Sarajevo
 

   

(tout va bien)
γιατί στον κόσμο αρέσουν τα σκουπίδια;

Sarajevo 74 - 6/2013

Να υπενθυμίσουμε πως η κύρια “πολιτιστική διδασκαλία” είναι τώρα η διαφήμιση. Στα “μαθήματα” της συνδυάζονται τα κεφάλαια της αισθητικής με τα κεφάλαια της λειτουργικότητας των εμπορευμάτων και της κατανάλωσης.
Η διαφήμιση είναι τώρα η τεχνική (για τον χειρισμό) των επιθυμιών. Αλλά δεν διαμορφώνει μόνο την ψυχο-συναισθηματική έλξη. Διαμορφώνει και την αποστροφή. Χωρίς θεούς δεν υπάρχουν διάβολοι, και χωρίς αμαρτία δεν υπάρχει αρετή. Η διαφήμιση χειρίζεται το “ωραίο” και το “άσχημο” - με το δικό της τρόπο.
Τα πράγματα - φετίχ προτείνονται για κατανάλωση μαζί με τον “ανταγωνισμό” που υπάρχει μεταξύ τους. Η “αξία” του καθενός χωριστά οφείλεται στην υποτίμηση όλων των υπόλοιπων μαζί. Αυτό το τελευταίο δεν λε΄γεται φωναχτά, αλλά είναι πανταχού παρόν υπονοούμενο. Είτε καταλαβαίνει ο καταναλωτής πως “το Χ είναι καλύτερο από το Ψ” είτε καταλάβει πως “το Ψ είναι χειρότερο από το Χ”, είναι το ίδιο.
Το “καλύτερο” και το “χειρότερο”, όχι ειδικά σαν γενική σχέση σερβίρονται μαζί. Αποδοχή και απόρριψη, έλξη και αποστροφή, αξία και καταστροφή πάνε μαζί. Ακόμα κι αν οι δεύτερες κατάστασεις είναι περισσότερο υπόγειες.
Η “πολιτιστική σκουπιδοφαγία” βγαίνει απ’ αυτήν την διαλεκτική. Είνια μαζική, και με πολλές έννοιες “λαϊκή”, επειδή είναι περισσότερο ρεαλιστική σαν ιδιοκτησία. Από το “καλύτερο” και το “χειρότερο”, το δεύτερο είναι περισσότερο κοντινό για να το “έχει” ο καθένας.
Η ευτυχία π.χ. που ακτινοβολεί η διαφήιμση του “υψηλού” είναι τελικά πολύ μακρινή και απόκοσμη, στην καθημερινή μικροαστική ζωή, σε σχέση με τον σαδομαζοχισμό των reality shows. Η αιώνια νεότητα του πανηγυριού των εμπορευμάτων είναι επίσης μακρυά από την καθημερινή φθορά του να “αποκτηθεί” αυτή η νεότητα. Η φαιοκίτρινη βία της λούμπεν δημοσιότητας “αναπαριστά” πολύ καλύτερα αυτήν την φθορά.
Με άλλα λόγια το “ωραίο” και το “άσχημο” επενδύονται από τη διαφήμιση με την πραγματικότητα των εμπορευμάτων, τελικά με την οικονομία του χρήματος. Αν και το “ωραίο” ισχύει πάντα σαν φετίχ, το “άσχημο” είναι εκείνο που είναι προσιτό. Το πρώτο είναι ακριβό. Το δεύτερο φτηνό. Τα σκουπίδια είναι όλους, και η “έλξη” που ασκούν οφείλεται στην απλόχερη φτήνια τους.
Είναι εύκολη η ανακάλυψη της μαζικής διαστροφής που ξετυλίγεται ανάμεσα στην “λάμψη” και στην “ομίχλη”. Τα τοπία φαίνονται διαφορετικά - αλλά μόνο για να συμπληρώσουν το ένα το άλλο. Το “έγκυρο” και οι “μαύρες τρύπες” συνεργάζονται απόλυτα, νοηματικά και αισθητικά.
Σαν δεισιδαιμονική περιστροφή γύρω από το “γεμάτο” της ιδιοκτησίας και το “κενό” της υποκατάστασης των σχέσεων από τα εμπορεύματα και τα σύμβολά τους, ο πολιτισμός της κατανάλωσης είναι ένα τρελό γρανάζι καταστροφής.

Κάτι τέτοια γράφονταν, “περιθωριακά”, πριν καμιά 15ριά χρόνια. [1] Γράφονταν με αφορμή την πανηγυρική είσοδο και αποδοχή στην μαζική τηλε-οψία των ντόπιων των reality shows· θυμάται κανείς; Θα μπορούσε, δηλαδή, τότε, να διακρίνει κάποιος μέσα στην άνθιση της καταναλωτικής ευδαιμονίας, μαζικές και εθελοντικές τελετουργίες συναισθηματικής, ηθικής και αισθητικής αυτο-υποτίμησης; Θράσος!...
Αλλά “προϊστορικό” θράσος: το 1997 είναι πια παλιό... Δεν υπήρχαν καν κινητά τηλέφωνα τότε· άρα δεν υπήρχε και ζωή...
Αλλά το θράσος θράσος! Και επίμονο. Τον πολύ πιο κοντινό Νοέμβρη του 2010, όταν για πάρα πολλούς η “επανάσταση” και η “ανατροπή” ήταν ζήτημα, σχεδόν, για - την - επόμενη - βδομάδα (θυμάται κανείς;) κι όταν ούτε βοθρολύματα υπήρχαν (ε;...) ούτε ρατσισμός - και - άλλα - “άσχημα” (όχι, εν πάσει περιπτώσει, τόσο ώστε να χρειάζονται “αντιρατσιστικοί νόμοι”...), γράφαμε [2]:

...
Aρκούσε ο βομβαρδισμός των εικόνων, αρκούσε ο παραληρηματικός “λόγος” της κατασκευής και της προώθησης Eαυτών και Mεσολαβήσεων για να διαμορφωθούν περιβάλλοντα / θερμοκοιτίδες που ξεπερνούν κατά πολύ τη ναυτία της οικογένειας· της μικροαστικής οικογένειας των αρχών του 20ου, απ’ τα σπλάχνα της οποίας ο Reich (και όχι μόνον αυτός) είδε τότε να ξεπηδά ο Mικρός Mνησίκακος, ο Mικρός Aυταρχικός. Όμως σε αντίθεση με τον σφικτό έλεγχο και την διακράτιση των επιθυμητικών ροών, σε αντίθεση με τις κατασταλτικές / απαγορευτικές διατάξεις στις οποίες οι μισοφροϋδιστές μισομαρξιστές διανοούμενοι απέδωσαν τότε την γέννεση του φασισμού / ναζισμού, οι δεκαετίες του τέλους του 20ου αιώνα και των αρχών του 21 παρέταξαν κάτι διαφορετικό: την ακύρωση μέσω του πληθωρισμού! Πληθωρισμός εμπορευμάτων, πληθωρισμός εικόνων, πληθωρισμός μεσολαβήσεων για πληθωρικές επιθυμίες: να που η παράθεση, η αλληλοεπικάλυψη, η ταχύτητα, τελικά ο διαρκής κανονιοβολισμός εντυπώσεων, μπορούν μέσα από διαφορετικές διαδρομές να επιτύχουν την ίδια καθήλωση με τις απαγορεύσεις. Tην καθήλωση του πνεύματος (και άρα των συνειδήσεων) σ’ ένα νηπιακό στάδιο.
Δεν λέμε κάτι καινούργιο, κι ούτε αποκαλύπτουμε κάποιο κοινωνικό μυστικό. Ήταν ήδη το 1995 όταν ο πολύς κύριος Mπρεζίνσκι, πρότεινε σε εκλεκτή ομήγυρη ότι το μέλλον του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας θα είναι η tittytainment. Aυτή η σύνθετη, Mπρεζίνσκιας κατασκευής λέξη, απ’ το titty (αργκώ για το γυναικείο στήθος) και entertainment (διασκέδαση) περιέγραφε την γλυκειά αποχαύνωση, την μισοληθαργική μισοξύπνια κατάσταση του βρέφους όταν θηλάζει. Όχι μακρυά απ’ το λιμπιντικό υπονοούμενο της προσήλωσης στο γυναικείο στήθος, ο Mπρεζίνσκι απλά χειροκροτούσε τη νηπιακή καθήλωση των υποτελών, σε καταστάσεις περίσσειας “πλούσιων” και “απλών”, εύκολα ικανοποιήσιμων, προπαντός όμως ακατέργαστων συναισθημάτων· και απουσίας λογικής.
Δεν χρειάστηκε κανένας κόπος και κανένα διάταγμα για να σταθεροποιηθούν οι πρωτοκοσμικές κοινωνίες (στην πλειοψηφία τους οπωσδήποτε) στη γοητεία των εντυπώσεων, στην ροπή προς τις μονοσήμαντες, παβλωφικές “αντιδράσεις” στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος (“έτοιμες απαντήσεις”, “ατάκες”...) και στην μετατροπή των ειρμών σε διαδοχικά clips. Στο όνομα, βέβαια, της “ικανοποίησης - επιθυμιών” ο λήθαργος της λογικής ήταν κάτι ασήμαντο, που δεν θα άξιζε καν να το προσέξει κανείς· πολύ περισσότερο να ανησυχήσει γι’ αυτό. Συνεπώς η πανούκλα των συγκινήσεων έγινε η κοινωνική κοινοτοπία. Kι αν χρειάζεται ένα μέτρο αυτής της νόρμας, βρίσκεται εύκολα στην εκθετική αύξηση των “ψυχολογικών προβλημάτων” των πρωτοκοσμικών, αλματώδη αύξηση τις 3 τελευταίες δεκαετίες. Γιατί αυτά τα “ψυχολογικά προβλήματα” που διαγιγνώσκονται συστηματικά πλέον σε όλες σχεδόν τις ηλικίες, με μια ιδιαίτερη τάση στις νεότερες, δεν είναι παρά οι αναπόφευκτες συναισθηματικές ανισορροπίες όντων που έχουν ακινητοποιηθεί σε καταστάσεις παιδισμού: με αυξημένες ανάγκες “προστασίας” όταν αυτό δεν δικαιολογείται πια.... Kαι αυξημένες αβεβαιότητες μέσα στην πραγματικότητα... H έξοδος απ’ τα “ψυχολογικά προβλήματα” είναι απλή: χρειάζεται να μεγαλώσει κανείς! Tαυτόχρονα όμως σχεδόν ακατόρθωτη. Eξού και οι χημικές θεραπείες, δηλαδή το μαζικό πρέζομα.
Nα λοιπόν από που εκπηγάζουν οι αυταρχικές προσωπικότητες και η “ανάγκη” του ολοκληρωτισμού στον μεταμοντέρνο καπιταλισμό. Aπ’ την υιοθέτηση της βίας των εμπορευματικών μεσολαβήσεων (όπου ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο φαίνομαι πρέπει να συγκροτείται σε σταθερό είμαι)· απ’ την απόγνωση / σύνθλιψη της αστάθειας των εντυπώσεων· και από τη αόριστη σε πρώτο χρόνο αλλά όλο και πιο επείγουσα (ειδικά μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης της κατανάλωσης) “ανάγκη” προστασίας των απογυμνωμένων, γεμάτων εμμονές Eγώ.
...

Μα τι επιμονή, ε; Να επιμένουμε, ντε και καλά, ότι ο νέος ολοκληρωτισμός δεν είναι επανάληψη του παλιού (εκείνου των ‘30s) ούτε αναβίωση· αλλά ότι είναι γνήσιο προϊόν (ίσως το πιο αυθεντικό) του νεοφιλελευθερισμού και του ευδαιμονισμού των ‘80s, των ‘90s, των ‘00s... Να επιμένουμε, ντε και καλά, ότι όποιος “πολιτικοποιεί” τα εξαρτημένα ανακλαστικά και τους συναισθηματικά γαυγίσματα των μικροαστών (π.χ. την “αγανάκτισή” τους...) φαρδαίνει τις λεωφόρους του λουμπενισμού, του μπρουταλισμού, που είναι βασικά στοιχεία του νέου ολοκληρωτισμού... Να επιμένουμε ότι ο Μικρός Μνησίκακος, ο Μικρός Αυταρχικός, ο Μικρός Κομπλεξικός, ο Μικρός Αδίστακτος, είναι εδώ γύρω, σε μεγάλες ποσότητες, ελάχιστα καμουφλαρισμένος πια· όχι σαν “αναβίωση” του ταγματασφαλίτη παππού του αλλά σαν ο επιθετικός και εκδικητικός σκουπιδοφάγος / ανθρωποφάγος των “καλών καιρών”...
Θα μπορούσε άραγε ένα καλό μέρος της μάζας των ηδονοβλεψιών της απανθρωπιάς των reality shows (ή ένα καλό μέρος των εκατοντάδων χιλιάδων θεατών του “dvd της Τζούλιας” στις αρχές του 2010...) να “εκφράζεται” απ’ τις σημερινές σταθερά κτηνοβατικές φαντασιώσεις ενός κάποιου παρατρεχάμενου συμβούλου του έλληνα πρωθυπουργού; [3] Μην πείτε όχι!...

Θα ήταν εύκολο, κατ’ αρχήν, να συμφωνήσει κανείς ότι στην κοινωνική βάση κάθε ολοκληρωτισμού βρίσκεται (σε μεγάλη ποσότητα...) κάποιο είδος αυταρχικών προσωπικοτήτων. Ατόμων και κοινωνικών σχέσεων προσανατολισμένων “θετικά” και ενεργητικά στην άσκηση και στην απόλαυση (ακόμα και στην φαντασίωση) κάποιου είδους εξουσίας. Αυτό θα ήταν εύκολο.
Όμως το “κάποιο είδος εξουσίας”, η “άσκηση, η απόλαυση ή/και η φαντασίωση” αυτού του κάποιου είδους εξουσίας, η “θετικότητα και ενεργητικότητα” και, επιπλέον, η καταγωγή, η προέλευση και η διαμόρφωσή τους, αυτά είναι δύσκολα. Η κατανάλωση, ο φετιχισμός του εμπορεύματος, το “είσαι ό,τι αγοράζεις”, διαμορφώνουν αυταρχικές προσωπικότητες; Κι αν ναι πως; Η μεσολάβηση διαμορφώνει αυταρχικές προσωπικότητες; Κι αν ναι πως; Ο προσοδισμός κάνει το ίδιο; Κι αν ναι πως; Η κολακεία, η μοιρολατρεία, ο καριερισμός, η λατρεία (και ο σπορτιβισμός) του “βασιλιά σεξ”, ο οικογενειακός οπορτουνισμός είναι χαρακτηριστικά αυταρχικών προσωπικοτήτων; Κι αν ναι πως;
Σ’ ένα αγγλικό φίλμ του 1993, με τίτλο Γυμνωμένος (Naked), ο (συγγραφέας και σκηνοθέτης) Mike Leigh εικονογραφεί τα χαρακτηριστικά ενός πιστού υπηρέτη του ώριμου (νεο)φιλελευθερισμού. Η επιθετικότητα (στα όρια του σαδισμού) είναι το κορυφαίο χαρακτηριστικό (και “προσόν”)· η κυριαρχία στην καθημερινή μικροκλίμακα (συμπεριλαμβανομένων τόσο των ερωτικών και επαγγελματικών σχέσεων όσο και οποιασδήποτε τυχαίας και απρόβλεπτης συνάφειας) είναι το πρώτιστο καθήκον. Το ιδανικό είναι η εξατομικευμένη συμμορία, η ατομικά, ιδιωτικά πετυχημένη έκβαση εκείνου που ο Εντσενσμπέργκερ ονόμασε κάποτε “πόλεμο όλων εναντίον όλων”. Ο πρωταγωνιστής είναι (θεωρεί πως είναι) γρήγορος, μορφωμένος, εύστροφος, ετοιμόλογος, κυνικός, άρπαγας, μισογύνης. Από μια διαφορετική άποψη είναι (μπορεί να θεωρηθεί πως είναι) συμπλεγματικός, διαρκώς ετοιμόρροπος, μανιακός. Αν υπάρχει αμφιβολία ως προς τι είναι, δεν πρόκειται για αδυναμία του φιλμ. Η αμφισημία είναι, έχει υπάρξει, η γενικευμένη επιτυχία του ώριμου, postmodern, (νεο)φιλελεύθερου καπιταλισμού. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμα κι αν ο κανόνας είναι η παράνοια, αρκεί η παράνοια να αποδίδει (με όρους “απόλαυσης της δύναμης” - άρα σαν απόλαυση της εξουσίας στις μικρο- , μεσαίο- και μακρο- διαστάσεις της) για να είναι ο.κ.
Η καθαρή, επική, μυθική και “παραδειγματική” φιγούρα αυτού του είδους αυταρχικής προσωπικότητας, από ιστορική άποψη, είναι ο νεαρός επαγγελματίας των σύγχρονων πόλεων (young urban professional, yuppie - γιάπης). [4] Αλλά η κουλτούρα του ζήσε, σπρώξε και σκαρφάλωσε αδίστακτα δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στα επιχειρηματικά στελέχη ή τους ελεύθερους επαγγελματίες του τριτογενούς. Με άλλους υλικούς όρους και, σε ορισμένες πλευρές, διαφορετικές ιδεολογικές συντεταγμένες, αλλά με το ίδιο πνεύμα επιθετικότητας, αρπαγής, κυριαρχίας και βίας (συναισθηματικής κυρίως αλλά και “φυσικής” εάν αυτό ήταν αναγκαίο) η κοινωνική επιτυχία έγινε απ’ τα ‘80s και μετά σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο “δημοκρατικό δικαίωμα” έως και καθήκον του καθενός (αρκεί να είχε διαβατήριο από πρωτοκοσμικό κράτος). Ο γιαπισμός σαν ιδιωτική, ατομική έκφραση του αγοραίου και όχι του κρατικού αυταρχισμού πότισε τάξεις και κοινωνικά υποκείμενα που απείχαν πολύ από τη “νέα μεσαία τάξη” και το μυθικό “κοινωνικό κέντρο”, και στην πραγματικότητα δεν θα κατάφερναν ποτέ να φτάσουν εκεί. Μπορούσαν ωστόσο να το ελπίζουν και να το απολαμβάνουν προκαταβολικά. 

Οπωσδήποτε αυτό, κυκλωμένο από ένα σύννεφο καταναλωτικού ευδαιμονισμού (ακόμα κι αν επρόκειτο για κατανάλωση συμβόλων ή φτηνών υποκατάστατων του “υψηλού κοινωνικού status”), δεν ονομάστηκε ολοκληρωτισμός, ούτε καν ιδεολογικός ολοκληρωτισμός. Εν μέρει επειδή δεν υπήρχαν αρκετοί αντίπαλοί του να το χαρακτηρίσουν έτσι και να το πολεμήσουν σαν τέτοιο. Εν μέρει επειδή οι πιο πρόσφατες ιστορικές μορφές του ολοκληρωτισμού είχαν υπάρξει κρατικές· όμως εδώ η “δημοκρατία” άνθιζε σ’ όλο της το μεγαλείο: πράγμα που σήμαινε ότι η ιστορικίστικη σκέψη, αυτή που ψάχνει για αναλογίες με το παρελθόν, δεν μπορούσε να βρει κάτι όμοιο. Εν μέρει, τέλος, επειδή η άρθρωση αυτού του “λαμπερού” ατομικού αυταρχισμού και της γυαλιστερής αν-ηθικότητάς του με εκείνο το σκοτεινό και ανοικτά βίαιο καθεστώς που ονομάζεται υπόκοσμος (ακόμα κι αν επρόκειτο μόνο για τα πιο πολυτελή βίτσια, τις ντρόγκες και τις γυναίκες) έμεινε επιμελώς αθέατη.
Δύο ερωτήσεις, για όσους εντόπιους θα επέμεναν να κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, η μία με άφθονη δημοκρατία και χωρίς υπόκοσμο, η άλλη με άφθονη δημοκρατία και άφθονο υπόκοσμο. Πόσοι συμμετείχαν στην απόλαυση του “big brother” [5] (και των επόμενων “σόου της πραγματικότητας” της ίδιας λογικής / αισθητικής)· στην απόλαυση της οργανωμένης ηδονοβλεπτικής παραβίασης του θεωρούμενου “ιερού”, της ιδιωτικότητας· στην απόλαυση της δημοκρατικά σαδιστικής ψηφοφορίας / τιμωρίας (επί) των “παικτών”; Πόσοι (απ’ τους άλλους, εκείνους που δεν παρασύρθηκαν - εάν υπήρξαν τέτοιοι σε άξιο λόγου μέγεθος...) πρόσεξαν ότι η παραβίαση της ιδιωτικότητας (μέσω της τηλεοπτικής επιτήρησης ή με όποιον άλλο τρόπο...) συνιστά το κατ’ εξοχήν σύμπτωμα ολοκληρωτισμού; Πόσοι πρόσεξαν πως ο δημόσιος έπαινος στον εγκλεισμό και στην απομόνωση, ακόμα κι αν αυτά εμφανίζονται σαν “εθελοντικές επιλογές”, είναι σύμπτωμα ενός (εθελοντικού) ολοκληρωτισμού;
Πόσοι (άρρενες), όλων των ηλικιών, συμμετείχαν στην απόλαυση του “γαμισιού δίμετρων ουκρανικών ή μολδαβικών μωρών”, δηλαδή αιχμάλωτων γυναικών, σε όλη την επικράτεια, απ’ τα κωλόμπαρα και τα διαμερίσματα-φυλακές των πόλεων ώς και την τελευταία αποθήκη, μεταμορφωμένη για τις “ανάγκες” σε “μπαρ”, στο τελευταίο (με καλή παραγωγή κι ακόμα καλύτερες ευρωπαϊκές επιδοτήσεις) ελληνικό χωριό; Πόσοι (απ’ τους άλλους, εκείνους που δεν ανήκαν σ’ αυτήν την ελεεινή πλειοψηφία) συνειδητοποίησαν ότι ανάμεσα στα πόδια αυτών των αιχμάλωτων και με την βία εκπορνευμένων μεταναστριών, πολλές εκατοντάδες χιλιάδες καθωσπρέπει έλληνες “ψήφιζαν” τακτικά και επί χρόνια φασισμό, καθαρόαιμο φασισμό, χωρίς “κρίση”, “φτώχια” (κι όλα τα υπόλοιπα δικαιολογητικά που εφευρίσκουν διάφοροι...) πληρώνοντας και κάνοντας φίλους τους σωματέμπορους και τους δεσμοφύλακες; Ή μήπως κάνουμε λάθος (εξαιτίας τάχα κάποιου φεμινιστικού ρομαντισμού) και η εικοσάχρονη “καθ’ άπασαν την επικράτειαν” βιομηχανία των βιασμών εκ μέρους των ντόπιων σε βάρος χιλιάδων αιχμάλωτων γυναικών και κοριτσιών δεν είναι η καθαρή κοινωνική “ουσία” του αυταρχισμού / ολοκληρωτισμού; Το γεγονός ότι πληρώνονται (οι νταβάδες), άρα η βιομηχανία των βιασμών εμφανίστηκε σαν “εμπορική” και όχι “στρατιωτική” επιχείρηση, αλλάζει ή άλλαξε κάτι για τις χιλιάδες αιχμάλωτες γυναίκες;
Όσοι θέλουν να προσέχουν τις μορφές δεν θα πρέπει να λαθέψουν ούτε δευτερόλεπτο: και το ένα και το άλλο απ’ τα πιο πάνω (όπως και αρκετά άλλα) έγιναν “πλέρια δημοκρατικά” (για να θυμηθούμε με ειρωνική διάθεση την παλιά ορολογία), χωρίς τίποτα να θυμίζει κάτι τις ιστορικά κολασμένο. Όμως εάν ο Μικρός Μνησίκακος, ο Μικρός Αυταρχικός, ο Μικρός Κομπλεξικός, ο Μικρός Αδίστακτος, ο Μικρός Βιαστής, είναι οι άνθρωποι της γειτονιάς ή της οικογένειας ή της παρέας ή του κόμματος ή του σωματείου μας· κι αν είναι “γελαστοί” και “ευχαριστημένοι” (με τα κατορθώματά τους), θα πρέπει άραγε κανείς να ανατρέξει στα γραπτά του Μπρεχτ για να δει ότι “ακόμα και τότε” ήταν τα πολλά Μικρά Καθάρματα που στήριξαν την Μεγάλη Εξουσία, απολαμβάνοντάς το; 

Είναι γι’ εμάς εδώ δεδομένο πως η συσχέτιση της “κοινωνικής / ιδεολογικής κίνησης” στο ελλαδιστάν στα πρώτα χρόνια του ‘10 με το άμεσο παρελθόν της, με τις δεκαετίες του ‘00 και του ‘90, όπως είναι το μόνο λογικό, προκαλεί όχι απλά αμηχανία αλλά ανομολόγητες ενοχές σε όλους εκείνους (και είναι πολλοί) που τώρα φρήτουν αλλά ως προχθές απολάμβαναν, αδιαφορούσαν, ή δικαιολογούσαν. Η για δυο δεκαετίες “άρνησή” τους κατ’ αρχήν να συνειδητοποιήσουν τι και γιατί συμβαίνει πραγματικά και πρακτικά μέσα στις κοινωνικές σχέσεις, τις ιδεολογίες, τις πρακτικές και τις “ηθικές” της καθημερινότητας, συνεχίζεται αναμορφωμένη σε “αγανάκτηση” εναντίον λίγων εκατοντάδων οργανωμένων βοθρολυμάτων ή (ακόμα πιο βολικό) εναντίον των πολιτικών βιτρίνων που κυβερνούν. Υποτίθεται ότι έτσι σώζεται, για άλλη μια φορά, η “αθωώτητα του λαού”. Και χάνεται απ’ τον ορίζοντα της σκέψης, της κριτικής και της δράσης η άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον κυβερνο-αυταρχισμό και την μάζα των αυτοδημιούργητων Μικρών Αδίστακτων. Χάνεται, επίσης, το εύρος του διανοητικού και συναισθηματικού λουμπενισμού, που εκτείνεται πολύ μακρύτερα από δαύτους, και απλώνεται σε μέγαλο μέρος των (υποτιθέμενων) αντιπάλων τους.

 

cyber επικύρωση

Για τις πρωτοκοσμικές καπιταλιστικές κοινωνίες το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, οι δεκαετίες μετά τον Β παγκόσμιο, ήταν - από ιδεολογική άποψη - εποχή όπου στη δημόσια σφαίρα μερικές χαρακτηριστικές εκφράσεις του παλιού ολοκληρωτισμού παρέμεναν απαγορευμένες. Εν μέρει λόγω του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος και των ιδεολογιών των ηττημένων του δεύτερου παγκόσμιου, και εν μέρει εξαιτίας της έντασης των κινημάτων ανταγωνισμού και αμφισβήτησης στα ‘60s και ‘70s, μισαλλόδοξες, ρατσιστικές, σεξιστικές ιδέες και πεποιθήσεις δεν έπρεπε (δεν γινόταν ανεκτό) να εκδηλώνονται δημόσια με αξίωση αποδοχής. Αυτό δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχαν στις δυτικές κοινωνίες τέτοιες ιδέες και πεποιθήσεις. Υπήρχαν! Είτε όταν εκφράζονταν αντιμετωπίζονταν σαν περιθωριακές, είτε παρέμεναν “ιδιωτική υπόθεση”, υπόγειες και αόρατες.
Η ιδεολογική επικράτηση και ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού δεν αποενοχοποίησε άμεσα και καθαρά αυτά που έμοιαζαν “καταδικασμένα απ’ την ιστορία”. Έκανε κάτι διαφορετικό: ενίσχυσε, πολλαπλασίασε, νομιμοποίησε τον κοινωνικό δαρβινισμό. Εγκατέστησε στο κέντρο (εν μέσω επευφημιών) την γενική ιδέα της “αγοράς”, μέσα στην αρένα της οποίας οι “καλύτεροι επιβραβεύονται”, χάρη στον “ελεύθερο ανταγωνισμό”. Οι εξουσίες, η “δύναμη”, αποκαταστάθηκαν σαν ύψιστη κοινωνική αξία στις μικρο-φυσικές κοινωνικές τους διαστάσεις, ενόσω αντίστροφα το “κράτος”, σαν η μορφή της κεντρικής εξουσίας, θα έπρεπε να συρρικνωθεί· ή, σωστότερα, να αλλάξει πεδία (και “λογική”) δράσης.
Συνεπώς ο δημόσιος χωρο/χρόνος άρχισε να κατακτιέται απ’ αυτό που ήδη μνημονεύσαμε, ένα είδος “αγωνιστικού κυνισμού”. Για μιάμισυ ή δύο δεκαετίες ο λουμπενισμός και η σκουπιδοφιλία που ήταν άμεσα παράγωγα αυτού του κυνισμού μπορούσαν να σερβίρονται με λαμπερές (εμπορεύσιμες) συσκευασίες· όμως ταυτόχρονα ο ηθικός, διανοητικός και αισθητικός σχετικισμός και εκλεκτικισμός (αυτό που με μια λέξη ονομάστηκε postmodern) μετέτρεπαν την όποια ατομική ή μικρο-συλλογική αυτο-επιβεβαίωση σε ζήτημα συσχετισμών δύναμης. Θα έλεγε κανείς ότι η αστική δημοκρατία βρισκόταν στα καλύτερά της· ή αυτήν την “καλοσύνη” πούλαγε.

Η εξάπλωση της χρήσης του διαδικτύου και η καθιέρωση του cyber χωρο/χρόνου σαν μια δεύτερη δημόσια σφαίρα (αλλού ισότιμη κι αλλού ανώτερη απ’ την παραδοσιακή), μετέφερε όλα τα ιδεολογικά, πολιτιστικά, ηθικά και αισθητικά χαρακτηριστικά των αναπτυγμένων καπιταλιστικά κοινωνιών σε ένα καινούργιο (και πρωτόγνωρο) είδος αντανάκλασης. Τα είδωλα του cyber χωρο/χρόνου είναι όλα “όμορφα” εάν έτσι τα βλέπουν αυτοί που “καθρεφτίζονται” σ’ αυτά.
Παρότι το διαδίκτυο έχει υμνηθεί για την “απεριόριστη ελευθερία” του, δεν είναι αυτό το μόνο (και το σημαντικότερο) χαρακτηριστικό του. Εκείνο που εξελίσσεται σ’ αυτόν τον εικονικό μεν αλλά επιδραστικό δημόσιο χωρο/χρόνο είναι η απεριόριστη αυτο-επιβεβαίωση του οτιδήποτε· αυτο-επιβεβαίωση με όρους “αλήθειας” και “δύναμης”. [6] Ο Μικρός Κομπλεξικός, ο Μικρός Μνησίκακος, ο Μικρός Αδίστακτος όχι μόνο μπορεί να βρει εκεί οτιδήποτε τον επαληθεύει (με την αίγλη της “δημοσιότητας”) αλλά - σπουδαιότερο γι’ αυτόν - μπορεί να παράξει την ίδια του την επιβεβαίωση, επενδύοντας την φετιχιστικά με τις διαστάσεις κάποιου είδους υπεροχής, κυριαρχίας.
Με τρόπους που δεν είναι δύσκολο να βρεθούν, ο cyber χωρο/χρόνος λειτουργεί και σαν διαρκής μηχανή αυτοπεποίθησης - για όσους θέλουν αυτό. Ο λουμπενισμός και η σκουπιδοφιλία απολαμβάνουν εδώ διαρκώς και με την ένταση που θέλουν κάθε στιγμή οι υπηρέτες και οπαδοί τους, εκείνο που οι προηγούμενες τεχνολογίες μεσολάβησης τους προσέφεραν με ασυνέχειες και μονόδρομα: τον εαυτό τους. Η αυταρχική προσωπικότητα ανατροφοδοτείται έτσι χωρίς τους χωρικούς και χρονικούς περιορισμούς του παραδοσιακά υλικού κόσμου, και κάνει εκείνο που πάντα κάνουν τέτοιου είδους ιδιοσυγκρασίες (να φαντασιώνεται την κατοχή δύναμης) χωρίς τα προφανή εμπόδια της φυσικής συνάφειας με το Άλλο. Επιπλέον, αυτό το Άλλο, μπορεί να θεωρηθεί ακόμα πιο εχθρικό, αφού δεν προβλέπεται η ύπαρξή του στον εικονικό καθρέφτη / καθρεφτάκι. Ο Μικρός Μισαλλόδοξος και ο Μικρός Αδίστακτος μπορούν τελικά να γίνουν και πρακτικά τέτοιοι, καθαροί φονιάδες, έχοντας απολαύσει πριν τη δύναμή τους κι έχοντας σιγουρετεί γι’ αυτήν, εκτοξεύοντας στον cyber χωρο/χρόνο το “πορτραίτο” ή το “μανιφέστο” τους. [7]

Δεν “φταίει” (προφανώς!!!) το διαδίκτυο. Ούτε, επίσης, είναι δεδομένο ότι θα λειτουργεί το ίδιο πετυχημένα σαν μηχανή αυτοεπιβεβαίωσης μετά από δυο ή τρεις γενιές. Ωστόσο θα ήταν λάθος να παραλείψει κανείς την κατανόηση του πως εκείνο που υπήρχε σαν “υπόγειο” (ή με ελεγχόμενες ανοικτές εκδηλώσεις) μπορεί να αναπαράγεται αυτο-ικανοποιούμενο σαν “δημόσια συμπεριφορά” εάν του δοθεί η τεχνική δυνατότητα.
Ο λουμπενισμός, η αυτο-υποτίμηση που αναπληρώνεται σαν επιθετικότητα έναντι των πιο αδύνατων, όλες οι πλευρές του μοριακού κοινωνικού αυταρχισμού, καλλιεργούνται απ’ την ίδια την καπιταλιστική ανάπτυξη, και στη φάση της κρίσης / αναδιάρθρωσης. Δεν είναι “προσωρινά” φαινόμενα, είναι βασική πρώτη ύλη της ίδιας της ευστάθειας του συστήματος. Είναι (ανομολόγητα) παράγωγα της σύγχρονης “δημοκρατίας”. Και δεν υπάρχει “ελεύθερος χώρος” για το δεν καταλαβαίνω: πολύ γρήγορα η “άγνοια” γίνεται παραγωγικό μέρος του λουμπενισμού.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Περιοδικό τρίτη γενιά, νο 5, Νοέμβρης 1997.
[ επιστροφή ]

2 - Sarajevo νο 45, Νοέμβρης 2010, λουμπενισμός (1).
[ επιστροφή ]

3 - Προφανώς και δεν είναι συμπτωματικές οι ακροδεξιές “ιδεολογικές συντεταγμένες” του εν λόγω trash υποκειμένου. Εάν δεν έχετε πληροφορηθεί τις φαντασιώσεις του (όπως έχουν αντιγραφτεί απ’ το twitter και παρουσιαστεί απ’ την “εφ. συν”) οι μουσουλμάνοι “περιποιούνται” πρόβατα, και οι γερμανοί βιάζουν σκυλιά...
[ επιστροφή ]

4 - Για την ιστορία: ο όρος πρωτοεμφανίστηκε ευρύτερα στις ηπα το 1983, σ’ ένα άρθρο που αναφερόταν σε ένα “επιχειρηματικό δίκτυο” που είχε δημιουργήσει το 1982 ο άλλοτε γκουρού του αμερικανικού movement Jerry Rubin.  O Rubin ήταν στα νειάτα του ηγετική φυσιογνωμία του “Διεθνούς Κόμματος Νέων” (youth international party), του οποίου τα μέλη ονομάζονταν (απ’ την συντομογραφία της οργάνωσης) yippies. Ο αρθρογράφος του 1983 χαριτολόγησε ότι ο Rubin ξεκίνησε σαν yippie για να καταλήξει yuppie.
[ επιστροφή ]

5 - Πρωτοεμφανίστηκε το 1999 στην ολλανδία. Απο εκεί απλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη με μεγάλη επιτυχία: αγγλία, αυστραλία, βέλγιο, βουλγαρία, κροατία, φινλανδία, γερμανία, ελλάδα, ιταλία, σερβία, ισπανία, ταϋλάνδη, φιλιππίνες, μεξικό, νορβηγία, σουηδία, αγκόλα, αιθιοπία, γκάνα, κένυα, νιγηρία, νότια αφρική, τανζανία, ουγκάντα, αίγυπτο, μπαχρέιν, ιράκ, ιορδανία, κουβέιτ, λίβανο, σαουδική αραβία, συρία, τυνησία, σομαλία, χιλή, εκουαδόρ, περού...
[ επιστροφή ]

6 - Το άλλο που εξελίσσεται είναι η απεριόριστη επιτήρηση.
[ επιστροφή ]

7 - Παράδειγμα; Κάποιος Μπρέιβικ...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020