Sarajevo
 

   

σκοτάδι στο σκοτάδι

... Tο πείραμα καθυπόταξης του ελληνικού λαού δεν κύλησε ομαλά. Το πειραματόζωο αντέδρασε. Παρά την πλύση εγκεφάλου από τα ελεγχόμενα ΜΜΕ, παρά τη συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία των μνημονιακών κομμάτων, παρά τον χημικό πόλεμο στις διαδηλώσεις και παρά τις δικαστικές διώξεις, ο ελληνικός λαός δεν υπέκυψε. Με απεργίες, καταλήψεις, διαδηλώσεις, συλλαλητήρια, πολιτική ανυπακοή, πολύμορφες διαμαρτυρίες, αλλά και με την ανάπτυξη μορφών αλληλεγγύης ασυμβίβαστες με τον ατομικισμό και την ανταγωνιστικότητα, ο λαός μας αντιστάθηκε. Και όχι μόνον αντιστάθηκε, αλλά κατέγραψε σημαντικές πολιτικές νίκες. Ανάγκασε την κυβέρνηση Παπανδρέου σε αναδίπλωση, με ανασχηματισμό πρώτα και παραίτηση κατόπιν, και την κυβέρνηση Παπαδήμου σε παραίτηση και προκήρυξη εκλογών. Στις εκλογικές αναμετρήσεις που ακολούθησαν, κανείς δεν τόλμησε να υπερασπιστεί ανοιχτά τα μνημόνια. Ακόμη κι αυτοί που ανέλαβαν να κυβερνήσουν υπό την εποπτεία της τριαρχίας των δανειστών προεκλογικά έλεγαν και υπόσχονταν εντελώς άλλα. 

Αυτά (μεταξύ άλλων) διαπιστώνει η ηγετική (;) ομάδα του συ.ριζ.α., στο “σχέδιο διακήρυξης” που τέθηκε υπ’ όψη των μελών (και των ενδιαφερόμενων να γίνουν μέλη) της “πανελλαδικής συνδιάσκεψης”... “Σημαντικές πολιτικές νίκες” πέτυχε ο “ελληνικός λαός”... Δηλαδή τις εξής: τον Παπαντρέου τον Γ τον διαδέχτηκε ο σύμβουλός του Παπαδήμος, και αυτόν (ύστερα από δύο εκλογές) ένας πρώην κένταυρος και πρώην (;) υπόλογος για πράκτορας της cia... Μαζί με τον πρώην υπ.οικ. του Παπαντρέου του Γ και ένα απ’ τα κόμματα των ομιλουσών κεφαλών της αριστεράς. Τελικά, η πιο σημαντική απ’ τις σημαντικές πολιτικές νίκες για την οποία η real κυβερνοαριστερά (στην πραγματικότητα δεξιά) του συστήματος πανηγυρίζει είναι ότι “κανείς δεν τόλμησε να υπερασπιστεί ανοικτά τα μνημόνια”. Τρομερό!!! Ακόμα και για κριτικός θεάτρου, αυτή η αριστερά κοροϊδεύει...

Η αποτυχία, η πραγματική αποτυχία, δεν είναι απλά εντυπωσιακή. Είναι οικτρή! Οικτρή αποτυχία: μετά από έχουμεχάσειτομέτρημα [1] γενικές απεργίες (εντός ή εκτός εισαγωγικών, θα δούμε πιο κάτω) κανένα μα κανένα αποτέλεσμα της προκοπής δεν μπορεί να επιδειχθεί σε ότι αφορά τις γενικές γραμμές και κατευθύνσεις της διαχείρισης της κρίσης. Και, για να γίνουν τα άσχημα ακόμα χειρότερα, κανένας μα κανένας δεν απαιτεί δημόσια απολογισμό και αυτοκριτική: τι δεν πήγε καλά, γιατί δεν πήγε καλά, ποιοί φταίνε, πως πρέπει να τιμωρηθούν για την οικτρή αποτυχία, τι πρέπει να αλλάξει...[2] Αυτά που άλλους (όχι τόσο παλιούς αλλά σίγουρα “ξεπερασμένους”) καιρούς ήταν το αλφάβητο της συλλογικής δράσης, δηλαδή η διαρκής ανασκόπηση της πορείας ενός οποιουδήποτε αγώνα, και η διαρκής μέριμνα για την διόρθωση των λαθών και των αδυναμιών του, έχουν θαφτεί βαθιά, πολύ βαθιά. Ούτε καν γι’ αυτό δεν υπάρχουν εξηγήσεις... Πλήρης, βαθιά και απόλυτη αποτυχία / χρεωκοπία λοιπόν, των (δήθεν; θα δούμε πιο κάτω) “αντιστάσεων” αλλά και όλων των “απελευθερωτών”, “ανατροπέων”, “επαναστατών” καθ’ έξη ή κατ’ επάγγελμα. Πλήρης αποτυχία σε όλα, εκτός από ένα, όπου έχει σημειωθεί τεράστια επιτυχία: τα αφεντικά παίζουν μονότερμα, σκοράρουν κατά βούληση, επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους, χωρίς να φοβούνται, χωρίς να ενοχλούνται, χωρίς να εμποδίζονται... Ναι, εδώ υπάρχει μια σπουδαία συνεισφορά “απ’ τα κάτω” στην τρέχουσα διαχειρίση της κρίσης!
Και δεν είναι, βέβαια, μόνο οι γενικές απεργίες. Προσθέστε: “αγανακτισμένοι”, “παρεμβάσεις σε εθνικές επετείους”, “λαϊκές συνελεύσεις”, κατάρες δημόσιες (και ηλεκτρονικά μεσολαβημένες: κυβερνοχώρος), “σκληρές ρητορείες” στο κοινοβούλιο, φλογερές αναλύσεις και προτροπές σε κομματικά και μη έντυπα, αφίσες, προκηρύξεις, καρτολίνες... Ολόκληρο το ιδεολογικό και “αγωνιστικό” σύμπλεγμα / μόρφωμα των τελευταίων 38 χρόνων (απ’ το 1974 και μετά), “αγωνιστικές” συνήθειες και υπολογισμοί, κόλπα και ελιγμοί, μέθοδοι και στερεότυπα, ιδεολογίες και μορφασμοί, όλα έχουν χρεωκοπήσει πανηγυρικά - και δεν φαίνεται κανένας διατεθειμένος να το αναγνωρίσει δημόσια, να ερευνήσει και να απαντήσει στα “γιατί”, να βάλει τα δάκτυλα στις πληγές... Και να κάνει ό,τι χρειάζεται για να ξεπεραστεί η σαπίλα ενός αληθινού πτώματος, που περιφέρεται με κρεμασμένη μια ταμπέλα στην πλάτη του, που γράφει “είμαι η ανατροπή αύριο”. Κανένας δεν φαίνεται διατεθειμένος να το κάνει αυτό δημόσια, συστηματικά, με οιρμό, συνοχή και αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητα, κόβοντας - εφόσον και αυτό χρειάζεται - κάθε δεσμό με το ναυάγιο του συνδικαλισμού και των κομμάτων, με τις συνήθειες και τις βεβαιότητές του (αλλά και την ελεεινή “κοινωνικότητα” αυτών των συνηθειών και βεβαιοτήτων), όποιο κόστος προσωπικό κι αν έχει κάτι τέτοιο. Πίσω απ’ τα παχιά λόγια και τα φούμαρα (άφθονα πράγματι εδώ και σχεδόν 3 χρόνια) αποδεικνύεται - κατά την ταπεινή μας γνώμη - η σημαντική πρόοδος του καπιταλισμού (και) στα μέρη μας: έχει φτιάξει εκατομμύρια υπηκόους ανίκανους να σκεφτούν λογικά και να δράσουν μεθοδικά, έχει φτιάξει (ή συντηρήσει) εκατομμύρια μυθομανίες και φαντασιοπληξίες, έχει φτιάξει εκατομμύρια κρατούμενους, αιχμάλωτους, στις ατομικές και συλλογικές ψευδαισθήσεις τους.

 

Sarajevo 68 - 12/2012
Το “ξύπνημα” και το “σήκωμα” (απ’ τον καναπέ)
δεν επιδέχονται αυτοκριτική...

 

Δεν είναι δουλειά μας, σα Sarajevo, να κάνουμε τον απολογισμό και την αυτοκριτική άλλων· πολύ περισσότερο που αυτοί οι “άλλοι” μας έχουν φτύσει και συνεχίζουν να μας φτύνουν, με αναβλύζουσα βλακεία, στα μούτρα (όχι σαν έντυπο αλλά σαν οργανωμένη αυτονομία) κάθε φορά που βρίσκονται μπροστά στις εργατικές μας θέσεις και στα κριτικά επιχειρήματά μας. Απ’ την άλλη (το παραδεχόμαστε) έχουμε έναν μόνιμο πειρασμό να φωτίζουμε πλευρές αυτής της χωρίς ιστορικό προηγούμενο διανοητικής και συναισθηματικής χρεωκοπίας των “απο κάτω”. Κυρίως επειδή ορισμένα συμπεράσματα τέτοιου είδους χρειάζονται στη δική μας πολιτική δράση. Συνεπώς αυτό θα κάνουμε σ’ αυτήν εδώ την αναφορά: θα δείξουμε τις ακροβασίες και τα εύκολα προβλεπόμενα αδιέξοδα σχεδόν τριών χρόνων “λαϊκών κινητοποιήσεων”, καθώς και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί η χρεωκοπία και η όπως όπως απόκρυψή της. Θα κάνουμε μάλιστα μια βασική παραχώρηση σ’ αυτήν την επιλεκτική επισκόπηση: δεν θα χρησιμοποιήσουμε εργατικά, προλεταριακά επιχειρήματα και προσεγγίσεις. Θα προσπαθήσουμε, στο μέτρο του δυνατού, να παραστήσουμε τους ουδέτερους, “τρίτους” παρατηρητές διάφορων απ’ αυτά που έχουν συμβεί ή/και έχουν υποστηριχτεί ως τώρα.  Είναι μια κάπως παιχνιδιάρικη αλλά και αμφίβολης αποτελεσματικότητας παραχώρηση: στο κάτω κάτω της γραφής, εάν υπάρχει γενικευμένη παραισθησία και ανορθολογισμός, αυτό μπορεί να είναι ανίκητο είτε από εργατικές είτε από απλά λογικές θέσεις!

Το πρώτο που σημειώνουμε είναι ότι όταν άτομα ή/και σύνολα ατόμων έχουν προσπαθήσει πολύ (ή, τέλος πάντων, αυτό νομίζουν) να “νικήσουν κάποιον” κι έχουν αποτύχει, παράγεται ή/και επιβεβαιώνεται η πεποίθηση ότι αυτός ο “κάποιος” είναι ανίκητος. Αυτή η πεποίθηση μπορεί να ομολογείται ρητά ή μπορεί να απωθείται· όμως είναι αναπόφευκτη, εκτός ίσως απ’ την περίπτωση που κάποιος υπνοβατεί και “πολεμάει στον ύπνο του”.
Αν και η διαπίστωση πως ο αντίπαλος είναι ανίκητος προκαλεί από απελπισία έως κατάθλιψη, έχει μια ιδεολογική χρησιμότητα: την ηττοπάθεια. Το συμπέρασμα ότι “τίποτα δεν έχει αξία, και καλύτερα να κοιτάει ο καθένας τον εαυτό του και πως θα τα φέρει βόλτα”. Αυτό το συμπέρασμα, με την σειρά του, είναι μια απ’ τις παλιές και ένδοξες σημαίες του μικροαστικού κομφορμισμού. Κοίτα την δουλειά σου και μην ανακατεύεσαι... Πράγμα που σημαίνει ότι μετά από διαδοχικά κύματα επιθέσεων (ή ισχυρισμών ότι πρόκειται για επιθέσεις...) εναντίον κάποιου που, τελικά, αποδεικνύεται ανίκητος, δεν υπάρχουν μόνο ηττημένοι ή ανασχεμένες πλευρές του εαυτού όσων επιτίθενται ή έτσι νομίζουν (στο “μνημόνιο”, στην “κυβέρνηση”, στο “δντ”, στην Μέρκελ, όπου τέλος πάντων νομίζουν). Υπάρχουν και νικητές. Νικητές είναι ο συντηρητισμός και ο ατομισμός, είτε σαν γενικά χαρακτηριστικά προσωπικοτήτων είτε σαν πλευρές τους.
Έχει ενδιαφέρον τώρα να ρωτήσει κανείς το εξής: εάν ο συντηρητισμός και ο ατομισμός είναι, σε γενικές γραμμές, προϊόντα, παράγωγα μιας ήττας, αναγνωρισμένης ή όχι αδιάφορο· ή αν, τουλάχιστον στην περίπτωση των ελλήνων, προϋπήρχαν στις ψυχοϊδεολογικές αποσκευές τους, “αγωνιστικές” ή απλά υπαρξιακές, επενεργώντας με τον έναν (φανερό) ή τον άλλο (αθέατο) τρόπο στη διάρκεια των “αγωνιστικών προσπαθειών” τους... Καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό και το είδος των “αγώνων”, και την εξέλιξη / κατάληξή τους. Θα αφήσουμε την απάντηση αυτής της ερώτησης για το τέλος.

 

να ρίξουμε την κυβέρνηση

Είναι απόλυτα παραδεκτό απ’ τους πάντες, από “αντιμνημονιακά” κόμματα έως εκατοντάδες χιλιάδες άτομα, ότι απ’ τον Μάη του 2010 ο στόχος (των όποιων κινητοποιήσεων) ήταν αυτός: να πέσει η κυβέρνηση. Ειδικά η κυβέρνηση του Παπαντρέου του Γ, κι ακόμα ειδικότερα ο ίδιος σαν πρωθυπουργός και ο υπουργός του επί των οικονομικών, συγκέντρωσαν τόσο και τέτοιο μένος ώστε (όπως υποστηρίχτηκε κάποια στιγμή περιπαιχτικά) εάν έβγαιναν και υποστήριζαν ότι ο ήλιος ανατέλει το πρωί, εκατομμύρια έλληνες θα υποστήριζαν φανατικά το αντίθετο.
Αφήνουμε προς το παρόν στην άκρη τι είδους στόχευση ήταν αυτή. Για τις ανάγκες της διερεύνησης την θεωρούμε απλά “νόμιμη”. Πώς, όμως, πέφτει μια κυβέρνηση; Ποιά ενδεχόμενα “ριξίματος” πρέπει να έχει κάποιος, άτομο ή σύνολο ατόμων, που έχει τέτοιον στόχο; Δύο τρόποι υπάρχουν. Ο ένας είναι το ένοπλο πραξικόπημα. Ο άλλος είναι οι εκλογές και η σημαντική αλλαγή των συσχετισμών και των κατανομών στο κοινοβούλιο. Ένοπλο πραξικόπημα μπορούν να κάνουν πολλοί και διάφοροι: ο στρατός, η αστυνομία, κάποιος “εξωτερικός παράγοντας” - και το όποιο μαζικό ένοπλο κόμμα. Δεδομένου, τώρα, πως ούτε την άνοιξη του 2010 υπήρχε, ούτε από τότε δημιουργήθηκε τέτοιο μαζικό ένοπλο κόμμα ικανό να “ρίξει μια κυβέρνηση” μέσω πραξικοπήματος, το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα μόνο απ’ τους υπόλοιπους ικανούς (θεωρητικά) για κάτι τέτοιο. Τον στρατό, ή την αστυνομία, ή κάποιον “εξωτερικό παράγοντα”. Αν και δεν είμαστε καθόλου σίγουροι, και πάλι για το καλό του απολογισμού που κάνουμε, θα θεωρήσουμε ότι ελάχιστοι ή και κανένας έλληνας δεν ήθελε τέτοιου είδους “ρίξιμο” κυβέρνησης.
Απομένουν, λοιπόν, οι εκλογές. Το ρίξιμο της κυβέρνησης (Παπαντρέου ή, τώρα, Σαμαρά) θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με εκλογές. Συνεπώς, το πρακτικό μέσο και άρα η συνισταμένη όλων των επιμέρους δράσεων απ’ τον Μάη του 2010, θα έπρεπε να είναι η πρόκληση εκλογών. Θα έπρεπε, σα να λέμε, οι διαμαρτυρόμενοι να οργανωθούν και να πράξουν έτσι ώστε να κάνουν, κάποια στιγμή του “αγώνα” τους, τις εκλογές αναπόφευκτες....
Ωστόσο, οι εκλογές έχουν μια πολύ μεγάλη διαφορά απ’ τις όποιες κινητοποιήσεις. Η συμμετοχή στις δεύτερες είναι επιλεκτική ενώ στις πρώτες καθολική. Αυτό σημαίνει ότι εάν 500.000 διαδηλωτές ζητούν εκλογές, δεν παύουν να είναι “μόνο” 500.000 - σε ένα εκλογικό σώμα 7,5 ή 8 εκατομμυρίων. Κι ενώ 500.000 διαδηλωτές είναι ένα σημαντικό γεγονός, κοιτώντας το στο φόντο της καθολικής ψηφοφορίας δεν είναι παρά η εκδήλωση μιας μικρής μειοψηφίας. Συνεπώς, ακόμα κι αν βρουν αυτοί οι 500.000 διαδηλωτές ένα τρόπο να επιβάλλουν την θέλησή τους, και οι εκλογές γίνουν, αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα θα είναι αυτό που ήθελαν - ή, έστω, κοντά.
Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα του πόσο ελάχιστα μπορεί να συμπίπτει το αγωνιστικό φρόνημα μιας μαζικής μειοψηφίας, μιας μειοψηφίας εκατοντάδων χιλιάδων, και το αποτέλεσμα των αμέσως επόμενων εκλογών. Η εξέγερση του Μάη του 1968, για παράδειγμα, ήταν εξαιρετικά μαζική και δυναμική, τόσο από φοιτητική / νεολαιίστικη πλευρά (διαδηλώσεις, καταλήψεις, πρωτοφανείς οδομαχίες με την αστυνομία) όσο και από εργατική (γενική απεργία διαρκείας, καταλήψεις εργοστασίων). Ωστόσο, στις εκλογές που έγιναν “δίπλα στην φωτιά”, στα τέλη Ιούνη του 1968, σε δύο γύρους, ο συνασπισμός των συντηρητικών κομμάτων που υποστήριζαν τον τότε γάλλο πρόεδρο Ντε Γκώλ πέτυχε την μεγαλύτερη ever νίκη του, με ποσοστό 57,62% των ψήφων και 396 απ’ τις 487 έδρες του κοινοβουλίου. Ή, άλλο παράδειγμα, το “κλίμα” μετά την πτώση της ελληνικής χούντας, το 1974, έμοιαζε να είναι “φιλοαριστερό”. Οπωσδήποτε οι δυναμικές μειοψηφίες (καθόλου ολιγάριθμες) κινούνταν στην άκρα αριστερά... Ωστόσο στις εκλογές του Νοέμβρη του 1974 η “νέα δημοκρατία” του Καραμανλή του Α (πολιτικού με ως τότε ιστορικό “σκληρής δεξιάς”) πέτυχε την μεγαλύτερη και πιο καθαρή νίκη που έχει πετύχει συντηρητική παράταξη από τότε ως σήμερα: 54,37% των ψήφων, και 220 απ’ τις 300 έδρες. Ακόμα και μετά το εξαιρετικά δυναμικό “κίνημα των καταλήψεων” κατά του νόμου 815 στα πανεπιστήμια (τελευταίο παράδειγμα), όπου η άκρα αριστερά και οι αναρχοαυτόνομοι είχαν νικήσει κατά κράτος, σε επίπεδο μαζικών φοιτητικών συνελεύσεων, το σύνολο των κοινοβουλευτικών κομματικών νεολαίων (που δεν ήταν καθόλου ασήμαντες από αριθμητική άποψη), στις αμέσως επόμενες εκλογές για την εφεε, ο τότε “χώρος” μετρήθηκε σαν κουκιά και βρέθηκε στο πραγματικό του μέγεθος: εκείνο θλιβερής μειοψηφίας.
Γιατί υπάρχει τέτοια (συχνά τεράστια) απόσταση μεταξύ του “όγκου” κάποιου μαζικού αγώνα και των αποτελεσμάτων των ανάλογων εκλογών, ειδικά αν αυτές οι τελευταίες είναι σε εθνική κλίμακα; Υπάρχουν δύο λόγοι. Πρώτον μια μαζική και δυναμική με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μειοψηφία μπορεί μεν να παράξει γεγονότα που να κατακλύσουν την δημοσιότητα δημιουργώντας ένα φάντασμα παντοδυναμίας· αλλά αυτή η παντοδυναμία είναι ψευδαίσθηση εάν μετρηθεί με τους τυπικούς όρους της αστικής δημοκρατίας. Πάντα υπάρχουν και οι “αντίθετοι”, που είτε από φόβο είτε από μετριοπάθεια, είτε από πονηρούς υπολογισμούς, δεν νοιώθουν υποχρεωμένοι να εκδηλωθούν δημόσια· άρα και να καταμετρηθούν στο πεζοδρόμιο. Όμως υπάρχουν. Επιπλέον, οι δυναμικές κινητοποιήσεις, ειδικά εάν στοχεύουν σε τόσο κεντρικά ζητήματα όπως το “ρίξιμο μιας κυβέρνησης”, δημιουργούν πάντα στους μικροαστούς (και όχι μόνο) αβεβαιότητα και ένταση του συντηρητισμού τους. Εάν τους δοθεί η ευκαιρία να εκφραστούν (και οι εκλογές αυτό ακριβώς κάνουν) θα στηρίξουν οτιδήποτε τους φαίνεται κοντινότερο στο νόμο και στην τάξη.
Προκύπτει, λοιπόν, με πλήθος ιστορικών παραδειγμάτων, ότι το “ρίξιμο μιας κυβέρνησης μέσω εκλογών” καθόλου δεν συνεπάγεται ότι θα δημιουργηθεί μια καινούργια, φιλική προς τα συμφέροντα εκείνων που έριξαν την προηγούμενη. Το αποτέλεσμα είναι γενικά αβέβαιο, και οπωσδήποτε μπορεί να είναι και το αντίθετο απ’ αυτό που περιμένουν εκείνοι που “ρίχνουν την κυβέρνηση”. Το γενικό συμπέρασμα, εδώ, είναι ότι δεν είναι καθόλου αρκετό να θέλουν 500.000 διαδηλωτές να “ρίξουν την κυβέρνηση”. Πρέπει να έχουν εκ των προτέρων φροντίσει τι (δηλαδή ποιο κόμμα / ποιά κόμματα) θα δημιουργήσουν την καινούργια· πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να έχουν πετύχει οργάνωση και βεβαιωμένη επιρροή πολλαπλάσια του μεγέθους των (αντικυβερνητικών) διαδηλώσεών τους· κι αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να έχουν αφιερώσει πολύ χρόνο και κόπο (και μάλιστα δυσανάλογα περισσότερο απ’ αυτές καθ’ εαυτές τις συγκεντρώσεις / διαμαρτυρίες τους) σ’ αυτό το “μετά”: κάνοντας το συγκεκριμμένο, απτό, και οργανωτικά εφικτό (ή εξαιρετικά πιθανό). Εάν, όμως, δεν έχουν κάνει τίποτα απ’ αυτά, ή εάν θεωρούν πως αυτά γίνονται “από μόνα τους”, “αυτόματα”, πρόχειρα και στα όρθια, τότε οποιαδήποτε κινητοποίηση για - να - πέσει - η - κυβέρνηση, ακόμα κι αν μετράει εκατοντάδες χιλιάδες κεφάλια, είναι είτε περίπατος είτε “συνωστισμός”...

Έγινε, απ’ τον Μάη του 2010 και μετά, οτιδήποτε με αξιώσεις υπέρ μιας “άλλης κυβέρνησης”· οτιδήποτε χρονοβόρο και κοπιαστικό που να προοιωνίζει τι μέρος του λόγου να είναι αυτή η “άλλη κυβέρνηση” και, κυρίως, πόσο διαφορετικά αλλά αποτελεσματικά θα διαχειριστεί την τρέχουσα φάση της κρίσης, τις διεθνείς σχέσεις και υποχρεώσεις του ελληνικού κράτους / καπιταλισμού, κλπ κλπ; Όχι. Σκέτα όχι. Μόλις πριν τις εκλογές (επιτέλους! ή μήπως όχι;) του Μάη του 2012, δηλαδή μετά από δύο ολόκληρα χρόνια “αγώνα ανατροπής” (!!!) το επιτελείο του συ.ριζ.α. συνέλαβε (και σε κάθε περίπτωση κοινοποίησε) την φαεινή ιδέα της “αριστερής κυβέρνησης”. Ήταν ένα κλασσικό πολιτικάντικο τρικ, που κατά τους εμπνευστές του θα ξεκολούσε αυτό το κόμμα απ’ τα μίζερα 3,5%, στη λογική ότι “εάν μείνουμε ένα κόμμα διαμαρτυρίας μπορεί και να μην τα καταφέρουμε - καλύτερα να εμφανιστούμε σαν κόμμα εξουσίας, αφού εξουσία θέλουν οι αντιμνημονιακοί”. Το τρικ είχε στόχο ένα ποσοστό μεταξύ 8 και 10%· αλλά αποδείχθηκε πιο πιασάρικο. Όμως το “κόμμα εξουσίας”, ουρανοκατέβατο καθώς ήταν, δεν είχε καν - έτσι, για τα μάτια του κόσμου - “πρόγραμμα εξουσίας” στις εκλογές της 6 Μάη! Προσπάθησε να φτιάξει στο πόδι ένα, σα σύνθεση της (κατά βάθος αντιπολιτευτικής) σοφίας των συστατικών του, για να το έχει έτοιμο στις επόμενες εκλογές, στις 17 Ιούνη. Εννοείται ότι αυτό το “πράγμα” που παρουσιάστηκε σαν “πρόγραμμα εξουσίας”, 110% επιτελικό και αγχωμένο προϊόν, δεν αντέχει όχι στην κριτική αλλά ούτε στην κοινή λογική - τόσες οφθαλμοφανείς αντιφάσεις έχει. Αλλά και ποιός ασχολείται στα σοβαρά (όχι με την κριτική αλλά) με την λογική;
Με τούτα και με τ’ άλλα, τα γεγονότα είναι γνωστά και σαφή: καμία - κυβέρνηση - δεν - έπεσε, με την έννοια της “αλλαγής γραμμής”, παρότι μεσολάβησαν ως τώρα όχι μία αλλά δύο εκλογές. Άλλαξαν ορισμένα (αν και όχι όλα...) κυβερνητικά πρόσωπα· ο συ.ριζ.α. έγινε αξιωματική αντιπολίτευση· και τα βοθρολύματα προσωπικότητες πρώτης γραμμής. Σε σχέση, πάντως, με το επιδιωκόμενο, το αποτέλεσμα είναι ένα τεράστιο και οικτρό μηδενικό.
Όμως η ανθεκτικότητα της συγκεκριμένης διαχείρισης της κρίσης δεν οφείλεται στην υπερφυσική δύναμη όσων την υποστηρίζουν. Ούτε, φυσικά, σε κάποια μυστηριώδη συνωμοσία. Οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην ανικανότητα όσων δηλώνουν εχθροί της. Ανικανότητα πλήρη και συντριπτική, αφού δεν υπάρχει ούτε μια επιμέρους πλευρά του στόχου “ρίχνουμε την κυβέρνηση / βγάζουμε μια εντελώς διαφορετική καινούργια” την οποία να υπηρέτησαν σύμφωνα με τις λογικές ανάγκες ενός τέτοιου έργου. Είναι πιθανό ότι ήταν (και είναι) αρκετοί αυτοί που ήθελαν “να ρίξουν την κυβέρνηση” όμως ήθελαν να το κάνουν εύκολα κι ανώδυνα - όπως επίσης και το γρηγορότερο. Χωρίς να κουραστούν και να διακινδυνεύσουν· χωρίς να προκαλέσουν αποτελεσματικές ρωγμές στη δομή και στη στελέχωση της εξουσίας· χωρίς να αποσταθεροποιήσουν οτιδήποτε σημαντικό απ’ τις κρατικές λειτουργίες. Ήθελαν να ρίξουν την κυβέρνηση βολτάροντας, φωνάζοντας (πότε πότε) και μουτζώνοντας στην πλατεία Συντάγματος. Μα καμία κυβέρνηση - ακόμα και οι κυβερνήσεις που ταιριάζουν απόλυτα σε τέτοιους ψωνισμένους, ειδικά αυτές - δεν πέφτει έτσι! Κι αν πίσω από τις κυβερνήσεις βρίσκονται τα αφεντικά, μόνο να πανηγυρίζουν μπορούν. Με τέτοιους ψοφοδεείς αντιπάλους, όσοι κι αν μαζεύονται, μόνο πανηγύρι μπορείς να κάνεις αν είσαι αφεντικό.
Η λογική, πάντως, υποδεικνύει αυτό: εάν θέλεις να ρίξεις μια κυβέρνηση μέσω εκλογών, εννοώντας ότι η επόμενη θα έπρεπε να είναι ουσιωδώς διαφορετική ως προς τις ενέργειές της, αλλά δεν ασχολείσαι με τίποτα απ’ αυτά που είναι οι αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις για να έχεις βάσιμες ελπίδες (και όχι την βεβαιότητα) ότι θα το πετύχεις, τότε πάσχεις από κάποια μορφή παράνοιας. Έχεις παρα-νοήσει, δηλαδή, τα βασικότερα στοιχεία της πραγματικότητας. Της πραγματικότητας της δικιάς σου και άλλων, της πραγματικότητας των δυνατοτήτων σου/σας, της πραγματικότητας του αντιπάλου, της πραγματικότητας των ερεισμάτων του, και τα υπόλοιπα. Θα δούμε πιο κάτω ότι αυτή η μορφή παράνοιας είναι εύκολη σε ορισμένα κοινωνικά στρώματα και τάξεις, ειδικά (αν και όχι μόνο) σε συνθήκες “πίεσης”. Κι ότι αυτή η παράνοια έχει καλλιεργηθεί επί πάρα πολλά χρόνια, αν και με ντεκόρ ευτυχίας...

 

η γοητεία του πλήθους

Μας δόθηκε η δυσάρεστη ευκαιρία στο παρελθόν να σχολιάσουμε (και να ειρωνευτούμε) τις υποτιθέμενες μαγικές δυνατότητες που έχει το “πλήθος”. Πέρα απ’ την δικιά μας “κακία” (ή μήπως και ζήλεια;) είναι γεγονός ότι ο παράγοντας της ποσότητας σε οποιαδήποτε πολιτική ή/και συνδικαλιστική δράση θεωρείται εδώ και δεκαετίες εξαιρετικά κρίσιμος. Και είναι - αλλά υπό ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις, που δεν είναι καθόλου ποσοτικές οι ίδιες. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα του πλήθους σαν τέτοιου έχει όρια· τα όρια που υπαγορεύουν όχι μόνο οι φανεροί σκοποί αλλά και οι μύχιες προθέσεις· η μέθοδος και το είδος της δράσης· και πολλά άλλα. 70.000 οπαδοί μιας ελληνικής ποδοσφαιρικής ομάδας μπορούν να δημιουργήσουν πράγματι μια “καυτή έδρα” στο ολυμπιακό στάδιο. Όμως πέρα απ’ την απόλαυση αυτής καθ’ εαυτής της “θερμότητας” της κερκίδας, λίγα πράγματα μπορούν να κάνουν εάν ο αντίπαλος της ελληνικής ομάδας είναι μια αγγλική ή γαλλική ή γερμανική ή ισπανική σαφώς ανώτερης ποιότητας, που μεταξύ άλλων έχει και την εμπειρία των “καυτών - αντίπαλων - εδρών”.
Η οπαδική κουλτούρα, έχοντας την στοιχειώδη επίγνωση για τα όρια των δυνατοτήτων του πλήθους, εστιάζει μεν στην “φωτιά της κερκίδας” - αλλά ξέρει ότι μπορεί να παίξει πρακτικό (επιβοηθητικό) ρόλο και να έχει αποτέλεσμα μόνο εάν ο αντίπαλος είναι σχετικά ισοδύναμος ή, φυσικά, κατώτερος. Εάν πάρει κανείς τις εντυπώσεις που παράγει το πλήθος για την δική του κατανάλωση απ’ το ποδόσφαιρο ή τις μεγάλες συναυλίες και τις μεταφυτέψει στο πεδίο της “πολιτικής”, όπως κι αν την ορίζει, είναι βέβαιο ότι (δεν) θα κάνει τα μούτρα κρέας των εκεί θεσμικών αντιπάλων. Ποιός που έχει πραγματική εξουσία φοβάται το συγκεντρωμένο πλήθος σαν συγκεντρωμένο πλήθος και μόνο, στις αρχές του 21ου αιώνα; Υπάρχουν άπειρες μελέτες υψηλού επιπέδου, εδώ και δεκαετίες, με θέμα ακριβώς αυτό: την διαχείριση του πλήθους. Με όρους δημόσιας τάξης, ή με όρους ιδεολογίας, ή με όρους αισθητικής, ή με όρους μαζικής ψυχολογίας, ή...  Κι αυτό επειδή τα αφεντικά (που δεν ξεχνούν την ιστορία τους) έχουν κινδυνέψει πράγματι, στη διάρκεια του 20ου αιώνα, από μεγάλους αριθμούς συγκεντρωμένων, αποφασισμένων και μάχιμων αρνητών· που ήξεραν τι θέλουν, και ως ένα σημείο και πως θα το πετύχουν. Δεν κινδύνευαν την στιγμή της συγκέντρωσής τους, μην τάχα μπουν σε κάποια “χειμερινά ανάκτορα”. Όχι! Κινδύνευαν όλον τον υπόλοιπο καιρό, όταν αυτό το πλήθος ήταν λίγοι εδώ και λίγοι εκεί· αλλά δραστήριοι, αποτελεσματικοί, “γεμάτοι”. Πόσο φοβερό, λοιπόν, μπορεί να είναι το πλήθος που λέει μεν ότι ξέρει τι θέλει (“να πέσει η κυβέρνηση”...) αλλά δεν έχει ιδέα, και δεν θέλει να έχει, ούτε για το πως θα το πετύχει ούτε με τι θα αντικαταστήσει την πεσμένη πρώην κυβέρνηση; Πόσο φοβερή είναι μια μεγάλη συγκέντρωση κομφορμισμών, συμβιβασμών, υποτελειών, που βρυχάται μεν αλλά δεν έχει ούτε χτες ούτε αύριο· εκτός, φυσικά, απ’ την μονότονη επανάληψή της;
Εννοείται ότι το πλήθος μπορεί να είναι πάντα “μαγικό”, στους αιώνες των αιώνων, παραμένοντας εντελώς ακίνδυνο· αλλά μπορεί να είναι τέτοιο προς τον εαυτό του και μόνο. Χωρίς υπερβολή αυτή η μαγεία ονομάζεται συλλογικός ναρκισσισμός: είμαστε πολλοί, άρα είμαστε δυνατοί. Η αίσθηση της δύναμης του πλήθους είναι τόσο πιο αφοπλιστική όσο μεγαλύτερη είναι η πραγματική αδυναμία των συστατικών του, ατόμων ή μικρών παρεών. Το πλήθος λειτουργεί τότε σαν “υπεραναπλήρωση” - και, από πολιτική άποψη, σαν μπλόφα. Όμως σε ποιούς πιάνει η μπλόφα; Όχι, πάντως, σ’ όσους έχουν την πραγματική εξουσία. Γιατί μαζί μ’ αυτήν διαθέτουν όλους τους απαραίτητους ειδικούς που μπορούν να δείξουν τα όρια - του - πλήθους. Διαθέτουν ακόμα τα απαραίτητα μάτια κι αυτιά εκεί που το πλήθος δεν είναι πια τέτοιο αλλά ξεμοναχιασμένα άτομα ή μικρές ομάδες. Γιατί τα πραγματικά αφεντικά (και, κατ’ επέκταση, οι βιτρίνες υπάλληλοί τους...) ξέρουν ότι είναι ασυγχώρητη απροσεξία να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, μοριακά και διάσπαρτα, για μια όντως επικίνδυνη αμφισβήτηση της εξουσίας τους, κι αυτά να το πάρουν χαμπάρι μόνο όταν τα αληθινά απείθαρχα υποκείμενα συγκεντρωθούν απειλητικά μπροστά τους!
Δεν θα χρειάζονταν, λοιπόν, ακριβοπληρωμένοι ειδικοί... Θα ήταν αρκετοί λίγοι τριτοετείς φοιτητές κοινωνιολογίας, για να σημειώσουν το εξής σε σχέση με την απειλητικότητα ή μη του πλήθους των “αντιμνημονιακών”: αυτοί θέλουν και το σκληρό νόμισμα (ευρώ) και την προηγούμενη ζωή τους (στηριγμένη, για πολλούς ανάμεσά τους, στα δανεικά)... Αφήνοντας στην άκρη όλα τα υπόλοιπα, και μόνο ο συνδυασμός αυτών των δύο σφοδρών επιθυμιών σαν προσάναμα της “αγανάκτισης”, έδειχνε και δείχνει πόσο “ανατρεπτικό” μπορούσε και μπορεί να είναι ένα τέτοιο πλήθος· κι ας είναι όσο μεγάλο θέλει. Η σχετική (ειρωνική) παροιμία είναι “και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο”: αυτός ο συνδυασμός δεν μπορεί να παράξει ούτε στο ελάχιστο “‘άλλη κεντρική, κυβερνητική διαχείριση της κρίσης” - κι ας αφήσουμε στην άκρη τους δικούς μας ισχυρισμούς περί Σκύλας και Χάρυβδης σ’ αυτό το επίπεδο (της κεντρικής εξουσίας) και περί χειραγωγικού αποπροσανατολισμού στο άλλο (αυτό της ζωής της τάξης μας). Απλά, λοιπόν, ένα τέτοιο πλήθος βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Και το μόνο που θα μπορούσε να προκαλέσει, μέσα στη σύγχυση και την θολούρα του, είναι “προβλήματα δημόσιας τάξης”. Τίποτα περισσότερο.

 

Sarajevo 68 - 12/2012
Η χούντα, έτσι κι αλλιώς, τέλειωσε το 1974... Αλλά η γραμματοσειρά στο πρώτο πανό δείχνει ότι  το “αρχαιοελληνικό μεγαλείο” σαν (ακροδεξιό) πολιτικό σήμα έμεινε άταφο στο Σύνταγμα.  Τα “γραφεία τελετών” δεν έκαναν σπουδαία δουλειά, ε;

 

Ο συλλογικός ναρκισσισμός δεν καταλαβαίνει, φυσικά, ούτε τα όρια της όποιας δύναμης του πλήθους, ούτε τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του. Όποιο αφεντικό έκανε πάντως το έξοδο να σπείρει λίγους σπιούνους ανάμεσα στο πλήθος (στην πραγματικότητα δεν θα χρειαζόταν ούτε αυτό αφού μπορούσε να συμμετέχει αυτοπροσώπως!) σ’ όλες μα όλες τις συγκεντρώσεις, θα διαπίστωνε ξανά και ξανά ότι πραγματική, απειλητική οργή δεν υπήρχε πουθενά. Υπήρχε, σε μεγάλη ποσότητα, μια χαζοχαρούμενη επιβεβαίωση κοινωνικότητας (του είδους “είμαι κι εγώ εδώ που είναι τόσος κόσμος... θα έχω να διηγούμαι”), και μια άλλοτε χαριτωμένη κι άλλοτε βαριεστημένη ανταλλαγή “εμπειριών”. Ούτε καν Λόγος - με την έννοια της αυθεντικής και πρωτότυπης λεκτικής έκλυσης μιας υπόγειας δημιουργικότητας / αρνητικότητας - που είναι το σήμα κατατεθέν των όποιων πιθανών (και πάντως αληθινών) κινδύνων για πλευρές τουλάχιστον του συστήματος. Το πιο χτυπητό (και ταυτόχρονα ανομολόγητο) χαρακτηριστικό της ακινδυνότητας του πλήθους ήταν και είναι η λεκτική και η εκφραστική φτώχια του. Όχι η σιωπή, δεν μιλάμε για σιωπή. Η ανούσια φλυαρία, οι μονότονες κοινοτοπίες - ακόμα και το είδος των βρισιών: αυτά είναι που δείχνουν το “επίπεδο σκέψης”!
Τίποτα παράξενο, φυσικά. Γιατί όταν συμβαίνει στη ζωή σου κάτι τόσο απτό όσο οι συνέπειες της διαχείρισης της κρίσης, και συ, έχοντας πλήρη άγνοια για το τι είναι, καταφεύγεις σε ειδικούς, παίρνοντας σβάρνα τον ένα μετά τον άλλο, για να μάθεις τι είναι αυτό, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα καταλήξεις ότι “αυτός μου λέει την αλήθεια” όχι με τα ορθολογικά κριτήρια της δικής σου σκέψης / ανάλυσης / εμπειρίας αλλά με βάση την κολακεία του ενός ή του άλλου. Όποιος σου χαϊδεύει τ’ αυτιά, αυτός είναι ο φωστήρας σου! Για μήνες, το 2010 και το 2011, μια μικρή χούφτα οικονομολόγων έγιναν περσόνες σε κάθε είδους μέσο (συμπεριλαμβανομένου, φυσικά, του internet) με βάση το πόσο “θύμα” παρουσίαζαν τον “κακόμοιρο λαό”. Αλλά ο καπιταλισμός δεν είναι ούτε γήινος φλοιός (να υποφέρει από ξαφνικούς σεισμούς) ούτε μικροοργανισμός (να προκαλεί ξαφνικές επιδημίες). Οι οικονομολόγοι - τουλάχιστον αυτοί που διατέθηκαν να κάνουν δωρεάν μαθήματα περί “κρίσης” - μπορούσαν να εξηγήσουν στην εκλαϊκευμένη τους αργκώ τα πάντα αποφεύγοντας το βασικότερο: ότι σε κάθε κρίση τέτοιου είδους έρχονται αντιμέτωπα υποχρεωτικά όχι συμφέροντα “εθνικά” (αυτό είναι η διαχείριση της κρίσης εκ μέρους των αφεντικών) αλλά τάξεων. Και είναι λογικό που έκαναν αυτό: ήθελαν, και θέλουν, να γίνουν ευχάριστοι σε όσο το δυνατόν περισσότερους, όπως και κάθε άλλος σπεκουλαδόρος.

 

όλοι μαζί (φάγαμε - δε φάγαμε...)

Ξεφύγαμε: γράψαμε την καταραμένη λέξη, “τάξεις”. Δεν υπάρχουν τάξεις στην ελλάδα, δεν υπάρχει εργατική τάξη (ή είναι “πολύ μικρή” σύμφωνα με εκμυστηρεύσεις διάφορων...), δεν υπάρχουν κατά συνέπεια αυτοτελή εργατικά συμφέροντα. Έστω. Όμως στο πάνθεον των αναπαραστάσεων της κοινωνίας δεν υπάρχουν καν “πλούσιοι” και “φτωχοί”; Δεν υπάρχει καν, μέσα στην κρίση και στη διαχείρισή της, αυτή η αντίθεση συμφερόντων, μεταξύ “πλούσιων” και “φτωχών”;
Καταλαβαίνουμε ότι η οριοθέτηση του “φτωχού” και του “πλούσιου” θα ήταν μεγάλος μπελάς για ένα σχολαστικό μυαλό, σαν αυτά που αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας... Όμως η ερώτηση παραμένει: υπάρχει ή δεν υπάρχει τέτοια διαστρωμάτωση, κι άρα αντίθεση συμφερόντων; Και δεν είναι φιλοσοφική ερώτηση. Μέσα σ’ αυτά τα σχεδόν 3 χρόνια πουθενά, σε κανένα μαζικό γεγονός “αντιμνημονιακής” ή “αντικυβερνητικής” διαμαρτυρίας δεν εκδηλώθηκε μια τέτοια αντίθεση! Οι γειτονιές και τόποι διακοπών των “πλουσίων” δεν απετέλεσαν στόχο διαμαρτυρίας. Ούτε οι τόποι διασκέδασής τους. Ούτε τα ακριβά περιουσιακά τους στοιχεία (βίλες, κότερα, ακριβά αμάξια, κλπ). Θα έλεγε κάποιος ουδέτερος παρατηρητής των γεγονότων ότι απλά, στην ελλάδα, δεν υπάρχουν πλούσιοι...
Εάν, πάντως, υπήρχαν πλούσιοι (σ’ αυτήν την εντελώς θεωρητική περίπτωση...) τότε η διαχείριση της κρίσης θα όξυνε τις αντιθέσεις συμφερόντων, αφού πάμπολλα επιμέρους “μέτρα” (ή και κινήσεις κάτω απ’ το τραπέζι) βγάζουν μάτι ότι εξυπηρετούν τους μεν (ποιούς άραγε;) εναντίον των δε. Και, σ’ αυτήν την καθαρά φανταστική εκδοχή (της ύπαρξης πλουσίων στην ελλάδα) ένα καλό μέρος της οργής, της διαμαρτυρίας, της “αγανάκτισης” θα στρεφόταν - λόγω και έργω - εναντίον τους. Αυτό, με τη σειρά του, θα προκαλούσε βέβαια προβλήματα δημόσιας τάξης· όμως (το σημαντικότερο) θα γεννούσε σοβαρές ανησυχίες, τόσο στα ντόπια αφεντικά (που αν υπάρχουν είναι φτωχά...) είτε στα διεθνή, για την κυβερνησιμότητα αυτής της χώρας υπό την συγκεκριμένη διαχείριση της κρίσης. Και (πιθανό αλλά όχι σίγουρο) υπό την ένταση μιας τέτοιας εκδηλωμένης αντίθεσης συμφερόντων, θα αναγκάζονταν να αλλάξουν συνταγή. Λέμε τώρα.
Η ανυπαρξία πλούσιων στην ελλάδα, και σε κάθε περίπτωση η εξαφάνισή τους απ’ τον ορίζοντα σαν εύλογων στόχων συνεχών διαμαρτυριών (και επιθέσεων ... ας πούμε με γιαούρτια - μια τακτική ιδιαίτερα δημοφιλής στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά μόνο εναντίον συγκεκριμένων πολιτικών) είναι ασφαλώς μεγάλη ανακούφιση... Αλλά για ποιούς; Ποιούς άλλους εκτός απ’ τους ίδιους; Το παράξενα ενδιαφέρον του πράγματος είναι ωστόσο ότι αυτοί οι παλιάνθρωποι “εθνικοί δανειστές” που έχουν προκαλέσει τόσα δεινά στον τόπο, το πρώτο πράγμα που είπαν στην τότε ελληνική κυβέρνηση στις αρχές του 2010, ήταν αυτό: γιατί δεν μαζεύετε τους φόρους απ’ τους πλούσιους; αν τους μαζεύατε δεν θα είχατε κανένα πρόβλημα! Αυτό δεν είναι κάτι που ανακάλυψε η δαιμόνια αντικατασκοπεία του Sarajevo - γράφτηκε, για μια σύντομη μονάδα χρόνου, δημόσια, σε καθεστωτικά μέσα. Και, το χειρότερο, ήταν ακριβές: σε 30 δισ. ευρώ υπολογιζόταν τότε η φοροδιαφυγή, όσο ακριβώς ήταν το έλλειμμα... Από τότε ως σήμερα εκείνος ο κακούργος Σόιμπλε [3] αν όχι σε κάθε του δήλωση σχετική με την ελλάδα σίγουρα σε κάθε τρίτη, επαναλαμβάνει μονότονα: πρέπει οι πλούσιοι έλληνες να πληρώσουν ό,τι τους αναλογεί.... πρέπει οι πλούσιοι έλληνες να πληρώσουν ό,τι τους αναλογεί... Αυτές οι επίμονες υποδείξεις δεν μεταφράζονται, βέβαια, στα ελληνικά - για να μην εκτεθεί, προφανώς, ο γερμανός αξιωματούχος, σε κατηγορίες περί ελεεινής προβοκάτσιας σε βάρος του ελλαδιστάν... Άκου εκεί πλούσιοι στην ελλάδα! Αυτό κι αν είναι κακοήθης αντεθνική συνωμοσία!
Μήπως η τωρινή πρόεδρος του δντ είναι λιγότερο κακοήθης; Αμ δε! Όταν ήταν ακόμα υπ.οικ. του γαλλικού κράτους, της ζητήθηκε το ελληνικό τμήμα του καταλόγου με τους καταθέτες της HSBC, που είχε περιέλθει στην κατοχή της κυβέρνησής της με τον γνωστό “παράνομο” τρόπο. Και η κυρία Λαγκράντ το έδωσε. Νομίζοντας η παλιοσυνωμότρια ότι η ελληνική κυβέρνηση (και ο ελληνικός “λαός” στο βάθος του κάδρου...) αποφάσισε να τα βάλει με τους πλούσιους και να τους αναγκάσει να πληρώσουν “ό,τι τους αναλογεί”. Ευτυχώς δεν ήταν αυτό. Διαδοχικοί υπουργοί (επί των οικονομικών) ήθελαν απλά να μάθουν ποιά ονόματα περιλαμβάνονταν στον συγκεκριμένο κατάλογο· και, για καθαρά συναισθηματικούς λόγους, να ενημερώσουν τους συγκεκριμένους φτωχοπλούσιους ότι κάπου, κάπως, έχουν εντοπιστεί.
Η περιβόητη “λίστα Λαγκράντ” έγινε θέμα εντελώς κατά λάθος: επειδή ένας δημοσιογράφος των new york times ρώτησε τον τωρινό έλληνα υπ.οικ. πόσα λεφτά μάζεψε το υπουργείο του από τους όποιους φοροφυγάδες εκείνου του καταλόγου. Ο δημοσιογράφος ήξερε ότι υπάρχει τέτοιος κατάλογος, και ρώτησε... Ο έλληνας υπ.οικ. δεν ήξερε (ή έτσι έκανε) τέτοια πράγματα, και δεν απάντησε... Το θέμα καταναλώθηκε στο δημόσιο θέαμα, και καταναλώθηκε αχόρταγα. Πώς όμως; Σαν αιτία να ξεσπάσει πρακτικά η οργή των “φτωχών” κατά των πλουσίων, με πολιορκίες της Εκάλης ή της Γλυφάδας; Όχι δα!!! Το είπαμε: πλούσιοι που να είναι άξιοι τέτοιας οργής δεν υπάρχουν στην ελλάδα!! (Μόνο σαν αντικείμενο ζήλειας υπάρχουν, αλλά αυτό είναι άλλο). Η “λίστα Λαγκάρντ” καταναλώθηκε σαν λαθροχειρία που έγινε κάπου μεταξύ υπουργείου οικονομικών και σδοε, και σαν δίωξη κατά της ελευθερίας του τύπου... Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε - δηλαδή.
Άλλα γεγονότα, προϊόντα νοσηρών ανθελληνικών εγκεφάλων, που επιμένουν να έχουν απορίες για τους έλληνες πλούσιους, αλλά δεν έχουν πιπεράτες και “σκανδαλοθηρικές” διαστάσεις, απλά αγνοούνται. Όπως, για παράδειγμα, η έγγραφη απορία της “επιτροπής ανταγωνισμού” της ε.ε. για τις (εντός 2012...) 57 περιπτώσεις φορολογικής αμνήστευσης ελλήνων εφοπλιστών. Επιτέλους!!! Κανείς δεν πρόκειται να αποσπάσει την προσοχή των ελλήνων απ’ την τρισκατάρατη τρόικα! Κανείς!! Κι ας επιμένουν όσο θέλουν οι εχθροί του έθνους (δες χωριστό κείμενο).

 

Sarajevo 68 - 12/2012
Μία απ’ τις πιο “σημαντικές πολιτικές νίκες”, 
που ο συ.ριζ.α. την έχει αφήσει ορφανή..

 

στραβός είναι ο γυαλός!

Να ρίξουμε την κυβέρνηση - όλοι μαζί - σαν μπούγιο: να μια καλή ιδέα που θα μπορούσαν να την χρηματοδοτήσουν τα ίδια τα αφεντικά (πράγμα που κάνουν...). Θα σκεφτεί κάποιος ότι ο “λαός” είναι πολιτικά ανώριμος... Οι ποιμένες του πάντως και οι απελευθερωτές του δεν φαίνεται να διαφέρουν, ότι θέατρο κι αν παίζουν όταν βρίσκονται μεταξύ τους στις κεντρικές τους επιτροπές. Όλα τα “αντιμνημονιακά” προτάγματα, συνθήματα, εκκλήσεις, οδηγίες, υποδείξεις, “σχέδια” κλπ είναι εδώ και σχεδόν τρία χρόνια προσαρμοσμένα ακριβώς στις μέσες “λαϊκές” παραδοχές. Συνεπώς η οικτρή αποτυχία μπορεί να μοιραστεί δίκαια μισή - μισή. Μισή στους καθοδηγητές (κόμματα, κομματίδια, γκρούπες, οργανώσεις, πρωτοβουλίες, προσωπικότητες, εξοχότητες, κλπ) και η άλλη μισή τους καθοδηγούμενους.
Μας αρέσει δεν μας αρέσει ωστόσο, τέτοια είναι η mainstream “πολιτική συμπεριφορά”. Ένας αντι-κυβερνητισμός με διάφορες παραλλαγές, αλλά πάντα φιλο-κρατικός. Και φιλο-καπιταλιστικός παρά τα όποια προπετάσματα καπνού. Για ένα μέρος του πληθυσμού, τις μεγαλύτερες ηλικίες (ας πούμε από 40 και πάνω) αυτό είναι η λογική συνέπεια μιας κουλτούρας που είναι δοκιμασμένη, ανθεκτική, ιστορική. Είναι η κουλτούρα του κρατισμού, του κυβερνητισμού, του προσοδισμού.
Για νεώτερες ηλικίες ωστόσο, που μεγάλωσαν την 20ετία της ευδαιμονίας και διαμόρφωσαν μια νωθρή ή και αδιάφορη σχέση με αυτό που λέγεται “πολιτική” και “κόμματα” (περιοριζόμενοι/ες, το πολύ, σε μια ψήφο κάθε τόσο σύμφωνα με τις οικογενειακές συμβουλές), το πιο ελκυστικό στοιχείο της απότομης και άγαρμπης “πολιτικοποίησής τους” (στη γραμμή ωστόσο και στη λογική του τι είναι “πολιτική” των προηγούμενων γενεών) ήταν και παραμένει η - γοητεία - του - πλήθους. Άπειροι / ες απ’ τα κόλπα και την διπλοπροσωπία των κομμάτων και των μικρών ή μεγάλων κομματόσκυλων, χωρίς επίγνωση των ελάχιστων προδιαγραφών που πρέπει να έχει μια ανάλυση για να θεωρηθεί σοβαρή και να μην είναι βαρετή σχολική “έκθεση ιδεών”, ανήξεροι για τις δυνατότητες των γραφειοκρατιών να κάνουν τα άσπρα μαύρα και το ανάποδο, χωρίς κανένα εφόδιο σύνθεσης της θεωρίας (της Θεωρίας!) με την πράξη (την Πράξη!), με απόλυτη άγνοια των μεθόδων του βαθέος κράτους (και του παρακράτους), χωρίς ιστορική συνείδηση και γνώση συμμορφώθηκαν (σε μεγάλο ποσοστό τους) πολύ γρήγορα με διάφορες κομματικές (δηλαδή κρατικές) υποδείξεις - αρκεί να υπήρχε κάπου γύρω το “πλήθος” ή η προσμονή του.
Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο οικτρό όσο και η αποτυχία να εμποδιστεί η προέλαση της διαχείρισης της κρίσης. Τα μεγαλύτερα ηλικιακά κλιμάκια των επιτελείων της “αντίστασης” και της “ανατροπής” δεν θέλουν με τίποτα να κάνουν οποιαδήποτε σοβαρή και δημόσια αυτοκριτική, γιατί έτσι θα δείξουν την σαθρότητα των δήθεν επιχειρημάτων τους και την χρεωκοπία τους. Και θα τσαλακώσουν ανεπανόρθωτα το δήθεν τρομερό κύρος τους. Οι νεώτεροι ή σχετικά νεώτεροι οπαδοί απ’ την άλλη δεν μπορούν να ασκήσουν κριτική που να μην είναι γκρίνια. Και σέρνονται απ’ το μανίκι ή την μύτη.
Θα πάει μακριά αυτή η χειραγώγηση των βετεράνων του μικροαστισμού, του προσοδισμού και του κρατισμού πάνω στις νεώτερες γενιές της de facto νέας εργατικής τάξης; Θα ευχόμασταν ένα βαθύ “χάσμα γενεών”, όχι μόνο ή τόσο με όρους οικογένειας, όσο με όρους ιστορικής αντίληψης για το τι είναι “πολιτική”. Η χρεωκοπία των ελληνικών ‘80s, ‘90s και ‘00s, οι συμβιβασμοί και οι καιροσκοπισμοί, δεν πρέπει να πουλιούνται για καιρό σαν “απελευθέρωση”.
Και δεν το ευχόμαστε απλώς...

Sarajevo 68 - 12/2012
...Που είχαμε μείνει λοιπόν;;;

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η τελευταία διήμερη του Νοέμβρη ήταν η 28η (εικοστή όγδοη) με πρώτη εκείνη στις 5 Μάη του 2010. Δυστυχώς δεν μπορούμε ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να το διαψεύσουμε.
[ επιστροφή ]

2 - Είναι εύκολο να το παίζει ο καθένας ότι θέλει “εξεταστική επιτροπή” για τις αιτίες της δημόσιας χρεωκοπίας. Φτιάχτηκε άλλωστε μία (η ε.λ.ε.) και κάπου χάθηκε· τι ωραία ιδέα να γινόταν και μια “κοινοβουλευτική” τέτοια... (Γουστάρουν και τα βοθρολύματα...) Αντίθετα, είναι αδιανόητο το να ερευνηθεί σοβαρά η πολιτική χρεωκοπία της ελληνικής αριστεράς. Διότι δεν υπάρχει τέτοια! Και απόδειξη πως όλα πάνε καλά είναι ... τα κουκιά.
[ επιστροφή ]

3 - Ο πασοκογενής βουλευτής του συ.ριζ.α. Γιάννης Σπάθας, που είναι “συνέχεια έξω στο δρόμο” (άρα “λαϊκό στοιχείο”) έχει την γνώμη ότι ο γερμανός υπ.οικ. είναι “κουτσός”. Και όταν αργότερα αναγκάστηκε να παραστήσει ότι ζητάει συγγνώμη, πρόσθεσε ότι στο χωριό του το να αποκαλείται κάποιος “κουτσός” δεν είναι προσβολή. Πολλά συμβαίνουν στα ελληνικά χωριά, any way.
Όμως ο Β. Σόιμπλε δεν είναι “κουτσός”. Είναι παράλυτος απ’ την μέση και κάτω. Αυτό οφείλεται σε δολοφονική απόπειρα που έγινε σε βάρος του, τον Οκτώβρη του 1990, στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, όταν ήταν ακόμα ένα μεσαίο στέλεχος των γερμανών χριστιανοδημοκρατών. Μία σφαίρα τον βρήκε στο πρόσωπο, και άλλη μία στη σπονδυλική στήλη. Η απόπειρα δεν ήταν ενέργεια “αντάρτικου πόλης” αλλά κάποιου που θεωρήθηκε ψυχοπαθής.
Στο χωριό και στη χώρα του Σόιμπλε το θεωρούν φυσιολογικό έως τιμητικό που κάποιος που κινείται μόνιμα με αναπηρική καρέκλα έφτασε να είναι υπουργός οικονομικών. Στο χωριό και στη χώρα του Σπάθα αυτό θα ήταν απλά αδιανόητο. Αλλά στο χωριό και στη χώρα του Σπάθα θα εύχονταν να είχε σκοτωθεί τότε ο Σόιμπλε - επειδή είναι σίγουροι ότι “αυτός φταίει για όλα”.
Εν τω μεταξύ, είμασταν σίγουροι ότι θα ακουστεί δημόσια και δυνατά, από “επίσημα χείλη”, μια τέτοια εξυπνάδα για τον Σόιμπλε - όμως περιμέναμε ότι θα εκσφενδονιζόταν από τα βοθρολύματα. Όχι όμως, ακούστηκε από αλλού. Ο συ.ριζ.α. δεν διέγραψε αμέσως τον βουλευτή του, απλά τον έβαλε να ζητήσει συγγνώμη. Έτσι είναι τα κουκιά: ξεφτιλίζεσαι απεριόριστα για να τα μαζέψεις, αλλά πουλάς την ξεφτίλα σου για μαγκιά.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020