Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 71 - 3/2013

 

γραμματική: ο πρώτος “ταιηλορισμός”
της ανθρώπινης σκέψης

Sarajevo 71 - 3/2013

Η γραμματική (και, στη συνέχεια, το συντακτικό), σαν σχολικό μάθημα είναι πάντα μεγάλος μπελάς. Θα πρέπει να θεωρείται απίθανο το να έχει υπάρξει έστω και ένας μαθητής οποιασδήποτε γραπτής γλώσσας στον κόσμο, που να μην έχει σιχτιρίσει με τους “κανόνες της γραμματικής” και την εκμάθησή τους. Αυτή η εξαιρετικά φυσιολογική αποστροφή αντιμετωπίζεται (ως γνωστόν) πειθαρχικά· αλλά δείχνει έντονα μια ενδιαφέρουσα αντινομία για την οποία ελάχιστοι (τουλάχιστον απ’ την μεριά των κάθε είδους εκπαιδευτών στη γλώσσα / εκπαιδευτικών) έχουν όρεξη να μιλήσουν. Το γεγονός, δηλαδή, ότι οι μαθητές που διδάσκονται την γραμματική της μητρικής τους γλώσσας (και υποφέρουν εξαιτίας της...) μιλούν ήδη ικανοποιητικά αυτήν την γλώσσα· την καταλαβαίνουν στο συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα της και μπορούν να συνεννοηθούν ακόμα και με έντονα αφηρημένες έννοιες. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν το ίδιο που σου είναι εξαιρετικά οικείο και αγαπητό (η γλώσσα) να σου γίνεται ταυτόχρονα μισητό όταν πρέπει να διδαχθείς (με συγκεκριμένο τρόπο) εκείνο που πρακτικά ήδη ξέρεις, δηλαδή τους γραμματικούς (και συντακτικούς) “κανόνες” του; Μήπως υπάρχει κάτι “ενδογενώς προβληματικό” σ’ αυτούς τους κανόνες / κανονισμούς και καθόλου στους μαθητές;
Κάποιος θα παρατηρήσει ότι η ομιλούμενη γλώσσα (άρα: οποιαδήποτε γλώσσα είναι “μητρική”) μαθαίνεται πολύ εύκολα και, κυρίως, χωρίς ειδική διδασκαλία “κανόνων”. Η ώρα των “κανόνων” έρχεται (εάν πράγματι είναι καν και καν κι εκεί αναγκαία...) μαζί με την γραφή. Δεν είναι, τελικά, οι γραμματικοί και οι συντακτικοί “κανόνες” ειδικό σώμα γνώσης της γλώσσας της ίδιας· είναι μόνο της γραπτής αναπαράστασής της. Κι ούτε αυτή η υποτιθέμενα οργανική σχέση μεταξύ γραμματικής και γραφής / αναπαράστασης του λόγου είναι τόσο ισχυρή όσο προβάλλεται: οι γραμματικοί κανόνες αλλάζουν - έτσι δεν είναι;
Είναι γνωστό πως η γραμματική (και μιλώντας γενικά οι γραμματικές) χαρακτηρίζουν μια πολύ πρόσφατη φάση των ανθρώπινων πολιτισμών. Και μάλιστα όχι όλων των πολιτισμών - αλλά μόνο εκείνων στους οποίους, μέσα απ’ την ωρίμανση συγκεκριμένων καταμερισμών εργασίας, απ’ τα σπλάχνα των ιερατείων και σε συνδυασμό με μερικούς “κοσμικούς” παράγοντες, γεννήθηκε η φιλοσοφία και οι φιλόσοφοι· σαν διαχωρισμένοι ειδικοί / τεχνικοί, αναγνωρίσιμοι απ’ το υπόλοιπο των κοινοτήτων. Προφανώς τέτοιοι πολιτισμοί είχαν ήδη, και για καιρό, γραφή - χωρίς να έχουν οργανώσει ένα ειδικό σώμα γνώσης σαν την γραμματική. Όπως θα δούμε σύντομα στη συνέχεια, η γραμματική έχει πράγματι σχέση με την γραφή· αλλά όχι αυστηρά ντετερμινιστική. Δεν ήταν δηλαδή “οι δυσκολίες της γραφής” που γέννησαν την “ανάγκη της γραμματικής”. Ήταν, μάλλον, μια ορισμένη φιλοσοφική προσέγγιση, που αφενός άρχισε να επενδύει την γραφή με (ισχυρές) προδιαγραφές Λογικής Αλήθειας· και αφετέρου (σα συνέπεια του προηγούμενου) άρχισε να αντιμετωπίζει την γραφή “επιστημονικά”.

Για τους αρχαιολόγους τα πιο παλιά ντοκουμέντα που μπορούν να σχετιστούν με οποιονδήποτε τρόπο με γραμματική δεν πηγαίνουν πιο πίσω απ’ τον 4ο π.χ. αιώνα. Ο ινδός φιλόσοφος Panini είναι ο πρώτος για το οποίο υπάρχουν τέτοια στοιχεία, και έζησε γύρω στο 400 π.χ. Για την ελληνική γραμματική (που για διάφορους ιστορικούς λόγους απετέλεσε το “πρότυπο” και για την μεταγενέστερη λατινική γραμματική, επί Ρώμης) ο πρώτος που μπορεί να σχετιστεί σαν συστηματικός ερευνητής του θέματος, είναι ο στωϊκός φιλόσοφος Χρύσιππος - παρότι λίγο νωρίτερα, μια σειρά φιλόσοφων, απ’ τον Αριστοτέλη ως τον Ηράκλειτο, είχαν “υψώσει φιλοσοφικά” ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την γλώσσα.
Είναι δύσκολο (και δεν θα το επιχειρήσουμε καν) να δώσουμε μια ιδέα είτε γενικά για την στωϊκή φιλοσοφία είτε για τις διάφορες πλευρές των διδασκαλιών του Χρύσιππου. Λέμε ωστόσο ότι ο Χρύσιππος, εξελίσσοντας τις γενικές αρχές της “στοάς” (που πρέπει να την φανταστούμε σαν “σχολή” για πλούσιους), θεωρούσε ότι η φιλοσοφία απαρτίζεται από τρία μέρη: α) την λογική (στην οποία περιελάμβανε τόσο την μελέτη της γλώσσας όσο και την μελέτη της αιτιοκρατίας)· β) την φυσική (που αφορούσε την μελέτη του κόσμου), και γ) την ηθική. Σύμφωνα μ’ αυτήν την κατηγοριοποίηση η γραμματική (που σαν τέτοια εννοείται η τέχνη / τεχνική [μέσω] των γραμμάτων) είναι βασικό πεδίο “έρευνας” και “συστηματοποίησης” βασικών αρχών της λογικής. Και - κατά τον Χρύσιππο - πρέπει ο έλ-λογος άνθρωπος να έχει γνώση (και) των “βασικών συστατικών στοιχείων της γλώσσας”, όπως και των “νόμων” που καθορίζουν τις σχέσεις τους. Σ’ αυτή τη λογική διαμελισμού / κατάτμησης (που θα γίνει, πολλούς αιώνες αργότερα, η σημαία της γενικής αστικής γνωσιοθεωρίας...) ο Χρύσιππος αναγνωρίζει και ταξινομεί τα βασικά συστατικά της γλώσσας, κατά σειράν σαν: τα γράμματα, τις συλλαβές, τις λέξεις, τις προτάσεις.

Φαίνεται κοινότοπο. Αλλά δεν είναι: φαίνεται κοινότοπο επειδή έχουμε διδαχθεί γραμματική! Όμως μιλώντας απλά την όποια (έστω: την μητρική) γλώσσα και αγνοώντας την γραπτή αναπαράστασή της, κανείς δεν μπορεί (και, κυρίως, δεν έχει λόγο) να κάνει μια τέτοια κατηγοριοποίηση. Κι ενώ, ίσως, με λίγη προσοχή θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει στην ομιλία την “λέξη”, οι “συλλαβές” και τα “γράμματα” είναι πολύ δυσκολότερα εντοπίσιμα σαν αυτοτελείς οντότητες. Υπάρχει - κατά την ταπεινή μας άποψη - ένα σημαντικό εμπόδιο που δεν επιτρέπει έναν τέτοιο διαμελισμό και μια τέτοια κατηγοριοποίηση στο ρευστό ερέθισμα της ομιλίας. Κι αυτό είναι το νόημα. Ούτε τα “γράμματα” ούτε οι “συλλαβές” κάθονται στην αποσυναρμόλογη ή/και την συναρμολόγησή τους όταν μιλάει κάποιος: υπηρετούν το νόημα ή το υπο-νοούμενο· και τίποτ’ άλλο. Το πράγμα αλλάζει στη γραφή, στην οπτική αναπαράσταση. Γιατί εκεί η συλλαβή, για παράδειγμα, μπορεί να ονομαστεί σαν ένας συνδυασμός γραμμάτων με ή χωρίς νόημα. |Τα| ή |γκα|: μορφολογικά πρόκειται για ισοδύναμες γλωσσικές οντότητες, ακόμα κι αν η δευτερη πρέπει να συνδυαστεί με κάτι ακόμα (μία, τουλάχιστον, συλλαβή) για να αποκτήσει νόημα.
Για τον Χρύσιππο (και για πολλούς άλλους πολύ αργότερα) αυτή η “έκκεντρη” σχέση μεταξύ προφορικού και γραπτού δεν ήταν πρόβλημα. Ο ήχος “γχμμμμ” (εάν μπορούμε να τον αναπαραστήσουμε σωστά...) στην προφορική ομιλία μπορεί να είναι (και συνήθως είναι) πλήρης νοήματος· συνιστά έκφραση αλλά όχι “συλλαβή”, “λέξη” ή “φράση”. Για όσους θέλουν όμως να διαμορφώσουν μια τεχνική λογικών διατυπώσεων (και υπό την προϋπόθεση ότι η “λογική” έχει προσδιοριστεί με συγκεκριμμένους τρόπους) το “γχμμμμ” απορρίπτεται σαν οτιδήποτε. Η γραμματική δεν έχει χώρο γι’ αυτό (και για πολλά άλλα). Ξεροβήχει με νόημα - ποιός αγνοεί αυτήν την πυκνή στιγμή; Η γραφή έχει, de facto, άλλες προδιαγραφές.
Μ’ αυτήν την έννοια η γλωσσική / γραμματική προσέγγιση που, με φιλοσοφικά κίνητρα, δοκίμαζαν οι στωϊκοί, πρώτα ο Χρύσιππος και στη συνέχεια οι διάδοχοί του, ήταν πράγματι ιδεωδώς συγγενική, “αδελφική”, με την φυσική. Και τότε και πολύ αργότερα (ως τον 20ο αιώνα) οι φυσικοί ήταν απόλυτα σίγουροι ότι χωρίς ιδιοτέλεια ή αποκλεισμούς παρατηρούν πράγματι τα φυσικά - φαινόμενα - ως - έχουν. Η ανατομία (παρατήρηση, πείραμα...) των φυσικών ήταν (έτσι πίστευαν) ο καθαρός, αντικειμενικός εξαναγκασμός της “φύσης” να αποκαλύψει τα μυστικά της. Χρειάστηκε η προσεκτική (και αιρετική) παρατήρηση επί των φυσικών (και όχι επί της φύσης) για να αποκαλυφθεί ότι πάντα εξαιρούσαν απ’ το παρατηρησιακό τους πεδίο ό,τι επίμονα δεν χωρούσε στα ερμηνευτικά τους σχήματα. Ο Χρύσιππος, με φιλοσοφικά κίνητρα, ξαπλώνοντας την γλώσσα (εν τέλει την γραφή) πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, ήταν υποχρεωμένος να κάνει το ίδιο. Η (πρώιμη από επιστημολογική πλευρά) γραμματική του αναγνώριζε, σε επίπεδο λέξεων, 5 βασικά στοιχεία της γλώσσας: τα άρθρα· τα ονόματα· τα προσηγορήματα· τα ρήματα· και τους συνδέσμους. Είναι απόλυτα “λογικό” που μια τέτοια προσέγγιση δεν θα μπορούσε να περιλάβει στη γλώσσα ούτε την σιωπή ούτε τον αναστεναγμό. Διέφευγε απ’ τον Χρύσιππο, που ήταν προσηλωμένος στην αναζήτηση κάποιων κανόνων της Λογικής του· διέφυγε και απ’ τους πολύ μεταγενέστερους: οποιοσδήποτε θεσπίζει ή εφευρίσκει “κανόνες” για το ζωντανό (εν προκειμένω την ανθρώπινη / ζωϊκή συνεννόηση) είναι καταδικασμένος να αφήνει πολλά στο περιθώριο, να τα αποκλείει, ακόμα και να τα απαγορεύει.
Ο Χρύσιππος (και οι διάδοχοι / μαθητές του) έγινε (αν και όχι με την “καθαρότητα” που αυτό θα συνέβαινε λίγο αργότερα) ένα είδος “φυσικού” της γραπτής γλώσσας. Στην ομιλία το να πει κανείς το βάζο ή το βάζω (το παράδειγμα πρόχειρο...) δεν θα απαιτούσε καμία τεχνική συστηματοποίηση και κατάταξη των λέξεων προκειμένου να αποφευχθεί η παρανόηση. Στη γραφή το ζήτημα μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά· εδώ αντικείμενο, εκεί ρήμα. Αντίστροφα μιλώντας, εάν η γλώσσα και, κυρίως, η γραφή της, δεν ανακηρυσσόταν ο “υλικός φορέας” της λογικής σαν μέρους της φιλοσοφίας, η αναλυτική επισκόπησή της θα ήταν αδιάφορη ή άχρηστη. Και όντως, ακόμα και στον καιρό του Χρύσιππου υπήρχαν ενάντιοι στην μεθοδολογία του, που προέτασσαν την ποιητική (λειτουργία) της γλώσσας. Όχι αυθαίρετα: επί αιώνες στην ρητορική, στο θέατρο, στο τραγούδι και στις μεγάλες απαγγελίες (έπη) το νοηματικό φορτίο δεν είχε “φορείς” που μπορούσαν να αναλυθούν γενετικά σε γράμματα, ύστερα συλλαβές, ύστερα λέξεις και στο τέλος προτάσεις. Αλλά (και συχνά κυρίως) στηριζόταν στον ρυθμό, στην ένταση, στο σύρσιμο και τον χρωματισμό των ήχων, στην έντεχνη επανάληψη συγκεκριμένων συμφώνων (όπως το “ρ”) και άλλα.
Όμως στην εποχή του Χρύσιππου η φιλοσοφία είχε ωριμάσει (στον κύκλο των υπηρετών της) ως το σημείο θα απαιτεί (και να φτιάχνει) τις υλικές, τεχνικές της γειώσεις. Θα προσθέσουμε: είχε ωριμάσει τόσο ώστε να απαιτεί τους διαχωρισμούς (της) απ’ τις μη φιλοσοφικές (και, κατά συνέπεια, τις “μη λογικές”) κοινωνικές δραστηριότητες. Το γεγονός ότι η γλώσσα επιλέχτηκε σαν εκείνο το πεδίο όπου, απ’ την μια θα έπρεπε να αναγνωριστεί (πιο σωστά: να κατασκευαστεί) μια ορισμένη τάξη - του - Λόγου, και απ’ την άλλη θα έπρεπε να σπρωχτεί στην άκρη οτιδήποτε δεν ανήκε σ’ αυτήν, και πως άρα η γραφή θα αποκτούσε ιδεολογική προτεραιότητα έναντι της ομιλίας μπορεί να χαιρετιστεί (εκ των υστέρων) σαν “πρόοδος”. Τις συνέπειες ωστόσο δεν θα μπορούσε να τις προβλέψει κανείς.

Σχεδόν παράλληλα με την μεθοδική διαμόρφωση μιας γραμματικής με φιλοσοφικές αφετηρίες, συνέβαιναν δύο ακόμα εξελίξεις, που έμελλε να δώσουν στην γραμματική την έννοια που ξέρουμε. Η παρακμή της άλλοτε εντυπωσιακής πόλης των Αθηνών γινόταν καθημερινή εμπειρία· και, ένα σημαντικό μέρος των διανοητικών λειτουργιών και θεσμών (με το ανάλογο κύρος) σκόρπιζε στα εδάφη των κληρονόμων της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου.
Η πρώτη εξέλιξη γέννησε ένα (διανοητικό) ρεύμα “αναβίωσης” (των παλιότερων μεγαλείων) με κεντρικό στοιχείο την συντήρηση μιας γλώσσας που, στην καθημερινή ζωντανή της χρήση άλλαζε διαρκώς. Το ρεύμα ονομάστηκε “αττικισμός”, και ευνοούσε την διατήρηση (μέσω της γραφής, καταγραφής και “ανάδειξης”) της αττικής διαλέκτου, μιας απ’ τις 3 ή 4 που ήταν σε χρήση τους προηγούμενους αιώνες. Όμως για να βαλσαμωθεί η ζωντανή γλώσσα σ’ εκείνη την προγενέστερη φάση της (που μπορούσε να συνδέεται με διάφορα μεγαλεία) θα χρειάζονταν δύο αποφασιστικές κινήσεις. Πρώτα ο διαχωρισμός της γραπτής απ’ την διαρκώς διαφοροποιούμενη ομιλούμενη. Και δεύτερον η ακόμα πιο συστηματική ανάλυση της γραφής ώστε να εκμαιευτούν (να κατασκευαστούν) οι κανόνες της.
Εάν ένα τέτοιο εγχείρημα γραμματικής θα θεωρούνταν εξεζητημένο στα όρια του παλιού ελληνικού κόσμου, είχε μια ειδική χρησιμότητα στα καινούργια εδάφη - και, κυρίως, στις καινούργιες διοικήσεις και ελίτ - του ελληνιστικού κόσμου. Το κύρος αυτών των νέων διοικήσεων και ελίτ νομιμοποιούνταν τώρα απ’ την διαδοχή του μακεδόνα κατακτητή· και, κατά συνέπεια, απ’ το είδος της παιδείας του. Η αττική διάλεκτος έγινε, κατά συνέπεια, η γλώσσα / σημαία της γενεαλογίας της εξουσίας για τα ελληνιστικά βασίλεια.
Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα: αυτή η γλώσσα δεν μιλιόταν καν και καν στις καινούργιες πρωτεύουσες! Θα έπρεπε, κατά συνέπεια, βασιλιάδες, αυλές και παρατρεχάμενοι να την διδαχθούν σαν ξένη γλώσσα. Η γραμματική και το συντακτικό, η διαμόρφωση δηλαδή ενός σώματος γνώσης “κανόνων της γλώσσας”, με προορισμό την ταχύρρυθμη εκπαίδευση τόσο στην γραφή της όσο και στην ομιλία της, γεννιούνται έτσι στην Αλεξάνδρεια. Η κατάταξη των λέξεων, οι πτώσεις και οι καταλήξεις, οι χρόνοι των ρημάτων, και μαζί όλες αυτές οι “θανάσιμες” εξαιρέσεις και ανωμαλίες (που στοιχειώνουν κάθε γραμματική που σέβεται τον εαυτό της) θα γεννηθούν μέσα απ’ αυτήν την συστηματική “ταιηλοροποίηση” της (γραπτής) γλώσσας.

...
Η αντίληψη της γραμματικής ως μάθημα που στόχο του έχει να παρουσιάσει πώς κλίνονται π.χ. τα ονόματα και τα ρήματα, ποια είναι η πτώση του υποκειμένου, πώς αποδίδεται η σύγκριση μεταξύ δυο πραγμάτων κ.ά. έχει κληρονομηθεί από τους Αλεξανδρινούς γραμματικούς οι οποίοι διαμόρφωσαν την πρώτη γραμματική για να προσεγγιστούν τα κείμενα της κλασικής εποχής. Κύριος σκοπός τους ήταν να βοηθήσουν τους σύγχρονούς τους, οι οποίοι δεν μιλούσαν πια τη γλώσσα του Θουκυδίδη ή του Πλάτωνα, να αποκρυπτογραφήσουν τα κείμενα αυτά όπως θα αποκωδικοποιούσαν μια “ξένη” γλώσσα.
Ένας άλλος σκοπός μιας τέτοιας γραμματικής ήταν να διδάξει τους σύγχρονους αλλά και τους μεταγενέστερους ποια είναι η “σωστή” ελληνική γλώσσα ώστε να τους βοηθήσει να τη μιλούν αλλά κυρίως να τη γράφουν σωστά. Με τον τρόπο αυτό η γραμματική παρουσιάστηκε σαν μια σειρά τύπων, κανόνων και σχημάτων που απορρέουν από το γραπτό μόνο λόγο και μάλιστα από μια γλώσσα που δεν μιλιέται πια φυσικά, μια γλώσσα έξω από την παιδική και φυσική γλωσσική εμπειρία. Όσο για το φυσικό προφορικό λόγο της μετακλασικής εποχής αυτός δεν εθεωρείτο ούτε άξιος περιγραφής ούτε άξιος διδασκαλίας. Μέσα λοιπόν από τη γραμματική των Αλεξανδρινών και την ανάλυση γραπτών κειμένων οι μαθητές μάθαιναν μια “ξένη” γλώσσα ή τουλάχιστον μάθαιναν να διαβάζουν και να κατανοούν μια “ξένη” γλώσσα.
...
(από πολυσέλιδο ηλεκτρονικό άρθρο με τίτλο “γραμματική και σχολική παιδεία”, και υπογραφή Ειρήνη Φιλιπάκη - Warburton, που υπερασπίζεται την γραμματική σα σχολική γνωσιολογική μέθοδο...)

Καθ’ εαυτή αυτή η πραγματική γέννεση της γραμματικής (όπως την ξέρουμε ως σήμερα) μπορεί να θεωρηθεί μείζον πολιτικό γεγονός στην ιστορία της διαχείρισης των γλωσσών αλλά και, μέσω της γλώσσας, των κοινωνικών σχέσεων. Κάθε γλώσσα για την οποία φτιάχτηκε κάποτε μια γραμματική, θα υποστεί (απ’ την στιγμή που αυτή η γραμματική αρχίζει να διδάσκεται πλατιά) ένα μόνιμο και συχνά επώδυνο (κοινωνικά) σχίσμα: ανάμεσα στις προφορικές μορφές της, και στην επίσημη γραπτή μορφή (η οποία επίσης μπορεί να μιλιέται) που διέπεται απ’ τους “κανόνες”. Κι αυτό το σχίσμα δεν είναι περιορισμένο γλωσσολικό. Είναι, άμεσα ή έμμεσα, ταξικό. Την γλώσσα - που - έχει - “κανόνες” - γραμματικής - και - συντακτικού την μιλούν οι γραμματισμένοι· οι μορφωμένοι· συνήθως οι διοικητικές και οικονομικές ελίτ. Οι υπόλοιποι, οι α-γράμματοι (ακόμα και με την πιο σχετική έννοια της λέξης), (θα) μιλούν (και θα τραγουδούν...) γλώσσες και διαλέκτους “κοινές”, “μαλλιαρές” (ίσως και “πρόστυχες”...). Συχνά οι πρώτοι θα προσπαθούν να διορθώσουν (ή να εξαφανίσουν) τις γλώσσες των δεύτερων, με μέτρα διοικητικά ή/και υποχρεωτικά εκπαιδευτικά. Αντίστροφα, οποιαδήποτε προσέγγιση ή πρόταση που θα ζητάει απ’ την γραμματική και το συντακτικό να πλησιάσουν τα γλωσσικά ήθη των “κοινών”, θα αντιμετωπίζεται απ’ την πλειονότητα των “γραμματισμένων” με την ιερή οργή ιδιοκτητών απέναντι σε διαρρήκτες. Ή με τον ασυγκράτητο θυμό βαλσαμωτών απέναντι στη ζωή.

Σε ένα αρκετά διαφορετικό επίπεδο των ώριμων πια ταιηλορικών επιστημών, στις αρχές του 20ου αιώνα, η γραμματική (σαν η ανατομία του συστήματος της γλώσσας και του οτιδήποτε μπορεί να αναχθεί σε γλώσσα) θα αποκτήσει μια καινούργια, παράξενη επικαιρότητα. Είναι η στρουκτουραλιστική τάση της σύγχρονης γλωσσολογίας, που με πρωτοπόρο τον Ferdinand de Saussure, θα ξαναξεκινήσει εκείνο που έβαλε μπροστά ο Χρύσιππος (και άλλοι, σε άλλα μέρη του παλιού κόσμου) αλλά τώρα για εντελώς καινούργιες κατακτήσεις. Διδάσκει ο Saussure: [1]

Kι είναι, πρώτα πρώτα, όλα που μ' αυτά η γλωσολογία αγγίζει την εθνολογία· είναι όλες οι σχέσεις που μπορούν να υπάρξουν ανάμεσα στην ιστορία μια γλώσσας και στην ιστορία μιας φυλής ή ενός πολιτισμού. Oι δύο αυτές ιστορίες ανακατεύονται και διατηρούν αμοιβαίες σχέσεις... Tα ήθη ενός έθνους έχουν τον αντίκτυπό τους πάνω στη γλώσσα του· άλλωστε, η γλώσσα, κατά μεγάλο βαθμό δημιουργεί το έθνος.
...
Mια γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα.... το σύστημα αυτό είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός· δεν μπορεί κανείς να τη δαμάσει παρά μόνο με τη σκέψη· κι αυτοί οι ίδιοι που κάνουν καθημερινή χρήση αυτού του μηχανισμού, τον αγνοούν βαθύτατα.
...
Όλος ο μηχανισμός της γλώσσας εξαρτιέται από την αρχή.... πως το σημαίνον [εννοεί: το άκουσμα των λέξεων)]...ξετυλίγεται μέσα στο χρόνο μόνο, κι έχει τα χαρακτηριστικά που δανείζεται από τον χρόνο... μπορεί να μετρηθεί μέσα σε μια μόνο διάσταση, τη γραμμή... ... Tα ακουστικά σημαίνοντα (εννοεί: οι λέξεις όπως τις ακούμε) δεν διαθέτουν παρά τη γραμμή του χρόνου· τα στοιχεία τους παρουσιάζονται το ένα ύστερα από το άλλο· σχηματίζουν αλυσίδα. O χαρακτήρας αυτός φαίνεται αμέσως από τη στιγμή που τα παριστάνει κανείς με τη γραφή...
...
Aκριβώς εδώ, στη γλωσσολογία, όπως στην πολιτική οικονομία, βρισκόμαστε μπροστά στην έννοια της αξίας· και στις δύο επιστήμες πρόκειται για ένα σύστημα ισοδυναμίας μεταξύ διαφορετικών τάξεων: στη μία έχουμε μια εργασία και ένα μισθό, στην άλλη ένα σημαινόμενο και ένα σημαίνον.
...

Θα αποδειχθεί σύνθετη και περιπετειώδης αυτή η επιστημονική εκστρατεία - μέσα στις φιλοδοξίες της. Τώρα το ζήτημα δεν είναι η διαμόρφωση μιας φιλοσοφικής τάξης μέσω της Λογικής και άρα μέσω της γλώσσας και των κανόνων της. Τώρα το ζήτημα είναι η κατόπτευση κάθε κοινωνικής συμπεριφοράς και η ανάλυσή της με όρους κανόνων γλώσσας. Όλα είναι γλώσσα - και, κατά συνέπεια, όλα έχουν (ή πρέπει να ανακαλυφθεί / εφευρεθεί ότι έχουν) γραμματική.
Σαρανταπέντε χρόνια μετά η γλωσσολογία θα είναι όχι απλά μια αναγνωρισμένη επιστήμη, αλλά μια επιστήμη σύνταξης και τυποποίησης του κοινωνικού πολύ πιο λειτουργική (έως εργαλειακή) σε σχέση με την παραδοσιακά εμπλεκόμενη κοινωνιολογία. Και τότε έρχεται ο (νεαρός τότε) Noam Chomsky, με τις συντακτικές δομές του, το 1956 [2]:

...
[Μελετάμε] τη γλώσσα ως ένα όργανο ή εργαλείο κι επιχειρούμε να περιγράψουμε τη δομή της χωρίς να αναφερθούμε ρητά στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται αυτό το όργανο.
...
Μια γραμματική της γλώσσας Γ είναι στην ουσία της μια θεωρία της γλώσσας Γ.
...
Κάθε επιστημονική θεωρία βασίζεται σε ένα πεπερασμένο αριθμό παρατηρήσεων, και επιδιώκει να συσχετίσει τα παρατηρούμενα φαινόμενα και να προβλέψει νέα φαινόμενα κατασκευάζοντας γενικούς νόμους με την βοήθεια υποθετικών κατασκευών, όπως (στην φυσική π.χ.) “μάζα” και “ηλεκτρόνιο”.
Με παρόμοιο τρόπο μια γραμματική ... βασίζεται σε ένα πεπερασμένο σώμα εκφωνημάτων [οι λέξεις] που είναι παρατηρούμενο υλικό, και περιέχει ορισμένους γραμματικούς κανόνες [οι νόμοι] που διατυπώνονται με βάση τα επιμέρους φωνήματα, φράσεις κλπ της γλώσσας.
...
Από εδώ και στο εξής θα θεωρήσω ότι μια γλώσσα είναι σύνολο (πεπερασμένο ή άπειρο) προτάσεων, κάθε μία από τις οποίες έχει περασμένο μήκος και κατασκευάζεται από ένα πεπερασμένο σύνολο μονάδων.
...
Η συντακτική εξέταση μιας δεδομένης γλώσσας έχει σαν στόχο της την κατασκευή μιας γραμματικής η οποία θα μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα είδος μηχανισμού που παράγει τις προτάσεις της υπό ανάλυση γλώσσας.
...

Τόσο μακρυά απ’ τις πρώτες φιλοσοφικές προσπάθειες να θεμελειωθεί η Λογική στην Τάξη της Γλώσσας και, με την σειρά της, η Τάξη της Γλώσσας στη Γραμματική της· και τόσο κοντά!!! Ο Chomsky και η θεωρία του θα παίξουν κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια μορφοποίησης ενός οικουμενικού (παν-ανθρώπινου) γραμματικο-συντακτικού υποστρώματος των ανθρώπινων λεκτικών επικοινωνιών, με αυστηρούς και πεπερασμένους κανόνες / νόμους. Και πάνω σ’ αυτήν την μορφοποίηση θα δοκιμαστεί, θα στηθεί με επιτυχία και θα εξελιχθεί ραγδαία η ολοκληρωμένη μηχανικά αντίληψη για την γλώσσα: οι γλώσσες προγραμματισμού (των υπολογιστών).
Η γραμματική δεν είναι πια το φιλοσοφικό “είναι της γλώσσας” και, έμμεσα, της ανθρώπινης λογικής. Είναι μηχανισμός παραγωγής “λογικών προτάσεων” - λογικών, υπό τον όρο ότι μπορούν να καθοδηγούν τις καινούργιες μηχανές, να “αφομοιώνονται” απ’ τις επεξεργαστικές τους διατάξεις.
Κοιτώντας το ζήτημα με την άνεση της αναδρομής, αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να θεωρηθεί παράξενη. Η κατασκευή τυποποιημένων κανόνων (όχι μόνο για την γραφή αλλά και) για την χρήση των λέξεων και των προτάσεων ενείχε ήδη απ’ τον καιρό των Αλεξανδρινών (αν όχι νωρίτερα) μια εργαλειακή σκοπιμότητα: το να μπορεί κάποιος να μάθει - μια - γλώσσα χωρίς να την έχει ζήσει ποτέ· άρα να μάθει - μια - γλώσσα έξω απ’ την άμεση κοινωνία της. Οι τεχνικές της γραμματικής και του συντακτικού βοήθησαν αρκετούς να μάθουν ξένες γλώσσες· και μάλιστα η ύπαρξη ενός κοινού (ή συγγενικού) υποστρώματος πίσω απ’ τους κανόνες κάθε γλώσσας χωριστά ήταν αναγνωρισμένη εμπειρία πολλών γλωσσομαθών, και δείκτης της ευκολίας με την οποία μάθαιναν την 4η στη σειρά γλώσσα, ύστερα την 5η· ειδικά εάν αυτές είχαν κοινή ιστορική προέλευση. Απ’ την άλλη μεριά η απο-κοινωνικοποίηση της γνώσης και της εμπειρίας καθε γλώσσας (απο-κοινωνικοποίηση με την έννοια της αποκοπής των φορτίων της προφορικότητας και ό,τι αυτή κουβαλούσε και κουβαλάει μαζί της) απόκοψε τις γλώσσες - με - γραμματική - και - συντακτικό απ’ τις διαλέκτους, και την διαρκή ζωντανή αναμόρφωση λέξεων και νοημάτων.

Εν τέλει η μηχανοποίηση της γραμματικής δεν ήταν τόσο αδιανόητη! Κι εκεί που επί έναν αιώνα, στον 20ο, κάθε σειρά νεαρών μαθητών και μαθητριών έπρεπε, λόγω μαζικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης, να φτύσει αίμα για να εκπαιδευτεί πρώτα στην αποξένωση απ’ την προφορική γλώσσα (αφού έπρεπε να μάθουν αυτό που ήδη ήξεραν, αλλά τώρα πια σαν “ξένη γλώσσα”, ίσως γλώσσα της εξουσίας...) και ύστερα να εκπαιδευτεί στις δυνατότητες της ορθής - γραφής, έχει έρθει τώρα η ιστορική στιγμή που η γραμματική μπορεί να είναι (και είναι) “γνώση της μηχανής”. Τα πιο γνωστά “υποπρογράμματα διορθώσεων” στα προγράμματα ηλεκτρονικής γραφής (όπως στο word) μπορεί να μην είναι ακόμα απόλυτα “έξυπνα”, δηλαδή πλήρως αξιόπιστα. Όμως έχει διανυθεί το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής ως την στιγμή που απλά κάποιος θα υπαγορεύει κάτι στη μηχανή κι αυτή θα δημιουργεί ένα γραμματολογικά απόλυτα σωστό γραπτό.
Σα να κλείνει απρόβλεπτα ένας κύκλος. Στο καθόλου μακρινό μέλλον “εφόδιο” για τους “μορφωμένους” (και άρα εκπαιδευτικό ζήτημα) δεν θα είναι η ορθογραφία, η γραμματική και το συντακτικό, αλλά η ρητορική... [3

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Τα αποσπάσματα είναι απ’ την ανάλυση η αυτόματη σκέψη που υπάρχει στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του site του Sarajevo.
[ επιστροφή ]

2 - ο.π.
[ επιστροφή ]

3 - Και θα απομείνουν οι γερασμένοι στο πνεύμα να τραβούν τα σπαθιά τους υπερασπίζοντας τα πολλά διαφορετικά “ι” της ελληνικής ορθο-γραφίας σαν υποχρεωτική γνώση / κάτεργο...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020