Sarajevo
 
Sarajevo 71 - 3/2013  

και ποιο είναι, λοιπόν,
το πρόβλημα με το 30ωρο;

Απ’ τον Δεκέμβρη του 2010 μέχρι πρόσφατα, τον Φλεβάρη του 2013, διάστημα κατά το οποίο η συνέλευση του πλάνου 30/900 προπαγανδίζει σταθερά και με όλα τα επιχειρήματα την μείωση του βασικού εβδομαδιαίου εργάσιμου χρόνου στις 30 ώρες και την αύξηση του βασικού μισθού στα 900 ευρώ, για την (ουσιαστικά αντι-εργατική) στάση όλων των τάσεων της ελληνικής αριστεράς γινόταν κι αυτή εδώ η εκτίμηση: εφόσον τέτοια ζητήματα τα προβάλλουν “περιθωριακοί” του είδους αυτοί κι αυτές του πλάνου 30/900, χέστε τους!!! Η πισώπλατη σπέκουλα αυτού του είδους έχει αφήσει τα ίχνη της και στο διαδίκτυο· και είναι πασίγνωστη η τακτική με την οποία κάθε είδους κομματόσκυλο απαντάει σε απορίες οπαδών (του είδους, για παράδειγμα: γιατί δεν εστιάζουμε κι εμείς στη μείωση του χρόνου εργασίας;) δυσφημώντας τους “φορείς” τέτοιων επικίνδυνων (για το νόμο και την τάξη του κεφάλαιου και του κράτους) ιδεών.
Αλλά στις 11 του περασμένου Φλεβάρη, μέρα κατά την οποία η συνέλευση του πλάνου 30/900 παρουσίαζε σε εκδήλωση στην Αθήνα την άβυσσο που χωρίζει τα εργατικά συμφέροντα από όλες τις αριστερές “πολιτικές” (συ.ριζ.α., κ[ορ]κ[ον]ε, αντ.αρ.συ.α. κλπ), από μια καθαρή σύμπτωση, στο μακρινό Βερολίνο, στην συνεταιριστική αριστερή (άλλοτε ακροαριστερή) καθημερινή εφημερίδα tageszeitung, δημοσιευόταν μια έκκληση / μανιφέστο, υπογραμμένη από 100 “βαριά ονόματα” του συνδικαλισμού, της διανόησης και της πολιτικής, που καλούσε τα γερμανικά συνδικάτα να βάλουν μπροστά την διεκδίκηση της μείωσης του εβδομαδιαίου εργάσιμου χρόνου στις 30 ώρες... Κι όταν λέμε “βαριά ονόματα”, το εννοούμε. Μέσα στους / στις 100 υποστηρικτές αυτού του πλάνου [1] περιλαμβάνονται η συμπρόεδρος του die link Katja Kipping και η αντιπρόεδρος του ίδιου κόμματος Sarah Wagenknecht, ο Hein-Josef Bontrup (καθηγητής οικονομικής νομοθεσίας στο πανεπιστήμιο του Gelsenkrirchen στη Βεστφαλία), μια εφτάδα γνωστών συνδικαλιστών της ig metal, και άλλοι παρόμοιου βεληνεκούς.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για επιρροές του πλάνου 30/900!! Ούτε πρόκειται για εκδήλωση εργατικού / προλεταριακού ανταγωνισμού. Πρόκειται για μια μάλλον τίμια πρωτοβουλία αριστερών στη γερμανία, η οποία μάλιστα έχει την μορφή έκκλησης προς τα συνδικάτα (να αναλάβουν τις ευθύνες τους...), κάτι που θα σχολιάσουμε πιο κάτω. Τα βασικά επιχειρήματα (υπέρ της καθιέρωσης του 30ωρου σαν πλήρους εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας) της συγκεκριμένης έκκλησης είναι απλά σε βαθμό κοινοτοπίας. Πρώτον, η πολύ μεγάλη ανεργία στη γερμανία. Και, δεύτερον, η μείωση των μισθών που εξυπηρετείτε ιδανικά απ’ αυτήν την μεγάλη ανεργία... Κατά την άποψη των 100, την κρίση (ναι, ναι, και στη γερμανία υπάρχει αυτό το κακό καπιταλιστικό “πράγμα”...) δεν πρέπει να την πληρώσουν οι εργάτες αλλά το κεφάλαιο...
Δοθέντος του υψηλού (καθεστωτικού) προφίλ των 100 του γερμανικού “πλάνου για την μείωση των ωρών εργασίας”, στον απόλυτο αντίποδα απ’ την “περιθωριακότητα” της εργατικής συνέλευσης του πλάνου 30/900, θα έλεγε κανείς λοιπόν (τρίβοντας τα χέρια του...) ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα, προς όλους τους ντόπιους “φίλους των εργατών”. Θα μπορούσε να προσθέσει αναλυτικότερα ότι “καλά, σε βάρος των αυτόνομων μπορείτε να σπεκουλάρετε απεριόριστα .... με αυτήν την 100άρα γερμανών αριστερών όμως τι θα κάνετε;” Ειδικά ο συ.ριζ.α., που θεωρεί το die link “αδελφό κόμμα”...
Υποθέτουμε πως ξέρετε τι έκαναν οι ντόπιοι φίλοι των εργατών: απλά, έπνιξαν την “κακιά είδηση”! Ο γενικά αριστερών προδιαγραφών ιστότοπος tvxs κράτησε την σχετική ανάρτηση για λίγες ώρες (λιγότερες απ’ την είδηση για την παραίτηση του πάπα...) και ύστερα την καταχώνιασε... Η “αυγή”, στις 12/2, είχε μια τυπική αναπαραγωγή της, στα όρια των “ψιλών - διεθνών”, παρόμοια σε μέγεθος και φλέγμα με την αναπαραγωγή της είδησης απ’ την “ημερησία”... Ο “ριζοσπάστης” παρέκαμψε το ζήτημα, λογικό εφόσον προέρχεται από “ρεφορμιστές”... Όσο για την αριστερή blogόσφαιρα; Απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε, στα όρια της απάθειας / αδιαφορίας.
Μας δίνεται λοιπόν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να βάλουμε το δάκτυλο στην πληγή: γιατί η ελληνική (και όχι μόνο) αριστερά κάνει ό,τι μπορεί για να αποφύγει τις καίριες εργατικές απαντήσεις στην κρίση; Το ενδιαφέρον και βοηθητικό σ’ αυτήν την ανατομία είναι ότι (ως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές) ούτε στη γερμανία η έκκληση των 100 έγινε (γενικά) ευνοϊκά δεκτή. Κι ούτε λόγος για την υπόλοιπη ευρώπη: εκτός απ’ την τυπική αναπαραγωγή της είδησης σε ορισμένα μήντια και ιστοσελίδες, άκρα του τάφου σιωπή. Φαίνεται ότι το ζήτημα της μείωσης του βασικού χρόνου εργασίας (χωρίς μείωση των μισθών - εμείς επιμένουμε: με αύξηση του βασικού μισθού) στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο να είναι κατά πολύ υποδεέστερο από την τύχη μιας αρκούδας σε κάποιο ζωολογικό κήπο, την παραίτηση ενός πάπα, την εγκυμοσύνη μιας πριγκίπισσας, ή ένα (ακόμα) “διατροφικό σκάνδαλο” με αλογίσιο κρέας...
Ποιό είναι, λοιπόν, το πρόβλημα με το 30ωρο;

Sarajevo 71 - 3/2013

 

λίγη ιστορία

Η θεωρητική ανάλυση των εργατικών αγώνων για την μείωση του χρόνου εργασίας και η ανάδειξη της συγκεκριμένης κατηγορίας αγώνων σαν άρνηση των καπιταλιστικών προσταγών, έχει γίνει μια χαρά (και μια για πάντα...) απ’ τον κυρ Κάρολο, στο 10ο κεφάλαιο του Κεφάλαιου. Πέρα απ’ τις θεωρητικές / αναλυτικές του ικανότητες ο Μαρξ είχε πάντως μπροστά του και το πανόραμα των ανάλογων αγώνων.
Για μια τεράστια χρονική περιόδο αιώνων, ο προσδιορισμός του χρόνου εργασίας ήταν μονομερές δικαίωμα των αφεντικών. Το 1349 για παράδειγμα, εξαιτίας της έλλειψης εργατικών χεριών λόγω λιμού, ένας νόμος προέβλεπε ότι η εργάσιμη ημέρα θα ήταν τόσο μεγάλη όσο θα βόλευε τους εργοδότες. Ένας ελισαβετιανός νόμος δυο αιώνες αργότερα, το 1562, προέβλεπε την αύξηση των εργάσιμων ωρών μέσω της μείωσης του χρόνου για φαγητό. Στην αυγή της πρώτης καπιταλιστικής επανάστασης, η “τεμπελιά” ήταν αμαρτία - και η εργάσιμη ημέρα ήταν τουλάχιστον 12 ώρες. Στο μεγαλύτερο μέρος του καπιταλιστικού 19ου αιώνα, εργάτες και εργάτριες δούλευαν συνήθως 15 ώρες την ημέρα επί 6 ημέρες, συν άλλες 8 με 10 ώρες την Κυριακή. Η πιο συγκροτημένη ανταγωνιστική δράση (συμπεριλαμβανομένων εκτεταμένων απεργιών) για δραστική μείωση του χρόνου εργασίας σε 10 ώρες την ημέρα, στην αγγλία, ήταν φυσικά απ’ το κίνημα των Χαρτιστών [2] - την δεκαετία του 1840. Στη συνέχεια ήταν η τεράστια κινητοποίηση των αμερικάνων εργατών τον Μάη του 1886 που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία του εργατικού ανταγωνισμού με - καθόλου τυχαίο - την απαίτηση για μείωση του χρόνου εργασίας.
Πιθανόν πολλοί να το αγνοούν, αλλά έχει σημασία. Τον Οκτώβρη του 1884, στο τότε συνέδριό της, η αμερικανική ομοσπονδία συνδικάτων, με ομοφωνία όρισε την 1η Μάη του 1886 σαν την ημερομηνία κατά την οποία θα πρέπει να έχει θεσπιστεί η εργάσιμη ημέρα των 8 ωρών. Το μεσοδιάστημα αφιερώθηκε σε καμπάνιες και οργάνωση: όπως ντοκουμεντάρει πάντως ο Jeremy Brecher στο βιβλίο του Strike! (που αφορά την ιστορία των εργατικών αγώνων στις ηπα) ήταν κυρίως η αποφασιστικότητα των ίδιων των εργατών, υπέρ της μείωσης του χρόνου εργασίας (που τότε εκτεινόταν από 12 έως 15 ώρες την ημέρα) που ανάγκασε ακόμα και αρχικά απρόθυμους συνδικαλιστές, όπως εκείνους του μεγαλύτερου συνδικάτου Knights of Labor, να υιοθετήσουν την διεκδίκηση του 8ωρου.
Στη βάση εκείνου του μακρόχρονου σχεδιασμού, η 1η Μάη του 1886 ήταν η πρώτη ημέρα γενικευμένων απεργιών (εάν δεν είχε ήδη καθιερωθεί το 8ωρο). Και πράγματι οι απεργίες ήταν εκτεταμένες, και συνέχισαν τις επόμενες ημέρες. Ήταν την 4η ημέρα τους, στις 4 Μάη, όταν εξερράγησαν οι “μυστήριες” βόμβες στην απεργιακή συγκέντρωση της πλατείας Haymarket του Σικάγο... Ο αγώνας οπισθοχώρησε, αλλά συνεχίστηκε. Τρία χρόνια μετά, το 1889, η Β Διεθνής δέχτηκε να γίνει ο αγώνας για το 8ωρο παγκόσμιος εργατικός αγώνας· και όρισε την 1η Μάη του 1890 σαν ημέρα απεργιών και διαδηλώσεων παντού - υπέρ του 8ωρου. Η επιτυχία της πρώτης διεθνούς πρωτομαγιάτικης απεργίας για το 8ωρο, το 1890, ήταν εντυπωσιακή - αναγκάζοντας τον τότε καθεστωτικό τύπο σ’ όλο τον κόσμο να παραδεχτεί ότι παντού οι εργάτες αγωνίζονται για μια κανονική εργάσιμη ημέρα, για μια κανονική ζωή... Το σημαντικό είναι πως τα επόμενα χρόνια, κάτω απ’ την απαίτηση του 8ωρου, σε πολλά εργοστάσια και εργαστήρια, με μαζικές απεργίες και “αποχωρήσεις”, χιλιάδες εργάτες άρχισαν να μείωνουν μόνοι τους τον ημερήσιο χρόνο δουλειάς από 15 ώρες σε 12 ή και 10.
Η επίσημη καθιέρωση του 8ωρου έγινε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, και πάντα ύστερα από σκληρούς και μακρόχρονους αγώνες / απεργίες. Στις ηπα αυτό ξεκίνησε το 1916, για τους σιδηροδρομικούς, κι αφού είχαν προηγηθεί εκτεταμένες απεργίες τους την προηγούμενη χρονιά, μ’ αυτό το αίτημα, διαρκούντος του Α παγκοσμίου, που όχι μόνο δεν “κόλλησε” τους αμερικάνους σιδηροδρομικούς, αλλά αντίθετα τους έδωσε την ευκαιρία να αξιοποιήσουν ανταγωνιστικά την έλλειψη εργατικών χεριών... Στη ρωσία το 8ωρο καθιερώθηκε μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων· ενώ στην καταλωνία καθιερώθηκε μετά από πολύ μεγάλες απεργίες (και πρωταγωνιστικών ρόλο σ’ αυτές των αναρχικών). Εν τέλει στις ηπα το 8ωρο έγινε καθολικός νόμος για τις βιομηχανίες το 1937, αν και επιτρέπονταν 8 ώρες την βδομάδα επιπλέον εργασία, πληρωμένη σαν υπερωρίες.

Υπάρχουν δύο επιμέρους σημεία αυτής της ιστορίας που έχουν ειδική αξία. Το πρώτο είναι ότι ο αυτοκινητοβιομήχανος Ford καθιέρωσε στα εργοστάσιά του στις αρχές του 1914, μόνον αυτός, το 8ωρο (από 9ωρο), διπλασιάζοντας ταυτόχρονα το μεροκάματο των ανειδίκευτων. Ο Ford υποστήριξε τότε (και ως το τέλος της ζωής του) ότι η παράλληλη μείωση του χρόνου εργασίας και η αύξηση του μισθού ήταν η “μεγαλύτερη επένδυση” που έκανε σαν επιχειρηματίας. Πράγματι, κόντρα στην σοφία των υπόλοιπων βιομήχανων της εποχής του, διπλασίασε σε 2 χρόνια τα κέρδη του. Λίγα χρόνια μετά άρχισαν να τον μιμούνται και άλλα αφεντικά. Τις επόμενες δεκαετίες, και ως εκείνη του 1970, όλες οι βιομηχανικές μελέτες στις ηπα και αλλού θα έδειχναν μονότονα και επίμονα το ίδιο πράγμα: ότι η αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας (πάνω από 40) δεν αυξάνει αλλά μειώνει την παραγωγικότητα των εργατών...
Το δεύτερο στοιχείο είναι πως ενώ στις ηπα το 8ωρο δεν είχε καθιερωθεί σα γενικός κανόνας, και ενώ η Μεγάλη Κρίση του 1929 βρισκόταν στο φόρτε της (με μια πλημμύρα κλεισίματος επιχειρήσεων και τεράστια αύξηση της ανεργίας), τα αμερικανικά συνδικάτα, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, έβαλαν σα στόχο την μείωση του χρόνου εργασίας στις 6 ώρες την ημέρα / 30 την εβδομάδα - χωρίς μείωση μισθών. Η κινητοποίηση και τα επιχειρήματα ήταν τέτοια και η επιμονή των εργατών τόσο μεγάλη ώστε παρά την βαθιά κρίση το 30ωρο σχεδόν επιτεύχθηκε στις ηπα, τότε: εγκρίθηκε απ’ την γερουσία και απέμενε η έγκρισή του και απ’ το κογκρέσσο· αλλά μετά την εκλογή του Ρούσβελτ δόθηκαν απ’ την κυβέρνησή του άλλα ανταλλάγματα στους εργάτες (καθόλου αμελητέα) προκειμένου να μην καθιερωθεί το 6ωρο/30ωρο... Σε κάθε περίπτωση, το πλεονέκτημα των (ρεφορμιστικών) αμερικανικών συνδικάτων μέσα στη Μεγάλη Κρίση του ‘30 ήταν πως δεν έβλεπαν την εργατική κατάσταση μέσα απ’ τα μάτια (και τα επιχειρήματα) των αφεντικών: δόλια και υπονομευτικά (δήθεν αθώα) ερωτήματα του είδους “και που θα βρουν τα λεφτά οι εργοδότες να πληρώνουν περισσότερους αφού θα δουλεύουμε λιγότερο;” άφηναν παγερά αδιάφορους εκατομμύρια αμερικάνους εργάτες...

 

το “πάθος για δουλειά”...

Ως και το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1970, το εβδομαδιαίο 40ωρο σαν τον ανώτατο όριο αποδοτικής εργασίας έμοιαζε να είναι καθολικά αποδεκτό απ’ τα αφεντικά· ενόσω, απ’ την μεριά των εργατών, οι μαζικές αρνήσεις ήδη απ’ τα ‘60s (απεργίες, κοπάνες, σαμποτάζ) συνέκλιναν πρακτικά όχι μόνο στο λιγότερη δουλειά αλλά ακόμα και στο καθόλου δουλειά. [3] Και τότε, εκεί προς τα τέλη των ‘70s, άρχισε ένας μετασχηματισμός κι απ’ τις δύο μεριές της ταξικής πόλωσης, του οποίου τις συνέπειες πληρώνουμε οικτρά σήμερα.
Στη μεριά των αφεντικών το στρατηγικότερο (όπως αποδείχθηκε) εργαστήριο ριζικής αναθεώρησης των αντιλήψεων περί “εργάσιμου χρόνου” ήταν οι “μήτρες” των νέων τεχνολογιών: βιομηχανικά ινστιτούτα και ερευνητικά κέντρα, που άρχισαν να προσλαμβάνουν σε μεγάλη κλίμακα αυτό που οι ψυχολόγοι της αμερικανικής Lockheed αποκαλούσαν ήδη απ’ την δεκαετία του ‘50 “προσωπικότητα υψηλής τεχνολογίας”. Για τους νεαρούς και τις νεαρές “πρωτοπόρους” των τεχνολογικών ερευνών, απόφοιτους πανεπιστημίων ως επι το πλείστον, τόσο η διάρκεια του ωραρίου τους όσο και η θέση του μέσα στο 24ωρο ήταν διάσταση των ερευνητικών και καινοτόμων παθών τους. Αποτελούσαν την πρώτη πανηγυρική εμφάνιση ενός εργασιακού ήθους αχόρταγης άντλησης “δικαίωσης” - μέσα - απ’ - την - δουλειά (την πολύωρη δουλειά γραφείου, την δουλειά ακόμα και μέσα στη άγρια νύχτα, την δουλειά “around the clock”) που απ’ τη μια μεριά ήταν συνεπές (αυτό το εργασιακό ήθος) με τις κριτικές για βαρετή και χωρίς ενδιαφέρον και νόημα δουλειά που είχαν προηγηθεί τα προηγούμενα χρόνια· απ’ την άλλη μεριά όμως έλυνε τα χέρια των (συχνά επίσης νέων) εργοδοτών σχετικά με τους χρονικούς περιορισμούς “απασχόλησης” των μισθωτών τους.3 Για τους παθιασμένους υπαλλήλους το 40ωρο ήταν τεράστιος αναχρονισμός... Το ζήτημα ήταν η απόλαυση της δουλειάς, άρα “νοήματα εργασίας”, “σκοπιμότητες εργασίας” που να εμπνέουν, κι όχι να κάθεται ο καθένας με το ρολόι στο χέρι περιμένοντας να σχολάσει.
Φυσικά, οι ανθρώπινες αντοχές από μόνες τους (που είχαν στηρίξει στο παρελθόν είτε το 40ωρο σαν ανώτατο όριο είτε τις απαιτήσεις για επιπλέον μειώσεις του εργάσιμου χρόνου) θα γίνονταν ακλόνητος περιοριστικός παράγοντας. Ήταν τότε, στο όνομα της εργοδοτικής φροντίδας γι’ αυτούς τους παθιασμένους υπαλλήλους, που οι ίδιες οι επιχειρήσεις (των νέων τεχνολογιών) άρχισαν να εμπλουτίζονται με hype καφετέριες και εστιατόρια, γυμναστήρια πρώτης γραμμής και fitness centers, διαμορφώνοντας εργασιακά περιβάλλοντα “ολικής ποιότητας” - πάντα προς τιμήν του χωρίς χρονοδιαγράμματα εργασιακού πάθους (και της χωρίς όρια απόδοσης). Η HP έγινε διάσημη από τότε που ειδική υπηρεσία cattering σέρβιρε κάθε πρωί καφέδες στα γραφεία των υπαλλήλων / μηχανικών της, θυμίζοντάς τους να κολατσίσουν...
Εννοείται πως η βασικη ιδέα εκείνου που άρχισε να συμβαίνει σ’ αυτούς τους καπιταλιστικούς τομείς βρισκόταν στο “μυαλό” της γενικότερης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ‘70 και μετά - και (ή κυρίως) σε σχέση με την καλύτερη διαχείριση (απ’ τα αφεντικά) του εργάσιμου χρόνου, κι άρα της απόσπασης υπεραξίας. [4] Η σταδιακή αλλά σταθερή και μεθοδική μετατόπιση της οργάνωσης της εργασίας απ’ το “κουραστικό”, “βρώμικο” και “εξοντωτικό” περιβάλλον του μαζικού, φορντικού εργοστασίου προς το “ευχάριστο”, “καθαρό” και “δημιουργικό” περιβάλλον της τριτογενοποίησης περνούσε μέσα από καινούργιες εργοδοτικές απόψεις για τα ωράρια. Δεν ήταν μόνο η “ευελιξία” ή και η “μερική απασχόληση” στο μενού. Ήταν, κυρίως, η σύλληψη ότι “αν δουλεύοντας κάνεις κάτι που σε ευχαριστεί και σε ανταμοίβει - κι όχι μόνο χρηματικά - ο χρόνος εργασίας μπαίνει σε εντελώς διαφορετικό νοηματικό / συναισθηματικό / κοινωνικό πλαίσιο”. Στην πράξη, μάλιστα, μπορεί να κουράζεσαι λιγότερο... Το “να αισθάνεσαι στη δουλειά σα στο σπίτι σου” σήμαινε μια μεγάλης έκτασης και συνθετότητας εκστρατεία (κυριολεκτικά!) οικειο-θελούς συμφιλίωσης (των εργατών) με την εκμετάλλευσή τους.

Μιλώντας ιστορικά πρόκειται για τα πρώτα χρόνια της Ρηγκανικής (και στην αγγλία Θατσερικής) νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Αφήνοντας στην άκρη όλες τις αναστολές για τα όρια απόδοσης και παραγωγικότητας του εβδομαδιαίου 40ωρου, η καινούργια επιχειρηματική ηθική (με αιχμή τις εταιρείες νέων τεχνολογιών) συμπυκνώθηκε σε δυο σλόγκαν: άρμεξέ τους και πέτα τους (που αναφερόταν στην τακτική της Microsoft να προσλαμβάνει νέους προγραμματιστές, να τους στραγγίζει με 70 ώρες δουλειάς την εβδομάδα, και ύστερα να τους απολύει προσλαμβάνοντας καινούργιους) και “δουλεύω 90 ώρες την βδομάδα και γουστάρω (σύνθημα σε T-shirt που φορούσαν διάφοροι στην Microsoft). Στο βαθμό που οι επιχειρήσεις της Silicon Valley έβρισκαν πάντα “διανοητικό κρέας” υπ’ αυτούς τους όρους, υπήρχε μια υπόδειξη (και απόδειξη) ότι μπορούσαν να το κάνουν και άλλοι. Και το έκαναν, σε όλο και πιο διευρυνόμενους κύκλους, στη “νέα” τριτογενοποιημένη οικονομία. Κι όχι μόνο στις ηπα.
Ο συνδυασμός “ευέλικτων” ωραρίων, part time κατανομών του χρόνου εργασίας και “πάθους για την δουλειά” σε πλήθος μικρότερων ή μεγαλύτερων επιχειρήσεων, απ’ τα 80s και μετά, άρχισε να συρρικνώνει το 40ωρο και τις παραδοχές (και τους συμβιβασμούς ανάμεσα στα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα) που το είχαν μορφοποιήσει και νομιμοποιήσει, σε όλο και μικρότερες εκτάσεις της μισθωτής εργασίας στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Τυπικά το 40ωρο (εκεί που είχε καθιερωθεί) δεν εξαφανίστηκε· όχι επίσημα τουλάχιστον. Παρέμεινε σαν το σκιώδες μέτρο υπολογισμού (της πληρωμής) όλων μα όλων των ωραρίων· είτε των “μειωμένων” (με αντίστοιχη μείωση του μισθού) είτε των “αυξημένων” (με αντίστοιχη πληρωμή υπερωριών - ή όχι). Αλλά απ’ την σκιώδη και νομική θέση του το εβδομαδιαίο 40ωρο έπαψε να είναι ένα απ’ τα βασικά στοιχεία της εργατικής αντίληψης για (και της εργατικής άρνησης προς) την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργασίας. Το πολιτικό όφελος των αφεντικών απ’ αυτήν την εξέλιξη προχώρησε παράλληλα με το οικονομικό όφελός τους, και συχνά το πρώτο ήταν μεγαλύτερο απ’ το δεύτερο. Γιατί η πείρα των εργατικών αγώνων μέσα στον καπιταλιστικό 19ο και τον 20ο αιώνα, ως τα ‘70s, σε σχέση με τα ωράρια, και η θεωρητική συμπύκνωση αυτής της εμπειρίας, νωρίς νωρίς, απ’ τον κυρ Κάρολο, έδειχναν το ίδιο: ο αγώνας για μείωση του χρόνου εργασίας, είναι ο αγώνας για εργατικό έλεγχο πάνω σ’ αυτόν τον χρόνο εννοημένο κοινωνικά, και άρα είναι μια απ’ τις σταθερές μορφές του αγώνα της εργατικής αντιεξουσίας, ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία. Πολύ περισσότερο και πολύ πιο απτά πολιτικοί απ’ ότι τα κάθε είδους κομματόσκυλα θα επέτρεπαν να αναγνωριστεί, οι ίδιοι οι εργάτες και οι εργάτριες, πολεμώντας άλλοτε για το 10ωρο, άλλοτε για το 8ωρο, άλλοτε για το 6ωρο (πάντα στο παρελθόν...), ήξεραν όχι μόνο τα συμφέροντά τους αλλά και το που πονάνε τα αφεντικά. Η μετατροπή του χρόνου εργασίας σε χρόνο “αυτοαξιοποίησης - μέσα - στη - δουλειά” ήταν ανατίναξη του ιστορικού εδάφους της εργατικής αρνητικότητας.

 

το “πρόβλημα” με το 30ωρο...

Την “σκόνη” απ’ αυτή την ανατίναξη την τρώμε στα μούτρα, και στα μάτια, και στο μυαλό, και στις συνειδήσεις, εδώ και πολλά χρόνια. Ενώ όλα τα σχετικά δεδομένα είναι εύκολα προσιτά στον καθένα (στον καθένα που, έστω, μπορεί να χειριστεί μια μηχανή αναζήτησης στον κυβερνοχώρο), και ενώ τόσο η κρίση όσο και η διαχείρισή της αποδεικνύουν σε όποιον δεν είναι ηλίθιος ή στραβός ποιοί είναι οι ακριβείς στόχοι των αφεντικών, κανένα απ’ τα ιστορικά δικαιωμένα ζητήματα της ταξικής πόλωσης απ’ την μεριά μας, δηλαδή των εργατικών συμφερόντων, δεν μπορεί να βρει την θέση που του αξίζει, στα μυαλά και στις συνειδήσεις... Ούτε το ζήτημα του βασικού μισθού (του “ανειδίκευτου”...), ούτε το ζήτημα του χρόνου εργασίας... Για να το πούμε απλά: η σκέψη των σύγχρονων εργατών και εργατριών είναι αλλού...

Μια απ’ τις πρώτες αντιδράσεις ενάντια στη γερμανική πρωτοβουλία υπέρ του 30ωρου ήρθε απ’ την ηλεκτρονική έκδοση του καθεστωτικού der spiegel. Αυτά είναι παλιομοδίτικα, της δεκαετίας του ‘70  σχολίασε με ιστορική - ιδεολογική αυταρέσκεια το εν λόγω περιοδικό. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει κάνει παρόμοια δήλωση ο γερμανός υπουργός εργασίας· ή ο έλληνας· ο γερμανικός σ.ε.β. ή ο ελληνικός... [5] Παράδοξο ή όχι, παρόμοιου είδους “επικρίσεις” έχει ακούσει και το πλάνο 30/900, απο διάφορους ντόπιους “φίλους των εργατών”, και μάλιστα ακόμα πιο προχωρημένες. Όμως, με μια έννοια, το der spiegel έχει άθελά του ένα δίκιο: γιατί εκεί, στη δεκαετία του ‘70 ή στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, εντοπίζεται το “σπάσιμο” της τεθλασμένης μεν αλλά συνεχούς κόκκινης γραμμής της εργατικής συνείδησης. Είναι σα να λέει: όλα αυτά τα εκνευριστικά τα ξορκίσαμε τότε, και τώρα θέλετε να ξαναζωντανέψουν;
Το να ζωντανεύει το θέμα της δραστικής μείωσης του εβδομαδιαίου ωραρίου (χωρίς μείωση μισθών) μέσα σε συνθήκες κρίσης με τον “γερμανικό τρόπο” δεν είναι βέβαια το ιδανικό από εργατική ταξική άποψη· είναι όμως καλύτερο απ’ το τίποτα. Το ενδιαφέρον είναι το ποια προβλέπουν ότι θα είναι η αντίδραση των συνδικαλιστών την έκκλησή τους οι ίδιοι οι 100. Ο πανεπιστημιακός Bontrup, μιλώντας στην tageszeitung, προέβλεψε ότι αυτοί οι εκπρόσωποι μάλλον θα κάνουν ότι δεν άκουσαν, βάζοντας μάλιστα “μπροστά” τα ίδια τα μέλη των συνδικάτων τους: ότι (αυτά τα μέλη) “φοβούνται πως εάν υπάρξει μείωση του ωραρίου θα υπάρξει και μείωση των μισθών”... Όμως ο Bontrup δεν παρέλειψε να πει και κάτι ακόμα για τους (γερμανούς) συνδικαλιστές: Απ’ την εμπειρία μου ξέρω ότι αγνοούν θεμελιώδη πράγματα... Οι γνώσεις τους για τα οικονομικά είναι ανύπαρκτες... [6]
Δεν μπορεί να πει κανείς τίποτα καλύτερο για τους έλληνες συνδικαλιστές αλλά και κομματικούς, διάφορων ειδών, βαθμίδων και σχημάτων: αυτό που ξέρουν καλά είναι η εξαπάτηση και, πότε πότε, η “αγωνιστική γυμναστική”, που εκτονώνει και αποπροσανατολίζει. Αλλά δεν χρειάζεται να έχει κανείς πανεπιστημιακό πτυχίο οικονομικών για να καταλαβαίνει ποιά είναι η σημασία του αγώνα (του πολέμου πιο σωστά) υπέρ του 30ωρου σήμερα, χτες!
Ακόμα και για την μοιρολατρεία (που, στην καλύτερη, τα παραπέμπει όλα σε κάποια “σωτήρια κυβέρνηση” και σε κάποιους “σωτήριους ηγέτες”) δεν χρειάζεται να έχει κανείς πανεπιστημιακό πτυχίο ψυχολογίας ή κοινωνιολογίας για να καταλάβει πως δουλεύει και πως νομιμοποιείται. Ντάξει, αλλά αυτά δεν γίνονται λένε διάφοροι, και η αιτία αυτής τους της σοφίας είναι απλή: έχουν εγκαταστήσει στο μυαλό τους την σκέψη (και, τελικά, τις “δυνατότητες” - δηλαδή τα συμφέροντα) των αφεντικών, σκέφτονται και αποφαίνονται για αυτό ή εκείνο έχοντας υιοθετήσει (για δικό τους) τον “ρεαλισμό” των αφεντικών...

Αυτή η “αντικατάσταση” δεν είναι τωρινή. Δεν έχει προκύψει μέσα στα δύο τελευταία χρόνια. Έγινε βήμα βήμα, μέρα μέρα, μήνα μήνα, στη διάρκεια των τελευταίων 3 δεκαετιών - σ’ όλο τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο. Ακόμα και όταν υπήρξαν (εργατικές) διεκδικήσεις μέσα σ’ αυτή την 30ετία, στο πίσω μέρος των σκέψεων έστεκε το μέτρο ενός στενά ορισμένου πραγματισμού: τι και πόσο είναι διατεθειμένα να υποχωρήσουν τα κάθε φορά αφεντικά. Χαρακτηριστική αναπαράσταση αυτής της πραγματικότητας, όπου το εργατικό συμφέρον διαμορφώνεται εκ των προτέρων έχοντας εσωτερικεύσει τις “δυνατότητες” του αφεντικού, είναι οι όποιες (κατά καιρούς) απαιτήσεις μισθολογικών αυξήσεων. Έγινε κοινοτοπία το ότι το αρχικό αίτημα είναι (ήταν...) πάντα πολύ υψηλότερο εκείνου που τα συνδικάτα και τα μέλη τους υπολόγιζαν σαν ρεαλιστικό στόχο· έγινε δηλαδή κοινοτοπία ότι το (μισθολογικό) εργατικό συμφέρον δεν είναι εξ αρχής αυτοτελές αλλά παίρνει την οριστική του μορφή μόνο στο τέλος (της διαπραγμάτευσης) και μόνο έχοντας εσωτερικεύσει τις “αντοχές” του αφεντικού.
Οι “δυνατότητες” και οι “αντοχές” του αφεντικού έγιναν λοιπόν επί μακρόν βασικό στοιχείο της συγκρότησης (ή μη), της μορφοποίησης (ή μη) του όποιου εργατικού στόχου. Κι αυτές είναι που βρυκολακιάζουν τώρα, θριαμβευτικά, επιβάλλοντας εκ των προτέρων (διανοητικά, συνειδησιακά) το φρένο του “ρεαλισμού” τους! Εάν για τόσα πολλά χρόνια η βασικότερη προϋπόθεση των εργατικών απαιτήσεων ήταν το “να μπορεί το αφεντικό να τις καλύψει έστω εν μέρει, μετά από παζάρια”, το να κατασκευάσουν τα αφεντικά μια “μεγα - αφήγηση” οικονομικής αδυναμίας (τους) λειτουργεί αφοπλιστικά, μαζικά, προληπτικά.
Εάν η εσωτερίκευση των “δυνατοτήτων” του αφεντικού (ή του καπιταλισμού, σα συστήματος) έγινε η μία ατσάλινη αλυσίδα στα μυαλά και στις συνειδήσεις της σύγχρονης πρωτοκοσμικής εργατικής τάξης, υπήρξε κι άλλη μια. Η αναπαράσταση της τάξης μας σαν (ανθρώπινης) μάζας. Η έννοια της προσωπικότητας (μέσα στην εργατική τάξη) δεν μπορεί να αναπαρασταθεί - μπορεί μόνο να βιωθεί. Αλλά τα αφεντικά είναι πολύ συστηματικά στο να εννοείται η “εργατική τάξη” (είτε ιστορικά είτε, ακόμα περισσότερο, η σύγχρονη) σαν το αντίγραφο της “μαζικής παραγωγής”, άρα σαν μια μάζα σκυθρωπή, απρόσωπη, και αποπνικτική για την προσωπικότητα κάθε εργάτη και κάθε εργάτριας. Και είναι πολύ συστηματικά σ’ αυτήν την αναπαράσταση, επειδή απ’ την άλλη μεριά τις προσωπικότητες τις διαμορφώνουν σαν ατομισμούς. Ακόμα κι αν υπάρχει μια κάποια συνείδηση αντιπαλότητας στον σύγχρονο καπιταλισμό (έτσι πάει το “μάθημα”) αυτή πρέπει να είναι ατομική· ή, έστω, “μικροσυλλογική” (και κατά προτίμηση συμμορίτικη). Οποιαδήποτε άλλη κοινότητα σκοπών, επιθυμιών και συμφερόντων μεγάλης κλίμακας (άρα η εννόηση της τάξης μας σαν τέτοιας) πρέπει να μοιάζει (και να γίνεται απωθητική) είτε με την κομματική γραφειοκρατία, είτε με την στρατιωτική α-προσωπία, είτε με την καταναλωτική (και αυτο-καταναλωτική) θάλασσα.

Σε ότι αφορά τους συνδικαλιστές και τους κομματικούς “εκπροσώπους” των συμφερόντων μας, θα ήταν εύκολο να δείξουμε γιατί είναι εχθρικοί απέναντι σε οτιδήποτε καταστρέφει το μικροαστικό “κέντρο βάρος του κόσμου” τον οποίο έτσι ή αλλιώς υπηρετούν. Το δύσκολο να εξηγηθεί (και να πολεμηθεί) είναι η παράλυση και η σύγχυση της ίδιας της τάξης μας, μέσα ή έξω από συνδικάτα και κόμματα. Προφανώς ο μικροαστισμός έχει διαβρώσει πολλά. Αλλά τα δύο πιο πάνω σκέλη του μας φαίνονται πολύ σημαντικά. Γιατί το 30ωρο απαιτεί τα ακριβώς αντίθετα. Απ’ την μια απαιτεί την αντίληψη του εργατικού συμφέροντος, σε πλήρη και απόλυτη διάσταση με τις (χειραγωγημένες, έτσι κι αλλιώς) αναπαραστάσεις του τι “μπορούν” και τι “δεν μπορούν” να “δώσουν” τα αφεντικά. Απ’ την άλλη απαιτεί την αντίληψη των ευρύτερων και κοινών εργατικών συμφερόντων, σε πλήρη και απόλυτη διάσταση με τον ατομισμό και τον συντεχνιασμό.
Ο πραγματικός και ιστορικά δικαιωμένος ρεαλισμός της τάξης μας, ο ρεαλισμός που ήταν αυτοτελής και διαμορφωμένος απ’ τις δικές μας ανάγκες και τις δικές μας απαιτήσεις και όχι “συνεταιρικά” με τις “δυνατότητες” των αφεντικών, έχει δείξει πως τα αφεντικά πάντα βρίσκουν τρόπους να “μπορούν” (ενώ, μέχρι την τελευταία στιγμή, δηλώνουν πλήρη αδυναμία...) όταν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να χάσουν την ιδεολογική και πολιτική εξουσία τους επάνω μας! Όταν οι αγώνες και η αποφασιστικότητα της τάξης μας κάνει την διακύβευση τόσο σοβαρή, τα αφεντικά ζυγίζουν τα δεδομένα πέρα από θεατρινισμούς και προπαγάνδες. Εδώ και 25 έως 30 χρόνια η ιδεολογική τους εξουσία πάνω στην τάξη μας έχει σφυρηλατηθεί σαν πατερναλισμός και “δίνουμε άμα μπορούμε”. Η πολιτική τους εξουσία, απ’ την άλλη, περισσότερο ακόμα κι απ’ τα κόμματα ή τα συνδικάτα, έχει εδραιωθεί σαν η υπεροχή των μορφών του κράτους (και του παρακράτους) απέναντι στα μεμονωμένα άτομα ή/και τα “πλήθη” ατόμων.

Τελικά, το “πρόβλημα με το 30ωρο” (όπως και το “πρόβλημα με τον βασικό μισθό”...) φαίνεται πως είναι αυτό: είναι πολύ σοβαρό ταξικό ζήτημα, αμφισβητεί ταυτόχρονα τα βασικά στηρίγματα της ιδεολογικής και της πολιτικής εξουσίας των αφεντικών, αλλά αυτήν την αμφισβήτηση την έχει σαν προϋπόθεσή του· κι όχι σαν θολό, ασαφές και πιθανό αποτέλεσμα κάποιου “ενδιάμεσου” μακρόχρονου σουρσίματος των συνειδήσεων μέσα στις λάσπες και τις παγίδες της κρίσης.
Θέλουμε πολλά; Ναι - θέλουμε πολλά...

 

Sarajevo 71 - 3/2013

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Όντως, το όνομα της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας λέγεται πλάνο για την μείωση των ωρών εργασίας - χωρίς μείωση των μισθών, εννοείται...
[ επιστροφή ]

2 - Οι Χαρτιστές είχαν πολύ πλατιά γκάμα διεκδικήσεων, στην οποία περιλαμβάνονταν και αμιγή πολιτικά αιτήματα, όπως το καθολικό εκλογικό δικαίωμα, και άλλα.
[ επιστροφή ]

3 - Αναλυτικότερα στα 4 πρώτα τεύχη των κόκκινων σελίδων.
[ επιστροφή ]

4 - Κάμποσα ονόματα θεωρητικών ή απλά προπαγανδιστών της καινούργιας (νεοφιλελεύθερης) καπιταλιστικής διάρθρωσης σε ότι αφορά την διευρυμένη εκμετάλλευση έχουν μείνει στην ιστορία. Ένας από δαύτους είναι ο αμερικάνος Tom Peters, με πτυχία πολιτικού μηχανικού και διοίκησης επιχειρήσεων. Αυτός ο τύπος στα 40 του, το 1982, έβγαλε (μαζί με τον Robert H. Waterman) ένα βιβλίο με τίτλο In Search of Excellence, σε σχέση με καινούργιες ιδέες οργάνωσης της εργασίας στις επιχειρήσεις· ένα βιβλίο που πούλησε 3 εκατομμύρια αντίτυπα σε 4 χρόνια, και έγινε τηλεοπτική σειρά στο αμερικανικό PBS. Πριν την έκδοση του βιβλίου, οι δύο συγγραφείς του ήταν σύμβουλοι διοίκησης στην εταιρεία McKinsey. Το 1977 η εν λόγω εταρεία τους ανέθεσε μια έρευνα για την αναδιοργάνωσή της, ζητώντας να μελετήσουν μοντέλα και προσόντα σε σχέση μ’ αυτά. Ο Peters επιχορηγήθηκε με ένα απεριόριστο ποσό προκειμένου να γυρίσει τον κόσμο, να κουβεντιάσει με επιχειρηματίες και όποιους άλλους έκρινε σκόπιμο, προκειμένου να μάθει οτιδήποτε χρήσιμο για την “ομαδική οργάνωση”. Στη διάρκεια αυτής της έρευνας, το υποκατάστημα της McKinsey στο Μόναχο, κάλεσε το 1979 τον Peters να παρουσιάσει τα ευρήματά του στην Siemens, πράγμα που ο Peters έκανε σε μια διήμερη εκδήλωση με προβολή 700 (!) σλάιντς. Η παρουσίαση έκανε διεθνή αίσθηση (βρισκόμαστε στα τέλη της ταραγμένης απ’ τις εργατικές αρνήσεις δεκαετίας του ‘70) και ο Peters κλήθηκε απ’ την PepsiCo να κάνει την ίδια παρουσίαση, κάπως πιο μαζεμένη και “αμερικάνικη”. Το υλικό αυτής της δεύτερης παρουσίασης ήταν που εκδόθηκε στη συνέχεια, το 1982, σαν βιβλίο.
Το In Search of Excellence θεωρήθηκε για κάποια χρόνια “ευαγγέλιο”, αν και δεν είχαν όλες οι εταιρείες που εφάρμοσαν τις ιδέες του τα αποτελέσματα (δηλαδή τα κέρδη) που περίμεναν άμεσα. Μια απ’ τις βασικές προτροπές του Peters ήταν, πάντως, η καλλιέργεια και η ανταμοιβή του “πάθους για την δουλειά”.
[ επιστροφή ]

5 - Η “καθ’ ύλην αρμόδιοι” του γερμανικού καθεστώτος φρόντισαν φυσικά να δηλώσουν την αντίθεση (και την ενόχλησή) τους από τέτοιες “ιδέες”. Για την γερμανία κάτι τέτοιο θα ήταν λάθος σχολίασε ο Peter Bofinger, μέλος της “συμβουλευτικής επιτροπής” της γερμανικής κυβέρνησης και καθηγητής οικονομικών. Δεν βλέπω ποιός είναι ο σοβαρός λόγος για να θεσπίζουμε τέτοια μείωση του βασικού χρόνου εργασίας... συμπλήρωσε, και έχει δίκιο: λείπουν οι δυναμικές απεργίες και διαδηλώσεις που θα το απαιτούν. Για να γίνει, μάλιστα, σωστά αποπροσανατολιστικός, πέταξε την μπάλα στο δικό του γήπεδο. ...Άλλωστε ένα παρόμοιο μέτρο το χρησιμοποιήσαμε στο παρελθόν, και έδωσε ότι ήταν να δώσει είπε, εννοώντας τα part time ωράρια (με τους part survival μισθούς...).
Απορριπτικός ήταν και ο Heiner Flassbeck, διευθυντής της υπηρεσίας του οηε για το εμπόριο και την ανάπτυξη. Ο Karl Brenke, του γερμανικού ινστιτούτου οικονομικών ερευνών (κάτι σαν τον ελληνικό ιοβε) βγήκε επίσης απ’ τα ρούχα του: “Είναι εντελώς μη ρεαλιστικό... Είναι μια ιδέα της δεκαετίας του ‘70, μαρξιστικής προέλευσης” σχολίασε θεωρώντας ότι η μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς ανάλογη μείωση μισθών είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα, επειδή θα είναι σα να επιβραβεύεται η μικρότερη παραγωγή... Όντως, όταν κτίζει κανείς καπιταλιστικά θαύματα πάνω στο “πάθος για δουλειά”, δεν έχει κανένα συμφέρον να υποστηρίξει την λιγότερη δουλειά - ειδικά εάν οι ενδιαφερόμενοι δεν του έχουν περάσει τη θηλειά στο λαιμό.
[ επιστροφή ]

6 - Η Ig Metal, που αποτελεί την ομοσπονδία των βιομηχανικών εργατών στη γερμανία, βρίσκεται (υποτίθεται) σε εσωτερική διχογνωμία ή και σύγκρουση για το 30ωρο. Το ένα γεγονός είναι ότι επτά στελέχη της υπέγραψαν την έκκληση· το άλλο γεγονός είναι πως ήταν μόνον επτά...
Όμως, πίσω απ’ την συνδικαλιστική “δυσκοιλιότητα” έως “ρεαλιστική αποστροφή” σε ότι αφορά τα εργατικά συμφέροντα, γερμανική, ελληνική, ισπανική ή ιταλική, κρύβεται (το λέμε κατηγορηματικά) το κάθε φορά εθνικό - καπιταλιστικό - συμφέρον. Μπορείτε να το δείτε αυτό στην γερμανική του εκδοχή, εάν λάβετε υπ’ όψη τα πιο κάτω.
Στις 16 Φλεβάρη του 1998, δηλαδή δέκα χρόνια “πρό κρίσης” (αλλά και πριν την ισοπεδωτική αντιεργατική νομοθεσία της συγκυβέρνησης σοσιαλδημοκρατών - πρασίνων το 2002), σε συνέντευξή του ο πρόεδρος της γερμανικής ομοσπονδίας δημοσίων υπαλλήλων (OTV) Herbert Mai είχε δηλώσει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος απ’ την δραστική μείωση του βασικού χρόνου εργασίας, έτσι ώστε να περιοριστεί η ανεργία. Ο Mai είχε προτείνει την καθιέρωση του 30ωρου, εξηγώντας ότι μόνο στον δημόσιο τομέα κάθε μείωση κατά μία ώρα του βασικού εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας αντιστοιχεί σε 135.000 καινούργιες προσλήψεις. Την εποχή που ο Mai έκανε την πρόταση για το 30ωρο ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στο γερμανικό δημόσιο ήταν 38.5 ώρες στη δυτική γερμανία και 40 ώρες (!) στην ανατολική. Ο Mai ζήτησε επίσης τον περιορισμό των 240 εκατομμυριών εργατοωρών ανά χρόνο που ήταν οι υπερωρίες, για να γίνουν άλλες 71.000 πλήρεις και κανονικές προσλήψεις. Σε οτι αφορά τους μισθούς του 30ωρου, ο Mai είχε δηλώσει πως εάν οι γερμανοί εργοδότες δεσμευτούν να κάνουν τις νέες προσλήψεις, τότε η OTV θα μπορούσε να συμφωνήσει σε μια μερική (και όχι αναλογική) μείωση στους μισθούς.
Οι ιδέες του Mai χαιρετίστηκαν τότε από διάφορα άλλα μεγάλα συνδικάτα, όπως η DAG (η ομοσπονδία των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα) - και η Ig Metall, η οποία μάλιστα θύμισε ότι απ’ τον Απρίλιο του 1997 είχε καταθέσει τεκμηριωμένη πρόταση για εβδομάδα εργασίας 32 ωρών στις βιομηχανίες. Αντίθετα, το γερμανικό υπουργείο εσωτερικών είχε δηλώσει ότι αντιτίθεται στο 30ωρο επειδή “θα αυξήσει το κόστος εργασίας και θα αυξήσει κι άλλο την ανεργία”. Ο εκπρόσωπος των δήμων / εργοδότων Lothar Ruschmeier το είχε πάει ακόμα μακρύτερα: για να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα είχε δηλώσει πρέπει να μειωθεί κι άλλο το κόστος εργασίας... οπότε, όχι μόνο δεν πρέπει να γίνει μείωση του χρόνου εργασίας, αλλά το αντίθετο, πρέπει να γίνει αύξησή του, χωρίς αύξηση των μισθών... κι αυτό θα πρέπει να είναι το μελλοντικό καθήκον μας...
Πράγματι, έτσι έγινε. Αντί να μειωθεί γενναία ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας “πλήρους απασχόλησης” στη γερμανία (και η ανεργία ήταν / είναι το ένα απ’ τα περισσότερα και εξίσου σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της δραστικής μειωσής του), στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘00, αυξήθηκε (κατά μισή ώρα την εβδομάδα - “μέση” πανγερμανική αύξηση), και πέρασε πάνω απ’ τις 40 ώρες (40,3 το 2006). Επιπλέον διαμορφώθηκαν κι όλα τα υπόλοιπα “ευέλικτα σχήματα” της “μερικής απασχόλησης”, με τους μισθούς - ψίχουλα, για τα οποία σας έχουμε ενημερώσει στο παρελθόν (για παράδειγμα, Sarajevo νο 58, one euro jobs).
Συν τω χρόνω οι συνθήκες έγιναν ακόμα πιο τρισάθλιες για ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης (πολυεθνικής) εργατικής τάξης στη γερμανία. Το μοτίβο της γενικευμένης υποτίμησης είναι γνωστό - σε κάθε περίπτωση έχουμε γράψει και ξαναγράψει γι’ αυτό: διαμόρφωση μιας “θάλασσας διαθέσιμης εργασίας” στην οποία τα κάθε είδους αφεντικά ψαρεύουν άνετα και, κυρίως, πάμφθηνα - με ωράρια και μισθούς που ορίζουν κατά τα συμφέροντά τους, τα μεν προς τα πάνω, τους δε προς τα κάτω. Αυτή η κατάσταση, πράγματι, δεν αφορά το σύνολο της “αγοράς εργασίας” στη γερμανία. Αλλά ο ισχυρός διαφορισμός είναι μέρος του κόλπου, εφόσον τα αφεντικά (άσχετα από εθνικότητες... το κεφάλαιο είναι παγκόσμιο) από πολιτική άποψη ενδιαφέρονται να κρατούν κατεστραμμένη τη γενική εργατική ταξική συνείδηση· οι όποιες “νησίδες” σχετικά ανεκτών ωραρίων και μισθών καθόλου δεν βλάπτουν τα συμφέροντά τους.
Η αλήθεια πως όλα αυτά (μιλάμε πάντα για τον γερμανικό καπιταλισμό) έχουν γίνει μπροστά στα μάτια των συνδικάτων, και ότι το ζήτημα του 30ωρου έρχεται, κατά κάποιον τρόπο “απ’ έξω”, δείχνει το μέγεθος και το είδος της συνενοχής. Για τα μέρη μας ισχύουν τα ίδια και χειρότερα.
Εν τω μεταξύ η Ig Metal ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να θέσει ζήτημα αύξησης (κατά 5,5% ή και 6%) των μισθών των βιομηχανικών εργατών. Στην πράξη θα είναι μια διαπραγμάτευση που θα καταλήξει (εκτιμάμε) κάπου στη μέση. Ενώ δεν είναι, από μόνο του, λάθος το ζήτημα της αύξησης των μισθών, έχει ένα προβληματάκι: τα ίδια τα γερμανικά αφεντικά προσανατολίζονται εδώ και μήνες σε μια τέτοια αύξηση (αλλά μόνο για επιλεγμένα τμήματα της γερμανικής εργατικής τάξης) προκειμένου να τονώσουν κάπως την εσωτερική κατανάλωση.
Προφανώς η Ig Metal θα είναι απασχολημένη πια με αυτό το ζήτημα, και δεν θα έχει χρόνο για το καθολικό 30ωρο... Πως λέγεται αυτό; “Εθνική ενότητα” μήπως;
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020