Sarajevo
 

spirit
η επιστροφή των
καλών πνευμάτων

Πόσο γοητευτικός μπορεί να είναι ο νεοφιλελευθερισμός; Πόσο εύκολα έχει αφομοιώσει προσανατολισμούς ιδεών που στην πρώτη τους εκδήλωση έμοιαζαν ενάντια στο σύστημα; Πόσο μπορεί ακόμα να παράγει ευχάριστες ουτοπίες;

Αυτά και άλλα είναι θέματα που αξίζουν της κριτικής προσοχής μας.

Προς το παρόν μια μικρή δόση. Αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο του Τάκη Μίχα, απ’ την “εφημερίδα των συντακτών” (30 Μάη). Και εδώ ακολουθεί η κριτική ανάγνωσή του.

 

Sarajevo 74 - 6/2013

 

ένα ίδιο παραμύθι

τα πόδια (και οι πατημασιές) της καπιταλιστικής ιστορίας

Γνωστός (νεο)φιλελεύθερος, απ’ τους λίγους συνεπείς στις ιδέες τους (φαινομενικά τουλάχιστον), ο δημοσιογράφος / αρθρογράφος διαμορφώνει μια περιληπτική “αφήγηση” για ένα εναλλακτικό (καπιταλιστικό) μέλλον της ελλάδας. Από πρώτη ματιά η προβολή του θα μπορούσε να είναι ελκυστική, ειδικά σε όσους / όσες έχουν σκεφτεί ή και υποστηρίξει στο παρελθόν ότι “το μικρό είναι ωραίο” ή ότι ομοσπονδιακές κρατικές μορφές με αποκέντρωση των αποφάσεων είναι πολύ προτιμότερες και λειτουργικότερες απ’ την συγκεντρωτική γραφειοκρατία. Δεν θα ασχοληθούμε πιο κάτω με το εάν αυτό το “άλλο μέλλον” είναι ρεαλιστικό α λα ελληνικά. Θα εστιάσουμε στο ότι η ελκυστική ρητορική του παρουσιάζει (αλλά και κρύβει) μερικά βασικά δόγματα του νεοφιλελευθερισμού.
Κατ’ αρχήν πρέπει να θυμίσουμε ότι η “παραδοσιακή” αντίληψη για το έθνος / κράτος, και ορισμένα βασικά της χαρακτηριστικά όπως η συνταγματική ισότητα των πολιτών (: ιδιοκτητών), η ομοιομορφία του νομικού εποικοδομήματος σε όλη την κρατική επικράτεια, ή η ανεμπόδιστη μετακίνηση υπηκόων και περιουσιακών στοιχείων στο εσωτερικό της κρατικής οντότητας, είναι προϊόν της ιστορικής φιλελεύθερης / αστικής σκέψης / ιδεολογίας. Στην ιδεατή πραγμάτωση αυτού του φιλελεύθερου έθνους / κράτους ήταν αδιανόητες διαφορετικές νομοθεσίες σε διαφορετικές περιοχές του ίδιου κράτους, για τα ίδια ζητήματα. Οι διαφορές (όσες στη συγκρότηση των εθνών / κρατών δεν καταστάλθηκαν για λόγους που δεν είναι εδώ το μέρος να θυμίσουμε) βρίσκονταν έξω απ’ το νόμο και ό,τι αυτός ρύθμιζε: ήταν διαφορές “ηθών” και “εθίμων”, που δεν είχαν ωστόσο τυπική αναγνώριση στις καθημερινές συναλλαγές των υπηκόων, είτε μεταξύ τους είτε με τους θεσμούς (το κράτος).
Η κεντρική ιδέα πίσω απ’ αυτήν την ομοιομορφία / ομοιοτυπία των νόμων, κεντρική ιδέα του ιστορικού φιλελευθερισμού, ήταν ότι το ουσιώδες χαρακτηριστικό της “αγοράς” (και άρα της ευημερίας και της ευνομίας) είναι η ανταλλαγή. Η ελεύθερη ανταλλαγή· ελεύθερη στο βαθμό που δεν έβλαπτε τρίτους. Εάν φανταστεί κανείς μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή (μια κρατική επικράτεια) σαν το πεδίο άσκησης αυτής της ελευθερίας των ανταλλαγών / συναλλαγών, τότε εύκολα μπορεί να συμπεράνει το γιατί η ομαλότητα της αγοράς προϋποθέτει τους ίδιους κανόνες (τους ίδιους νόμους) παντού. Οποιαδήποτε ανομοιομορφία, οποιαδήποτε “ποικιλία” νόμων (και άρα συγκρότησης σχέσεων, και άρα συγκρότησης υποκειμενικοτήτων) δεν θα μπορούσε παρά να οδηγήσει σε μόνιμες ανταλλακτικές ανωμαλίες. Ας πούμε στις τιμές. Ή στα κέρδη.
Το (γαλλικής προέλευσης) laissez-faire που κυριολεκτικά σήμαινε “άσε με να το κάνω” και έγινε η σημαία του φιλελευθερισμού ενάντια σε κρατικές παρεμβάσεις (στην αγορά) απ’ τον 18ο αιώνα, σήμαινε πρακτικά την κεντρικότητα, την προτεραιότητα της εμπορικής ελευθερίας· της ελευθερίας των ανταλλαγών / συναλλαγών. Για τους φιλελεύθερους οι κρατικές παρεμβάσεις στην αγορά (φόροι, δασμοί, ρύθμιση τιμών, κλπ) ήταν πάντα κατηγορούμενες για προνομιακή μεταχείριση κάποιων “παραγόντων της αγοράς” και δυσμενή μεταχείριση άλλων. Πράγμα που δεν ήταν γενικά αυθαίρετο, αφού οι αφορμές για τις νομοθετικές παρεμβάσεις στην “ελεύθερη αγορά” και τους περιορισμούς σ’ αυτήν την ελευθερία ήταν συνήθως οι πιέσεις (προς την κεντρική εξουσία) διάφορων κοινωνικών ομάδων· και πάντως όχι ένα γενικά αποδεκτό σχέδιο. Κατά τους θεωρητικούς / ιδεολόγους του laissez-faire οι ελεύθερες ανταλλαγές / συναλλαγές ήταν ένα αυτορρυθμιζόμενο σύστημα, που εξασφάλιζε “από μόνο του” την ισορροπία του (έναντι προσωρινών διαταραχών στις τιμές, στα κέρδη, στη ροή εμπορευμάτων), γιατί αυτή η ελευθερία ήταν η φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Ο Adam Smith εφηύρε τον όρο αόρατο χέρι της αγοράς για να δηλώσει αυτήν την σιγουριά: άπαξ και το κράτος (η κεντρική εξουσία) εξασφαλίσει ένα νομικά ομοιόμορφο περιβάλλον που προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλη την επικράτειά του, τα υπόλοιπα στην αγορά ρυθμίζονται από μόνα τους. 

Υπήρχε κι ένα δεύτερο βασικό στοιχείο στον ιστορικό φιλελευθερισμό, άλλη μια βασική “διάσταση” της αγοράς στην πλήρη ελευθερία της: ο ανταγωνισμός. Παρότι οι πρώτοι φιλόσοφοι (και οικονομο-λόγοι) του φιλελευθερισμού δεν παρέλειπαν να τονίσουν την σημασία του ανταγωνισμού (του ελεύθερου ανταγωνισμού) θεμελειωμένου, άλλωστε, στην ίδια φυσικότητα - των - πραγμάτων, στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα ήταν βασικά η ιδέα της “ελευθερίας” που βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της ρητορικής και της ιδεολογικής κίνησης. Εκ των υστέρων μπορούμε να καταλάβουμε την αιτία. Η “ελευθερία” είναι η πιο ασαφής και προσαρμόσιμη έννοια της αστικής ιδεολογίας· η συγκρότηση των πρώτων εθνικών κρατών αλλά και ο ιδεολογικός μετασχηματισμός όλων των μορφών εξουσίας τον 19ο αιώνα σύμφωνα με τις καπιταλιστικές ανάγκες δεν ήταν μια ειρηνική διαδικασία, αλλά ιστορική φάση εντεινόμενου ταξικού ανταγωνισμού· οι εξεγέρσεις ήταν γενικά στην ημερήσια διάταξη· συνεπώς δεν θα μπορούσε να αρθεί η έννοια του ανταγωνισμού στην κορυφή των αξιών, εφόσον δεν θα δικαίωνε φιλοσοφικά / ιδεολογικά μόνο τον εμπορικό ανταγωνισμό, αλλά και τον ανταγωνισμό μεταξύ τάξεων, που έτεινε να αμφισβητήσει την ελευθερία (της αστικής τάξης και των συμμάχων της).
Όμως προς το τέλος του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου το διανοητικό “κλίμα” μεταξύ μικρών παρεών διανοούμενων άρχισε να αλλάζει. Γιατί με όρους ελευθερίας της αγοράς γινόταν ήδη σαφές ότι μπορεί να επιτευχθεί τέτοια συγκέντρωση κεφαλαίου ώστε να διαμορφωθούν ολιγοπώλια ή και μονοπώλια. Η διαμόρφωσή τους έμοιαζε φυσικό επακόλουθο της επιχειρηματικότητας, όμως οι ισορροπίες που έπρεπε να επιβάλλονται απ’ το “αόρατο χέρι της αγοράς” πήγαιναν κατά διαόλου. Αυτή η μεταστροφή, η αλλαγή εστίασης, άρχισε να οδηγεί (αν όχι την κυρίαρχη ιδεολογία σίγουρα την προβληματική της πρωτοκαθεδρίας της αγοράς) στη διαμόρφωση συλλογιστικών υψηλής προτεραιότητας του ανταγωνισμού, και όχι (απλά) της ελεύθερης ανταλλαγής. Μέσα σ’ αυτήν προτεραιότητα, όχι ρητά αλλά δυναμικά όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, η ισοδυναμία και η ομοιοτυπία δεν ήταν αρκετά (ή δεν ήταν ικανά) στοιχεία ομαλότητας. Ο ανταγωνισμός όμως (διαπιστώναν πια οι φιλελεύθεροι) δεν μπορούσε να θεωρηθεί “αυτοφυές” στοιχείο της αγοράς (γι’ αυτό, άλλωστε, και ήταν εφικτό το μονοπώλιο)· θα έπρεπε, κατά κάποιον τρόπο, να παράγεται, να αναπαράγεται (και να προστατεύεται) απ’ την κρατική εξουσία. Όπως σημειώνει ο Μισέλ Φουκώ [1]:

... Η αγορά, ή μάλλον ο καθαρός ανταγωνισμός, που είναι η ίδια η ουσία της αγοράς, μπορεί να εμφανιστεί μόνο αν παραχθεί, και αν παραχθεί από μια ενεργό κυβερνητικότητα...

Στις βασικές θεωρητικές του θέσεις και δοξασίες ο νεοφιλελευθερισμός θα γεννηθεί την δεκαετία του 1930 σαν μια “αυθεντική” κριτική στις ατέλειες του ιστορικού φιλελευθερισμού (αλλά και σαν ισχυρός αντίλογος στο διαμορφούμενο Κεϋνσιανό κράτος), με την τοποθέτηση του ανταγωνισμού στο κέντρο και στο υψηλότερο σημείο της λειτουργίας της αγοράς. Ενώ ο φιλελευθερισμός ήθελε να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις κρατικές παρεμβάσεις στην αγορά, θεωρώντας τες εμπόδιο στην εγγενή ελευθερία της, ο νεοφιλελευθερισμός αναθέτει στο κράτος μια ειδική αποστολή, επειδή αυτή η ελευθερία είναι (διαπιστώνεται πως είναι) εγγενώς ατελής: να είναι το κράτος ο (ενεργητικός) φύλακας του ανταγωνισμού.
Όταν η εφαρμογή αυτών των νεοφιλελεύθερων κανόνων θα αρχίσει να γίνεται γενικό σχέδιο στις καπιταλιστικές κοινωνίες, απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά δηλαδή, θα φανεί συν τω χρόνω ότι παρότι η τυπική, νομική ισότητα και η ομοιομορφία / ομοιοτυπία των κανόνων δεν καταργούνται επίσημα, ο διαφορισμός και η ανισότητα είναι οι “παραγωγικές μορφές” τόσο για την λειτουργία της αγοράς όσο και για την συντήρηση της (καπιταλιστικής) ανάπτυξης. Όμως έχει προηγηθεί, αμέσως μετά τον πόλεμο, μια ειδική μορφή διαφορισμού: είναι το αμερικανικό κράτος που προωθεί την δημιουργία των off shore, των “φορολογικών παραδείσων”, μέσα στη ζώνη της παγκόσμιας πια ηγεμονίας του. Πρόκειται γι’ αυτά τα νησιά / κράτη της Καραϊβικής, με τα “ειδικά φορολογικά καθεστώτα”, τα οποία αμερικάνοι αξιωματούχοι υποδεικνύουν σαν επιχειρηματικές έδρες στους φίλους τους εφοπλιστές (οπωσδήποτε στους έλληνες εφοπλιστές...), έτσι ώστε να εξασφαλίσουν την μόνιμη “φιλία” τους.
Το θέμα, αν και φαίνεται περιορισμένου ενδιαφέροντος, έχει ιδιαίτερη σημασία - κι όχι επειδή έχει γίνει ξανά (ή έτσι παρουσιάζεται...) “κεντρικό” (έως “σκανδαλώδες”) μέσα στη τωρινή διαχείριση της κρίσης / αναδιάρθρωσης. Κάτω από οποιοδήποτε ιδεολογικό μανδύα, φιλελεύθερο ή σοσιαλίζοντα (κράτος πρόνοιας), η φορολογική ισότητα όμοιων (και ανάλογης προέλευσης) εισοδημάτων ήταν μια απ’ τις τρανταχτές αποδείξεις της ομοιομορφίας / ομοιοτυπίας των αστικών / καπιταλιστικών σχέσεων. Θα ήταν αδύνατο (τις δεκαετίες του ‘40, του΄50, του ‘60, του ‘70...) μια δημόσια αρχή / εξουσία να επιχειρηματολογήσει ανοικτά υπέρ φορολογικών προτιμήσεων και απαλλαγών ορισμένων κατηγοριών αφεντικών, χωρίς να απολογηθεί για τις ολοφάνερες δυσλειτουργίες που θα προκαλούσε κάτι τέτοιο στην αγορά: ροή χρήματος και επενδύσεων προς τους ευνοημένους κλάδους, αποεπένδυση σε άλλους, κ.ο.κ. Όμως για τους νικητές του Β παγκόσμιου πολέμου ο έλεγχος του παγκόσμιου εμπορίου, άρα ο έλεγχος των θαλάσσιων μεταφορών, ήταν ένα απ’ τα μεγάλα βραβεία της νίκης· έναντι της πραγματικά ηττημένης και άλλοτε “θαλασσοκράτειρας” μεγάλης βρετανίας. Δεν θα μπορούσε η Ουάσιγκτον να “προσελκύσει” τους εργοστασιάρχες των θαλάσσιων μεταφορών με ειδική φορολογική μεταχείριση στο δικό της εθνο/κρατικό έδαφος, κάτι τέτοιο ήταν απλά αδιανόητο ιδεολογικά και θεσμικά. Το να τους υποδείξει όμως, κατά κάποιον τρόπο “στα κρυφά”, εκτός ορίζοντα (off shore) αγκυροβόλια της κερδοφορίας τους, αυτό ναι. Μπορούσε να το κάνει!

Αφήνοντας τώρα το ζήτημα της φορολόγησης (θα το ξαναβρούμε στο “άλλο μέλλον”, πιο κάτω), το πιο κεντρικό ζήτημα για την καπιταλιστική υγεία, στο οποίο ο νεοφιλελευθερισμός - σε αντίθεση με τον ιστορικό φιλελευθερισμό - καινοτόμησε όταν έγινε επίσημη κρατική πολιτική στον ένα ή τον άλλο βαθμό, δηλαδή απ’ την δεκαετία του 1980 και μετά, εξασφαλίζοντας τον τόσο κρίσιμο οικονομικά αλλά και πολιτικά διαφορισμό, ήταν αυτό της (παγκόσμιας) διαχείρισης της εργασίας. Για τον ιστορικό φιλελευθερισμό η ελευθερία κυκλοφορίας του χρήματος, η ελευθερία των ανταλλαγών, η ελευθερία διακίνησης των εμπορευμάτων και η ελευθερία μετακίνησης των εργατών ήταν απόλυτα αρθρωμένες μεταξύ τους. Δεν επρόκειτο για ιδεολογικά ευχολόγια ή διακηρύξεις αρχών! Στο προηγούμενο μεγάλο κύμα “απελευθέρωσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας” (αυτό που ονομάστηκε στις μέρες μας “παγκοσμιοποίηση”), στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στις πρώτες του 20ου, με την ίδια ευκολία που έφτανε στα λονδρέζικα σπίτια το τσάι απ’ την Σρι Λάνκα, μπορούσαν (αν είχαν να πληρώσουν τα εισητήρια) να φτάσουν και οι αγρότες απ’ την Σρι Λάνκα. Στα μεγάλα κύματα μετανάστευσης εργατών από διάφορα σημεία της ευρώπης προς τις ηπα, εκείνη την εποχή, δεν υπήρχε κανένας περιορισμός. Δεν υπήρχαν καν διαβατήρια, κι ούτε η ανάγκη για τέτοια. Τα σύνορα ήταν ανοικτά για την “εργατική δύναμη”, τουλάχιστον τόσο ανοικτά όσο για τα (υπόλοιπα) εμπορεύματα.
Όμως αυτό ειδικά το εμπόρευμα, η “εργατική δύναμη”, έδειξε γρήγορα τις μοναδικές ιδιο-τροπίες του: ότι αμφισβητεί την καπιταλιστική εξουσία· ότι οργανώνεται· ότι μπορεί να ανατρέψει (εάν θέλει) το σύστημα απ’ τις βάσεις του. Ο νεο-φιλελευθερισμός σαν “φιλοσοφία” άλλαξε την σειρά των καπιταλιστικών αξιών, στο όνομα της αγοράς, και έδωσε υψηλή προτεραιότητα στον ανταγωνισμό. Εάν επρόκειτο αυτή η αγορά να μην κινδυνέψει στο πιο ευαίσθητο τμήμα της (σαν “αγορά εργασίας”) απ’ το πιο παράξενο και δύσκολα ελέγξιμο “μονοπώλιο”, αυτό της πολιτικά οργανωμένης εργασίας, θα έπρεπε να εξασφαλίσει δομικά τον διαφορισμό και την ανισότητα. Σαν κρατική πολιτική ο νεο-φιλελευθερισμός ήξερε τι πρέπει να κάνει: να διαχωρίσει την ελευθερία μετακίνησης των εργατών απ’ τις υπόλοιπες βασικές ελευθερίες (του χρήματος, του εμπορεύματος, των συναλλαγών), να την περιορίσει στα εθνοκρατικά σύνορα, και να την ελέγχει (υποτιμητικά) διασυνοριακά.
Για πολλά έχουν κατηγορηθεί οι νεοφιλελεύθεροι, ουτοπιστές ή εφαρμοστές, ιδεολόγοι, δημαγωγοί ή κυβερνήτες, αλλά όχι γι’ αυτό: για το γεγονός, δηλαδή, ότι απαγόρευσαν και απαγορεύουν, μαντρώνοντάς την σε μικρότερα ή μεγαλύτερα κρατικά / συνοριακά σχήματα, την ελευθερία μετακίνησης των εργατών και εργατριών. Κι έτσι κανένας απ’ τους σχετικά λίγους ντόπιους όντως νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους δεν θα βρισκόταν απολογούμενος για την παράλειψή του να μείνει κρεμασμένος, όσο θα χρειαζόταν, στον φράχτη του Έβρου, μέχρις ότου επιτραπεί το ελεύθερο πέρασμα κάθε κυνηγημένου, φυγά, ξεσπιτωμένου... Ούτε ο Μίχας ούτε οποιοσδήποτε άλλος. Απ’ την άλλη μεριά οι νεοφιλελεύθερες ουτοπίες δεν μπορούν να αποφύγουν αυτήν την πολιτικά μεν ευνόητη αλλά θεωρητικά / ιδεολογικά / οραματικά απαράδεκτη “αντίφαση”. Το “άλλο” μέλλον, μόλις επισκοπηθεί με κριτικό τρόπο, απλά την αναπαράγει κρυφά.

 

το μεταρρυθμισμένο μέλλον

Μέσα απ’ την επιφανειακή ελκυστικότητα του “αφήστε χίλια λουλούδια ν’ ανθήσουν” μεταρρυθμισμένου ελληνικού κήπου, υπάρχει μια φράση κλισέ, μάλλον αμερικανικής προέλευσης, που αισθητικά τουλάχιστον είναι αναντίστοιχη: με τα πόδια σου. Δήλωσε την προτίμησή του “με τα πόδια σου”, ψήφισε “με τα πόδια σου” - ή, ειπωμένο αλλιώς, άμα δεν σ’ αρέσει τράβα αλλού. Όμως ο ποδαρόδρομος παραπέμπει σ’ ένα μόνο είδος “ελεύθερης μετακίνησης”...
Εν τω μεταξύ, πέρα απ’ τα γλωσσικά γούστα (φυσική στα αγγλικά, στα ελληνικά ή στα ιαπωνικά;) και τα σοβαρά ζητήματα καθημερινής ζωής (οι ομοφυλόφιλοι / ες ας μαζευτούν όλοι / ες εκεί...) υπάρχει ένα τουλάχιστον θεματάκι που έχει ολοφάνερη λειτουργική σημασία για την καπιταλιστική οικονομία. Η φορολογία των επιχειρήσεων και των κερδών τους. Ο νεοφιλελεύθερος οραματιστής το αντιμετωπίζει χαριτωμένα, περίπου όπως θα αντιμετώπιζε τις αλλεργίες ή κάποιες δυστροπίες. Δεν σ’ αρέσει η θάλασσα; Ε, πήγαινε διακοπές στο βουνό:

...
Αν κάποιος π.χ. θεωρούσε ότι η Πάτρα ήταν υπερβολικά σοσιαλιστική (υψηλή φορολογία κ.λπ.) μπορούσε πάντα να μετακομίσει στην Κέρκυρα, όπου οι φόροι ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι.
...

Στ’ αλήθεια: θα υπήρχε έστω και μισός επιχειρηματίας που δεν θα μετέφερε την επιχείρησή του (ή, έστω, την έδρα της) στην tax free Κέρκυρα; Όχι. Στην “σοσιαλιστική” Πάτρα θα απέμεναν μόνο όσοι δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, ίσως κάποια είδη αγροτικής παραγωγής, μερικά κομμωτήρια, κι ένα λιμάνι. Ας πούμε οτι οι εξαγωγείς ντοματοπαραγωγοί θα έμεναν. Όμως για να ισοσκελίσουν την “σοσιαλιστική” φορολογική τους επιβάρυνση (σε σχέση με τους ντοματοπαραγωγούς Κέρκυρας, για χάρη του παραδείγματος ας θεωρήσουμε ότι θα υπήρχαν τέτοιοι) θα τσάκιζαν τα μεροκάματα. Εν τω μεταξύ, λόγω της επιχειρηματικής ερήμωσης της Πάτρας, μετά από κάποιους αρχικούς δισταγμούς, το τμήμα των εργατών που δεν θα επέλεγε την οικονομία του εγκλήματος (σε σχέση με την κοντινή ιταλία...) θα μετανάστευε στην Κέρκυρα· κι εκεί, οι εργοδότες, θα εκμεταλλεύονταν όσο πιο άγρια γινόταν αυτούς τους ξένους. Μάλιστα, για να ενισχύουν την ευκολία τους να πληρώνουν ό,τι θέλουν (ή και να μην πληρώνουν καθόλου), αυτοί οι εργοδότες θα χρηματοδοτούσαν υπόγεια διάφορες “ενέργειες”. Για παράδειγμα, επειδή δεν θα μπορούσαν επίσημα να σηκώσουν φράχτες, θα διαδιδόταν μια φήμη ότι οι πελοπονήσιοι αποτελούν “υγειονομική βόμβα” (το dna τους είναι επιρρεπές σε διάφορες μεταδοτικές αρρώστιες), οπότε όσοι θα είχαν ταυτότητες που τελειώνουν σε -πούλος, θα έμεναν σε καραντίνα 2 μήνες, που μπορούν να γίνουν 6 και 9. Επίσης, μια “λέσχη έφεδρων βατραχανθρώπων” θα βούλιαζε βάρκες εσωτερικών μεταναστών που προσπαθούν να μπουν στην Κέρκυρα παρακάμπτοντας τις ταπεινωτικές διαδικασίες, οπότε στον αλβανικό τύπο θα αναφέρονται περιστατικά ξεβράσματος πτωμάτων στις ακτές, μόνο που τώρα δεν θα ήταν αλβανοί αλλά έλληνες.
Φυσικά κάποιοι πατρινοί θα μπορούσαν, από ανάγκη, να το ρίξουν στην αυτοδιαχείριση, και να φτιάξουν κι αυτοί “κολχοζάκια”. Θα έπρεπε όμως να προσέξουν να μην έρθουν σε αντιπαράθεση με τους ικαριώτες· γιατί σε τέτοια περίπτωση, οι ικαριώτες θα θυμούνταν ότι οι πατρινοί είναι “παλαιοελλαδίτες” (και διάφορα άλλα...) και θα ζητούσαν την ανεξαρτησία τους απ’ το ελλαδιστάν, βασιζόμενοι - όχι άδικα - στη καλή θέση της δικής τους αγροτικής και όχι μόνο silicon valley στον παγκόσμιο καταμερισμό.
Εν τω μεταξύ, βλέποντας την προκοπή της tax free Κέρκυρας, και άλλες περιοχές θα ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο.  Αυτό θα αύξανε τον ανταγωνισμό μεταξύ τους (είπαμε: ο ανταγωνισμός είναι η κινούσα αρχή) και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ακολουθούνταν πάντα έντιμες μέθοδοι στο σπρώξιμο. Τα έξω οι... θα πλήθαιναν τότε στα ντουβάρια της multi Αθήνας, πράγμα που θα ήταν δουλειά του ισχυρού πελοποννησιακού λόμπι της πόλης, ενώ κάποιοι θα θυμούνταν ότι η Κέρκυρα θα έπρεπε να είναι “αθηναϊκό έδαφος”, άρα ότι πρέπει να απελευθερωθεί· πράγμα που θα αναβίωνε το παλιό μίσος μεταξύ Κορινθίων και Αθηναίων (οι “πελοπονησιακοί πόλεμοι” δεν έχουν λήξει επίσημα, ε; Ούτε έχουν πληρωθεί οι αποζημιώσεις...). Κάποιο ακροδεξιό “μέτωπο απελευθέρωσης της Κέρκυρας” θα έκανε προβοκατόρικη απόβαση και “κτύπημα” στο νησί· την ίδια στιγμή όμως η Ρόδος, με τα “υψηλού επιπέδου ιδιωτικά αει” (αν δεν είναι υψηλού επιπέδου γιατί να είναι ιδιωτικά;), θα τραβούσε πολλούς ευκατάστατους νεαρούς και νεαρές απ’ την απέναντι τουρκία, πράγμα που θα προκαλούσε κατακραυγή (εκτός Ρόδου) για “πληθυσμιακή αλλοίωση”.

Κι αν αυτά φαίνονται χαριτωμένα, μπορεί κανείς να τα παρακάμψει σαν ενδεχόμενα. Εκείνο που δεν μπορεί να παρακάμψει είναι ότι η διαχείριση της εργασίας και η φορολόγηση, σαν δύο άξονες περιστροφής του νεοφιλελεύθερου πνεύματος, θα όξυναν και καθόλου δεν θα εξομάλυναν τις διαφορές / αντιθέσεις στο εσωτερικό της ελληνικής “πολυμορφίας” και του “πλουραλισμού”. Για να αποφύγουν τέτοιου είδους εντάσεις οι τοπικοί ηγέτες θα έπρεπε να κάνουν δύο συμφωνίες: πρώτον, ενιαία φορολόγηση· και δεύτερον, ελεύθερη μετακίνηση των εργατών, και ενιαία εργατική νομοθεσία στα βασικά: στο ωράριο, στον βασικό μισθό, στις αποζημιώσεις, στις συντάξεις, στις παροχές υγείας και εκπαίδευσης. Όμως όλο εκείνο το (μεγάλο) τμήμα του επιχειρηματικού ανταγωνισμού που στηρίζεται στο εργασιακό ντάμπινγκ (την διατίμηση / διαστρωμάτωση του “κόστους εργασίας” για ίδιες δουλειές) θα χανόταν έτσι.  Τι θα απέμενε άξιο παρατήρησης, μετά από μια τέτοια απώλεια, στο “άλλο μέλλον”; Ίσως μερικές περιοχές “παραδοσιακές” (με υψηλή συγκέντρωση βοθρολυμάτων) και μερικές περιοχές με “έντονες φιλελευθεριάζουσες αντιλήψεις”, ιδανικές για μικρότερης ή μεγαλύτερης διάρκειας διακοπές.

Ας επιστρέψουμε στα λόγια του Φουκώ, το 1979. Αναφέρεται πάντα στη γέννηση του νεοφιλελευθερισμού, πριν γίνει διεθνώς επίσημα κυβερνητικός:

...
Κατ' αρχάς - λένε οι νεοφιλελεύθεροι - μια κοινωνική πολιτική, αν θέλει πράγματι να ενσωματωθεί σε μια οικονομική πολιτική και αν δεν θέλει να είναι καταστρεπτική σε σχέση με αυτήν την οικονομική πολιτική, δεν πρέπει να της χρησιμεύει ως αντίβαρο και δεν πρέπει να ορίζεται ως αυτό που αντισταθμίσει τα αποτελέσματα των οικονομικών διαδικασιών. Ιδιαίτερα η εξίσωση, η σχετική εξίσωση, η ικανότητα πρόσβασης του καθενός στα καταναλωτικά αγαθά δεν μπορεί, επ' ουδενί, να αποτελέσει έναν στόχο.
...
Συνεπώς, μια κοινωνική πολιτική που θα είχε ως πρώτιστο αντικείμενο την έστω σχετική εξίσωση, που θα είχε ως κεντρικό θέμα την, έστω σχετική, εξίσωση, αυτή η οικονομική πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι αντιοικονομική.
Μια κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να ορίζει την ισότητα ως στόχο της. Πρέπει, αντίθετα, να αφήνει την ανισότητα να λειτουργήσει, και όπως έλεγε ... δεν ξέρω πια ποιός είναι, νομίζω ότι είναι ο Ρέπκε που έλεγε: οι άνθρωποι παραπανιούνται για την ανισότητα, τι σημαίνει όμως αυτό; "Η ανισότητα, λέει, είναι η ίδια για όλους". Διατύπωση που, βέβαια, μπορεί να φαίνεται αινιγματική, αλλά κατανοείται αν σκεφτούμε ότι για τους νεοφιλελεύθερους το οικονομικό παιχνίδι, με τα φαινόμενα ανισότητας που ενέχει, είναι ένα είδος γενικής ρύθμισης της κοινωνίας, στο οποίο προφανώς ο καθένας πρέπει να προσχωρήσει και ενώπιον του οποίου πρέπει να υποχωρήσει. Όχι, λοιπόν, εξίσωση, και συνεπώς, αλλά και ακριβέστερα, όχι μεταβίβαση εισοδημάτων των μεν προς του δε. [Ειδικότερα, μια μεταβίβαση εισοδημάτων είναι επικίνδυνη, όταν αντλείται από το μέρος των εισοδημάτων που παράγει αποταμίευση και επενδύσεις]. Και όταν την αφαιρείς σημαίνει ότι στερείς από τις επενδύσεις ένα μέρος των εισοδημάτων και το διοχετεύεις στην κατανάλωση. Το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι αφαιρέσεις από τα υψηλότερα εισοδήματα ένα μέρος που, ούτως ή άλλως, θα αφιερωνόταν στην κατανάλωση ή, θα λέγαμε, στην υπερκατανάλωση, και αυτό το κομμάτι της υπερκατανάλωσης να το μεταβιβάσεις σ' αυτούς που, είτε για λόγους οριστικής μειονεξίας είτε για λόγους κοινών δυσχερειών, βρίσκονται σε μια κατάσταση υπο-κατανάλωσης. Αλλά τίποτα περισσότερο. Πολυ περιορισμένος χαρακτήρας, λοιπόν, όπως βλέπετε, των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Σε γενικές γραμμές, δεν διασφαλίζεται τόσο η διατήρηση μιας αγοραστικής δύναμης, αλλά ενός ζωτικού ελάχιστου γι' αυτούς που, υπό μία οριστική ή παροδική ιδιότητα, δεν θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την ίδια τους την ύπαρξη. Έχουμε την οριακή μεταβίβαση ενός μεγίστου προς ένα ελάχιστο. Δεν έχουμε καθόλου σταθεροποίηση, εξομάλυνση γύρω από έναν μέσο όρο.
...
Πράγμα που μας οδηγεί, βέβαια, στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μόνο μία κοινωνική πολιτική που είναι αληθινή και θεμελιώδης, δηλαδή η οικονομική ανάπτυξη. Η θεμελιώδης μορφή της κοινωνικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι κάτι που θα μπορούσε να αντιβαίνει στην οικονομική πολιτική και να την αντισταθμίζει: η κοινωνική πολιτική δεν θα έπρεπε να είναι πιο γενναιόδωρη απ' όσο το επιτρέπει η οικονομική ανάπτυξη. Η οικονομική ανάπτυξη, και μόνο αυτή, θα έπρεπε να επιτρέπει σε όλα τα άτομα να επιτύχουν ένα επίπεδο εισοδημάτων το οποίο θα τους επέτρεπε εκείνες τις ατομικές ασφάλειες, εκείνη την πρόσβαση στην ιδιωτική ιδιοκτησία, εκείνη την ατομική ή οικογενειακή κεφαλαιοποίηση με τις οποίες θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν τους κινδύνους. Είναι αυτό που ο Μύλλερ - Άρμακ, ο σύμβουλος του καγκελαρίου Έρχαρντ, αποκάλεσε γύρω στο 1952 - 53 "κοινωνική οικονομία της αγοράς", ενώ τον ίδιο τίτλο διάλεξε η γερμανική κοινωνική πολιτική.
Και πάραυτα προσθέτω ότι για έναν σωρό από λόγους αυτό το δραστικό πρόγραμμα κοινωνικής πολιτικής που ορίστηκε από τους νεοφιλελεύθερους δεν εφαρμόστηκε, δεν μπορούσε, πράγματι, να εφαρμοστεί, ακριβώς στη Γερμανία. Η γερμανική κοινωνική πολιτική ήταν βεβαρημένη από ένα σωρό στοιχείων, άλλα εκ των οποίων κατάγονταν από τον σοσιαλισμό του βισμαρκικού Κράτους, άλλα από την κεϋνσιανή οικονομία, άλλα από τα σχέδια Μπέβεριτζ ή από τα σχέδια ασφάλισης που συνηθίζονται στην Ευρώπη, ώστε ως προς το συγκεκριμένο σημείο οι νεοφιλελεύθεροι, οι γερμανοί νεοφιλελεύθεροι, να μην μπορέσουν να αναγνωρίσουν εντελώς τον εαυτό τους στη γερμανική πολιτική.
Αλλά - και επιμένω σ' αυτά τα δύο σημεία - πρώτον, με βάση αυτό και αποποιούμενος ακριβώς την εν λόγω κοινωνική πολιτική θα αναπτυχθεί ο αμερικανικός αναρχοκαπιταλισμός, και, δεύτερον, είναι σημαντικό να δούμε επίσης ότι παρά ταύτα, τουλάχιστον στις χώρες όπου συντάσσονται όλο και περισσότερο με τον νεοφιλελευθερισμό, η εν λόγω κοινωνική πολιτική τείνει ολοένα και περισσότερο να ευθυγραμμιστεί με τα παραπάνω. Η ιδέα της ιδιωτικοποίησης των μηχανισμών ασφάλισης, η ιδέα ότι εναπόκειται στο άτομο, με το σύνολο των αποθεμάτων που μπορεί να διαθέσει, είτε απλώς υπό την ατομική του ιδιότητα είτε απλώς με τη μεσολάβηση της αλληλασφάλισης κλπ [να προστατευτεί έναντι των κινδύνων], αυτός είναι ο στόχος που βλέπετε να επιλέγεται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, όπως εξάλλου είναι στις μέρες μας η πολιτική που έχουμε στη Γαλλία. Αυτή είναι η τάση: ιδιωτικοποιημένη κοινωνική πολιτική.
...
Στην ουσία πρόκειται ... για τη συγκρότηση ενός κοινωνικού ιστού στον οποίο οι ενότητες βάσης θα είχαν τη μορφή επιχείρησης, εφόσον τι είναι η ατομική ιδιοκτησία, αν όχι μια επιχείρηση; Τι είναι η ιδιωτική οικία αν όχι μια επιχείρηση; Τι είναι η διαχείριση αυτών των μικρών κοινοτήτων της γειτονιάς, αν όχι κάποιες άλλες μορφές επιχείρησης; Με άλλα λόγια, πρόκειται για τη γενίκευση, για τη διάδοση και για τον πολλαπλασιασμό, όσο το δυνατόν περισσότερο, των μορφών "επιχείρηση", που δεν οφείλουν να είναι ακριβώς συγκεντρωτικές υπό τη μορφή είτε των μεγάλων, εθνικής ή διεθνούς κλίμακας, επιχειρήσεων, είτε, ακόμη, των μεγάλων επιχειρήσεων τύπου Κράτος. Το διακύβευμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής θα είναι, νομίζω, ο πολλαπλασιασμός της μορφής "επιχείρηση" εντός του κοινωνικού σώματος. Η αγορά, ο ανταγωνισμός, και συνεπώς η επιχείρηση θα δημιουργήσουν ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε διαπλαστική ισχύ της κοινωνίας.
...

Δεν είμαστε οπαδοί του έθνους / κράτους!! Δεν είμαστε καν οπαδοί οποιασδήποτε ιδέας περί πολιτικής εξουσίας σε οποιαδήποτε κλίμακα. Η “πλουραλιστική” εικόνα που σκαρφίστηκε ο νεοφιλελεύθερος συγγραφέας είναι, όμως, μια καρικατούρα της ιδέας ότι η ποικιλία έχει αξία μόνο εάν υπηρετεί τον επιχειρηματικό ανταγωνισμό. Δεν αναφέρει ανοικτά το επίθετο “επιχειρηματικός” - το λέμε εμείς. Στο βαθμό που ο νεοφιλελευθερισμός κατέφερνε ή/και καταφέρνει να κρύψει την πλήρη λογική του και τους πραγματικούς του στόχους, μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σαν “αντι-εξουσία” ή σαν “εναλλακτισμός”: στην πράξη, και σαν ηγεμονική ιδεολογία, έχει αφομοιώσει πολλά και διάφορα, που ιστορικά εκδηλώθηκαν άμεσα ή έμμεσα αντικαπιταλιστικά.
Υπάρχουν, διεθνώς, ακόμα και μεταφασιστικές οργανώσεις που είναι σε θέση να υιοθετήσουν διάφορα (τέτοιου είδους) νεοφιλελεύθερα προτάγματα, εμφανιζόμενες σαν “αντικρατικές”! Έχουμε δείξει ήδη [2] ότι ο μεταφασισμός είναι γνήσιο τέκνο του νεοφιλελευθερισμού, και βασικό στήριγμα της όχι - πάντα - φανερής ολοκληρωτικής ατζέντας του.
Το κρίσιμο ρήγμα ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ όλους αυτούς είναι εκείνο που έχει γίνει κιμάς, έτσι ώστε να μην αναγνωρίζεται: η παγκόσμια εργατική τάξη, το πολυεθνικό προλεταριάτο, ο ταξικός ανταγωνισμός σε κάθε κλίμακα. Χωρίς εργατική τάξη, χωρίς παγκόσμια εργατική τάξη σαν πολεμικό υποκείμενο, χωρίς πολυεθνική εργατική τάξη σαν πραγματικό παραγωγό του πλούτου, χωρίς πολυεθνική εργατική τάξη σαν εν δυνάμει αυτεξούσια, διάφορες ιδέες (του στυλ “άλλο μέλλον”) μπορούν να πουληθούν και να αγοραστούν σαν γοητευτικές. Ή και κολακευτικές.

Το “με τα πόδια σου” είναι, λοιπόν, η ορατή κυκλοφορία που επιτρέπει στις νεοφιλελεύθερες “λύσεις” να λειτουργούν... Αλλά, φυσικά, κανείς δεν εγγυάται τι και πως συμβαίνει “στα πόδια σου”· και σ’ όλο σου το κορμί...

Sarajevo 74 - 6/2013

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Η γέννηση της βιοπολιτικής, παραδόσεις στο κολλέγιο της γαλλίας 1978 - 1979, εκδ. πλέθρον.
[ επιστροφή ]

2 - Sarajevo 73, Μάης 2013: ιστορικισμός, αναβιώσεις, και νέος ολοκληρωτισμός.
[ επιστροφή ]
 
       

Sarajevo 2020