Sarajevo
 

spirit
η επιστροφή των
καλών πνευμάτων

Απ’ την εποχή του περιβόητου “βιβλίου ιστορίας της 6ης δημοτικού” η ακαδημαϊκή και ιστορικός Μ. Ρεπούση έχει γίνει ο σάκος του μποξ των κάθε είδους, δεξιών και αριστερών εθνικοφρόνων.
Δεν μας ενώνει τίποτα με την ιστορικό (και βουλευτή της δημ.αρ.). Αλλά εφόσον η “εθνική ιστορία” συνεχίζει να παράγει οχετούς “για ψύλλου πήδημα”, αυτό είναι ένα πολιτικό και ιδεολογικό γεγονός για σημερινή και αυριανή χρήση. Κι αυτό μας ενδιαφέρει και μας αφορά, αφού στρέφεται κατά της εργατικής συνείδησης.
Αναδημοσιεύουμε δίπλα ένα σχετικό άρθρο του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου, επίκουρου καθηγητήσύγχρονης πολιτικής ιστορίας στο τει Πελοποννήσου, που δημοσιεύτηκε στην εφ. συν. στις 18 Ιούνη του 2013.
Και στη συνέχεια, ένα μέρος των απόψεών μας...

 

οι γήινοι ήρωες της εθνικής μας ιστορίας

Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα είναι γνωστό ότι αναδειχθήκαμε πρωταθλητές κυρίως σε τρία πράγματα: στο προσωπικό βόλεμα, στην καλλιέργεια ψευδαισθήσεων και στο δημόσιο “λιντσάρισμα” όσων δεν συμφωνούν μαζί μας. Ιδίως στο τελευταίο, ορισμένες φορές το τελευταίο διάστημα αποδεικνυόμαστε οι καλύτεροι διαχειριστές της κληρονομιάς του αυριανισμού. Ο πνευματικός του πατέρας δεν χρειάζεται να ανησυχεί, διαθέτει το 2013 άξιους συνεχιστές της μεγάλης του “σχολής”.
Το τελευταίο θύμα στη σειρά των δημόσιων διαπομπεύσεων υπήρξε φυσικά η ιστορικός και νυν βουλευτής της ΔΗΜΑΡ, Μ. Ρεπούση. Υπήρχε όμως μια πρωτοτυπία. Η Μ. Ρεπούση δεν εξύβρισε ούτε απείλησε κανέναν από τους αντιπάλους της, δεν αποκαλύφθηκε ότι εμπλέκεται σε κάποιο σκάνδαλο, δεν έκανε τέλος πάντων τίποτα από αυτά που στην πολιτική ζωή μπορεί δικαιολογημένα να πυροδοτήσουν άγριες αντιδράσεις. Το μόνο που εξέφρασε είναι η επιστημονική της θέση για τους “μύθους” της εθνικής μας ιστορίας. Μίλησε δηλαδή, όπως λέμε, ως “ειδικός διανοούμενος” για ένα θέμα της ειδικότητάς της, όπως ένας περιβαλλοντολόγος - βουλευτής θα είχε όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να μιλήσει, διαφωτίζοντας τους συναδέλφους του στη Βουλή ή την κοινή γνώμη, για το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Κι όμως, ενώ ουδείς μη ειδικός θα τολμούσε ποτέ να αμφισβητήσει έναν φυσικό επιστήμονα που θα ανέλυε το πείραμα του CERN, πολλοί εκ των δημοσιολογούντων στη χώρα μας θεωρούν εαυτούς απολύτως επαρκείς για να εκφέρουν τη “γνώμη” τους σχετικά με ένα ιστορικό ζήτημα, ακόμη κι αν το τελευταίο βιβλίο Ιστορίας που διάβασαν ήταν κάποιο γυμνασιακό εγχειρίδιο. Ωσάν η ιστορική επιστήμη να μπορούσε να επιλυθεί με βάση τη “δημοκρατική” οδό της πλειοψηφίας…
Ποια είναι η λειτουργία των “εθνικών μύθων” για τις εθνικές κοινωνίες, παλαιότερες και σύγχρονες, έχει αναλυθεί επιστημονικά ποικιλοτρόπως και δεν υπάρχει χώρος εδώ για κάτι τέτοιο. Η εμμονοληπτική προσήλωση, ωστόσο, μεγάλου μέρους της κοινωνίας και των “ελίτ” μας σε αυτούς, δύο αιώνες μετά τη συγκρότηση εθνικού κράτους, είναι ακόμη μια ένδειξη του φοβικού τρόπου με τον οποίο έχουμε δεξιωθεί τη νεωτερικότητα και διαχειριζόμαστε τις προκλήσεις της.
Σημασία έχει ότι εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα μεγάλο και ότι όποιος πιστεύει ότι θα το λύσει με την αυταρέσκεια του φιλελεύθερου κοσμοπολίτη, ματαιοπονεί. Νομίζω ότι για την υπέρβαση της “εθνικής μας τύφλωσης” υπάρχει και τρίτος δρόμος. Για παράδειγμα, όσον αφορά το “1821”, δεν έχουν προβληθεί επαρκώς από τους ιστορικούς ορισμένες άλλες διαστάσεις της ελληνικής επανάστασης για τις οποίες ως έθνος έχουμε κάθε λόγο να υπερηφανευόμαστε.
Δεν πρέπει να υποτιμάμε π.χ. ότι οι λίγοι και ανεπαρκώς εξοπλισμένοι επαναστάτες τα έβαλαν με μια τεράστια αυτοκρατορία, εντελώς μόνοι τους αρχικά, εφόσον το κλίμα της αυταρχικής Ιεράς Συμμαχίας στην Ευρώπη δεν ευνοούσε τα επαναστατικά κινήματα· ότι το πρώτο Σύνταγμα που ψηφίστηκε στην Επίδαυρο το 1822 ήταν από τα πιο φιλελεύθερα της εποχής· και ότι η επανάσταση βρέθηκε κάποια στιγμή να ψυχορραγεί από την επέλαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και, αν σώθηκε, το όφειλε στις ευφυείς πολιτικές συμμαχίες των επικεφαλής της με τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Από την άλλη, βεβαίως, η επανάσταση προχώρησε μέσα από τρομερές αντιφάσεις κι εσωτερικές συγκρούσεις. Αιματηροί εμφύλιοι, προσωπικές στρατηγικές με μόνο στόχο την κατάκτηση μικροεξουσιών, πισώπλατα μαχαιρώματα και “καπάκια” (συνεργασία) με τον εχθρό ήταν στην ημερήσια διάταξη. Τα περιγράφουν όλα αυτά απροκάλυπτα οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές στα απομνημονεύματά τους. Αλλά υπάρχει επανάσταση χωρίς τέτοιες πτυχές; Αυτό είναι άλλωστε “επανάσταση”, μια συθέμελη ρήξη με τα δεδομένα της προηγούμενης περιόδου, ένα τεράστιο ρίσκο χωρίς σίγουρη κατάληξη για τους επαναστάτες και με διακύβευμα την ίδια τη ζωή τους. Και αυτό ήταν οι πρωταγωνιστές του 1821: ήρωες αλλά και κατσαπλιάδες, ονειροπόλοι αλλά και κυνικοί λαφυραγωγοί, έτοιμοι να πεθάνουν στον αγώνα για την ελευθερία αλλά και παρτάκηδες. Κι όμως, αυτοί οι κατσαπλιάδες πέτυχαν το ακατόρθωτο, να συγκροτήσουν σχεδόν πρώτοι σε όλη την Ευρώπη ένα μικρό αρχικά αλλά ανεξάρτητο εθνικό κράτος, το οποίο, λόγω της τότε γεωπολιτικής του σημασίας, συγκέντρωσε το σταθερό ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων.
Για κάποιον λόγο βαθύτερα ανθρωπολογικό, οι παλαιο-εθνικιστές της χώρας μας τείνουν να θεωρούν ότι δεν μπορεί να υπάρχει ηρωισμός χωρίς αυτοθυσία. Δεν μπορεί να κερδηθεί μια επανάσταση χωρίς κάποια ανυπότακτα κορίτσια να πέσουν στον γκρεμό προκειμένου να γλιτώσουν από τους διώκτες τους. Αλλά αν μας διδάσκει κάτι η Ιστορία, είναι ότι ο αγώνας για τη ζωή και την ελευθερία θέλει ανάταση ψυχής, όχι θρήνο και οδυρμό.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τους μύθους του “κρυφού σχολειού” και του “χορού του Ζαλόγγου” σε όσους αρέσκονται να παίζουν με αυτούς πολιτικά παιχνίδια (διότι περί αυτού πρόκειται) και, αντίθετα, σε όσους επιζητούν πράγματι να κατανοήσουν το παρελθόν τους και να εμπνευστούν από αυτό, ας τους πούμε ότι τα μεγάλα δράματα είναι για το Χόλιγουντ. Η ζωή είναι πιο σύνθετη και τα ανθρώπινα υποκείμενα δεν είναι υπεράνθρωποι - γι’ αυτό είναι άλλωστε και τόσο γοητευτικά.

 
       

Sarajevo 2020