Sarajevo
 

 

 

Sarajevo 77 - 10/2013

 

στατιστικές και ψέμματα

Λένε ότι απ’ όλους τους τρόπους να ειπωθεί ένα ψέμα η στατιστική είναι το χειρότερο. Επειδή με την υποτιθέμενη μαθηματική ουδετερότητά της εμφανίζεται σαν γνήσια “κάτοψη” της πραγματικότητας, ό,τι και να μετράει απ’ αυτήν. Η καχυποψία για τα αποτελέσματα στατιστικών ερευνών, ειδικά εκείνων που αφορούν φλέγοντα (κατα περιόδους) ζητήματα, είναι κοινωνική κοινοτοπία, και φτάνει ως τον εύκολο πάτο των θεωριών συνωμοσίας. Απ’ την μεριά τους οι στατιστικολόγοι (επί) του κοινωνικού υπεραμύνονται της επιστημονικότητας των μεθόδων τους, και της ουδετερότητας των ερευνητών απέναντι στις έρευνες και τα αποτελέσματά τους.

Εάν οι στατιστικολόγοι και στατιστικοί ερευνητές έχουν την “επιστημοσύνη” σαν το πιο ακλόνητο οχυρό των υποτιθέμενων αληθειών τους, τότε κάθονται πάνω σε ερείπια που καπνίζουν, και είτε το αγνοούν είτε απευθύνονται στους αδαείς. Η χειραγώγηση των στατιστικών ερευνών είναι αποδεδειγμένη επιστημονικά! Σ’ έναν απ’ τους πιο ευαίσθητους, για πολλούς και αντίθετους λόγους, τομέα στατιστικών ερευνών, στις ιατρικές (επιδημιολογικές, κλπ) έρευνες, η σημαία της επιστημονικής αντικειμενικότητας έχει υποσταλεί προ πολλού. Ένας γιατρός απ’ το νοσοκομείο Ιωαννίνων, ονόματι Γιάννης Ιωαννίδης, και η ομάδα του, έχουν κάνει παγκόσμια καριέρα πρώτης γραμμής στην μετα-έρευνα πάνω στις (ιατρικές) έρευνες, αποδεικνύοντας ότι τα συμπεράσματα του 90% απ’ αυτές είναι από λαθεμένα έως εντελώς λαθεμένα. Και πρόκειται για τις στατιστικές έρευνες πάνω στις οποίες βασίζεται η τρέχουσα, καθημερινή ιατρική. Δεν είναι μόνο τα συμφέροντα των εταιρειών που διαμορφώνουν τα ερευνητικά προγράμματα και τα ερηματολόγια με χειραγωγημένο τρόπο. Είναι οπωσδήποτε κι αυτά. Όμως είναι, επιπλέον, οι ιδεολογικές πεποιθήσεις και οι ιατρικοί προσανατολισμοί ακόμα και “ανεξάρτητων” ερευνητών· είναι το ακαδημαϊκό στάτους και οι προσδοκίες· είναι η αναζήτηση προσωπικού οφέλους (απ’ τα αποτελέσματα) και πολλά άλλα.
Κι αν αυτές οι συστηματικές και εκτεταμένες παρασπονδίες, σκεπασμένες κατάλληλα με πολλά στρώματα επιστημονικότητας και μεθοδολογικής αυστηρότητας, είναι κοινοτοπία για τις ιατρικές έρευνες, τι μπορεί άραγε να περιμένει κανείς από άλλες, πιο εμπορικής χρήσης;

Το θέμα μας εδώ είναι οι δειγματοληπτικές, στατιστικές έρευνες πρόθεσης ψήφου (ή εκλογικής συμπεριφοράς, ή όπως αλλιώς λέγονται). Από τεχνική, μεθοδολογική πλευρά, αυτές αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης κατεύθυνσης στατιστικών μετρήσεων και υπολογισμών πάνω στα γούστα και τις προτιμήσεις των πρωτοκοσμικών πληθυσμών. Παρότι από πρώτη ματιά φαίνονται απλές, πίσω απ’ αυτές τις έρευνες, όποιο κι αν είναι το περιεχόμενό τους, βρίσκεται μια ογκούμενη “επιστήμη αριθμομετρίας” των κοινωνικών συμπεριφορών. Που με τη σειρά της είναι προϊόν μιας ορισμένης βεβαιότητας, γεννημένης στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι είναι δυνατόν να μετρηθούν τα “πολλά” (των κοινωνικών ηθών, πρακτικών, προτιμήσεων, κλπ) μέσω της μέτρησης “λίγων”, εάν υπάρχει ένα κατάλληλο σχήμα αναγωγής των “λίγων” στα “πολλά”.
Η μήτρα των βεβαιοτήτων και της επιστημοσύνης των ερευνών κοινής γνώμης (γενικά) και εκλογικής συμπεριφοράς (ειδικά) βρίσκεται στη βιομηχανική δειγματοληψία. Εάν η μηχανή βγάζει (οφείλει να βγάλει) πανομοιότυπα αντικείμενα, τότε ο ευκαιριακός, δειγματοληπτικός έλεγχος ανά παρτίδα (ας πούμε: ανά 100 αντικείμενα εξετάζεται 1) μπορεί να επιτρέψει μέσω των “λίγων” να γίνει γνωστή η ποιότητα των “πολλών”. Όμως αυτή η αναγωγή (και κάθε τέτοια αναγωγή) προϋποθέτει την παραδοχή ότι η “κοινή γνώμη” (δηλαδή το σύνολο των πεποιθήσεων, απόψεων, προτιμήσεων, κλπ) παράγεται μαζικά, βιομηχανικά. Έτσι, και μόνον έτσι, η γνώμη ενός μπορεί να θεωρηθεί σαν γνώμη 100.000...
Ο αμερικάνος George Gallup, που είναι ο πρωτοπόρος τέτοιου είδους μετρήσεων, άρχισε τις στατιστικές του έρευνες το 1935, σε μια περίοδο που ο μετασχηματισμός της αμερικανικής κοινωνίας με βάση τις προδιαγραφές της μαζικής παραγωγής / μαζικής κατανάλωσης προχωρούσε σταθερά. Παρότι η εταιρεία του είχε αργότερα παταγώδεις αποτυχίες στις προβλέψεις εκλογικών αποτελεσμάτων (η τελευταία ήταν το 2012, όταν προέβλεπε νίκη του Mitt Romney έναντι του Barack Obama στις προεδρικές εκλογές...), η ιδέα της στατιστικής, δειγματοληπτικής έρευνας των κοινωνικών πεποιθήσεων και συμπεριφορών, όχι μόνο ρίζωσε αλλά απλώθηκε σε πολλούς τομείς πέρα απ’ το εμπόριο ή τις εκλογές: στην κοινωνιολογία, στην ιατρική, κ.α. Κάθε ερευνητικό αποτέλεσμα που αποδεικνυόταν λάθος (εφόσον περιλάμβανε και προβλέψεις), και ειδικά εάν αυτά ήταν πολλά, οδηγούσε απλά στην υποτιθέμενη βελτίωση της μεθοδολογίας: την εισαγωγή νέων παραμέτρων στο αναγωγικό μοντέλο, στην αναδιάταξη των χαρακτηριστικών των “δειγμάτων”, σε πιο σύνθετα μαθηματικά. Το ερώτημα που αποτελεί μήτρα όλου αυτού του στατιστικού συμπλέγματος, το κατά πόσον δηλαδή οι πεποιθήσεις και οι απόψεις εξακολουθούν να παράγονται μαζικά, βιομηχανικά στις post-industrial καπιταλιστικές κοινωνίες, καθώς και άλλα συναφή (όπως η διάρκεια, η σταθερότητα και η ένταση των μετρούμενων απόψεων), οι υπηρέτες της δειγματοληπτικής “επιστήμης” δεν καταδέχονται να το κάνουν. Για προφανείς επιχειρηματικούς και ιδεολογικούς λόγους.

 

τηλεφωνικές έρευνες και “άρνηση συνεργασίας”

Η χρήση του τηλεφώνου για τέτοιου είδους έρευνες ξεκινάει στις ηπα απ’ την δεκαετία του ‘70. Ως τα μέσα εκείνης της δεκαετίας οι δειγματοληπτικές έρευνες γίνονταν πρόσωπο - με - πρόσωπο. Οι τηλεφωνικές έρευνες αγοράς άρχισαν να γενικεύονται τις επόμενες δεκαετίες, έως ότου να γίνουν ο βασικότερος τρόπος εδώ και αρκετά χρόνια, και στην ελλάδα. Το τηλέφωνο, σαν εργαλείο, έχει προφανή πλεονεκτήματα μείωσης κόστους για τις εταιρείες, επιτρέπει επίσης περισσότερες προσπάθειες έως ότου διαμορφωθεί το ζητούμενο “δείγμα”. Ωστόσο έχει και ανομολόγητα μειονεκτήματα, των οποίων η διαχείριση επαφίεται στον “επαγγελματισμό” (δηλαδή στα συμφέροντα) των εταιρειών που κάνουν τέτοιες έρευνες. Για παράδειγμα, επειδή το να σηκώσει κανείς το τηλέφωνο και το να απαντάει σε μια σειρά ερωτήσεων συμβαίνει, συχνά, παράλληλα με κάποια / κάποιες άλλες δουλειές ή δραστηριότητες, ακόμα και οι διαθετειμένοι να απαντήσουν μπορεί να διακόψουν την επικοινωνία, για λόγους “ανωτέρας βίας”: το παιδί κλαίει, το φαγητό βράζει, κάποιος άλλος καλεί, κλπ κλπ. Αυτό, με τη σειρά του, επενεργεί στο “χρονικό μέγεθος” του ερωτηματολογίου (όσο μικρότερο τόσο πιθανότερο να μην χρειαστεί δεύτερο ή και τρίτο τηλεφώνημα για να ολοκληρωθεί), άρα και στη διαμόρφωση (και την κατανοησιμότητα...) των ερωτήσεων.
Ένα άλλο “πρόβλημα” (επίσης ανομολόγητο) που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, είναι αυτό που οι ειδικοί του κλάδου ονομάζουν “nonresponce” - μη ανταπόκριση. Το μεγαλύτερο μέρος της “μη ανταπόκρισης”, που προκαλεί πονοκέφαλο στους δειγματολήπτες, είναι η άρνηση (ή, με άλλη ορολογία, η απόρριψη) συνεργασίας μέσα στο δείγμα. Το διεθνώς (αν και όχι στην ελλάδα) αναγνωρισμένο “πρόβλημα” της άρνησης συνεργασίας στις τηλεφωνικές έρευνες είναι μεγάλο έτσι ώστε να γίνει από μόνο του αντικείμενο ερευνών. Στις ηπα (απ’ όπου βρήκαμε στοιχεία) το ποσοστό των “πετυχημένων / ολοκληρωμένων” τηλεφωνικών επαφών με ερωτώμενους των διάφορων δειγμάτων πέφτει σταθερά, και το 2003 είχε ακουμπήσει το 50%. Που σημαίνει: εάν το δείγμα ήταν 1000 άτομα, μόνο τα 500 απαντούσαν με οποιονδήποτε τρόπο (συμπεριλαμβανομένου του “δεν ξέρω / δεν απαντώ”) σε διάφορες ερωτήσεις.

Το γεγονός ότι η “άρνηση συνεργασίας” σε τηλεφωνικές έρευνες αυξάνεται σταθερά σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, έχει διάφορες αιτίες. Απ’ την υπεράνταση “δραστηριοτήτων” στην καθημερινή ζωή (που δεν αφήνειο χρόνο και όρεξη για “κουβέντες με αγνώστους”), μέχρι την βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου και μαζί της ευαισθησίας απέναντι στα “προσωπικά δεδομένα”. Από τον αυξημένο ατομισμό και την απόρριψη του να σε αντιμετωπίζουν σαν “δείγμα μέσα στη μάζα”, μέχρι την απόρριψη των ειδικών αντικειμένων της χ ή της ψ έρευνας (ας πούμε την απόρριψη των κομμάτων και των εκλογών).
Απ’ την σκοπιά των εταιρειών ερευνών, των τεχνικών, των στατιστικολόγων και των υπόλοιπων, το πρόβλημα είναι η άρνηση συνεργασίας. Απ’ την δικιά μας μεριά, πάλι, το ενδιαφέρον παράξενο είναι το είδος των ανθρώπων που δέχονται να απαντήσουν σε τηλεφωνικές έρευνες - ας πούμε για το τι θα ψηφίσουν, και όλα τα σχετικά. Μπορούμε να κάνουμε μια υπόθεση εμπειρική: πρόκειται για ανθρώπους μοναχικούς (που αντιλαμβάνονται τις τηλεφωνικές ερωταπαναντήσεις σαν “παρέα”)· ή/και ανθρώπους που θέλουν να επιδείξουν κάτι (μια προτίμηση ή μια έχθρα) ακόμα και τηλεφωνικά· ή/και ανθρώπους εθισμένους στο να παίρνουν μέρος τηλεφωνικά σε διάφορες ραδιοφωνικές εκπομπές ακροατών για να ακούν την φωνή τους· ή/και ανθρώπους που νομίζουν ότι αν δηλώσουν την προτίμησή τους, το αποτέλεσμα του δείγματος θα τραβηχτεί πιο κοντά στις δικές τους πεποιθήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, εάν είχαμε κοινωνιολογικές δραστηριότητες και κάποιον χρηματοδότη, θα μπορούσαμε να αποδείξουμε επιστημονικά (και επιστημονικά μπορείς να αποδείξεις ότι θες - και το αντίθετό του!) ότι εκείνοι κι εκείνες που αρνούνται να πάρουν μέρος σε τηλεφωνικές έρευνες οποιουδήποτε τύπου είναι γενικά νορμάλ άνθρωποι, ενώ εκείνοι κι εκείνες που δέχονται είναι σε γενικές γραμμές ψώνια. Θα πηγαίναμε ύστερα μισό βήμα πιο πέρα, υποστηρίζοντας πως ότι και να απαντούν τα “ψώνια” δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτικό των υπόλοιπων...

Δεν έχουμε κανένα λόγο να δεχτούμε ότι στην ελλάδα, και μάλιστα στην ελλάδα της “κρίσης”, του “μνημονίου” και της “απογοήτευσης ή και έχθρας” προς τους πολιτικούς, οποιαδήποτε δειγματοληπτική έρευνα πολιτικών / εκλογικών γούστων έχει καλύτερη επίδοση απαντήσεων απ’ το 50%. Εμπειρικά (και άρα με μεγάλο βαθμό αυθαιρεσίας) θα υποστήριζε κανείς ότι εκείνοι κι εκείνες που κλείνουν βρίζοντας το τηλέφωνο στις εταιρείες δημοσκοπήσεων είναι πολύ περισσότεροι· ίσως 9 στους 10. Μιας και οι εταιρείες κρατάνε τα μυστικά τους δεν έχουμε στοιχεία επ’ αυτού· ας μείνουμε λοιπόν στο μετριοπαθές 50%, που είναι (λίγο πάνω λίγο κάτω) διεθνώς παρατηρημένο.
Είναι προφανώς ένα πράγμα να υποστηρίζει ένας δημοσκόπος ότι “σε δείγμα 1000 ερωτηθέντων οι 230 είπαν ότι θα ψηφίσουν νέα δημοκρατία” (ή οτιδήποτε άλλο), και εντελώς διαφορετικό ότι “σε δείγμα 2000 κληθέντων οι 1000 γαμοσταύρισαν ή έκλεισαν το τηλέφωνο ευγενικά, κι απ’ τους υπόλοιπους 1000 οι 230 απάντησαν ότι...”. Η διαφορά είναι (και) στην αναγωγή. Στην πρώτη περίπτωση το “ποσοστό” είναι 23%. Στη δεύτερη 11,5%.
Όση επιστημοσύνη (εντός ή εκτός εισαγωγικών) κι αν επιστρατεύουν λοιπόν οι δημοσκόποι εφόσον ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού απορρίπτει και τις τηλεφωνικές έρευνες / ανακρίσεις και τα εκλογικά (ή εμπορικά ή ότι άλλο) ερωτηματολόγια, δεν μπορεί να αποτελεί δείγμα του οτιδήποτε ο αριθμός (και τα γούστα) εκείνων που δέχονται την συνεργασία. [1] Οι δημοσκοπήσεις είναι ψευδείς, ψευδέστατες, όχι επειδή έχουν μαγειρευτεί οι απαντήσεις (κι αυτό μπορεί να συμβεί ωστόσο) αλλά επειδή προβάλλονται σαν “εικόνα” και “αναπαράσταση” ενός κοινωνικού συνόλου σχετικά ομοιογενούς, το οποίο όμως είναι ανύπαρκτο σαν τέτοιο. Είναι σα να υποστηρίζει κανείς ότι έχει την “εικόνα της εγκληματικότητας” μιας κοινωνίας χρησιμοποιώντας σαν “δείγμα” εκείνους κι εκείνες που βρίσκονται στις φυλακές· ενώ είναι πασίγνωστο ότι εκεί καταλήγουν συστηματικά οι πιο αδύναμοι κοινωνικά παραβάτες - των - νόμων... Αντίστοιχα, το γεγονός ότι κάποιοι απαντούν στις τηλεφωνικές έρευνες, έχει αξία μόνο σαν μέτρο της εξάρτησης ενός μέρους του πληθυσμού από συγκεκριμένες αναπαραστάσεις της “γενικής θέλησης” - και πάντως δεν μπορεί να αποτελεί δείγμα κοινωνιών στις οποίες οι ατομικές θελήσεις παράγονται μεν μαζικά, αλλά με ισχυρές ιδιωτικές αποχρώσεις, και πάντως όχι βιομηχανικά με την παλιά έννοια.

Υποθέτουμε ότι αυτά είναι γνωστά στους κύκλους των τεχνικών των κοινωνικών μετρήσεων. Αλλά οι δημοσκοπήσεις παραγγέλνονται, πουλιούνται, αγοράζονται, επιδεικνύονται - χωρίς, φυσικά, τα ένοχα μυστικά των αρνήσεων. Γιατί είναι ακόμα στη μόδα;
Ο πρώτος σοβαρός λόγος είναι πως οι πολιτικές βιτρίνες και οι διάφοροι σύμβουλοί τους είναι εξαιρετικά αδύναμοι  σαν “εκπρόσωποι”, αφού άλλωστε δεν είναι καθόλου αυτοί που “παράγουν” τις κινήσεις της εξουσίας. Έχουν έως και ψυχωσική ανάγκη να “ξέρουν” (με εύληπτο και τυποποιημένο, δηλαδή στατιστικό τρόπο) τις “αντιδράσεις της κοινωνίας” κάθε τόσο.
Ο δεύτερος εξίσου σοβαρός λόγος είναι ότι οι έρευνες εκλογικής δειγματοληψίας, κρύβοντας την απόρριψη, εξακολουθούν να προσφέρουν μια (τεχνική) αναπαράσταση της υποτιθέμενης “γενικής θέλησης”. Κι αν δεν αποτελούν πραγματικό “αποτύπωμα” αυτής της ανύπαρκτης γενικής θέλησης (που δεν αποτελούν!) μπορούν να λειτουργήσουν κι αλλιώς: σαν προτροπή στο κάθε ξεχωριστό άτομο να “προσαρμοστεί” μέσα σ’ αυτήν την αναπαραστώμενη (με διαγράμματα, χρώματα και ποσοστά) “γενική θέληση”. Σ’ αυτήν τους την πλευρά τέτοιες έρευνες είναι διδακτικές. Λένε: η “γενική θέληση” είναι κάπως έτσι· εσύ που θα βάλεις τον εαυτό σου;
Σαν αναπαραστάσεις της υποτιθέμενης “γενικής θέλησης” οι τέτοιου είδους έρευνες μπορούν να λειτουργήσουν και σαν προκαταβολή ενός εκλογικού αποτελέσματος. Το οποίο μπορεί να είναι λίγο διαφορετικό απ’ την εκτίμηση της χ ή της ψ εταιρείας, όχι όμως εντελώς διαφορετικό απ’ τον “μέσο όρο” των προβλέψεων διαφορετικών ερευνών / εταιρειών.
Έχουμε υποστηρίξει επ’ αυτού ότι (χάρη και στις νέες τεχνολογίες) θεωρούμε σχεδόν αδύνατο να μην χειραγωγούνται τα αποτελέσματα των γενικών εκλογών, αν όχι σ’ όλες σίγουρα στις περισσότερες απ’ τις πρωτοκοσμικές κοινωνίες. Οι προσθέσεις των επιμέρους αποτελεσμάτων εκλογικών τμημάτων (η “συγκέντρωση των αριθμών”) γίνεται ηλεκτρονικά. Έτσι είναι εύκολο ένας απλός αλγόριθμος μέσα στο πρόγραμμα να “μετακινεί” αυτόματα, σε κάποια φάση της συγκέντρωσης, σχετικά μικρά νούμερα εδώ ή εκεί. Απ’ το ένα κόμμα στο άλλο. Ή απ’ το άκυρο σε κάποιο κόμμα. Ή απ’ την αποχή προς ένα ή περισσότερα κόμματα... Είναι επίσης εύκολο ο διαχείριστης του προγράμματος (συγκέντρωσης των εκλογικών αποτελεσμάτων) να παρεμβαίνει σε πραγματικό χρόνο σ’ αυτόν τον κρυμμένο αλγόριθμο, τροποποιώντας τις λαθραίες επιδράσεις του...
Ακόμα κι αν επρόκειτο για προκατάληψη, θα έπρεπε να είναι ο καθένας λογικά καχύποπτος για σκόπιμα “μηχανικά λάθη”, τα οποία δεν ελέγχει κανείς. Όχι, όμως, εάν το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών ταιριάζει σε γενικές γραμμές με την “πρόγνωση” των δειγματοληπτικών ερευνών! Η αναπαράσταση και κατανομή της “γενικής θέλησης” μέσω των δειγματοληπτικών ερευνών, τελικά, δε δουλεύει διδακτικά μόνο στα επιμέρους της, αλλά και στο σύνολο: οι εκλογές πρέπει να θεωρούνται πράγματι έκφραση αυτής της γενικής θέλησης...

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Θεωρούμε πιθανό πως προκειμένου να αποφύγουν το κόστος (σε χρήμα και χρόνο) των απορρίψεων και των αρνήσεων συνεργασίας, οι εταιρείες δειγματοληψίας δημιουργούν “λίμνες” σίγουρα ανταποκρινόμενων. Λίστες δηλαδή ατόμων που γενικά απαντούν, έτσι ώστε να κάνουν μέσα σ’ αυτές τις λίμνες τις έρευνές τους.
[ επιστροφή ]
 
       

Sarajevo 2020