Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 73 - 5/2013

 

Sarajevo 73 - 5/2013

 

Sarajevo 73 - 5/2013

Πάνω: γκαλερί στερεοτύπων μέρος πρώτο, όπου η ιδέα περί φασισμού πάει και κολλάει παντού.
Πάνω Κλίντον και Μπους ο Β, κάτω ο Ομπάμα...

Κάτω: γκαλερί στερεοτύπων μέρος δεύτερο, η ελληνική (και η νοτιοκυπριακή κάτω) συνεισφορά...

 

Sarajevo 73 - 5/2013

 

Sarajevo 73 - 5/2013

 

Sarajevo 73 - 5/2013

 

Sarajevo 73 - 5/2013

 

ιστορικισμός, αναβιώσεις,
και νέος ολοκληρωτισμός

Είναι λάθος, πολύ λάθος· αλλά συμβαίνει: η θεωρητική “ανάλυση / ερμηνεία” των σύγχρονων μεταφασιστικών [1] φαινομένων σα να είναι αντίγραφα, ή επανάληψη του ιστορικού φασισμού / ναζισμού, των δεκαετιών του 1920 και του 1930. Είναι λάθος, πολύ λάθος, με δύο ολέθρια αποτελέσματα, άσχετα απ’ τις προθέσεις: θολώνει, παραμορφώνεται αυτό που ήταν ο φασισμός / ναζισμός στα ‘20s και στα ‘30s· θολώνει και παραμορφώνεται αυτό που είναι ο τωρινός νέος ολοκληρωτισμός (όρος που παρουσιάστηκε απ’ την οργανωμένη αυτονομία πολύ καιρό πριν τα βοθρολύματα γίνουν “θέμα”...). Ειδικά εξ’ αιτίας του τελευταίου, της παραμόρφωσης της σημερινής πραγματικότητας, γίνεται πολύ δύσκολο να διαμορφωθούν οι κατάλληλες (και αποτελεσματικές) θέσεις μάχης.
Πίσω απ’ αυτά τα λάθη, μεγάλα λάθη, υπάρχει κάτι τρισχειρότερο: μια μεγάλη διανοητική οπισθοδρόμηση, και μέσα σ’ αυτήν η απώλεια της γνώσης και της συνείδησης της ιστορικής διαλεκτικής. Η γνώση και η συνείδηση, δηλαδή, του γεγονότος ότι “η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται”, παρά μόνο σα λογοτεχνικό εύρημα. [2] Πρόκειται για διανοητική οκνηρία και συντηρητισμό, που γίνονται σ’ όλο τους το εύρος βασικό στοιχείο του νέου ολοκληρωτισμού, πέρα από “αγνές προθέσεις” ή ψευδαισθήσεις.

 

τότε...

Δεν πρόκειται να κάνουμε εδώ καμιά πλήρη “ακτινογραφία” του ιστορικού φασισμού / ναζισμού. Οφείλουμε όμως να θυμίσουμε πως για οποιονδήποτε θέλει να είναι εχθρός του (καπιταλιστικού και κρατικού) συστήματος απαγορεύεται να αποκόβει τα πολιτικά, ιδεολογικά, κοινωνικά φαινόμενα απ’ το ιστορικό τους περιβάλλον· και απαγορεύεται να μπερδεύει τα πολιτικά χαρακτηριστικά τους με την ιδεολογική συσκευασία τους.
Για παράδειγμα, ο ιστορικός φασισμός / ναζισμός, είχε στην ιδεολογική του πανοπλία μεγάλα ποσά αναβίωσης αριστοκρατικών ιδέων: η αστική τάξη των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα δεν είχε κανένα πρόβλημα να καταφύγει, να ενσωματώσει, και να διαδώσει ιδέες που ιστορικά είχαν υπάρξει εχθρικές της, ιδέες της αριστοκρατίας, εφόσον (η αστική τάξη) βρισκόταν ήδη σε ανοικτό και εκτεταμένο πόλεμο με την εργατική τάξη (εργατική τάξη αποφασισμένη, μαχητική και καλά οργανωμένη) οπότε κινδύνευε η ίδια της η ύπαρξή της και οι εξουσίες της. Οι ιδέες για το “καθαρό αίμα”, την “καθαρή φυλή” και το “χώμα / έδαφος”, επενδυδεμένες με συγκεκριμένες ερμηνείες των τότε (σύγχρονων) θεωρημάτων της βιολογίας (ευγονική) στοίχειωναν την αστική ιδεολογία πολλές δεκαετίες πριν ο φασισμός και ο ναζισμός πάρουν την οριστική μορφή τους· και όχι μόνο στη γερμανία ή στην ιταλία, αλλά παντού στον τότε αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο. Αυτές οι αριστοκρατικές ιδέες (“καθαρό αίμα”: γαμήλιες επιμιξίες των γαλαζοαίματων· “ανώτερη φυλή”: η απ’ τον θεό βεβαιωμένη ανωτερότητα των βασιλικών οίκων και της “αριστο”κρατίας· “χώμα έδαφος”: η φεουδαρχία...), ξεπερασμένες προ πολλού απ’ την καπιταλιστική ανάπτυξη που είχαν πυροδοτήσει οι ίδιες οι αστικές επαναστάσεις, και άρα ακίνδυνες για τις εθνικές αστικές τάξεις, επιστρατεύτηκαν για να ενισχύσουν την “φυσική ανωτερότητα” αυτών των τάξεων έναντι των προλετάριων, και κυρίως έναντι της δυναμικής οργάνωσής τους και της ικανότητάς τους να σχεδιάζουν (και να πολεμούν) για ένα μέλλον χωρίς αφεντικά, άρα χωρίς αστικές τάξεις.
Ο ιδεολογικός εξοπλισμός του φασισμού / ναζισμού είχε λοιπόν ισχυρές δόσεις “αναβίωσης”. Όμως η πολιτική λειτουργία και οι στοχεύσεις ήταν εξαιρετικά επίκαιρες. Σαν πρακτικό εργαλείο ο φασισμός / ναζισμός των ‘20s / ‘30s ήταν, στην πιο καθαρή της μορφή, η ατσάλινη, ολοκληρωτική, παγωμένη “καρδιά” του μαζικού βιομηχανισμού: της μετατροπής της εργατικής τάξης σε μάζα “ανειδίκευτων” (και άρα απρόσωπων και ανίκανων), “κρέατος που δουλεύει”, σε μια μάζα που τα μέλη της αποκτούν “αξία” (περιορισμένη “αξία”) μόνο σαν γρανάζια της μεγαμηχανής της μαζικής παραγωγής (και κατανάλωσης). Οι “γιορτές” και οι “παρελάσεις”, η οργανική πρόσδεση στο “κόμμα / κράτος”, η τυποποίηση των στολών και της καθημερινότητας, και τελικά ο ίδιος ο πόλεμος (η τέλεια υγεία των καπιταλιστικών προσταγών) και τα στρατόπεδα εργασίας / εξόντωσης, ήταν όλα παραλλαγές του μαζικού εργοστάσιου, της πειθαρχίας στη βιομηχανική εργασία, της “πίστης” στην ανωτερότητα της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της διεύθυνσής της απ’ το κόμμα των αφεντικών, το κράτος.
Ο μαζικός βιομηχανισμός ήταν η γενική κατάσταση, η γενική σε εξέλιξη διαδικασία / αναδιάρθρωση σ’ όλους τους τότε αναπτυγμένους “εθνικούς” καπιταλισμούς του πλανήτη, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Οι θεμελιώδεις εσωτερικές του αντινομίες προκάλεσαν γενικευμένη καταστροφή σε δύο “ημίχρονα”: τον Α και τον Β παγκόσμιο πόλεμο. Στη διάρκεια του Α παγκόσμιου δεν υπήρχαν ούτε φασίστες ούτε ναζί· όμως το πως ακριβώς “εννοούσε” ο μαζικός βιομηχανικός καπιταλισμός την διαμόρφωση των κοινωνιών και των κοινωνικών σχέσεων (ας το ξαναθυμήσουμε: ο πόλεμος είναι η υγεία της καπιταλιστικής μηχανής) [3], ποια ιδέα περί “ανθρώπου” ταίριαζε περισσότερο στις ανάγκες αυτής της συγκεκριμένης φάσης της καπιταλιστικής εξέλιξης, και όλα τα σχετικά, διατρανώθηκαν και εφαρμόστηκαν ξεκάθαρα. Για παράδειγμα, την πρώτη ημέρα της “μάχης του Σομμ”, τον Ιούλιο του 1916, ο αγγλικός στρατός είχε 60.000 “απώλειες” - σε μια μόνο ημέρα εξήντα χιλιάδες νεκροί. Κρέας για κανόνια! Η μάχη του Σομμ “έκανε ρεκόρ” σε σχέση με τις μάχες στο Βερνταίν, όπου επί δέκα μήνες σκοτώνονταν και από τις δύο μεριές 4.000 στρατιώτες κάθε ημέρα - πάνω από 850.000 οι νεκροί, σε μια αναμέτρηση χωρίς νικητή... Αν σ’ αυτά και πολλά παρόμοια προσθέσει κανείς το σάπισμα της ζωής στα χαρακώματα και την μαζική χρήση χημικών / δηλητηριωδών αερίων μπορεί να καταλάβει ότι ο ιστορικός φασισμός / ναζισμός, μεταγενέστερος χρονικά απ’ τον Α παγκόσμιο, ήταν, από σημαντικές απόψεις, η ισχυροποίηση στο “διάλειμα” και τελικά στο “δεύτερο ημίχρονο” των “αρετών” που είχαν δουλευτεί στο “πρώτο ημίχρονο” - μιλάμε για τις “αρετές” του κράτους και του κεφάλαιου. Το γεγονός ότι η επίσημη καθεστωτική ιστοριογραφία διαχωρίζει τον φασισμό / ναζισμό των ‘20s και ‘30s απ’ το σφαγείο των μαχών του Α παγκόσμιου πολέμου, οφείλεται στο ότι “διαβάζει” και παρουσιάζει τον φασισμό / ναζισμό σαν “επίθεση” κατά της αστικής δημοκρατίας, και όχι σαν εναλλακτική στον πόλεμο των αφεντικών κατά του (παγκόσμιου) προλεταριάτου. 
Θα αναρωτηθεί κανείς: εάν ο μαζικός βιομηχανισμός ήταν η γενική σε εξέλιξη διαδικασία / αναδιάρθρωση σ’ όλους τους τότε (δεκαετίες του ‘20 και του ‘30) αναπτυγμένους “εθνικούς” καπιταλισμούς του πλανήτη, τότε γιατί ο φασισμός / ναζισμός σαν πολιτικοϊδεολογική έκφραση των αντίστοιχων συμφερόντων και στοχεύσεων έγιναν εξουσία “μόνο” στην ισπανία, στην ιταλία και στη γερμανία; [4] Η απάντηση είναι εύλογη, και έχει δύο πλευρές. Κατ’ αρχήν αυτές οι “μορφές”, είτε σαν κράτος είτε σαν ισχυρό “βοηθητικό” κράτος (παρα-κράτος), δεν ήταν χαρακτηριστικό μόνο εκείνων των τριών περιπτώσεων - ας μην ξεχνάμε το φασιστικό καθεστώς Μεταξά. Το βασικό είναι πως οι εθνικές αστικές τάξεις “παραιτήθηκαν οικειοθελώς” απ’ τα τελευταία δημοκρατικά τους κουρέλια εκεί όπου ο εργατικός ανταγωνισμός ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένος από ποτέ. Στην αγγλία και στις ηπα οι εργατικοί αγώνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν οπωσδήποτε σημαντικοί· δεν ήταν όμως προσανατολισμένοι προς την εργατική εξουσία και την καταστροφή του (αστικού) κράτους. Δεν υπήρχαν εκεί ισχυρές κομμουνιστικές ή αναρχικές οργανώσεις. Στα κράτη της ηπειρωτικής ευρώπης με την μεγαλύτερη ανάπτυξη του μαζικού βιομηχανισμού, στις κοινωνίες και στις εργατικές τάξεις όπου η αίγλη της νίκης των μπολσεβίκων στην “καθυστερημένη” καπιταλιστικά ρωσία ήταν γεωγραφικά και πολιτικά κοντινή, η προλεταριακή απειλή ήταν άμεση, καθαρή, προ των πυλών. Αντίστοιχα “καθαρή” ήταν και η απάντηση των αφεντικών, των μεσοστρωμάτων και των λακέδων τους στις κατώτερες (μικροαστική, εργατική) τάξεις. Σα να λέμε: στην ευρώπη ο μαζικός βιομηχανισμός πέταξε τις “δημοκρατικές” μάσκες του και ανέλαβε να δράσει ωμά και ολοκληρωτικά εκεί όπου οποιαδήποτε “δημοκρατική παραχώρηση” θα γινόταν βήμα προς τον γκρεμό για την αντίστοιχη αστική τάξη.

Η επίσημη καθεστωτική ιστοριογραφία ισχυρίζεται ότι ο φασισμός / ναζισμός “ηττήθηκε” οριστικά στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Όχι ακριβώς! Αυτό που ηττήθηκε τότε ήταν τα ιμπεριαλιστικά όνειρα ορισμένα κρατών (στην ευρώπη και στην ασία)· αυτό που νίκησε ήταν τα ιμπεριαλιστικά όνειρα άλλων κρατών. Σε ότι, όμως, αφορά την ατσάλινη, ολοκληρωτική, παγωμένη “καρδιά” του μαζικού βιομηχανισμού, αυτή όχι, καθόλου δεν ηττήθηκε! Σε ένα ορισμένο πεδίο των καπιταλιστικών αναγκαιοτήτων (συνδεδεμένο δομικά με το δίπολο “ενέργεια - έργο”) αυτή η “καρδιά” ανέβηκε σ’ ένα ανώτερο στάδιο καταστροφικού δυναμικού, ακόμα πιο απόλυτου μισανθρωπισμού: οι δύο ατομικές βόμβες στους ιάπωνες άμαχους ποτέ δεν περιλαμβάνονται στο υπό καταγγελία ρεπερτόριο του φασισμού / ναζισμού, ωστόσο αποτελούν την “φυσική” εξέλιξή του. Τα πυρηνικά όπλα, η πιθανότητα χρήσης τους, και ένας εντελώς καινούργιος γενικός τρόμος συνέθεσαν την γενική αναπαράσταση του Γ παγκόσμιου πολέμου (του επονομαζόμενου “ψυχρού”). Σε άλλα πεδία οι ολοκληρωτικές πρακτικές του μαζικού βιομηχανισμού μεταφέρθηκαν σε μέρη του κόσμου όπου (τα αφεντικά ήλπιζαν ότι) υπήρχαν μικρότερες, ή ευκολότερα διαχειρίσιμες αντιστάσεις. Στις δικτατορίες της λατινικής αμερικής και της αφρικής, για παράδειγμα, για δεκαετίες. Και, στη συνέχεια, σε ακόμα πιο εντοπισμένες θέσεις: στις μακιλαδόρες του μεξικό, στα κάτεργα των ορυχείων στην αφρική, στα φασονάδικα της ασίας, και αλλού. Χωρίς, πια, την ιδεολογική επένδυση των αριστοκρατικών ιδεών του ιστορικού φασισμού / ναζισμού, αλλά με όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της εξόντωσης σε πλήρη ισχύ. Τέλος, στο ίδιο το ευρωπαϊκό έδαφος όπου, υποτίθεται, ο “φασισμός ηττήθηκε”, οι οπαδοί του πέρασαν στις γραμμές του ψυχρού πολέμου, σαν πράκτορες / προβοκάτορες των δυτικών μυστικών υπηρεσιών.  
Με δυο λόγια, η ατσάλινη, ολοκληρωτική, παγωμένη “καρδιά” του μαζικού βιομηχανισμού, έτσι όπως διαμορφώθηκε εκεί που ο προλεταριακός ανταγωνισμός στα ‘20s και στα ‘30s εκδηλώθηκε πιο ώριμα, δεν ηττήθηκε, ούτε “εξαφανίστηκε”! Ενσωματώθηκε, αφομοιώθηκε απ’ την “δημοκρατική επιφάνεια” του ίδιου μαζικού βιομηχανισμού (το “κράτος πρόνοιας”), μετασχηματίστηκε. Σ’ αυτήν την διπλή ζωή της, άλλοτε φανερή και άλλοτε κρυφή, η ιδεολογική της επένδυση (όπου χρειαζόταν τέτοια) δεν ήταν πια οι αριστοκρατικές ιδέες. Αλλά σύμβολα και αναφορές στον ιστορικό φασισμό / ναζισμό. Όπως το “ιστορικό πρωτότυπο” ήταν υποχρεωμένο να αντιγράψει ένα περιθωριοποιημένο ιδεολογικό ρεπερτόριο (αυτό της αριστοκρατίας) “αναβιώνοντάς το” για να το στρέψει κατά του μαχόμενου προλεταριάτου των δεκαετιών του ‘20 και του ‘30, έτσι και οι επίγονοί του ήταν υποχρεωμένοι να αντιγράφουν ένα περιθωριοποιημένο ιδεολογικό ρεπερτόριο (αυτό του ιστορικού φασισμού / ναζισμού) “αναβιώνοντάς το”, για να το στρέψουν κατά του μαχόμενου προλεταριάτου στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70. Πανουργία της ιστορίας ή διαλεκτική της εξουσίας; Και τα δύο... Στην ιταλία των ‘60s και ‘70s, όπου αυτή η σύγκρουση πήρε παραδειγματικές μορφές, είχε και όνομα: στρατηγική της έντασης.

Κάποιος θα παρατηρήσει πως σ’ όλα τα πιο πάνω δεν κάνουμε καμία νύξη, ούτε δίνουμε την σημασία που πρέπει, στην “απ’ τα κάτω” ανάδυση ή ανάδειξη του φασισμού / ναζισμού. Έτσι είναι κατ’ αρχήν - υπάρχει και συνέχεια, για το σήμερα, πιο κάτω. Όμως το γεγονός ότι μεγάλα τμήματα των πληβείων ή των κατώτερων κοινωνικά τάξεων, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων τμημάτων των εργατών, έλκονται και ταυτίζονται με πρόσωπα ή σύμβολα της εξουσίας, αυτό δεν είναι πρωτότυπο· και δεν είναι καν κατόρθωμα του ιστορικού φασισμού / ναζισμού! Ειδικά σε ότι αφορά την τάξη μας, είναι αλήθεια πως ενόσω μεγάλα μέρη της είναι ικανά για το καλύτερο (υπέρ της κοινωνικής απελευθέρωσης) άλλα μέρη της, επίσης μεγάλα, είναι ικανά και διατεθειμένα για το χειρότερο (υπέρ οποιουδήποτε αφεντικού, και οποιασδήποτε δουλείας). Δεν είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι μεγάλα τμήματα των μικροαστών αλλά και των εργατών στην ελλάδα υπήρξαν για δεκαετίες “βασιλόφρονες”; Και δεν είναι αλήθεια ότι μεγάλα τμήματα της σύγχρονης αγγλικής εργατικής τάξης είναι πρόθυμα να κλάψουν για τον θάνατο οποιασδήποτε πριγκίππισας Νταϊάνας; Δεν υπάρχουν εκατομμύρια προλετάριοι πιστοί κάποιας χειραγωγικής θρησκείας την οποία εννοούν σαν “λύτρωση”;
Οι αιτίες που όχι λίγοι “της γης οι κολασμένοι” αναζητούν και βρίσκουν “αξία” ταυτιζόμενοι με τα αφεντικά τους, με τις ιδέες και τις “αξίες” τους, με τα συμφέροντά τους (των αφεντικών τα συμφέροντα...) είναι διαχρονικές και ξεπερνούν τον βαθμό ολοκληρωτισμού και το είδος του κανιβαλισμού που αυτά τα αφεντικά προωθούν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Σε ό,τι αφορά τον ιστορικό φασισμό / ναζισμό αυτές οι αιτίες αναλύθηκαν έγκαιρα και εύστοχα - απ’ την “σχολή της Φραγκφούρτης”. Έχει κατά συνέπεια διαχρονική σημασία και χρησιμότητα το γεγονός ότι προκειμένου να αποκαλυφθεί η κοινωνική (και πληβειακή) αθλιότητα που τρέφει τις εξουσίες, οι ερευνητές της σχολής κοινωνιολογίας της Φραγκφούρτης δεν έμειναν στις ιδεολογικές αναβιώσεις που περιλάμβανε το οπλοστάσιο του ιστορικού φασισμού / ναζισμού! Αντίθετα ανέλυσαν απ’ την μια την πραγματική (τότε) κοινωνική κατάσταση, τα ήθη, τα έθιμα και τα συμφέροντα (που έτρεφαν την ταύτιση με την εξουσία) και απ’ την άλλη τις πραγματικές καπιταλιστικές στοχεύσεις και λειτουργίες του ολοκληρωτικού κράτους. Κι έτσι οφεληθήκαμε (οι όποιοι / όποιες των επόμενων γενεών) όχι μόνο σε ότι αφορά τα συμπεράσματα για τον ιστορικό φασισμό / ναζισμό, αλλά - ακόμα πιο σημαντικό - σε ότι αφορά την μέθοδο έγκαιρης διάγνωσης των καταστάσεων· για να μπορούμε να τις πολεμήσουμε όπως τους αξίζει.

 

κενό ή μετασχηματισμός;

Η ιστορικίστικη προσέγγιση των καπιταλιστικών θεσμών και ιδεολογιών, μέσα στα υπόλοιπα τραγικά της, παριστάνει σα να υπήρξε κάποιο πολύχρονο “κενό φασισμού” μετά το τέλος του Β παγκόσμιου· και, “ξαφνικά επανεμφανίζεται το κακό”, είτε σαν “εθνικό μέτωπο” του Λεπέν στη γαλλία απ’ την δεκαετία του ‘80 και μετά, είτε σαν Χάιντερ στην αυστρία, είτε σαν msi στην ιταλία, είτε σαν jobbik στην ουγγαρία, είτε σαν βοθρολύματα στην ελλάδα. Πρόκειται για ανιστόρητη φαντασίωση, λαθεμένη από δύο μεριές ταυτόχρονα. Πρώτον, το είπαμε βιαστικά ήδη, η ατσάλινη καρδιά της “εκμηδένισης των εργατών” (μέσω του μαζικού βιομηχανισμού) δεν εξαφανίστηκε ποτέ και από πουθενά. Από πολιτική άποψη τα μεταπολεμικά “δημοκρατικά κράτη” έκαναν αυτήν την εκμηδένιση εξαγώγιμο είδος, στον “τρίτο κόσμο” - τα παραδείγματα είναι πάμπολλα: απ’ τα αγροτικά και βιομηχανικά κάτεργα μέχρι τα ιατρικά πειράματα... Δεύτερον, στις ίδιες τις “δημοκρατικές” μητροπόλεις, αυτή η συγκεκριμένη “εκμηδένιση” έγινε για μερικές δεκαετίες underground, πέρασε (σαν εφεδρεία) “στο σκοτάδι”: μηχανισμοί του (κάθε φορά) βαθέος κράτους, αστυνομικοί, στρατιωτικοί, δικαστικοί, θρησκευτικοί, στελεχώθηκαν από οπαδούς του ιστορικού φασισμού / ναζισμού ή ακόμα και στελέχη των “ηττημένων” του Β παγκόσμιου.
Αυτός ήταν ένας ριζικός και οριστικός μετασχηματισμός του ιστορικού φασισμού / ναζισμού: από “αντίπαλος” - υποτίθεται - της αστικής “δημοκρατίας”, έγινε εργαλείο στην υπηρεσία της. Κάμποσα έχουν γραφτεί για το πως η μεταπολεμική (ή/και ψυχροπολεμική) μορφή / κράτος (το “κράτος - σχέδιο” όπως το ονόμασαν οι ιταλοί αυτόνομοι) αφομοίωσε και “εσωτερίκευσε” θεσμικά την ιστορική εμπειρία της αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής εργατικής απειλής των δεκαετιών του ‘20 και του ‘30 στην ευρώπη. Σχεδόν τίποτα, όμως, δεν έχει ειπωθεί για το πως η ίδια μορφή / “κράτος πρόνοιας” αφομοίωσε και “εσωτερίκευσε” κάτι θεωρητικά και πολιτικά κοντινότερό του, δηλαδή το φασιστικό / ναζιστικό / ολοκληρωτικό κράτος. Κι όμως συνέβη και αυτό. Ενώ είναι αλήθεια πως οι αστικές / καπιταλιστικές δημοκρατίες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα δεν ήταν η “συνέχεια” του ολοκληρωτισμού, είναι εξίσου αλήθεια ότι η, ας την πούμε έτσι, “έκτακτη ανάγκη”, η “κατάσταση εξαίρεσης”, [5] (που μορφοποιήθηκε με τον φασισμό / ναζισμό) έγινε διάσταση της δημόσιας τάξης. Μιας “δημόσιας τάξης” προσανατολισμένης (ως τα τέλη της δεκαετίας του ‘80) σε “εξωτερικές απειλές” (απ’ την ε.σ.σ.δ.) και υποτιθέμενους “εσωτερικούς πράκτορες” αυτών των απειλών· μιας “δημόσιας τάξης” πολυεπίπεδης: δεν εξαντλούνταν, πια, στην καταστολή, αλλά γινόταν “παραγωγική” περιλαμβάνοντας οργανικά τον ψυχολογικό πόλεμο (ακόμα και προληπτικά), την ειδική προπαγάνδα, τις προβοκάτσιες, κλπ.
Το άγνωστης έκτασης “δίκτυο” stay behind που μπορεί να εννοηθεί σαν ένας “κρυφός μεταμοντέρνος στρατός” απλωμένος σ’ όλη την δυτική ευρώπη, την τουρκία (αλλά και την αυστραλία), υπό την αιγίδα του νατο, δεν λογαριάζεται ποτέ σαν βασικός κρίκος του μετασχηματισμού (και) του ιστορικού φασισμού / ναζισμού. [6] Κακώς, κάκιστα! Γιατί στελεχώθηκε σε μεγάλο βαθμό (αν όχι απόλυτα) ακριβώς από οπαδούς τέτοιων ιδεών· τέτοιων ιδεών που ήταν ήδη ιστορικά ξεπερασμένες, και “ακίνδυνες” με όρους “κεντρικής εξουσίας”, ήταν όμως ταυτόχρονα εξαιρετικά χρήσιμες με όρους διευρυμένης δημόσιας τάξης. Κι όχι μόνο οι “εθνικές” δομές του stay behind στελεχώθηκαν από φασίστες· υπήρξαν και ο κατεξοχήν τόπος / τρόπος αμοιβαίας όσμωσης με τα κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος, και τους μηχανισμούς των μυστικών υπηρεσιών. [7]
Μπορούμε να πούμε κάπως σχηματικά αλλά με ακρίβεια, πως ενώ η ιστορική εργατική, κομμουνιστική απειλή χωνεύτηκε και μετασχηματίστηκε σε διευρυμένη (κρατική) πρόνοια και διάφορες μεσολαβήσεις (κομματικές, συνδικαλιστικές, κλπ) οι δήθεν “ηττημένοι” του Β παγκόσμιου χωνεύτηκαν και μετασχηματίστηκαν σε διευρυμένη (κρατική) ασφάλεια. Η διεύρυνση, εν προκειμένω, δεν αφορά μόνο την μεθοδολογία και την στόχευση, αλλά και την όλο και πιο οργανική διασύνδεση των καπιταλιστικών κρατών με τον άλλο (υποτιθέμενο) “μεγάλο εχθρό” τους, τις διάφορες μαφίες. Κατ’ αυτήν την έννοια δημιουργήθηκαν εθνικά και διεθνή τρίγωνα: μυστικές υπηρεσίες / φασίστες πρώτης, δεύτερης ή τρίτης γενιάς / οργανωμένο έγκλημα. Οι έτσι κι αλλιώς ξεπερασμένες ακόμα και στα ‘30s “αριστοκρατικές” ιδέες μπήκαν στην άκρη· εκείνο που χρειαζόταν να προσφέρουν οι “νοσταλγοί” του Χίτλερ, του Μουσολίνι, του Φράνκο, του Μεταξά, στο “δημοκρατικό κράτος” των ‘50s, των ‘60s και των ‘70s, ήταν το κατάλληλο “αμυντικό / επιθετικό βάθος”, πίσω απ’ την σκηνή, εναντίον οποιασδήποτε εκτεταμένης και βαθιάς ταξικής συνειδητοποίησης των εργατών του μεταπολεμικού καπιταλιστικού “θαύματος”. Η ελληνική περίπτωση είναι χαρακτηριστική αλλά στην καρδιά της καθόλου μοναδική: όλο το ντόπιο φασισταριό της περιόδου 1935 - 1944 πέρασε στη συμμαχία με το Λονδίνο (αργότερα την Ουάσιγκτον) και, κυρίως, με τις εθνικές ελίτ και κυβερνήσεις, όχι πια σαν καθαρή μορφοποίηση του ολοκληρωτικού κράτους των ‘30s, αλλά σαν “πολεμικός” και “undercover” βραχίονας ενός κράτους “δημοκρατικού” μεν, τυπικά, (εκτός απ’ το διάστημα της χούντας) αλλά στην πράξη “μόνιμης έκτακτης ανάγκης” - ως και τα μέσα των ‘70s. Η σύνθεση, οι υποδομές, και τα έργα της κόκκινης προβιάς δεν μαθεύτηκαν ποτέ στην ελλάδα των ‘90s, έμειναν επτασφράγιστο εθνικό / κρατικό μυστικό. Έχουμε σοβαρούς λόγους να υποστηρίξουμε ότι αυτό δεν έγινε όχι μόνο για να μην αποκαλυφθεί το παρελθόν, αλλά και για να έχει τα χέρια του λυμένα το μέλλον...
Εν τέλει, η στρατηγική της έντασης στην ιταλία, στη διάρκεια της όξυνσης του εργατικού ανταγωνισμού εκεί, δείχνει αυτό ακριβώς που υποστηρίζουμε. Σαράντα χρόνια νωρίτερα, ενώπιον του προλεταριακού θηρίου, η ιταλική αστική τάξη θα πριμοδοτούσε “υπόγεια” κάποιον καραγκιόζη, θα τον βοηθούσε ώστε να μαζικοποιήσει το “κινημά” του, και θα του έδινε τα κλειδιά του κράτους. Αλλά σαράντα χρόνια μετά κράτησε τα κλειδιά (και την τυπική “δημοκρατία”) επιστρατεύοντας ταυτόχρονα τους φασίστες φίλους της, τις μυστικές της υπηρεσίες και το οργανωμένο έγκλημα για να οξύνουν (δηλαδή να στρατιωτικοποιήσουν στο έπακρο) την ταξική πόλωση, και ύστερα να κηρύξουν (πάντα υπό την “δημοκρατία”) ένα αστυνομικό / δικαστικό καθεστώς έκτακτης ανάγκης (έκτακτων νομοθεσιών). Η διαφορά ανάμεσα στον ιστορικό φασισμό / ναζισμό και στον μετασχηματισμό του σε βραχίονα της δημόσιας τάξης, σε μια καπιταλιστική μητρόπολη, είναι (υποστηρίζουμε) εξώφθαλμη. [8]

 

νέος ολοκληρωτισμός

Αν είναι μια φορά τραγική η “παράλειψη” διάφορων (όψιμων) “κυνηγών” του μεταφασισμού στο να αναγνωρίσουν και να λάβουν σοβαρά υπ’ όψη τους τον ριζικό μετασχηματισμό των σχετικών φασιστικών / ναζιστικών ιδεών και πρακτικών μέσα στο μεταπολεμικό “δημοκρατικό κράτος” ως τα τέλη των ‘70s και για λογαριασμό του, άλλο τόσο τραγική είναι η “παράλειψή” τους να βάλουν στο λογαριασμό τους το post80s (κι ακόμα περισσότερο το post90s) νεο-φιλελεύθερο κράτος και τις νέες αρθρώσεις μεταξύ “δημοκρατικών θεσμών” και μεταφασισμού.
Θεωρητικά, το βασικό δόγμα για “λιγότερο κράτος” θα έπρεπε να είναι de facto αντίπαλο με τις κρατικίστικες νοσταλγίες των μεταφασιστών / μεταναζιστών... Όμως αυτές οι νοσταλγίες δεν είναι παρά τμήμα της ιδεολογικής αναβίωσης που (το περιγράψαμε στην αρχή) επενδύει επίκαιρους πρακτικούς σκοπούς, στοχεύσεις και μεθοδεύσεις του μεταφασισμού· είναι, σαν να λέμε, ένα εντελώς ακίνδυνο περιτύλιγμα.
Η συμπληρωματική, κι ακόμα καλύτερα “στενά συγγενική” σχέση ανάμεσα στον maistream νεοφιλελευθερισμό και στον μεταφασισμό, αποκαλύπτεται καθαρά εάν προσεγγίσει κανείς το θέμα απ’ την μεριά του νεοφιλελευθερισμού. Ο δαρβινισμός της (καπιταλιστικής) αγοράς, το δόγμα δηλαδή ότι “ο καλύτερος επιβιώνει” (όπου το “καλύτερος” έχει συγκεκριμένους προσδιορισμούς) δεν διαφέρει απ’ τον ιστορικό δαρβινισμό του ευγονισμού και της διαστρωμάτωσης των φυλών (ή/και των εθνικοτήτων) παρά μόνο ως προς τα κριτήρια της “ανωτερότητας” και της “επιτυχίας”. Από κάποιες καθόλου ασήμαντες απόψεις το δόγμα της προτεραιότητας του “ανταγωνισμού στην αγορά” (και ενός “διαιτητικού” ρόλου για το κράτος μέσα σ’ αυτήν την προτεραιότητα) θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν η πλήρης “πραγματική υπαγωγή στο κεφάλαιο” της βασικής ιδέας της αριστο-κρατίας. Και μ’ αυτή την έννοια ο νεοφιλελευθερισμός αξίζει να θεωρηθεί ο (λίγο αργοπορημένος) “ θετός πατέρας” του μεταφασισμού, και όχι ένας οποιοσδήποτε “μακρινός συγγενής” του.
Θα μπορούσαμε να επιμείνουμε περισσότερο σ’ αυτό το σημείο. [9] Όμως υπάρχει και μια πιο συγκεκριμένη πλευρά του νεοφιλελευθερισμού και των σχέσεων εξουσίας που ευνοεί: το γεγονός ότι το σύμπλεγμα της ασφάλειας έχει ειδική κεντρική θέση στον “ανταγωνισμό στην αγορά”. Στο βαθμό που τα πάντα (ανάγκες και επιθυμίες) οφείλουν να “ικανοποιούνται” στην αγορά, το πόσα λεφτά έχει ο καθένας είναι κεντρικό ζήτημα· και άρα το που και πως τα βρίσκει, ή το τι κάνει όταν δεν έχει (αρκετά ή και καθόλου). Δεν φτάνουν οι (εν πολλοίς ιδεολογικές) παροτρύνσεις του είδους “ισότητα των ευκαιριών” για να ελεγχθούν οι πολώσεις (και μάλιστα οι ταξικές πολώσεις) μέσα και γύρω απ’ την αγορά και την κατανάλωση. Χρειάζεται και καταστολή· ακόμα περισσότερο όμως κι απ’ αυτήν χρειάζεται έλεγχος. Διαρκής και καθολικός έλεγχος των συμπεριφορών, των πρακτικών, των “τάσεων”. Κι ακόμα περισσότερο: αυτός ο διαρκής και καθολικός έλεγχος δεν μπορεί να είναι μόνο “παθητικός”, μόνο επιτήρηση. Πρέπει να είναι και ενεργητικός: να παρωθεί, να προκαλεί δράσεις και αντιδράσεις προς συγκεκριμένες (επιθυμητές απ’ το σύστημα) κατευθύνσεις, να προβοκάρει, να εκτρέπει και να χειραγωγεί συστηματικά. 

Αυτό που έχουμε ονομάσει νέος ολοκληρωτισμός δεν είναι, απλά, η εγκαθίδρυση ενός Οργουελιανού big brother. [10] Ο νέος ολοκληρωτισμός δεν θέλει (και δεν πρέπει) να είναι ασύμβατος ή εχθρικός με ορισμένες δόσεις “ελευθερίας” ή με ορισμένες επιθυμητικές ροές. Πρέπει, μάλλον, πέρα απ’ το να επιτηρεί, να παράγει “ελευθερίες” και “επιθυμητικές ροές” που είναι συμβατές με την αγορά και το εμπόρευμα· ή άλλες που να είναι κατάλληλα θεραπευτικές της έκπτωσης (απ’ την αγορά), της “φτώχειας”, της “αποτυχίας”, κλπ.
Με την ίδια στρατηγική ενσωμάτωσης που το “κράτος πρόνοιας” αφομοίωσε τόσο την άλλοτε “αντιθεσμική / κομμουνιστικη αριστερά” όσο και την “εθνικοσοσιαλιστική δεξιά”, το νεοφιλελεύθερο κάνει το ανάλογο: η κοινωνία - των - πολιτών δεν είναι βέβαια (ούτε θα έπρεπε να είναι) ομοιόμορφη· αλλά στην περίμετρο της “ποικιλόχρωμης” αγοράς πρέπει να εγκατασταθούν δύο αλυσίδες “φυλακίων”. Απ’ τα μια εκείνα της παρηγορητικής αλληλεγγύης· ας πούμε με την μορφή των μ.κ.ο., ή άλλες διάδοχες μορφές. Απ’ την άλλη πρέπει να γίνεται “κοινωνικό αίτημα” η διατίμηση (δηλαδή η υποτίμηση) της εργασίας· με την μορφή του διαφορικού ρατσισμού. Να μία κεντρική “παραγωγή” και “αξιοποίηση” ταυτόχρονα του συμπλέγματος νεοφιλελευθερισμού / μεταφασισμού: ο πόλεμος στους εργάτες, η διαρκής επίθεση στο πιο ευαίσθητο σημείο της εργατικής σύνθεσης, στους μετανάστες / μετανάστριες.
Μοιάζει κοινότοπο - έως βαρετό. Πάλι για τους μετανάστες; Πάλι. Πάλι για την κινητικότητα της εργασίας, δηλαδή την αλλαγή “νομικού πλαισίου” σε ότι αφορά την μισθωτή σκλαβιά. Ο νομαδισμός των εργατών (επιβεβλημένος ή εθελοντικός, συνήθως το πρώτο) αξιοποιείται απ’ τα αφεντικά για την δημιουργία “ειδικών προδιαγραφών απασχόλησης”, με περι-ορισμούς - κατ’ αρχήν - εθνικών συνόρων. Θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο και μέσα στην υποτιθέμενη ενιαία εθνική επικράτεια, και το κάνουν “αθόρυβα”. [11] Το μεγάλο δοκιμαστήριο ήταν (και είναι) οι “ξένοι” - οι εργάτες “ξένοι”. [12]
Μα (κοινότοπο; κοινότοπο... βαρετό; βαρετό...) αυτός είναι ο μοναδικός εχθρός των αφεντικών, αυτή είναι η μοναδική τους έγνοια: οι εργάτες, οι συνειδήσεις τους, η αρνησικυρία τους. Πόσοι και πόσοι (σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο) θεώρησαν το κυνήγι και την βίαιη υποτίμηση των μεταναστών εργατών σαν κάτι “ειδικό” που δεν τους αφορά, μέχρι που άρχισαν οι ίδιοι να ξεπέφτουν στην ίδια ή σε ακόμα χειρότερη κατάσταση; Το να γαυγίζουν και να δαγκώνουν τα σκυλιά τους “ξένους” σημαίνει ότι κάτι φυλάνε. Τι; Όχι, βέβαια, τους “εντόπιους” εργάτες!!!
Ο ιδεολογικός, νομικός και φυσικός πόλεμος κατά των μεταναστών, που κρατάει στην ευρώπη τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, είναι το σύγχρονο, postmodern ανάλογο της “marcia su Roma” [13] (αν επιτρέπεται να κάνουμε κι εμείς μια παρομοίωση)· μόνο που δεν την θυμίζει καθόλου! Γιατί η τωρινή “Ρώμη” που πρέπει να είναι υπό διαρκή κατάληψη δεν είναι, φυσικά, η “κεντρική” (και εικονική) εξουσία, αλλά η “αιώνια πρωτεύουσα” του καπιταλισμού: η “αξία”, η “τιμή”, και η αυτοσυνείδηση της εργατικής δύναμης / τάξης! Και ο “βασιλιάς” που επιβραβεύει την “marcia su Roma” δεν είναι άλλος απ’ το ίδιο το “δημοκρατικό” / νεοφιλελεύθερο κράτος. Δεν δίνει τα κλειδιά (της εξουσίας). Δίνει χρήμα, δίνει ιδεολογική νομιμοποίηση, δίνει μηχανισμούς, δίνει “παραγγελίες”.
Για όσους, πάντως, “βαριούνται” να συνειδητοποιήσουν πως τα νομικά πλεονεκτήματά τους (έναντι των “ξένων”) δεν είναι αιώνια, και πως η “μοίρα” των εργατών παύει να είναι μοίρα μόνο όταν οι ίδιοι πάψουν να είναι επιεικώς εύπιστοι, υπάρχουν κι άλλες υπηρεσίες των μεταφασιστών προς το σύστημα. Τωρινές υπηρεσίες, στο τωρινό σύστημα.
Η πιο ανορθόδοξη αλλά και (πιθανότατα) στρατηγική υπηρεσία, είναι “παραγωγική”. Εάν είναι δυνατό η σκέψη των υποτελών να οπισθοδρομεί, τότε τι καλύτερο για την ισορροπία του συστήματος; Εάν οι υποτελείς γίνονται (και μάλιστα εθελοντικά) “καθυστερημένοι”, κυριολεκτικά και μεταφορικά, τι καλύτερο;

 

αναβιώσεις...

Η διανοητική (και συνειδησιακή) οπισθοδρόμηση, (και) με την μορφή της “ιστορικής” αναζήτησης “ομοιοτήτων - με - το - παρελθόν” και μόνο αυτών, είναι ασφαλές δείγμα βαθύτερης υποτέλειας. Αυτήν την οπισθοδρόμηση την υπηρετεί βέβαια ο μεταφασιστικός κρίκος της αλυσίδας του νέου ολοκληρωτισμού· την υπηρετεί επίσης η αναζήτηση “εξηγήσεων” για αυτόν τον κρίκο μέσα από (επιλεκτικά, βιαστικά και τυφλά) βουλιάγματα στην προπολεμική ιστορία της ευρώπης· την υπηρετούν όμως πολύ περισσότερα. Βουλιάγματα ακόμα και στον 19ο αιώνα.
Δεν ακούμε, άραγε, για “κατοχή”, για “γερμανική κατοχή”, για “εαμ” και για “δημοκρατία της Βαϊμάρης”; Δεν ακούμε για “χούντα” (που “δεν τελείωσε το ‘73...” (!) οπότε εδώ και 4 δεκαετίες συνεχιζόταν και δεν το είχαμε καταλάβηει οι μαλάκες...), ε; Δεν ακούμε για “Στάλιν” και για “πενταετή πλάνα”; Δεν ακούμε για “μηδενισμό” και “νετσαγιεφισμό”; Δεν ακούμε για “λαϊκά μέτωπα”; Δεν ακούμε για “κόμμα νέου τύπου”; [14] Τι είδους αντι-θέσεις είναι αυτές που για να νιώσουν κάποια ικανότητα (;) πρέπει να επενδυθούν με πολιτικές “πανοπλίες” ηλικίας 50 ή 100 χρόνων; Τι είδους αντι-στάσεις απέναντι σ’ έναν ιστορικά διαμορφωμένο αντίπαλο είναι αυτές που προσπαθούν να σηκώσουν το μπόι τους σαν αναβιώσεις παλιών (και χαμένων) μαχών; Τι είδους επίγνωση της πραγματικότητας είναι αυτή που βουλιάζει στον ιστορικισμό;
Είναι αλήθεια ότι ολόκληρος ο 20ος αιώνα βαραίνει σαν βραχνάς: πλούσιος σε μάχες αλλά και σε ήττες (πολλές απ’ αυτές τις τελευταίες ανομολόγητες)· πλούσιος σε υποσχέσεις αλλά και διαψεύσεις (οι περισσότερες απ’ αυτές τις τελευταίες ανεπεξέργαστες)· πλούσιος σε διαυγείς στοχεύσεις αλλά και ψευδαισθήσεις (αυτές οι τελευταίες πάντα πιο γλυκιές και ατσαλάκωτες στο χρόνο)· πλούσιος σε ιδεολογίες, δηλαδή σε ψευδείς συνειδήσεις, που μπορούν να διαρκούν αιώνια...  Όμως οι αναβιώσεις, επιλεκτικές και βολικές όπως πάντα συμβαίνει με τις “πολιτικές αναμνήσεις”, βουλιάζουν την σκέψη και μαζί της την πράξη στον ωκεανό του “ήταν κάποτε”. Και ακριβώς επειδή ΕΤΣΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ, όχι τα τρία τελευταία χρόνια αλλά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες (σίγουρα στα μέρη μας!), κάθε εξέλιξη, κάθε βήμα, κάθε προώθηση του κράτους και του κεφάλαιου, μοιάζουν μυστηριώδεις, ακατανόητες. Κάθε αναδιάρθρωσή τους (του κράτους, του κεφάλαιου) περνάει αναλυτικά και κριτικά απαρατήρητη.
Εν τέλει οι πολιτικές αναβιώσεις, και μάλιστα εκείνες οι πολιτικές αναβιώσεις που διεκδικούν την ισχύ του επίκαιρου, συμπυκνώνουν μια βαθιά μεταφυσική αντίληψη για την ιστορία, στον αντίποδα της πρακτικής αξίας που έχει η επίγνωση της ιστορικής διαλεκτικής, σαν αναπόδραστης “διάστασης” του κάθε “τώρα”, του κάθε “αύριο”. Οι πολιτικές αναβιώσεις και η μεταφυσική της ιστορίας ήταν πάντα όπλο των κυρίαρχων, των σφετεριστών, που θέλουν να “πείθουν” ότι είναι αιώνιοι, και που γι’ αυτό το σκοπό έχουν κάθε λόγο να “μετριούνται” με βάση το παρελθόν, με βάση τις παρελθούσες μάχες και, (υποχρεωτικά...), νίκες τους. Οι πολιτικές αναβιώσεις και η μεταφυσική της ιστορίας είναι ορχήστρες του νέου ολοκληρωτισμού άσχετα απ’ τα επιμέρους συμβολικά και ιδεολογικά περιεχόμενά τους: στην ούγια τους γράφουν no future. [15

Έχει διαμορφωθεί, κατά συνέπεια, η εξής κατάσταση: ο μεταφασισμός αντιμετωπίζεται σαν είδωλο του ιστορικού φασισμού / ναζισμού, και άρα σαν “ανωμαλία”, σαν “εξαίρεση” του υποτιθέμενου σώματος της “δημοκρατίας” όπως αυτή διαμορφώθηκε απ’ τα μέσα του 20ου αιώνα και μετά. Και, αντίστροφα, ο πραγματικός χαρακτήρας των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών (σαν μηχανισμών και κυκλωμάτων) συσκοτίζεται, και το τι είναι τι μέσα στα κράτη “συμπυκνώνεται” στο προφίλ κάθε κυβέρνησης. Δεν πρόκειται για φιλοσοφική ή φιλολογική σύγχυση, αλλά για λειτουργική πολιτική (και διανοητική, και συναισθηματική) χειραγώγηση.
Η δική μας άποψη (θεωρητική αλλά και πρακτική) έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Πρώτο, ο μεταφασισμός είναι ένας τομέας (σημαντικός, επικίνδυνος στα όρια της κίνησής του, αλλά τομέας μόνο) σε μια μεγάλη αλληλουχία του νέου ολοκληρωτισμού. Δεύτερο, το σύμπλεγμα της ασφάλειας στο σύνολό του (στο οποίο υπάγεται και ο μεταφασισμός), δεν είναι άρνηση του “πολιτικού” γενικά, αλλά άρνηση (και έλεγχος, και...) μόνο της πολιτικής ανταγωνιστικής αυτονομίας της σύγχρονης παγκόσμιας (και πολυεθνικής) εργατικής τάξης. Τρίτο, το να αντιμετωπίζεται ο μεταφασιστικός “τομέας” με τρόπο που να ενισχύει άλλους τομείς του νέου ολοκληρωτισμού (την μεταφυσική για παράδειγμα...) είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται το σύστημα. Τέταρτο, η αντιμετώπιση του συμπλέγματος της ασφάλειας συνολικά είναι ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα για την σύγχρονη εργατική τάξη, αλλά δεν είναι ζήτημα “τεχνικό”. Πέμπτο, το καπιταλιστικό κράτος δεν είναι η όποια κυβέρνηση. Έκτο, το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος, το “κράτος - κρίση / αναδιάρθρωση”, δεν είναι το ίδιο με πριν από μισό αιώνα. Έβδομο, όγδοο, ένατο...

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Χρησιμοποιούμε τους όρους “μετα”φασισμός και “μετα”ναζισμός για να τονίσουμε την ιστορική διαδοχή (ή/και γενεαλογία) των σύγχρονων φασιστόμουτρων.
[ επιστροφή ]

2 - Κάποιοι πιθανόν να ανακαλούν την γνωστή φράση του κυρ Κάρολου περί “επανάληψης της ιστορίας”, φράση που συνήθως μνημονεύεται με ισχύ αποφθέγματος. Πρόκειται για την εναρκτήρια παράγραφο της 18 Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, η οποία (σύμφωνα με την μετάφραση / έκδοση της “σύγχρονης εποχής” του 1983) είναι η εξής:
Ο Χέγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση ότι όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται, σα να λέμε, δυο φορές. Ξέχασε όμως να προσθέσει: την μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σαν φάρσα. Ο Κοσιντιέρ αντί του Δαντόν, ο Λουί Μπλαν αντί του Ροβεσπιέρου, οι ορεινοί του 1848 - 1851 αντί των ορεινών του 1793 - 1795, ο ανεψιός αντί του θείου. Και η ίδια γελοιγραφία διαπιστώνεται και στις συνθήκες που γίνεται η δεύτερη έκδοση της 18ης Μπρυμαίρ!
Περί “γελοιογραφίας” λοιπόν ο λόγος, και όχι περί της επανάληψης - του - ίδιου. Άλλωστε, η συνέχεια της πιο πάνω παραγράφου είναι η εξής:
Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών...
Αυτά, εν πάσει, περιπτώσει, απ’ τον Μαρξ, ξεκινώντας να αποκαλύψει και να ειρωνευτεί την αστική αντεπενάσταση στη γαλλία των μέσων του 19ου αιώνα...
[ επιστροφή ]

3 - Η διεξαγωγή των πολέμων απαιτεί, επιβάλλει, την ανάλογη άρθρωση του συνόλου των κοινωνιών. Για την περίοδο που αναφερόμαστε αυτό σήμαινε ότι η τροφοδοσία των στρατών σε υλικά, όπλα, τρόφιμα και φάρμακα επέβαλε την γενική στρατιωτικοποίηση της παραγωγής / εργασίας, και την μαζική εντατικοποίησή της.
[ επιστροφή ]

4 - Δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς, ακόμα και στην πιο περιοριστική αντίληψη περί “φασισμού”, τον γιαπωνέζικο “αυτοκρατορικό” μιλιταρισμό και τα δικά του έργα...
[ επιστροφή ]

5 - Η “κατάσταση εξαίρεσης” ή “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” είναι η Ausnahmezustand του Carl Schmitt. Οι μεταπολεμικές δημοκρατίες των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών υιοθέτησαν κατά καιρούς διάφορες “επιμέρους καταστάσεις εξαιρέσεων”, πάντα για λόγους “δημόσιας τάξης”, διαμορφώνοντας μια γκάμα πρακτικών “δημοκρατικής σχετικότητας”.
[ επιστροφή ]

6 - Ο ιταλικός κλάδος του stay behind έγινε (ελάχιστα επί της ουσίας) γνωστός σαν “gladio” (gladiators ονομάζονται οι “μονομάχοι” της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας), ύστερα από δήλωση / ομολογία του (μαφιόζου) ιταλού πρωθ. Τζούλιο Αδρεόττι, στην ιταλική βουλή, στις 24 Οκτώβρη του 1990. Ο ελληνικός κλάδος έγινε γνωστός (ακόμα λιγότερο απ’ το “ελάχιστα”) σαν “κόκκινη προβιά”. Ο ελβετικός σαν “projekt-26” ή “p-26”. O αυστριακός σαν owsgv. Ο τουρκικός σαν “ergenekon”· και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι το τουρκικό τμήμα του stay behind υπήρξε για δεκαετίες ταυτόσημο με το τουρκικό “βαθύ κράτος”, με εμπλοκή χιλιάδων ατόμων διαφόρων ειδικοτήτων και αρμοδιοτήτων. Σε άλλα κράτη οι κλάδοι του stay behind ταυτίζονταν με μεταφασιστικές και μεταναζιστικές οργανώσεις...
[ επιστροφή ]

7 - Υπάρχουν πολλοί λόγοι αυτής της “συνεργασίας” (που ξεκίνησε με την συνεργασία των “συμμάχων” και ειδικά του αμερικανικού στρατού, με την σικελική μαφία για να πετύχει η απόβαση στη Σικελία, το καλοκαίρι του 1943), αλλά ένας τουλάχιστον ήταν και είναι στρατηγικός: πολλές απ’ τις “μυστικές” επιχειρήσεις, τις υποδομές, την επιμελητεία, και τις αμοιβές δεν ήταν δυνατόν να χρηματοδοτηθούν κατ’ ευθείαν απ’ τους δημόσιους / κρατικούς προϋπολογισμούς, που βρίσκονταν κάτω από ετήσιο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Το χρήμα (καθόλου αμελητέα ποσά) ήταν υποχρεωτικά “μαύρο”, συνεπώς προερχόμενο από προσοδοφόρες εγκληματικές δραστηριότητες.
[ επιστροφή ]

8 - Μια ακόμα χαρακτηριστική, “διδακτική” περίπτωση είναι αυτή του γερμανικού npd. To εν λόγω κόμμα θεωρείται “νεο-ναζιστικό”, και σε κάθε περίπτωση είναι (αποδεδειγμένα) το “σχολείο” και η “μήτρα” διάφορων εγκληματικών μεταναζιστικών συμμοριών στη γερμανία. Κατά καιρούς (απ’ το 1964 που ιδρύθηκε) έχει εκλέξει βουλευτές σε διάφορα γερμανικά κρατίδια.
Στη βάση διάφορων θέσεών του και της “γενεαλογικής” σχέσης τους με τέτοιες συμμορίες, το 2001, από κοινού τα δύο ομόσπονδα γερμανικά κοινοβούλια, κατέθεσαν αίτηση απαγόρευσης του npd στο γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο. Το συγκεκριμένο δικαστήριο έχει πράγματι το δικαίωμα να απαγορεύει κόμματα εάν κρίνει ότι είναι “αντισυνταγματικά”.
Μετά από πολύμηνες έρευνες και ακροάσεις το συνταγματικό δικαστήριο της γερμανίας απέρριψε το αίτημα της απαγόρευσης. Γιατί; Επειδή (όπως ανακοίνωσε δημόσια) ανακάλυψε ότι ένας ικανός αριθμός απ’ τους επιτελείς του npd (την “κεντρική επιτροπή” του και τα ανώτερα στελέχη του, σα να λέμε) είναι πράκτορες ή πληροφοριοδότες των μυστικών υπηρεσιών. Μάλιστα, το συνταγματικό δικαστήριο “ομολόγησε” ότι ανακάλυψε πως ένας πρώην αντιπρόεδρος του npd, που είχε συγγράψει ένα αντι-σημιτικό άρθρο που αποτελούσε βασικό στοιχείο του κατηγορητηρίου των δύο κοινοβουλίων και του αιτήματός τους για απαγόρευση του npd, ήταν πράκτορας της “υπηρεσίας προστασίας του πολιτεύματος”. Εφόσον τα δύο κοινοβούλια αρνήθηκαν την πλήρη αποκάλυψη της ταυτότητας και των έργων των μυστικών πρακτόρων μέσα στο npd, το δικαστήριο δήλωσε ότι δεν μπορεί να διακρίνει ποιές απ’ τις ενέργειες και τις απόψεις του npd είναι προϊόν αυθεντικών αποφάσεων, και ποιές γίνονται ή/και ελέγχονται απ’ τις ίδιες τις μυστικές υπηρεσίες. Το τελικό συμπέρασμα (της εξήγησης της απόρριψης του αιτήματος) ήταν το εξής:

... Το κόμμα αυτό ακολουθεί εν μέρει κυβερνητικές οδηγίες... Η παρουσία του κράτους στο επίπεδο της ηγεσίας του κάνει αναπόφευκτη την επιρροή [του κράτους] στους σκοπούς και στις δραστηριότητές του...

Όποιος είναι συνωμοσιολόγος θα σκεφτεί διάφορες βλακείες σ’ αυτό το σημείο... Δεν είμαστε τέτοιοι! Συνεπώς χρειάζεται μια ορθολογική απάντηση (ή και περισσότερες) στο ερώτημα: γιατί το γερμανικό κράτος, σαφέστατα “δημοκρατικό” σύμφωνα με όλα τα στάνταρ της αστικής δημοκρατίας, ακόμα και τα πιο αυστηρά (και, επιπλέον, σαφέστατα φορτωμένο με ένα συγκεκριμένο παρελθόν) διατηρεί (ελέγχοντάς τον απόλυτα) έναν “νεο-ναζιστικό” βραχίονα; Δεν θα δώσουμε εμείς την απάντηση - την αφήνουμε σ’ εσάς. Όμως το λιγότερο που πρέπει να κάνει κάποιος είναι να παραδεχτεί ότι ναι, είναι αλήθεια, είναι γεγονός, πως ένα “δημοκρατικό” κράτος μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Κατά την γνώμη μας κάθε σύγχρονο “δημοκρατικό” κράτος (με την έννοια των μηχανισμών, των κυκλωμάτων και των “υπηρεσιών”) έχει ένα μεταφασιστικό σκέλος, το οποίο πέρα απ’ την “ιδεολογική δουλειά” αποτελεί σύνδεσμο (έναν απ’ τους συνδέσμους) και με το οργανωμένο έγκλημα.
Όμως εάν, αντί γι’ αυτήν την παραδοχή, κάποιος βλέπει στον εκάστοτε “επικεφαλής” του npd έναν εν δυνάμει “χίτλερ”, ή αναζητεί ομοιότητες μεταξύ αυτής της κατάστασης και της κατάστασης την δεκαετία του ‘30, τότε (συγγνώμη) είναι αθεράπευτα ανόητος...
(Περισσότερα για τις σχέσεις μεταναζιστικών συμμοριών και γερμανικού κράτους, στο ένθετο του περιοδικού antifa barricada νο 18, με τίτλο οι τρεις της nsu - Γενάρης / Φλεβάρης 2012).
[ επιστροφή ]

9 - Ο Keith Dixon, στο Οι ευαγγελιστές της αγοράς (εκδ. Πατάκη 2000) γράφει κάπου:

... Ότι οι εμψυχωτές των νεοφιλελεύθερων δικτύων αντιμετώπισαν, κατά μόνας, με ιδιαίτερη συμπάθεια ορισμένα ζητήματα της ακροδεξιάς, είναι πάρα πολύ πιθανό (και επιβεβαιώνεται από κάποια “ντελαπαρίσματα” προσωπικοτήτων που συνέδεσαν το όνομά τους με το νεοφιλελευθερισμό)...

Αναφέρεται κυρίως στην αγγλία, την περίοδο των ‘50s και ‘60s.
[ επιστροφή ]

10 - Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Οργουελιανή δυστοπία του “1984” ήταν προβολή στο μέλλον του φασιστικού / ναζιστικού ολοκληρωτισμού.
[ επιστροφή ]

11 - “Ειδικά σύμφωνα απασχόλησης” και, εσχάτως, διαφορικός κατώτατος μισθός ανάλογα με την περιοχή - στο ελλαδιστάν αυτά, εάν τα έχετε υπ’ όψη...
[ επιστροφή ]

12 - Όποιος στα σοβαρά θέλει να καταλάβει τον μετασχηματισμό του ιστορικού φασισμού (σε μεταφασισμό), και - επιπλέον - την ενσωμάτωσή του σε τριγωνική σχέση με το κράτος και το οργανωμένο έγκλημα, θα καταλάβει πολύ περισσότερα εάν ασχοληθεί με την επίσημη στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στους μετανάστες προλετάριους· και, ύστερα, θα καταλάβει ακόμα καλύτερα τι ακριβώς κάνουν (“προσφέρουν”) τα βοθρολύματα.
Τα βασανιστήρια κάθε είδους στα οποία υποβάλει το ελληνικό υπουργείο δημόσιας τάξης τους “χωρίς χαρτιά” μετανάστες, αυτούς τους β κύματος (ασιάτες και αφρικανούς), που παιρνούν transit απ’ τα μέρη μας, έχει έναν μόνο πρακτικό σκοπό: το να τους σπρώχνει δεμένους χειροπόδαρα στα κυκλώματα “εξόδου” (απ’ την ελλάδα), στα οποία συμμετέχουν βγάζοντας πολλά μπάτσοι, λιμενικοί, δικηγόροι, πλαστογράφοι, δικαστές, και άλλοι. Δεν είναι μόνο ότι μ’ αυτόν τον τρόπο αναγκάζονται να είναι πάμφτηνοι σαν εργάτες, αν και όταν βρίσκουν δουλειές. Επιπλέον, όταν δεν βρίσκουν, αναγκάζονται να λιπαίνουν τα πιο χαμηλά επίπεδα των μαφιών, καθώς προσπαθούν να μαζέψουν τα λεφτά για να πληρώσουν την αναχώρησή τους απ’ το ελληνικό κάτεργο.
Υπάρχουν κι άλλα. Είναι, για παράδειγμα, γνωστές οι “έφοδοι”των βοθρολυμάτων σε δύο δημόσια νοσοκομεία (Τρίπολης και Καλαμάτας) για να “ελέγξουν” εάν δουλεύουν εκεί, σαν αποκλειστικές, οι μετανάστριες “οικιακές βοηθοί” διάφορων ασθενών. Εκείνο που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι ο γιάπης μεταφασίστας Λοβέρδος, σαν “υπουργός υγείας”, ψήφισε νόμο που επιτρέπει σε ιδιωτικές εταιρείες να “ελέγχουν” την λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων, και (μέσα σ’ αυτήν) τους εργαζόμενους σ’ αυτά. Ο “υπουργός” διαμόρφωσε λοιπόν ένα ορισμένο “νομικό πλαίσιο” που διευκολύνει (λειτουργικά και ιδεολογικά) τα βοθρολύματα, στον συγκεκριμένο τομέα, ακόμα κι αν δεν είναι τυπικά “ελεγκτική εταιρεία”...
[ επιστροφή ]

13 - Αναφερόμαστε την περιβόητη “πορεία προς τη Ρώμη” του φασισταριού του Μουσολίνι, το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτώβρη του 1922, με σκοπό την κατάκτηση της εξουσίας, με την έγκριση του βασιλιά· όπως και έγινε...
[ επιστροφή ]

14 - Το “κόμμα νέου τύπου” είναι, για όσους δεν ξέρουν, οι μπολσεβίκοι του Λένιν, με τους “επαγγελματίες επαναστάτες”, την “συνείδηση που έρχεται απ’ έξω”...  Ένα κόμμα πολεμικό / στρατιωτικό, που ήταν δομημένο σύμφωνα με την τότε (αρχές του 20ου αιώνα) στρατιωτική λογική· απαραίτητο τότε αλλά ξεπερασμένο πρακτικά και οριστικά ήδη απ’ τον ανταγωνισμό της δεκαετίας του ‘60... Πολύ “νέο”, πράγματι...
[ επιστροφή ]

15 - Κωμικοτραγικό, αλλά είναι σαν ο “ύμνος” μιας σημερινής απεργίας να είναι το ...πάγωσε η τσιμινιέρα... Μόνο που δεν πρόκειται καν και καν για “ύμνους”...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020