Sarajevo
 

   

και ποιο είναι, λοιπόν, το πρόβλημα
με τον βασικό μισθό;

Το υπουργείο εργασίας είναι έτοιμο. Έχει φτιάξει τον “αλγόριθμο” που, με έναν λίγο - πολύ αυτόματο τρόπο, θα υπολογίζει τον βασικό μισθό του ανειδίκευτου, τον λεγόμενο και “κατώτατο μισθό”. Θα μπορούσε να μοιάζει με αυτόματο μηχάνημα καφέ, όπου ο καθένας μας θα στεκόταν μπροστά του, πάνω σε μια ζυγαριά (για να ληφθεί υπ’ όψη το πόσα κιλά μαλάκας είμαστε ένας ένας) και θα υπολόγιζε “πόσα - πρέπει - να - παίρνουμε” δουλεύοντας. Αλλά όχι. Και η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ, αλλά και η όρεξη των αφεντικών - των ντόπιων αφεντικών, πίσω απ’ την πολιτική βιτρίνα του υπουργείου. Ο “αλγόριθμος” θα τροφοδοτείται από διάφορα στοιχεία (όπως το ποσοστό της ανεργίας, το ποσοστό της “ύφεσης” ή της “ανάπτυξης”, και άλλα που δεν ξέρουμε) και θα ξερνάει την σωστή και δίκαιη (για τα αφεντικά) τιμή του εμπορεύματος εργατική δύναμη.
Ο υπουργός υπόσχεται ότι αυτός ο αλγόριθμος δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί πριν το 2017 (!). Εάν υπάρχει έστω και μισός που τον πιστεύει, θα πρέπει να υποκληθεί στο πρώτο σκίρτημα αληθινού εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους / κεφάλαιου: σχεδιάζει και προετοιμάζεται 4 ολόκληρα χρόνια πριν χρειαστεί να δράσει.... Θαύμα! Ο υπουργός επίσης υπόσχεται ότι ο βασικός μισθός δεν θα πέσει πιο κάτω απ’ τον σημερινό (επίσημο) πάτο του, 586 ευρώ μικτά για 40 ώρες δουλειά την εβδομάδα. Αν υπάρχει έστω και μισός που τον πιστεύει, θα πρέπει να είναι είτε ηλίθιος, είτε τουρίστας απ’ τον Δ του Κενταύρου: όσα συμβαίνουν ήδη στην πραγματική “αγορά εργασίας” περιμένουν, απλά, τη νομιμοποίησή τους.
Ένα άλλο υπουργείο, το παιδείας και θρησκευμάτων, φροντίζει γι’ αυτό. Σύμφωνα με την επίσημη κρατική απόφαση του φλεβάρη του 2012, ο βασικός μισθός του ανειδίκευτου κάτω των 25 ετών είναι (μικτά) 510 ευρώ. Είναι (λέει) κατά 10% χαμηλότερος απ’ τον βασικό μισθό του ανειδίκευτου άνω των 25, επειδή οι νεαροί και οι νεαρές έχουν μικρότερα στομάχια, μικρότερα πόδια, μικρότερα χέρια και γενικά μικρότερες βασικές ανάγκες· αλλά, κυρίως, επειδή αν πάνε να δουλέψουν δεν ξέρουν τίποτα, οπότε είναι “μαθητευόμενοι”. Πληρώνονται λιγότερο σαν “μαθητευόμενοι”, για να μάθουν...
Αλλά όχι. Αυτά τα 510 μικτά (428 ευρώ καθαρά, για 40 ώρες δουλειά την εβδομάδα - τετρακόσια ογδόντα ολόκληρα ευρώ!) πολλά είναι! Οπότε το υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων ανοίγει ένα καινούργιο πρόγραμμα υποτίμησης, με τίτλο “μαθητεία για αποφοίτους”. Σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση (οι τονισμοί στο πρωτότυπο):

...
Το πρόγραμμα “Μαθητεία για Αποφοίτους” είναι ένα πρόγραμμα για την ουσιαστική σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Είναι ένα πρόγραμμα για πρόσφατους αποφοίτους. Σήμερα το πρόγραμμα επικεντρώνεται στους πρόσφατους αποφοίτους τεχνικής εκπαίδευσης (αποφοίτους 2 - 3 ετών). Σχεδιάζεται, όμως, να επεκταθεί και σε αποφοίτους άλλων εκπαιδευτικών βαθμίδων.
Μέσω του προγράμματος θα παρέχεται στους νέους απόφοιτους η ευκαιρία να αποκτήσουν την πρώτη τους εμπειρία από την επαγγελματική ζωή κάνοντας μαθητεία σε επιχειρήσεις ενώ ταυτόχρονα θα λαμβάνουν υποτροφία από το υπουργείο παιδείας. Το πρόγραμμα υλοποιείται μέσω συγχρηματοδοτούμενων πράξεων του εσπα, με συγχρηματοδότηση από το επιχειρησιακό πρόγραμμα “εκπαίδευση & δια βίου μάθηση”.
...

Η διάρκεια της “μαθητείας” θα είναι 6μηνη, και οι “μαθητευόμενοι” θα πρέπει να δουλεύουν 5 ημέρες την βδομάδα επί 6 ώρες την ημέρα. 30 ώρες την βδομάδα (τουλάχιστον...). Όχι, δεν πρόκειται για το 30ωρο που προπαγανδίζει το πλάνο 30/900!!!
Τα οφέλη της “σύνδεσης με την αγορά εργασίας” θα είναι σπουδαία για τους μαθητευόμενους:
α) Ο εργοδότης τους δεν θα πληρώνει δεκάρα τσακιστή. Συνεπώς οι 8 χιλιάδες εργοδότες (στους οποίους απευθύνεται κατ’ αρχήν το πρόγραμμα) θα έχουν τσάμπα εργασία...
β) Το υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων θα πληρώνει μεν, αλλά όχι μισθό. Θα πληρώνει “υποτροφία”, η οποία θα μπορούσε να γραφτεί πιο σωστά ιππο-τροφία· αν και είναι σίγουρο η συντήρηση όχι ενός αλόγου αλλά ενός κατοικίδιοι σκύλου είναι πιο ακριβή απ’ την πληρωμή ενός νεαρού “μαθητευόμενου” που δουλεύει.
γ) Αφού δεν πρόκειται, λοιπόν, για μισθό, το υπουργείο δεν θα πληρώνει 382,5 ευρώ μικτά (321 ευρώ καθαρά, τόση είναι η αναλογία του ημερήσιου 6ωρου). Θα πληρώνει 300 ευρώ. Στρογγυλά. Μόλις 21 ευρώ (τον μήνα) πιο κάτω απ’ τον γκρεμισμένο “επίσημο” καθαρό μισθό αυτών που έχουν μικρότερα στομάχια, μικρότερα πόδια, κλπ, και δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Αλλά υπουργείο είναι, δεν μπορεί να κατέβει 121 ευρώ - αυτό είναι δουλειά της πραγματικής αγοράς... Προς το παρόν...
δ) Και, αφού δεν πρόκειται για μισθό αλλά για ιπποτροφία, το υπουργείο δεν θα πληρώνει ούτε ένσημα. Μόνο (λέει) σε περίπτωση “ατυχήματος” θα δίνει κάτι. Συνεπώς, ενώ ένας με μικρότερο στομάχι, μικρότερα πόδια, που δεν ξέρει τι του γίνεται, κλπ, στοιχίζει συνολικά σε έναν εργοδότη γύρω στα 670 ευρώ (εάν, φυσικά, του κολλάει το αφεντικό όλα τα ένσημα· το 670 προκύπτει εάν προσθέσουμε τα 510 μικτά + την ασφαλιστική εισφορά του εργοδότη), αυτός ο ίδιος ένας θα στοιχίζει στο υπουργείο παιδείας 300 ευρώ (στρογγυλά), δηλαδή 56% πιο κάτω απ’ τον “επίσημο” γκρεμοτσακισμένο μισθό του ανειδίκευτου κάτω των 25... Αν κτυπήσει στη διάρκεια της “μαθητείας” μπορεί να στοιχίσει και λίγο παραπάνω. Όμως δεν θα μπορεί να αρρωστήσει και να λείψει απ’ την δουλειά εξαιτίας της αρρώστιας παραπάνω από 2 ημέρες (τον μήνα).
ε) Και κάτι τελευταίο: ας μη νομίζει κανείς “μαθητευόμενος” ότι θα “μαθητεύσει” τον πρώτο μήνα και θα πληρωθεί... Όοοοχιιι! Η πρώτη πληρωμή θα γίνει μετά από 2 μήνες. Έτσι ώστε εάν τυχόν ο “μαθητευόμενος” τα πάρει στο κρανίο τον πρώτο ενάμισυ μήνα και τα παρατήσει, δεν θα πάρει τίποτα...
Το υπουργείο εργασίας, λοιπόν, που έχει τον μαγικό αλγόριθμο, υπόσχεται ότι ο “βασικός μισθός δεν θα πέσει”. Το υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων, απ’ την άλλη, που δεν έχει κανέναν μαγικό αλγόριθμο, δρα “ενστικτώδικα”,  ρίχνει τον γκρεμοτσακισμένο “βασικό” μισθό των “ανειδίκευτων” (παρότι είναι απόφοιτοι τεχνικών λυκείων και, μελλοντικά, τ.ε.ι. ή ίσως και α.ε.ι...) κάτω απ’ το μισό του. Στα 300 ευρώ για 132 ώρες δουλειά τον μήνα, χωρίς ένσημα κι άλλες τέτοιες “βλακείες”. Το υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων βρίσκεται πολύ κοντά στο “έλα μωρέ, 300 ευρώ μισθός τον μήνα - για 40 ώρες δουλειά - είναι μια χαρά” που είπαν πριν λίγο καιρό κάτι επιχειρηματίες. Και, επιπλέον, δείχνει έναν ενδιαφέροντα δρόμο: δεν θα μπορούσαν άραγε και άλλα υπουργεία (το πολιτισμού, το ναυτιλίας, το εσωτερικών...) να κάνουν την ίδια δουλειά, να πληρώνουν σα να λέμε ιπποτροφίες, ενόσω το υπουργείο εργασίας θα φυλάει άγρυπνο τις Θερμοπύλες των 586 (ή των 510) ευρώ; Δεν θα επέτρεπε μια τέτοια ανιδιοτελής (και μέσω εσπα) υπηρεσία προς την πραγματική αγορά εργασίας να επιτρέψει στα αφεντικά να πάνε όμορφα κι ωραία στα 300 ευρώ για τουλάχιστον 176 ώρες δουλειά τον μήνα; Όχι για “μαθητευόμενους”· ή, μάλλον, για τους αιώνια μαθητευόμενους, τους “ανειδίκευτους” - όπου “ανειδίκευτος” είναι ο καθένας και η καθεμιά μας, εάν έτσι θέλει το αφεντικό.

Ηχούν ακόμα στ’ αυτιά των μελών της συνέλευσης του πλάνου 30/900 τα όσα έχουν ακούσει, απ’ τα τέλη του 2010, και - κυρίως - το 2011 όταν δημόσια, με έμφαση, με επιχειρήματα και με πολιτικό ορθολογισμό (μέσα από εκδηλώσεις σε διάφορες πόλεις, μέσω από προπαγανδιστικές εκστρατείες...) έθεσαν σαν ανταγωνιστικό στόχο / προσανατολισμό για τους σύγχρονους εργάτες και εργάτριες (και) το ζήτημα του βασικού μισθού και της αύξησής του έως εκείνο το σημείο που θα καλύπτει αξιοπρεπώς τις βασικές ανάγκες των 19χρονων, των 20χρονων και των 21χρονων, που ούτε μικρότερο στομάχι έχουν, ούτε μικρότερα πόδια και χέρια· και επίσης ξέρουν πολλά. Τι έχουμε ακούσει, και μάλιστα από ανθρώπους που θεωρούν εαυτούς “πολιτικοποιημένους”, “εξτρεμιστές” ή και “ανατροπείς”; Απ’ το ότι τα “900 ευρώ είναι λίγα - πρέπει να ζητάμε 1500” (έτσι, νάχαμε να κάνουμε διαγωνισμούς πλειοδοσίας), μέχρι το ότι “αν ο βασικός γίνει 900 ευρώ, σε λίγο καιρό θα χάσει την αξία του γιατί θα ανέβουν οι τιμές”. Απ’ το ότι “αυτά τα ζητήματα αφομοιώνονται εύκολα απ’ τον καπιταλισμό” (ναι, δεν είδατε; μοιράζουν λεφτά με το τσουβάλι...) μέχρι το ότι “ντάξει μωρέ... αλλά πρέπει να μελετήσουμε πως αποσπάται η υπεραξία στον τριτογενή τομέα” (γιατί αν δεν το κάνουμε αυτό δεν δικαιούμαστε τίποτα, εκτός από κλωτσιές). Απ’ το ότι “σημασία έχει το πλαίσιο” (το “πλαίσιο” - το “πλαίσιο”...) μέχρι “καθόλου δουλειά, είναι το σωστό” (... δεν σχολιάζουμε την κοινωνική προέλευση του σλόγκαν...)
Έτσι ώστε με τεκμηρίωση μπορούμε να πούμε αυτό που ξέραμε από πριν πολιτικά: η υποτίμηση της εργασίας που γίνεται, για το σύνολο της τάξης μας, με την άγρια μείωση του βασικού μισθού του “ανειδίκευτου” και, παράλληλα, με την άγρια μείωση των υπόλοιπων μισθών - εκτός από πολύ λίγες εξαιρέσεις -, αυτή λοιπόν η υποτίμηση είναι ευθέως ανάλογη με την πολιτική αυτοϋποτίμηση των εργατών. Η οποία πολιτική αυτοϋποτίμηση μπορεί να έχει διάφορες μορφές, που την κρύβουν, την κουκουλώνουν, την εμφανίζουν σαν το αντίθετό της. Μια μορφή είναι η συμμετοχή σε πολιτικά σχήματα (κόμματα, οργανώσεις, κλπ) που προωθούν την διαταξική συμμαχία (“κατά της τρόικας”, “κατά της κυβέρνησης”, “κατά του ευρώ”...), την συμμαχία δηλαδή εκείνων που πληρώνονται (κι αν πληρώνονται...) 400 ευρώ για 40 ώρες δουλειά την εβδομάδα με τ’ αφεντικά που πληρώνουν τόσα - πολλά... Μια άλλη μορφή είναι η ιδεολογία του “άυλου καπιταλισμού”... Μια τρίτη μορφή είναι η νεύρωση “της ανατροπής των πάντων αύριο” - άντε σε μια βδομάδα... Και πίσω από αυτές και άλλες, η ελπίδα του ατομικού καβατζώματος, της ατομικής σωτηρίας...

 

Sarajevo 72 - 4/2013
πίσω από την τρόικα το ξέρουμε καλά παίζουνε κρυφτό τα ντόπια αφεντικά!
Διαδήλωση για την υπεράσπιση του βασικού μισθού, στη γσεβεε - 9/3

 

το πρόβλημα με τον βασικό μισθό

Το είπε μια ψυχή, στην αρχή δε δώσαμε σημασία, όμως τελικά έχει υψηλά ποσοστά δίκιου. Ύστερα από πολλά χρόνια ευδαιμονίας, ακόμα και δανεικής (με υποθήκευση της μελλοντικής εργασίας)· ύστερα από πολλά χρόνια όπου ο μισθός ξέπεσε σε μια μονάχα μορφή, ανάμεσα σε κάμποσες άλλες (τόκος, νοίκια, λαδώματα, “υπερωρίες” πραγματικές ή πλασματικές, διάφορες μορφές χρηματικών προσόδων) εισοδήματος· ύστερα από πολλά χρόνια μικροαστικής υποτίμησης της εργασίας (σε βάρος των μεταναστών και των μεταναστριών οπωσδήποτε)· ύστερα από πολλά χρόνια όπου η “δική μου δουλειά” δεν ήταν μόνο ένα φαντασιακό hype αλλά και μια σχετικά ρεαλιστική δυνατότητα· ύστερα από ένα, μετά δύο, μετά τρία χρόνια κρίσης μεν, όπου όμως η συναισθηματική αντίδραση (“αγανάκτιση” / “αγανακτισμένοι”) βαπτιζόταν άμεσα σε πολιτική· ύστερα από ένα, μετά δύο, μετά τρία χρόνια κρίσης μεν, αλλά και ανακάλυψης συνωμοσιών, σκευωριών, σκοτεινών σχεδίων, με Μέρκελ, τρόικες, και τα λοιπά· ύστερα από ένα, μετά δύο, μετά τρία εύκολης στόχευσης και προσανατολισμού σε “προδοτικές”,”ανίκανες” και “όπου νάναι φεύγουν με ελικόπτερα” κυβερνήσεις· ύστερα από ένα, ύστερα δύο, ύστερα τρία χρόνια αναπόλησης των παλιών καλών καιρών (“έτσι”, γιατί αυτό εμπνέει), το να πει ο μέσος μισθωτός ότι ναι, ο βασικός μισθός (και ο χρόνος εργασίας) είναι σημαντικά ζητήματα για να πολεμήσω και να ματώσω, ισοδυναμεί με το να φωνάξει σε όλους τους τόνους “ήμουνα τόσα χρόνια μεγάλος μαλάκας!”. Κι αυτό, άμα δεν έχει κανείς γερό στομάχι αυτοκριτικής (και ποιός στ’ αλήθεια έχει;) είναι στα όρια του πραγματικά αδιανόητου!
Όσο για τους “πολιτικοποιημένους”, το πράγμα είναι ακόμα χειρότερο. Ισχύουν όλα τα πιο πάνω, συν αυτό το ακόμα πιο υπαρξιακό, στο επίπεδο εκείνο στο οποίο νομίζουν ότι εξέχουν, ότι είναι πάνω από όλους τους υπόλοιπους: γιατί δεν το σκέφτηκα εγώ; γιατί δεν το σκέφτηκε η οργάνωση / το κόμμα / η γκρούπα; Εδώ το “είμαι / είμαστε μεγάλοι μαλάκες!” ισοδυναμεί με μια τέτοια συνείδηση που αν υπήρχε (ή αν υπάρξει) θα κατέστρεφε πολλές στοιβάδες βεβαιοτήτων. Που μπορεί να μην έχουν κανένα σπουδαίο αποτέλεσμα όσο ισχύουν (πόσοι και πόσοι κατρακυλάνε;), όμως προσφέρει την αίσθηση (την ψευδαίσθηση) της “ζεστασιάς”. Σα να ζεσταίνεσαι δίπλα σε μαγκάλι: πεθαίνεις σιγά σιγά, αλλά (τουλάχιστον) δεν κρυώνεις.Σύντομα γίνεσαι ένα ζεστό πτώμα.

Μιλώντας για άλλο πράγμα ο κυρ Κάρολος έγραψε κάπου ότι η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Εδώ δεν είναι οι νεκρές γενιές που βαραίνουν, αν και μέσα στην ευρύτερη αριστερά μπορεί κανείς να πέσει πάνω στα ντουβάρια ενός ασύλληπτου ιστορικισμού, ενός απίθανου μπλέντερ της εργατικής και της πολιτικής ιστορίας του 20ου αιώνα, που κάνει τα μυαλά και τις συνειδήσεις νοθρά και ανήμπορα απ’ το βάρος, μυαλά και συνειδήσεις που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το σήμερα και το αύριο απ’ το χτες. Εδώ, μιλώντας γενικά, είναι οι νεκρές βεβαιότητες, οι νεκρές πεποιθήσεις, οι νεκρές ελπίδες που βαραίνουν. Μέσα στο νεκροταφείο της “επιτυχίας”, ατομικής και μισο-ομολογημένης επί δεκαετίες, όπου ο μικροαστισμός κατάφερνε να συνυπάρχει στους ίδιους ανθρώπους με τον “μαρξισμό - λενινισμό” ή τον “αναρχισμό”, και όπου ο light ρατσισμός έπιανε σκιά δίπλα στον “διεθνισμό”, όπου οι καθημερινοί ταπεινοί συμβιβασμοί γίνονταν στα καφενεία και στις εκδηλώσεις ανατρεπτική έπαρση και επαναστατικός οίστρος· μέσα σ’ αυτά τα νεκροταφεία όπου οι νεκροζώντανοι της ιδεολογίας μοστράρονταν για πιο ζωντανοί απ’ τους ζωντανούς (κι ας βούλιαζαν στο αλκοόλ, στα χάπια και στις ντρόγκες) και όπου τα μικρά καθημερινά εγκλήματα παραγράφονταν αυτοστιγμή· μέσα σ’ αυτα το νεκροταφεία λοιπόν, που συγκροτούν την υπόγεια ιστορία των τελευταίων 3 δεκαετιών, στην ουσία την ιστορία δυο γενεών το πολύ, τα βασικά της τάξης μας, η υπερηφάνειά της πρώτ’ απ’ όλα, κι αμέσως μετά το ένστικτο του κινδύνου και οι αδιαπραγμάτευτες ανάγκες, είναι θαμένα ανύπαρκτα. Από πολλές απόψεις ευτυχώς!
Τι σκατά μπορεί να σημαίνει, μέσα σ’ όλα αυτά, ύστερα από όλα αυτά, η μαχητική υπεράσπιση του βασικού μισθού σαν του υποχρεωτικού ανταλλάγματος (της εργατικής μας δύναμης / του εργατικού μας χρόνου) έναντι - αδιαπραγμάτευτα! - της κάλυψης όλων των βασικών αναγκών μας που χρειάζονται χρήμα για να ικανοποιηθούν; Για τα αφεντικά και το κράτος τους τα πράγματα είναι καθαρά και τετράγωνα. Κι αυτό ρίχνουν και ξαναρίχνουν αυτό το “ποσό” στα τάρταρα. Για τα αφεντικά και το κράτος τους το να ξεφτιλιζόμαστε σαν εργάτες περνάει υποχρεωτικά απ’ το πόσο κοστολογούν τη δουλειά μας. Ακόμα κι αν νοιώθουμε μαγεμένοι πρίγκηπες που προσωρινά μόνο είμαστε βατράχια, για τα αφεντικά και το κράτος τους η θερμότητα της τάξης μας, της εργατικής μας υπερηφάνειας, της συνείδησης των συμφερόντων μας, μπορεί να μετρηθεί πολύ εύκολα (και σχεδόν πάντα σωστά) απ’ την θερμοκρασία των καθημερινών αντιπαραθέσεων, αρνήσεων, διεκδικήσεων.Τα αφεντικά και το κράτος τους δεν φοβούνται τους “ζορρό”. Φοβούνται εκείνο που για λίγα δευτερόλεπτα είναι άγριο βλέμμα, ύστερα γαμοσταυρίδι, κι ύστερα σαμποτάζ και απεργία· αυτό το απροσδιόριστο στο οποίο έχει μερίδιο ο καθένας μας, δηλαδή χιλιάδες και εκατομμύρια. Όταν λοιπόν κατεβάζουν τον βασικό μισθό του “ανειδίκευτου” και, μαζί του, όσους περισσότερους μισθούς μπορούν, και τον ξανακατεβάζουν και τον ξανακατεβάζουν, δεν κάνουν μόνο στενά οικονομικές κινήσεις. Κάνουν και τέτοιες· μαζί, υποχρεωτικά, ακόμα και μόνο από το ένστικτο της τάξης τους, κάνουν και πολιτική: μας θερμομετρούν, κι εφόσον βρίσκουν παγωμένα μυαλά και συνειδήσεις, συνεχίζουν.

Για την τάξη μας, στο ελλαδιστάν αλλά και παντού στον “αναπτυγμένο καπιταλισμό”, η υπεράσπιση του βασικού μισθού ακούγεται σαν αναχρονισμός. Όχι επειδή πράγματι είναι τέτοιος· στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν. Αλλά επειδή η εκσφενδόνιση στα σύννεφα του μικροαστισμού, στα σύννεφα του εισοδήματος, στα σύννεφα της “αποδέσμευσης” του πλούτου απ’ την εργασία (με την προϋπόθεση ωστόσο πως όσοι δουλεύουν νοιώθουν “προσωρινά ξεσπεσμένοι”) κάνει το έδαφος, το έδαφος της εκμετάλλευσης και του ανταγωνισμού, να φαίνεται “ταπεινό”. Η τάξη μας βρίσκεται με το κεφάλι στο αέρα και τα πόδια στο κενό. Ο κυρ Κάρολος, σχολιάζοντας τους φιλοσόφους και την φιλοσοφία της εποχής του, είχε περιγράψει μια άλλη στάση: με το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά. Εμείς έχουμε ένα ανάλογο καθήκον με την ξανα-αντιστροφή της αντεστραμμένης πραγματικότητας, μόνο που είναι διαφορετικό: να σπάσουμε τις φούσκες των σκέψεων και των απόψεων, να ξανασταθούμε με τα πόδια στη γη και το κεφάλι ψηλά.
Αυτό είναι το πρόβλημα της υπεράσπισης του βασικού μισθού: παραείναι “ταπεινό” για όσους “τα μυαλά τους πήραν αέρα” ακόμα κι αν το μόνο που τους έχει απομείνει πια είναι να κτυπάνε το κεφάλι τους στο τοίχο και να ακούνε την ηχώ. Παραείναι “ταπεινό” επειδή μυρίζει ιδρώτα: όχι υποχρεωτικά τον ιδρώτα της (χειρωνακτικής) δουλειάς - και αυτόν. Κυρίως τον πολιτικό ιδρώτα: τάξη - εναντίον - τάξης. Μπελάς...
Προφανώς κανείς δεν θέλει να νοιώσει “μαλάκας”. Το θέμα είναι, ωστόσο, ότι η άγρια υποτίμηση της εργασίας και, κυρίως, η σιωπηλή, αδρανής, ή μυθομανής αποδοχή της, κάνει de facto μαλάκα οποιονδήποτε· και μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που “νομίζει ότι είναι” και σ’ εκείνα που είναι υποχρεωμένος να κάνει, όχι για κανά σπουδαίο λόγο, αλλά για να ζει. Χάσμα; Γκρεμός - γκρεμός και στα τσακίδια, με όλα τα “ψυχολογικά” μας. Αυτό είναι, τελικά, το πρόβλημα με την υπεράσπιση του βασικού μισθού: πολεμάει πολλά μαζί, πολύ περισσότερα απ’ όσα τα νούμερα δείχνουν...
Ή, για να το πούμε αντιγράφοντας τον Mustafa Kayati η υπεράσπιση του βασικού μισθού ραγίζει την απώθηση της εργατικής τάξης.

 
       

Sarajevo 2020