Sarajevo
 

 

 

 

Sarajevo 75 - 7/2013

 

τα χρηματόδεντρα - και τα βλακόχορτα

Ένας κύριος που έχει περάσει προ πολλού την κλιμακτήριο της σκέψης αλλά επιμένει να αρθρογραφεί στην καθεστωτική “καθημερινή” επί παντός του επιστητού [1] θεώρησε βολικό στις αρχές του περασμένου Ιούνη να πιάσει στο πληκτρολόγιό του και το 30/900. Το άρθρο του αφορούσε την αφελή πίστη ορισμένων (κατά την γνώμη του) για την ύπαρξη χρηματόδεντρων· μέσα σ’ αυτούς συμπεριέλαβε και εκείνους που υποστηρίζουν σαν εργατικό στόχο το 30/900. Συγκεκριμένα ο εν λόγω κύριος γράφει:

... Είδα μάλιστα στον δρόμο και μια αφίσα που απαιτεί εργασία 30 ωρών την εβδομάδα και ελάχιστο μισθό 900 ευρώ. Αυτοί σίγουρα έχουν αρχίσει την καλλιέργεια των χρηματόδεντρων...

Το πιθανότερο (το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 2 Ιούνη) είναι η αφίσα στην οποία αναφέρεται να είναι εκείνη για την απεργία του σωματείου βιβλίου / χάρτου, ή της συνέλευσης του πλάνου 30/900 σχετικά με την ίδια απεργία. Σε ότι αφορά τώρα την “καλλιέργεια χρηματόδεντρων”, θα τον απαγοητεύσουμε: δεν καλλιεργούμε τέτοια· ούτε, όμως, τρώμε βλακόχορτα σαν αυτά που σπέρνει ο ίδιος και οι παρέες του.

Δεν θα μας απασχολούσε ο εν λόγω και η γηραλέα καθεστωτική προπαγάνδα του. Συμβαίνει όμως εκεί που μιλάμε σχετικά με την σημασία τόσο της μείωσης του εβδομαδιαίου ωραρίου (απ’ τις 40 ώρες στι 30) όσο και της αύξησης του βασικού καθαρού μισθού (απ’ τον πάτο της θάλασσας στα 900 ευρώ) να συναντάμε την εντελώς λαθεμένη ιδέα που ο Δρυμιώτης θεωρεί δεδομένη. Ότι, δηλαδή, “δεν υπάρχουν χρήματα” (για να μας πληρώνουν τα αφεντικά) και άρα “πως είναι δυνατό να ζητάμε 900 ευρώ βασικό μισθό αφού δεν έχουν;”. Ελάχιστα πίσω απ’ αυτές τις βεβαιότητες ή απορίες υπάρχει η πεποίθηση ότι το χρήμα (σ’ έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό) είτε “υπάρχει σε ποσότητα” είτε όχι, είναι πάντως ένα “στατικό” μέτρο της αξίας (ή περιουσιακό στοιχείο, ή αντικείμενο του πόθου, όπως το βλέπει ο καθένας...).
Δεν είναι καθόλου έτσι! Το ένα μέγεθος που χαρακτηρίζει κάθε καπιταλιστική κοινωνία είναι πράγματι η “ποσότητα του χρήματος” (δηλαδή, για να το πούμε πολύ απλοϊκά, η ποσότητα των χαρτονομισμάτων, των κερμάτων και οτιδήποτε άλλου μέσου λειτουργεί ad hoc σα μέσο συναλλαγών / ανταλλαγών). Υπάρχει όμως και ένα άλλο μέγεθος, που υπό ορισμένες προϋποθέσεις είναι ακόμα σημαντικότερο: η ταχύτητα με την οποία “κυκλοφορούν” αυτά τα “χαρτονομίσματα, κέρματα, κλπ”.

Δεν είναι καθόλου του γούστου μας οι λεπτεπίλεπτες, περίπλοκες, γεμάτες γραφήματα και μαθηματικές διατυπώσεις θεωρίες περί χρήματος. Επιπλέον τις απορρίπτουμε για πολιτικούς λόγους: είναι μέρος της καπιταλιστικής μεταφυσικής. Για να γίνει όμως κατανοητή η σημασία της κυκλοφορίας μιας “δεδομένης ποσότητας” χρήματος, προτείνουμε ένα πολύ απλό πείραμα σκέψης. Έστω ότι υπάρχουν 4 άτομα: ο Θανάσης, η Ελένη, ο Κώστας και η Μαρία. Και οι τέσσερεις έχουν / θέλουν να πουλήσουν 1 πράγμα (δεν θα πούμε: την εργατική τους δύναμη, όχι ακόμα!) με τιμή 1 ευρώ: ο Θανάσης έχει ένα τασάκι· η Ελένη ένα καπέλο· ο Κώστας ένα μπρίκι του καφέ· η Μαρία μια πένα γραψίματος. Απ’ αυτούς μόνο ένας όμως, ο Θανάσης, έχει (εκτός απ’ το τασάκι που θέλει να πουλήσει) το 1 ευρώ. Οι άλλοι δεν έχουν τίποτα. Άρα, στο σύνολο αυτών των 4 ατόμων, η διαθέσιμη ποσότητα χρήματος είναι 1 ευρώ.
Δύο ενδεχόμενα τώρα. Το πρώτο: ο Θανάσης δεν αποφασίζει να “χαλάσει” το 1 ευρώ, αγοράζοντας κάτι απ’ αυτά που πουλάνε οι άλλοι. Το 1 ευρώ μένει “ακίνητο”, καμία αγοραπωλησία δεν πραγματοποιείται, και οι 3 απ’ τους 4 μένουν εντελώς μπατίρια, με - επιπλέον - χάλια διάθεση αφού ούτε να πουλήσουν το κάτι τους μπορούν, ούτε να αγοράσουν το κάτι άλλο που θα ήθελαν...
Το δεύτερο: ο Θανάσης “χαλάει” το 1 ευρώ αγοράζοντας το καπέλο απ’ την Ελένη· αυτή με την σειρά της (ξανα)χαλάει το 1 ευρώ αγοράζοντας το μπρίκι του Κώστα· αυτός με τη σειρά του αγοράζει την πένα της Μαρίας· και η Μαρία “χαλάει” για μια ακόμα φορά το 1 ευρώ αγοράζοντας το τασάκι του Θανάση. Σ’ αυτήν την περίπτωση το 1 και μοναδικό ευρώ έχει “κινηθεί”· χάρη στην κίνησή του έχουν πραγματοποιηθεί 4 αγοραπωλησίες, και παρότι έχει καταλήξει πάλι στον Θανάση σαν κέρμα, το 1 ευρώ κυκλοφορώντας έχει εξυπηρετήσει την λειτουργία μιας μικρογραφίας εκείνου που ονομάζεται “εμπορική αγορά”, που είναι τόσο βασική στον καπιταλισμό.

Το νοητικό πείραμα θα μπορούσε να γίνει πολυπλοκότερο ή και εξαιρετικά πολύπλοκο (εάν κάποιος αναγνώστης / κάποια αναγνώστρια νομίζει ότι κάνουμε λαθροχειρίες...) περιλαμβάνοντας και “ποσοστά κέρδους” και άλλα σημαντικά και καπιταλιστικά. Το βασικό που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι, σε κάθε περίπτωση, αυτό:
- στην πρώτη εκδοχή που “το χρήμα δεν κινείται” είναι σα να “μην υπάρχουν λεφτά” εφόσον δεν γίνεται καμία πράξη ανταλλαγής / συναλλαγής·
- στην δεύτερη εκδοχή που “το χρήμα κινείται”, χωρίς να αυξηθεί καθόλου η ποσότητά του (είναι πάντα 1 ευρώ), συμβάλλει, στηρίζει, την λειτουργία της “αγοράς” (της καπιταλιστικής αγοράς...).
Προκύπτει, λοιπόν, ότι η υποκειμενική εμπειρία και αίσθηση ότι “δεν υπάρχουν λεφτά”, χωρίς να κάνει μάλιστα τον κόπο να εξηγήσει “που στο διάολο χάθηκαν!” (μήπως κυρ Αντρέα εκτός από “χρηματόδεντρα” υπάρχουν και “χρηματοταφεία”;), μπορεί να οφείλεται σε δύο διαφορετικούς παράγοντες. Είτε, πράγματι, έχει μικρύνει αισθητά η “ποσότητα” του χρήματος που κυκλοφοράει· είτε έχει μικρύνει αισθητά η ταχύτητα της κυκλοφορίας του. Η δεύτερη περίπτωση μπορεί να σημαίνει ότι κάποιες “ποσότητες χρήματος” αποθησαυρίζονται (είτε κρύβονται σε στρώματα και γλάστρες, είτε γίνονται χρυσός...)· ή ότι ακόμα και μικρές ποσότητες δεν ξοδεύονται (εξαιτίας φόβων για μελλοντικές δυσκολότερες στιγμές), κ.ο.κ.
Εκείνο που συμβαίνει συνήθως (ειδικά μάλιστα σε περιόδους “κρίσης” και αβεβαιότητας) είναι το δεύτερο: μικραίνει η κυκλοφορία του χρήματος· ή μεγάλες ποσότητες χρήματος διοχετεύονται και κυκλοφορούν σε άλλες “αγορές” (εκτός συνόρων του χ ή του ψ κράτους)... Η πραγματική μείωση της κυκλοφορίας του χρήματος δημιουργεί μια ψευδαίσθηση “περιορισμού της ποσότητας” και μια πραγματική αίσθηση φτώχειας· όπως ακριβώς, απ’ την ανάποδη, η αύξηση της (ταχύτητας) της κυκλοφορίας του χρήματος δημιουργεί μια ψευδαίσθηση απεριόριστου πλούτου...

Μιλώντας σε σχέση με την αύξηση των μισθών (ωπππ!) και το “διαθέσιμο χρήμα” κάποιος που δεν ήταν καθόλου απατεώνας ή ανόητος έγραψε κάπου:

...
Τη δεύτερη μέρα της συζήτησης, ο φίλος μας Ουέστον έντυσε τους παλιούς του ισχυρισμούς με καινούρια σχήματα.
Είπε: “Ύστερα από μια γενική αύξηση στους χρηματικούς μισθούς θα χρειασθούν περισσότερα νομισματικά μέσα για να πληρωθούν οι ίδιοι μισθοί. Και μια που τα νομισματικά μέσα είναι σταθερά, με τι τρόπο θα μπορέσετε να πληρώσετε τους αυξημένους χρηματικούς μισθούς, με το σταθερό αυτό ποσό από νομισματικά μέσα;”.
...
Στη χώρα σας, ο μηχανισμός των πληρωμών είναι πιο τελειοποιημένος από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Χάρη στην έκταση και τη συγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος χρειάζονται πολύ λίγα νομισματικά μέσα για να κυκλοφορήσει το ίδιο ποσό από αξίες και για να διεκπεραιωθεί ο ίδιος ή και μεγαλύτερος ακόμα αριθμός από υποθέσεις. Όσον αφορά τους μισθούς, ο Άγγλος εργοστασιακός εργάτης ξοδεύει το μισθό του κάθε βδομάδα στον μπακάλη, που τον στέλνει κάθε βδομάδα στον τραπεζίτη, που τον ξαναστέλνει κάθε βδομάδα στον εργοστασιάρχη, για να τον πληρώσει ξανά στους εργάτες του και έτσι ολοένα.
Με το μηχανισμό αυτό ο χρονιάτικος μισθός ενός εργάτη, ας πούμε 52 λίρες, μπορεί να πληρώνεται με μια μόνο λίρα, που κάνει κάθε βδομάδα τον ίδιο κύκλο. Μα και στην Αγγλία ακόμα ο μηχανισμός αυτός δεν είναι τόσο τέλειος όσο στην Σκοτία, ούτε είναι σ’ όλα τα μέρη το ίδιο τελειοποιημένος  και γι’ αυτό βρίσκουμε λ.χ., πως σε μερικές αγροτικές περιοχές χρειάζονται, σε σύγκριση με τις βιομηχανικές περιοχές, πολύ περισσότερα νομισματικά μέσα για να κυκλοφορήσει ένα πολύ μικρότερο ποσό από αξίες.
Αν περάσετε τη Μάγχη, θα βρείτε πως οι χρηματικοί μισθοί είναι πολύ πιο χαμηλοί απ’ ότι στην Αγγλία, και όμως στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Ελβετία και στη Γαλλία, η κυκλοφορία τους γίνεται με πολύ μεγαλύτερο ποσό από νομισματικά μέσα.
Η ίδια λίρα δεν ξαναπιάνεται τόσο γρήγορα από τα χέρια του τραπεζίτη ούτε ξαναγυρίζει τόσο γρήγορα στο βιομήχανο καπιταλιστή και, κατά συνέπεια, αντί για μια λίρα, που κυκλοφορεί τις 52 λίρες το χρόνο, χρειάζονται τρεις ίσως λίρες για να κυκλοφορήσουν ένα χρονιάτικο μισθό από 25 λίρες. Έτσι, αν συγκρίνετε τις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης με την Αγγλία, θα δείτε αμέσως πως χαμηλοί χρηματικοί μισθοί μπορεί να χρειάζονται περισσότερα νομισματικά μέσα για να κυκλοφορήσουν απ’ ότι υψηλοί χρηματικοί μισθοί και πως αυτό στην πραγματικότητα είναι τεχνικό ζήτημα, ολότελα ξένο από το θέμα μας.
Σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς, που μου είναι γνωστό, το χρονιάτικο εισόδημα της εργατικής τάξης σε τούτη τη χώρα μπορεί να εκτιμηθεί σε 250.000.000 λίρες. Το τεράστιο αυτό ποσό κυκλοφορεί με 3.000.000 πάνω-κάτω λίρες. Ας υποθέσουμε πως οι μισθοί αυξάνονται κατά 50%. Τότε, αντί 3.000.000 λίρες σε νομισματικά μέσα θα χρειασθούν 4.500.000 λίρες.
Επειδή όμως ένα πολύ σημαντικό μέρος από τα καθημερινά έξοδα του εργάτη γίνονται με ασημένια και χάλκινα κέρματα, δηλαδή με απλά σύμβολα, που η σχετική τους αξία με το χρυσό έχει καθοριστεί αυθαίρετα με νόμο, όπως και η αξία των χαρτονομισμάτων με αναγκαστική κυκλοφορία, μια αύξηση κατά 50% στο χρηματικό μισθό θα απαιτούσε, στη χειρότερη περίπτωση, μια πρόσθετη κυκλοφορία από ένα, ας πούμε, εκατομμύριο λίρες.
Ένα εκατομμύριο που κοιμάται τώρα με τη μορφή ράβδων ή νομισμάτων στα υπόγεια της Τράπεζας της Αγγλίας, ή στις διάφορες ιδιωτικές τράπεζες, θα κυκλοφορούσε. Μα και αυτά ακόμα τα ασήμαντα έξοδα από την πρόσθετη νομισματοκοπή και την πρόσθετη φθορά, που θα προερχόταν απ’ αυτό το εκατομμύριο, θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν και πραγματικά θα εξοικονομηθούν, αν παρουσιάζονταν καμιά προστριβή από την έλλειψη των πρόσθετων κυκλοφοριακών μέσων.

Τι γράφει εδώ; Διάφορα και ενδιαφέροντα. Πρώτα πρώτα ότι το “ποσό” που αντιστοιχεί στους μισθούς μας καθόλου δεν συνεπάγεται την ύπαρξη ενός αντίστοιχου ποσού χρήματος, αφού οι εργατικοί μισθοί (και μάλιστα οι κατώτατοι) ξοδεύονται σχεδόν στο σύνολό τους, αποτελούν δηλαδή “χρήμα εν κινήσει”. Αντίθετα η “ποσότητα χρήματος” που αντιστοιχεί στους μισθούς είναι ένα μικρό κλάσμα της αξίας αυτών των μισθών· συνεπώς - κατ’ αρχήν - μια γενναία αύξηση των μισθών, ειδικά μάλιστα των κατώτατων, δεν χρειάζεται παρά περιορισμένη “αύξηση της ποσότητας” του υπό κυκλοφορία χρήματος.
Λέει ακόμα ότι σε συνθήκες “δύσκολης κυκλοφορίας του χρήματος” (τα παραδείγματα της τότε ηπειρωτικής ευρώπης) εκείνο που συμβαίνει είναι ότι για την πληρωμή χαμηλότερων μισθών χρειάζονται μεγαλύτερες “ποσότητες” χρήματος, κι ο λόγος είναι αυτός: το χρήμα δεν αλλάζει αρκετά γρήγορα χέρια, εξαιτίας “δυσκολιών” σε διάφορους “διακόπτες” της ροής του, όπως είναι οι τράπεζες.
Η πρόχειρη βιβλιογραφία και το απλό πείραμα σκέψης στηρίζουν το ίδιο συμπέρασμα: οι αυξήσεις στους μισθούς, ειδικά στους κατώτατους (επιμένουμε) απεχθάνονται τους σύμβουλους επιχειρήσεων και δεν απαιτούν καθόλου “χρηματόδεντρα”. Μια μικρή αύξηση της “ποσότητας” και, κυρίως, η αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος είναι αρκετά - ακόμα κι αν θέλει να δει κανείς το θέμα με τα καπιταλιστικά μάτια, με τα μάτια των αφεντικών.
Εμείς ωστόσο ΔΕΝ θέλουμε να δούμε (και να λογαριάσουμε) την αξία της εργατικής μας δύναμης με τα μάτια των αφεντικών!!! Ξέρουμε ότι το “δεν υπάρχουν λεφτά” που λέει κάθε αφεντικό μεμονωμένα και όλα μαζί είναι, απλά, ψέμμα! Η αλήθεια είναι ότι το χρήμα “διακρατείται” μεταξύ τους, και πηγαινοέρχεται στις μεταξύ τους δοσοληψίες: χρηματοπιστωτισμός, ακίνητα, χρυσός, οργανωμένο έγκλημα.
Ξέρουμε ακόμα καλύτερα και εντονότερα κι αυτό: η βασική πρακτική της διαχείρισης της κρίσης είναι η πιο βίαιη έκφανση της πρακτικής που την δημιούργησε, της υποτίμησης της εργασίας. Στην τωρινή φάση της υποτίμησης, η “οικονομία” είναι το μέσο· η “πολιτική” είναι ο στόχος και το σχέδιο. Το “λεφτά δεν υπάρχουν”, το “το δημόσιο χρέος είναι μεγάλο” κι όλα τα υπόλοιπα τρομερά της “οικονομικής σφαίρας” έχουν εργαλειακή αξία: για να μας πείσουν να βγάλουμε τον σκασμό γινόμενοι φτηνότεροι, όλο και φτηνότεροι. Ο στόχος είναι η απόλυτη συνειδησιακή (δηλαδή: πολιτική) υπαγωγή μας στους σχεδιασμούς και τα συμφέροντα των αφεντικών, έτσι όπως συσκευάζονται σαν “εθνικά προβλήματα” και “εθνικά συμφέροντα”.
Και επειδή ξέρουμε αυτά και ΔΕΝ θέλουμε να ζυγίζουμε τις ζωές μας με βάση τα μέτρα των αφεντικών, γι’ αυτό μας είναι απόλυτα αδιάφορο εάν “έχουν” ή “δεν έχουν λεφτά” για μισθό 900 ευρώ έναντι δουλειάς 30 ωρών την εβδομάδα. Μας έχουν κηρύξει τον πόλεμο, έναν πόλεμο ανελέητο. Κι όταν σου έχουν κηρύξει τον πόλεμο μέχρις εσχάτων (μέχρι το δικό μας ηθικό, αξιακό, συναισθηματικό και διανοητικό - ίσως και φυσικό... - τέλος) δεν απαντάς λέγοντας μήπως θα είχατε την καλωσύνη σας παρακαλώ κυρ αφέντη να μας πείτε, πάνω κάτω, πόσα θα μπορούσατε να μας πληρώνετε για να δουλεύουμε σα δούλοι; εεε;... Όταν η τάξη των αφεντικών λέει με κάθε τόνο και ευκαιρία “αδιαφορώ για το πως ζείτε”, η ελάχιστη δική μας απάντηση είναι, πρέπει να είναι, “αδιαφορούμε εάν έχετε, τι έχετε, τι δεν έχετε”...
Οποιαδήποτε σκέψη που, σαν προαπαιτούμενο των δικών μας απόλυτα δίκαιων απαιτήσεων, περιλαμβάνει το να βρούμε ΕΜΕΙΣ, να λύσουμε ΕΜΕΙΣ το πως τα αφεντικά θα τις ικανοποιήσουν (κι αν μπορούν, και πότε θα μπορέσουν: τώρα; ή καμιά άλλη φορά, στην “ανάπτυξη”;) είναι μια σκέψη ανόητη. Ανόητη, ηττοπαθής, δουλοπρεπής.
Λογικό είναι που ένας σύμβουλος επιχειρήσεων την προωθεί - πίσω από ανύπαρκτες φυτείες χρηματόδεντρων και μέσα σε εκτάσεις εντατικής καλλιέργειας της βλακείας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Ανδρέας Δρυμιώτης, (επάγγελμα: σύμβουλος επιχειρήσεων)
[ επιστροφή ]
 
       

Sarajevo 2020