α. Η Μηχανική Μετάφραση είναι η παραγωγή μεταφράσματος χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση. Στην πραγματικότητα, πρόκειται σχεδόν πάντα για Μηχανική Mετάφραση με Aνθρώπινη Yποστήριξη (Human Assisted Machine Translation - HAMT). Και η ανθρώπινη υποστήριξη νοείται είτε ως προεπεξεργασία (pre-editing, pré-édition) είτε ως επιμέλεια (post-editing, post-édition) του κειμένου.
Οι Lehrberger και Bourbeau διακρίνουν τις εφαρμογές μεταφραστικής τεχνολογίας με βάση το βαθμό αυτοματισμού τους. Κάνουν λόγο λοιπόν για Μηχανική Μετάφραση με Ανθρώπινη Υποστήριξη, Ανθρώπινη Μετάφραση με Μηχανική Υποστήριξη και Πλήρως Αυτόματη Μηχανική Μετάφραση (Πλήρως Αυτόματη Μηχανική Μετάφραση Υψηλής Ποιότητας - Fully Automatic High Quality Machine Translation στην πραγματικότητα, η οποία συνεχίζει να είναι ανέφικτη). Η Lorna Balkan περιορίζεται στο δίπολο Μηχανική Μετάφραση και Μετάφραση με Ηλεκτρονική Υποστήριξη. Τέλος, ο Alan K. Melby, πρωτεργάτης του Εργαστηρίου του Μεταφραστή (translator’s workstation), χωρίζει τις τεχνολογίες μετάφρασης σε προγράμματα υποδομής και διαχείρισης της ροής εργασίας και πληρωμών, προγράμματα διαχείρισης ορολογίας και προγράμματα διαχείρισης κειμένων σε επίπεδο πρότασης, πριν, κατά και μετά την καθαυτό μετάφραση.
...

Sarajevo 78 - 11/2013

Αυτό είναι μια μικρή μόνο δόση της σύγχρονης πραγματικότητας εκείνου που άλλοτε λεγόταν μετάφραση (ή διόρθωση ή επιμέλεια κειμένου) - και τώρα, με μια επικίνδυνα αφελή (αλλά και σκληρά επίκαιρη) αισιοδοξία ονομάζεται παροχή γλωσσικών υπηρεσιών.Εκείνοι κι εκείνες που αγάπησαν κάποτε τις γλώσσες για την ποιητική, δηλαδή δημιουργική λειτουργία τους, κι ακόμα ακόμα για τις ιδιαίτερες εκφράσεις τους, θα απογοητευτούν. Οι τωρινές κυρίαρχες γλώσσες, αυτές που τραβούν το “κάρο” της τεχνολογικής ανάπτυξης, αυτές που τροφοδοτούν την πλήρη μηχανοποίηση του επικοινωνείν, είναι οι γλώσσες του εμπορίου, της διαφήμισης, των τεχνικών αργκώ, της γραφειοκρατίας. Δεν είναι οι γλώσσες των τραγουδιών, ούτε οι γλώσσες των παροιμιών. Σύμφωνα με τα καινούργια δόγματα, σ’ αυτόν τον “κλάδο των γλωσσικών υπηρεσιών”:

…Η χρηστικότητα αντικαθιστά την ευγλωτία και η παραγωγικότητα αντικαθιστά την ποιότητα… Στον αυριανό κόσμο η χρησιμότητα αντικαθιστά την έκφραση…
Δεν πρόκειται για τις πεποιθήσεις κάποιων “περιθωριακών”. Σύμφωνα με μια πεπειραμένη (και ενσωματωμένη στο καινούργιο Παράδειγμα) μεταφράστια, την Δήμητρα Σταφυλιά: [1]
... Έρευνες για το 2013 αποκαλύπτουν ότι ο κλάδος της μετάφρασης και της τοπικοποίησης αψηφά την οικονομική κρίση. Ενώ η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται, ο γλωσσικός κλάδος αναμένεται να παρουσιάσει άνοδο της τάξης του 12%. ... Ο κλάδος των γλωσσικών υπηρεσιών παγκοσμίως εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 35 δισ. δολάρια...

Δεν είναι πενταροδεκάρες.

 

η εργασία

Το 1966, κάποιος που δεν επρόκειτο να γίνει διάσημος παρότι συμμετείχε στις πιο πρωτοποριακές διαταράξεις της τότε καπιταλιστικής ομαλότητας, ο άραβας (τυνήσιος) Mustapha Khayati, έγραφε στο 10ο τεύχος της επιθεώρησης της International Situationniste: [2]

...Tο γλωσσικό σύστημα είναι η κατοικία της εξουσίας, το καταφύγιο της αστυνομικής βίας της... Όλες οι θεωρίες για το γλωσσικό σύστημα - από τον ηλίθιο μυστικισμό του "Όντος" μέχρι τον (υπέρτατο) καταπιεστικό ορθολογισμό της κυβερνητικής μηχανής - ανήκουν στον ίδιο κόσμο, στο λόγο της εξουσίας, που τον θεωρούν τον μοναδικό κόσμο στον οποίο μπορεί ν' αναφέρεται κανείς σαν καθολική μεσολάβηση.... H αντικατάσταση του λεξικού - του αφεντικού που μιλά (και σκέφτεται) στο όνομα κάθε κληρονομημένου και υποδουλωμένου γλωσσικού συστήματος - θα βρει το πλήρες νόημά της στην επαναστατική υπονόμευση της γλώσσας.... H πραγματική οικειοποίηση των λέξεων που εργάζονται δεν μπορεί να γίνει εφικτή έξω από την ιδιοποίηση της ίδιας της εργασίας. H νίκη της απελευθερωμένης δημιουργικής δραστηριότητας θα φέρει τη νίκη της επιτέλους απελευθερωμένης αυθεντικής επικοινωνίας...

Οι λέξεις που εργάζονται... Η προλετάρισσα λέξις. Η προλετάρισσα, δημιουργική, ποιητική πράξις του λόγου...

Τριαντά πέντε χρόνια μετά ο υπέρτατος καταπιεστικός ορθολογισμός της κυβερνητικής μηχανής, σε ότι αφορά την “διαχείριση των λέξεων”, θα μπορούσε να πει με σιγουριά τα εξής - και για την (σχετική) εργασία (ο τονισμός δικός μας): [3]

... Τα τελευταία 15 χρόνια ο κλάδος των γλωσσικών υπηρεσιών έχει μεταμορφωθεί. Και από μια εμβρυϊκή μορφή, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχει μετεξελιχθεί σ’ ένα κλάδο που προσφέρει εξειδικευμένες υπηρεσίες, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις προδιαγραφές του κάθε πελάτη, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, βιομηχανίες ή εταιρείες από κάθε κλάδο της αγοράς.
Η τεχνολογία άλλαξε, οι όγκοι άλλαξαν, απαιτείται εξειδίκευση, ταχύτητα για την κυκλοφορία προϊόντων στην αγορά, μεγαλύτερο value for money. Η γλώσσα και το περιεχόμενο (αγγλικά: content) ανοίγουν νέες αγορές, δημιουργούν ευκαιρίες για πώληση, και παρέχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Ο κλάδος των γλωσσικών υπηρεσιών ακολουθεί τις τάσεις, με αποτέλεσμα τόσο στις εταιρείες localization όσο και στα εσωτερικά γλωσσικά τμήματα εταιρειών, να εμφανίζονται νέοι ρόλοι και νέες υπηρεσίες.  Ξέρουμε ήδη το transcreation [4],  το pre- και post-editing. Υπάρχουν ρόλοι όπως linguist specialist, junior project manager, translators coordinator, πολλοί νέοι όροι και παράξενα ακρωνύμια.
Βλέπουμε ότι τα καθήκοντα κατακερματίζονται, οι περιγραφές των θέσεων εργασίας γίνονται όλο και πιο απαιτητικές και συγκεκριμμένες, διαμορφώνοντας το προφίλ του εργαζόμενου σ’ αυτόν τον τομέα, και όχι μόνο πλέον ως προς τα τυπικά κριτήρια.
...
Είναι γεγονός ότι οι μεταφραστές χαρακτηρίζονται σε κάποιο βαθμό από ανελαστικότητα προσαρμογής στις αλλαγές που επιβάλλονται από τις εξελίξεις της αγοράς. Διατηρώντας την παλιά εικόνα του μεταφραστή - δακτυλογράφου που μεταφέρει νόηματα μεταξύ γλωσσών, και όχι πλέον του μεταφραστή παρόχου γλωσσικών υπηρεσιών.
...
Αρχικά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εκτός από αυτόνομοι εργαζόμενοι αποτελούμε επίσης μέρος ενός οικοσυστήματος, είμαστε ένας κρίκος στην αλυσίδα, μέλη ενός εικονικού γραφείου. Συνεπώς αντιμετωπίζουμε σχετικά ανάλογες προκλήσεις. Η δυσκολία έγκειται στο να συμβιβάζουμε αυτές τις δύο πτυχές του ρόλου μας, δεδομένου ότι οι πόροι που διαθέτουμε για να ανταπεξέλθουμε στην επιβαλλόμενη μεταβολή είναι σαφώς λιγότεροι. Πέρα απ’ τον χρόνο που αφιερώνουμε στην καθ’ αυτή μεταφραστική υπηρεσία μας και στη διαχείριση των έργων που αναλαμβάνουμε, παράλληλα πρέπει να αυτομορφωνόμαστε και να αποκτάμε νέες δεξιότητες, να προσαρμοζόμαστε σε νέες διαδικασίες, να επενδύουμε σε νέα συστήματα και λογισμικό, να ακολουθούμε τις τάσεις και να ενημερωνόμαστε, πιέζοντας φυσικά τον χρόνο και τον προϋπολογισμό μας.
Για να ομαδοποιήσω τους κατά τη γνώμη μου τρόπους αντιμετώπισης των προκλήσεων που αναδύονται από την αλλαγή της φύσης του επαγγέλματος θα προσφύγω σε απλές αρχές του μάρκετινγκ…

Με δυο λόγια: οι γλώσσες είναι πια “κεφάλαιο” και η (άλλοτε) μετάφραση γίνεται όλο και πιο ολοκληρωτικά μια βιομηχανική διαδικασία επεξεργασίας “τριτογενούς” τύπου. Η μηχανοποίηση της “διαχείρισης των λέξεων” (και των προτάσεων, και των νοημάτων) έχει κομβικό ρόλο σ’ αυτήν την εξέλιξη. Κι ας επαναλάβουμε τους κανόνες του παιχνιδιού:

…Η χρηστικότητα αντικαθιστά την ευγλωτία και η παραγωγικότητα αντικαθιστά την ποιότητα… Στον αυριανό κόσμο η χρησιμότητα αντικαθιστά την έκφραση…

 

η τιμή της λέξης

Πόσο “κοστίζει” άραγε αυτό που άλλοτε λεγόταν μετάφραση και, τώρα, καθοδηγούμενο από “βιομηχανίες ή εταιρείες από κάθε κλάδο της αγοράς” λέγεται “παροχή γλωσσικών υπηρεσιών”, ένα είδος λεκτικής consommation σα να λέμε;
Κάποτε (ακόμα και τώρα στην ελλάδα, για την εξαίρεση των μεταφραστών βιβλίων, μια εξαίρεση όμως που συρρικνώνεται διαρκώς ακόμα και στη συγκεκριμένη υποπερίπτωση) οι μεταφραστές (όπως και οι διορθωτές ή/και επιμελητές κειμένων) πληρώνονταν με το “τυπογραφικό”. Το 16σέλιδο. Παρότι αυτός ο υπολογισμός παρέπεμπε στην τοπογραφία του τυπογραφείου, υπήρχε μια διαβάθμιση (προς τα πάνω) της αμοιβής ανάλογα με την δυσκολία ή και την σπουδαιότητα του κειμένου.
Όχι πια. Εφόσον είναι τόσο απλό να “μετριούνται λέξεις” (κι αυτή είναι πια η μοναδική διάσταση του γραπτού: ο αριθμός των λέξεών του) οι μεταφραστές πληρώνονται - με - τη - λέξη. Σα να πληρωνόταν η παλιά υφάντρα με - τον - κόμπο, σα να πληρωνόταν η παλιά μοδίστρα με - τον - πόντο. 
Κι εδώ, είναι που εισέρχεται τροπαιοφόρα η ειδική μηχανοποίηση της μετάφρασης. Μπορεί η απόλυτα αξιόπιστη μεταφραστική μηχανή (δηλαδή το σχετικό software) να μην έχει φτιαχτεί ακόμα, αν και οι σχετικές έρευνες συνεχίζονται πυρετωδώς· υπάρχει όμως κάτι άλλο: η μεταφραστική μνήμη. Τι είναι η “μεταφραστική μνήμη”; Είναι ένα (καθόλου απλό στη χρήση του) πρόγραμμα που αποθηκεύει την / τις μετάφραση / σεις κειμένων και “ανακαλεί” τμήματα αυτού του αποθηκευμένου υλικού, λέξεις ή και φράσεις, κάθε φορά που ένα καινούργιο κείμενο μπαίνει στο πρόγραμμα (προς μετάφραση), εφόσον επικοσπώντας το διαπιστώνει (η μεταφραστική μνήμη) ομοιότητες. Κάτι τέτοιο, φυσικά, μπορεί να γίνει και στη διάρκεια της μετάφρασης του ίδιο κειμένου.
Αυτό σημαίνει ότι στη ροή της μετάφρασης ενός κειμένου ή, ακόμα σημαντικότερο, στη ροή της μετάφρασης διαδοχικών κειμένων του ίδιου “τύπου” (ας πούμε: ιατρικά ή νομικά ή αποφάσεις της ε.ε....) ο μεταφραστής που χρησιμοποιεί μεταφραστική μνήμη δεν χρειάζεται να “ξανα”μεταφράσει κάτι που ήδη έκανε.
Κι ενώ αυτό θα μπορούσε να είναι μια βοήθεια, μια εξυπηρετήση για τον μεταφραστή κι ύστερα “τελεία και παύλα”, το πράγμα έχει πάρει την ανάποδη τροπή. Δεν γίνεται (λένε οι εργοδότες / πάροχοι γλωσσικών υπηρεσιών με τη δουλειά άλλων) να πληρωθείς ξανά και ξανά την “τιμή της λέξης” (ή των πολλών λέξεων: της πρότασης) αφού μια φορά μόνο την μετέφρασες και τις υπόλοιπες την βρήκες “έτοιμη”! Τις επαναλήψεις θα τις πληρωθείς αισθητά λιγότερο. Ή και καθόλου...
Να πως περιγράφει την σχετική κατάσταση το αθηναϊκό σωματείο μεταφραστών, επιμελητών, διορθωτών (ΣΜΕΔ): [5]

...
Βάσει μιας απόφασης που λήφθηκε πίσω από την πλάτη μας και αποτελεί καθεστώς για όλες τις μεταφραστικές εταιρείες, κάθε λέξη που μεταφράζουμε αντιστοιχεί σε ένα ποσοστό ομοιότητας με τη μεταφραστική μνήμη – και πληρώνεται αναλόγως. Η ίδια η SDL TRADOS [6] προωθούσε επίσημα τον κανόνα 30/60/100: δηλαδή αν χρεώνεις τη λέξη 0,04 ευρώ, τότε για επαναλήψεις και ομοιότητα 100% παίρνεις μόνο το 30%, ήτοι 0,012 ευρώ/λέξη, για ομοιότητα 99%-85% παίρνεις μόνο το 60%, ήτοι 0,024 ευρώ/λέξη, και για ομοιότητα 84% και κάτω παίρνεις το 100% της αμοιβής σου ανά λέξη. Εν ολίγοις, τη στιγμή που συμφωνείς με τον εργοδότη για τα 0,04 ευρώ, συμφωνείς ταυτόχρονα και για τα 0,012 ευρώ! Φανταστείτε τι συμβαίνει όταν η τιμή είναι 0,02 ευρώ ανά λέξη, γεγονός πολύ διαδομένο πλέον στη δουλειά μας “λόγω της οικονομικής κρίσης”... Φυσικά, όλα αυτά τα ποσοστά μπορούν να αλλάξουν ανάλογα με τις ορέξεις κάθε εταιρείας και τη διαπραγματευτική μας ικανότητα. Εάν αρνηθούμε αυτού του είδους τις εκπτώσεις και απαιτήσουμε να πληρωθούμε στο ακέραιο, απλούστατα δεν θα έχουμε δουλειά.
...
Ο αντίλογος των εργοδοτών είναι αναμενόμενος: “Γιατί να πληρώνεσαι για κάτι που δεν κάνεις;” Προφανώς δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια αυτό το επιχείρημα. Εάν μεταφράσω μία λέξη, τότε η μετάφραση αυτής της λέξης είναι προϊόν της δικής μου εργασίας και άρα πρέπει να πληρώνεται το ίδιο, ανεξάρτητα από το αν η λέξη εμφανίζεται στο κείμενο μία φορά ή 10.000 φορές.
...
Όπως γράφει και μια μεταφραστική εταιρεία στην ιστοσελίδα της, πρόκειται για “ολόκληρες προτάσεις που έχουν ήδη μεταφραστεί και τις οποίες ο μεταφραστής πρέπει μόνο να διορθώσει και όχι να μεταφράσει από την αρχή”. Ανάλογα δηλαδή με τα ποσοστά ομοιότητας, ο μεταφραστής μετατρέπεται σε διορθωτή, και ο εργοδότης πίνει εις υγείαν του δισυπόστατου κορόιδου. Το ποσοστό κέρδους των εργοδοτών βάσει αυτού του μοντέλου είναι μάλλον ανυπολόγιστο, αφού μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη μετάφραση που έχεις κάνει και έχει αποθηκευτεί στη μεταφραστική μνήμη όσες φορές θέλουν. Από τη δουλειά δηλαδή που έκανες και πληρώθηκες άπαξ, μπορούν να κερδίζουν σε βάθος χρόνου και εις βάρος των επόμενων μεταφραστών που θα πέσουν επάνω στο “100% match” της μνήμης που θα έχεις φτιάξει εσύ.
...
Ας έρθουμε τώρα στην περίφημη παραγωγικότητα. Ακόμα κι εμείς οι εργαζόμενοι μεταφραστές βάζουμε συχνά στην άκρη την κριτική μας απέναντι στην εν λόγω τεχνολογία, γιατί φαινομενικά διευκολύνει την εργασία μας. Φαινομενικά, γιατί στην πραγματικότητα παραδεχόμαστε εμμέσως ότι αυξάνεται η παραγωγικότητά μας, κάτι που είναι σίγουρα καλό για τους εργοδότες, αλλά, όπως θα δείξουμε, όχι και για εμάς. Αύξηση της παραγωγικότητας σημαίνει ότι στον ίδιο χρόνο μεταφράζουμε περισσότερες λέξεις χρησιμοποιώντας κάποια μεταφραστική μνήμη. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι αμειβόμαστε ανάλογα με τον όγκο της δουλειάς μας. Μπορεί, αντίθετα, να σημαίνει ότι στον ίδιο χρόνο βγάζουμε περισσότερη δουλειά κερδίζοντας λιγότερα χρήματα, αφού, όπως δείξαμε παραπάνω, η χρήση της μεταφραστικής μνήμης συνεπάγεται μείωση της αμοιβής μας. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι θα πρέπει να δουλεύουμε περισσότερες ώρες και πιο εντατικά σε σχέση με πριν για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Όταν λοιπόν οι εργοδότες μιλάνε για αύξηση της παραγωγικότητας, για μας αυτό σημαίνει περαιτέρω μείωση της αμοιβής μας, περαιτέρω αύξηση του χρόνου εργασίας και περαιτέρω εντατικοποίηση της εργασίας μας.

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί εδώ η συνεχής πίεση που δεχόμαστε από τα μεταφραστικά γραφεία όσον αφορά τις (στενότατες) προθεσμίες παράδοσης. Στο βωμό αυτής της συνεχώς επικαλούμενης παραγωγικότητας, θεωρείται πλέον δεδομένο από τα γραφεία και από τους τελικούς πελάτες ότι μέσα σε μία μέρα μπορούμε να παραδώσουμε εξωφρενικό αριθμό σελίδων. Οι απαιτήσεις για περισσότερες σελίδες σε λιγότερο χρόνο, με αντίστοιχη βέβαια μείωση της ποιότητας και του χρόνου ελέγχου της μετάφρασης, έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση και της τελικής αμοιβής. Το βασικότερο ωστόσο πρόβλημα εδώ είναι η καλλιέργεια της αντίληψης ότι η μετάφραση είναι μια μηχανική εργασία, που μπορεί να εκτελεστεί με μεγάλη ευχέρεια σε σύντομο χρόνο – μια αντίληψη (και μια πρακτική τελικά) η οποία υποβαθμίζει ακόμα περισσότερο τη θέση του μεταφραστή.
...

 

(μεταφραστική) μνήμη:
πεδίο ανανέωσης του ταξικού ανταγωνισμού;

Η διατίμηση των λέξεων, το “ζύγισμά” τους αν είναι πρωτομετάφραστες ή όχι, είναι μια έξυπνη στρέβλωση της πραγματικότητας των γλωσσών και των μεταφράσεων. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία λέξη σε οποιοδήποτε κείμενο του 21ου αιώνα που να μεταφράζεται - για - πρώτη - φορά! Περιλαμβάνονται όλες στα λεξικά, χάρτινα ή ηλεκτρονικά. Έτσι ώστε κάθε εργοδότης (και κάθε πελάτης) θα μπορούσε, απέναντι σε οποιονδήποτε μεταφραστή, να ισχυριστεί ότι δεν του χρωστάει τίποτα παραπάνω απ’ το ότι έκανε μια δουλειά που δεν μπορεί ακόμα να κάνει “μόνο” του κανένα “λεξικό”. Δηλαδή “ψιλοπράγματα”. Θα ήταν σα να έλεγε κανείς σ’ έναν οικοδόμο που ανακατεύει το χαρμάνι με το φτυάρι ότι δεν κάνει και τίποτα της προκοπής αφού τα υλικά (η άμμος, το τσιμένο, ο ασβέστης) είναι εκεί ήδη.
Όμως η αντιπαράθεση για την τιμή της λέξης, της πρωτοεμφανιζόμενης ή/και της επαναλαμβανόμενης, είναι ναρκοθετημένη μ’ έναν απρόοπτο τρόπο. Ενώ τις μεταφραστικές μνήμες σαν λογισμικό τις αγοράζουν οι ίδιοι / ίδιες οι μεταφραστές / μεταφράστριες, πληρώνοντας απ’ την τσέπη τους (το TRADOS κοστίζει περί τα 700 ευρώ), κι ενώ εκπαιδεύονται στη χρήση αυτών των μεταφραστικών μνημών οι ίδιοι / ίδιες μόνοι / μόνες τους, υπάρχει η εξής παράξενη νόρμα: μετά το τέλος της δουλειάς, δεν παραδίνουν στον εργοδότη μόνο το μεταφρασμένο κείμενο αλλά και την μεταφραστική μνήμη... Πράγμα που σημαίνει ότι οι εργοδότες (οι μεταφραστικές εταιρείες) πληρώνουν μεν με - τη - λέξη και με την πιο - φτηνή - λέξη, αλλά δεν αγοράζουν μόνο μεταφρασμένες λέξεις. Αγοράζουν (στην πραγματικότητα κλέβουν) κι όλη την ψηφιακή συσσώρευση των μεταφράσεων. Σφετερίζονται εκείνο που αν δεν ήταν μηχανικά / ηλεκτρονικά μεσολαβημένο θα ονομαζόταν εμπειρία· αλλά (έστω) στην ψηφιακή του μορφή μπορεί ακόμα να ονομαστεί εργαλείο - του - τεχνίτη. Η διαφορά σε σχέση με τα παραδοσιακά εργαλεία των μαστόρων είναι συντριπτική σε βάρος των τωρινών, στην προκειμένη περίπτωση των μεταφραστών: οι μεταφραστικές μνήμες “θυμούνται”, κι έτσι σε κάθε βήμα της συσσώρευσης data κάνουν τον ίδιο τον μεταφραστή λιγότερο απαραίτητο!
Αντί το εργαλείο, το μέσο παραγωγής για τη συγκεκριμένη δουλειά, να κάνει μικρότερο τον κόπο του μεταφραστή (την στιγμή, άλλωστε, που είναι κυριολεκτικά δικό του) καταλήγει στα χέρια του αφεντικού· και κάθε φορά, από φορά σε φορά, χρησιμοποείται για την υποτίμηση της δουλειάς του τεχνίτη!

Πως έχει “θεσμοθετηθεί” αυτή η “υποχρεώση” της παράδοσης του εργαλείου στο αφεντικό; Δεν ξέρουμε. [7] Όμως (μας) φαίνεται ένα ζήτημα κομβικό. Οι μεταφραστικές εταιρείες, που είναι οι κυρίως εργοδότες εκ μέρους των πελατών βιομηχανιών ή εταιρειών από κάθε κλάδο της αγοράς σπάνια χρησιμοποιούν (και άρα σπάνια πληρώνουν) δικούς τους υπαλλήλους / μισθωτούς μεταφραστές. Το “οικοσύστημα” της “παροχής μεταφραστικών υπηρεσιών” είναι γεμάτο από υποτιθέμενους “ανεξάρτητους επαγγελματίες”, μπλοκάκηδες δηλαδή, τους οποίους αξιοποιούν / εκμεταλλεύονται οι εταιρείες. Με όλα τα πλεονεκτήματα που έχει αυτή η σχέση εργασίας για την κερδοφορία τους: ούτε ασφάλιση, ούτε περιορισμοί ωραρίων, ούτε άδειες και ό,τι έχει απομείνει ακόμα στην πράξη απ’ την άλλοτε εργατική νομοθεσία.
Ούτε, φυσικά, έξοδα για υπολογιστές, προγράμματα, μεταφραστικές μνήμες κλπ. Σ’ αυτήν την ζούγκλα που λέγεται “αγορά εργασίας” οι υποτιθέμενοι “ελεύθεροι επαγγελματίες” - desperados της μετάφρασης, δεν μπορούν με τα σημερινά δεδομένα να σταθούν αλλιώς παρά μόνο μ’ ένα χωρίς τελειωμό και έλεος λαχάνιασμα, που σημαίνει δικά τους έξοδα και δικό τους κόπο, κατά το κοινότοπο (στο νέο καπιταλιστικό παράδειγμα) μοτίβο που ήδη περιγράφτηκε με ψευτοepic τόνους νωρίτερα, αλλά που η πραγματικότητά του είναι “με το σουβλί στο κόκαλο και το λουρί στο σβέρκο”:

... Πρέπει να αυτομορφωνόμαστε και να αποκτάμε νέες δεξιότητες, να προσαρμοζόμαστε σε νέες διαδικασίες, να επενδύουμε σε νέα συστήματα και λογισμικό, να ακολουθούμε τις τάσεις και να ενημερωνόμαστε, πιέζοντας φυσικά τον χρόνο και τον προϋπολογισμό μας.

Οι μεταφραστικές μνήμες, και οποιοδήποτε άλλο σχετικό software, είναι της ίδιας ακριβώς τάξης με τον προσωπικό υπολογιστή. Κι όλα αυτά μαζί δεν είναι απλά ό,τι το σκεπάρνι και το φτυάρι για τον παλιό οικοδόμο, αλλά πολύ περισσότερα. Είναι τα εργαλεία των οποίων η κυριότητα κρίνει την δυνατότητα μιας σύγχρονης εργατικής φιγούρας (όπως είναι ο μεταφραστής) να “βάλει το μαχαίρι στο λαιμό” του εργοδότη· ή όχι. Είναι τα εργαλεία των οποίων η κυριότητα συνιστά την υλική βάση του εργατικού ανταγωνισμού· ή όχι.
Στο βαθμό που τα αφεντικά κρατούν, τελικά, τον έλεγχο τέτοιου είδους “συσσωρευτικών” εργαλείων, μπορούν σταδιακά να αποειδικεύουν, δηλαδή συστηματικά να υποτιμούν, την ζωντανή εργασία. Κανονικά θα έπρεπε, προκειμένου να έχουν έναν τέτοιο έλεγχο, να αναγκάζονται να έχουν δικές τους μηχανές· και, κατά συνέπεια, θα αναγκάζονταν σε διαφορετικές σχέσεις εργασίας: αναγνώριση, οπωσδήποτε, του εξαρτημένου χαρακτήρα της.
Προφανώς δεν κάνουμε υποδείξεις σε εργάτες που παλεύουν για τα εργατικά συμφέροντα όσο καλύτερα μπορούν. Ωστόσο το γεγονός ότι η (ψηφιακά συσσωρευμένη) μνήμη, όχι μόνο η μεταφραστική αλλά σε κάθε της έκφανση, αναδεικνύεται σαν ένα κρίσιμο πεδίο ανταγωνισμού, αυτό μας φαίνεται γεγονός. Ο έλεγχος της μνήμης - αυτό είναι ένα ζήτημα με τεράστιες προεκτάσεις, στις πιο απροσδόκητες περιοχές του κοινωνικού.
Προς στιγμή μπορεί κανείς να αποτραβηχτεί απ’ τις μεταφραστικές μνήμες, απ’ την μηχανοποιημένη συσσώρευση μέσω εργασίας του συγκεκριμένου know how· μπορεί να απομακρυνθεί προς στιγμή απ’ το TRADOS και κάθε παρόμοιο, και να θυμηθεί με διεισδυτικά κριτικό τρόπο: google...

Sarajevo 78 - 11/2013

 

η φάμπρικα των λέξεων

...
Αν η σκέψη, το σκέπτεσθαι, συγκέντρωσε ένα τόσο αυτοτελές και έντονο ενδιαφέρον για τουλάχιστον έναν αιώνα, είναι επειδή η ατομική πράξη, το πράττειν, απέκτησε για την αστική τάξη μια ιδιάζουσα σοβαρότητα. Η σταθερότητα της αστικής τάξης ήταν φτιαγμένη να αγρυπνά πάντα· συνέχεια να ανακαλύπτει νέες πτυχές του κόσμου και να τις καταλαμβάνει εννοώντάς τες σαν "προβλήματα προς λύσιν"· να καινοτομεί διαρκώς πρακτικά καταδιώκοντας πρακτικές αντιθέσεις. Ο υλισμός της συσσώρευσης και της επένδυσης, ο υλισμός του κεφαλαίου, ήταν ο ίδιος μια τόσο καθολική ιδέα που θα έπρεπε να απαλλοτριώσει κάθε άλλη ιδέα, κάθε άλλη σκέψη, κάθε άλλη πράξη.
Το γεγονός λοιπόν πως στις αρχές του 20ου αιώνα, με τόσους διαφορετικούς τρόπους, πρωτοπόροι της κοινωνιολογίας, της ιατρικής και της τέχνης, συνέκλιναν στο ίδιο βασικό θεώρημα, πως η σκέψη είναι μια πολύπλοκη μεν μηχανική δε λειτουργία δεν οφείλεται μόνο στο ότι οι μηχανές ήταν το πιο πρόχειρο ανάλογο που θα μπορούσαν να βρουν. Οι μηχανές πράγματι θριάμβευαν εισαγόμενες στην εργασία, πετύχαιναν κάποιον έλεγχο πάνω της. Αλλά κυρίως θριάμβευαν διαρκώς αυξάνοντας την "παραγωγικότητα" των καπιταλιστικών κοινωνιών. Πού αλλού θα μπορούσε να συγκλίνει η απαίτηση (το όνειρο, το ενδιαφέρον) για την αύξηση της "παραγωγικότητας" στην κοινωνική σκέψη αν όχι στην ιδέα πως κι αυτή είναι μια μεγάλη μηχανή; Πως δεν μπορεί παρά να είναι;
Ένα τέτοιο θεώρημα ωστόσο, παρότι αρμονικά αρθρωμένο με το τεχνολογικό του περιβάλλον, ήταν πολιτικά τολμηρό. Είχε πιο σύνθετες προβληματοποιήσεις να φτιάξει – και πιο σύνθετες λύσεις να δώσει. Το ταιηλορικό Time and Motion Study της σκέψης δεν είχε έναν συγκεκριμένο χώρο για να κατασκοπεύσει - η σκέψη, κοινωνική ή ατομική, είναι διάχυτη, παντού. Επιπλέον δύσκολα θα μπορούσε να γίνει απτή η υλικότητα της "κίνησης του πνεύματος" καθ’ εαυτού - ώστε να αναλυθεί. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό: ο χρόνος του σκέπτεσθαι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί de facto γραμμικός όσο, έστω, εκείνος της εργασίας.
Αν αυτές ήταν οι δυσκολίες στην ανάλυση ενός "θέματος" τόσο δύστροπου όσο η σκέψη, υπήρχε όμως ένα πλεονέκτημα σημαντικό, προερχόμενο από αλλού. Από τις θρησκείες. Αν διδαχθεί κανείς ότι σκέφτεται (ή ότι πρέπει να σκέφτεται) με τον α ή β τρόπο, τότε αρχίζει να σκέφτεται έτσι. Η μηχανικότητα της εργασίας, ειδικά, θα έπρεπε να εφευρεθεί και να επιβληθεί. Η μηχανικότητα της σκέψης, γενικά, θα έπρεπε να εφευρεθεί και να διδαχθεί  - για να επιβληθεί. Όμως το σκέπτεσθαι πάντα διδασκόταν! Ακόμη λοιπόν κι αν το θεώρημα της μηχανικής σκέψης θα έπρεπε να ακολουθήσει μακριά και έμμεση διαδρομή ώσπου να αποδειχθεί, τα χνάρια αυτού του δρόμου ήταν ήδη διαθέσιμα: η ιδεολογία, ο μύθος.
[Φυσικά δεν υπήρχε κάποιο συνωμοτικό υποκείμενο για να αναλάβει ένα τέτοιο έργο! Είναι οι ίδιες οι απρόσωπες αναγκαιότητες κάθε συστήματος όπως συλλαμβάνονται πότε εδώ και πότε εκεί, πότε από τον έναν και πότε από τον άλλον, που δουλεύουν για ό,τι ονομάζεται "εξέλιξη" στα πεδία των κοινωνικών μύθων. Η χρησιμότητα των διανοούμενων δεν είναι μικρή· των εφαρμοστών επίσης. Αλλά η έκταση και η ένταση των ιδεολογικών μετασχηματισμών τους ξεπερνάει· και μόνο "τιμής ένεκεν" χαρακτηρίζονται διάφοροι σαν "πατέρες" της μιας ή της άλλης ιδέας…]

...
Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς πρέπει να αναγνωρίζουμε, έστω και περιληπτικά, πως ο παράξενος πόλεμος με ορίζοντα την σκέψη (και τις γλώσσες) δεν άρχισε τον 20ο αιώνα. Κάθε εξουσία, οσονδήποτε αρχαϊκή, έχει υπάρξει σαν έλεγχος της "ουσίας" - εκείνου του είδους αποστάγματος του κοινωνικού που μπορεί να ελεγχθεί. Για κάθε εξουσία το ζητούμενο δεν έχει υπάρξει η κατασκευή, απλά, μιας θέσης υπεροχής· αλλά επίσης [βασικό] η κατασκευή "ουσιών", η μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων από ρηματικές (δηλαδή σχέσεις υποκειμενικής ενεργητικότητας ή πάθους) σε ουσιαστικές. Κάθε είδους εξουσία επεδίωξε, για λογαριασμό της, έναν ορισμένο αυτοματισμό σκέψης - άσχετα αν τον ονόμαζε έτσι ή όχι. Κάθε εξουσία, επεμβαίνοντας στη σκέψη και τη γλώσσα καταδίωξε το ρήμα. Όχι σαν "γλωσσολογικό στοιχείο" αλλά σαν πυρήνα των όποιων αυτοκαθορισμών. Κάθε εξουσία (απ’ όσες ξέρουμε τουλάχιστον) προσπάθησε να περιορίσει τα ρήματα σε ένα μονάχα: στο "είναι". Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως οποιοσδήποτε νόμος είναι έκκληση σε κάποιου είδους αυτόματη σκέψη: αν αυτό… τότε εκείνο. Αρκεί επίσης να σκεφτούμε τη θέση στην οποία τοποθέτησαν διάφορες θρησκείες ή/και φιλοσοφίες το "Όν". Και την "τάξη" του.
Όμως αυτός ο διαρκής πόλεμος ανάμεσα στην εξ-ουσία και την ποίηση (δεν εννοούμε την "υψηλή ποίηση", εννοούμε τη δημιουργικότητα και τις ανταρσίες του σκέπτεσθαι…) έχει υπάρξει ιστορικός πόλεμος. Με την έννοια πως έχει πολλά και διαφορετικά επεισόδια. [8]

Αυτός ο διαρκής πόλεμος... Λοιπόν αυτός ο πόλεμος ανάμεσα στην εργασία / δημιουργικότητα και το κεφάλαιο / υπεξαίρεση συνεχίζεται. Πρέπει να συνεχιστεί κι απ’ τη μεριά μας. Σε καινούργιες συνθήκες, με καινούργια δεδομένα· ο ίδιος “παλιός” πόλεμος...

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Εισήγηση με τίτλο προκλήσεις του σήμερα για τους μεταφραστές, στη “2η συνάντηση για τη μετάφραση”, 31 Μάη 2013, Αθήνα.
[ επιστροφή ]

2 - Σημειώσεις για έναν αιώνα: η αυτόματη σκέψη. Υπάρχει στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του Sarajevo. Ο Mustapha Khayati, υπεύθυνος μεταξύ άλλων για το πολύκροτο Σκάνδαλο του Στρασβούργου στα τέλη του 1966, εγκατέλειψε το 1969 την περιπέτεια της κριτικής απ’ την σχετικά ασφαλή θέση ενός υπήκοου της γαλλίας, για να πάει στην ιορδανία και να ενταχθεί στο “λαϊκό μέτωπο για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης”. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του...
[ επιστροφή ]

3 - Δήμητρα Σταφυλιά, ο.π.
[ επιστροφή ]

4 - Με τον όρο transcreation χαρακτηρίζεται η “ελεύθερη μετάφραση / προσαρμογή κειμένου στα πολιτιστικά δεδομένα”. Είναι αυτό που άλλοτε λεγόταν “απόδοση” (νοημάτων), αλλά τώρα δεν πρέπει να περιλαμβάνει κάποια καινούργια δημιουργία (έκφρασης κλπ), δεν πρέπει δηλαδή να είναι “σκέτη creation”, που να μπορεί να καλυφθεί με “πνευματική ιδιοκτησία” απ’ τον μεταφραστή (σε βάρος του πελάτη ή/και της μεταφραστικής εταιρείας / εργοδότη).
[ επιστροφή ]

5 - Τα αποσπάσματα είναι από προκήρυξη / παρέμβαση του ΣΜΕΔ στην “2η συνάντηση για τη μετάφραση”, που οργανώθηκε από μεταφραστικές εταιρείες και επιλεγμένους free lancers μεταφραστές. Ευχαριστούμε θερμά τα μέλη του ΣΜΕΔ που ασχολήθηκαν με τις απορίες μας· και με τις εμπειρίες τους, τις απόψεις τους και τα στοιχεία που μας υπέδειξαν έκαναν αυτήν εδώ την αναφορά εφικτή. Χωρίς την βοήθειά τους θα είχαμε μείνει στα βαθιά μας μεσάνυχτα για το θέμα.
[ επιστροφή ]

6 - Πρόκειται για software μεταφραστικής μνήμης, ευρύτατα διαδεδομένο (λόγω ποιότητας) στους μεταφραστές.
[ επιστροφή ]

7 - Ούτε οι συνομιλητές μας απ’ τον ΣΜΕΔ ήταν σε θέση να μας κατατοπίσουν για την καταγωγή της.
[ επιστροφή ]

8 - Σημειώσεις για έναν αιώνα: η αυτόματη σκέψη.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020