Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 68 - 12/2012

Κάπως έτσι βλέπει η επιστήμη (τα μαθηματικά) το χρέος.
Πάνω είναι η παράσταση για το οικογειακό χρέος. Υπάρχει μια παράμετρος χρόνου, που “τείνει προς το άπειρο”...
Κάτω είναι η παράσταση για το κρατικό χρέος. Τα ολοκληρώματα έχουν και άπειρο, έχουν και μηδέν, έχουν και dt... Kι όποιον πάρει ο χάρος...

Sarajevo 68 - 12/2012

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 68 - 12/2012

Στην πιο κρίσιμη στιγμή των συσκέψεων “βγάζουν δάκτυλα”...

 

ο αβίωτος αποπροσανατολισμός

Έχουμε υποστηρίξει σαν αυτόνομοι εργάτες (και απ’ τις σελίδες του Sarajevo και αλλιώς) ότι όλη η ρητορική περί δημόσιου χρέους είναι εκβιασμός. Τα αφεντικά και οι λακέδες τους (και όχι μόνο στην ελλάδα) ορίζουν την ατζέντα των “πρώτης γραμμής και σοβαρότητας θεμάτων” στη δημόσια σφαίρα, και την επιβάλλουν - προκειμένου να μην ορίζουν άλλοι, διαφορετική ατζέντα, διαφορετική ιεράρχηση, διαφορετικές προτεραιότητες. Διαισθητικά μπορεί κανείς να καταλάβει πως η επείγουσα σημασία των “δημόσιων χρεών” είναι αντεστραμμένη η επείγουσα σημασία του τόκου σαν πηγής κερδών. Και, κατά συνέπεια, ότι η ρητορική περί δημόσιου χρέους δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ τον “λόγο - του - χρηματοπιστωτισμού”. Ο εκβιασμός γίνεται, έστω κι έτσι, αντιληπτός: δεν θα μιλάμε για τίποτα άλλο εκτός απ’ το χρήμα· δεν θα μιλάμε για τίποτα άλλο εκτός απ’ την υψηλή προτεραιότητα του χρήματος· και, κυρίως, δεν θα μιλάμε για την αποφασιστική σημασία και θέση της εργασίας. Σ’ αυτό το επίπεδο ο ανταγωνισμός (ταξικός για όσους καταλαβαίνουν...) είναι σκληρός - και τα όπλα των αφεντικών βαριά και ιδεολογικά.

Δεν περιμέναμε ότι η θέση μας περί εκβιαστικού χαρακτήρα του δημόσιου χρέους (του ελληνικού εν προκειμένω) θα επιβεβαιωνόταν από μια διαφορετική μεριά! Όμως, όποιος μπορούσε να καταλαβαίνει περισσότερα απ’ το να χαζεύει μισοπαράλυτος τις ανακοινώσεις πριν, κατά την διάρκεια, και μετά τις τελευταίες “διεθνείς συζητήσεις” (eurogroup και δντ) περί της “τύχης της ελλάδας”, θα έβλεπε την εκβιαστική χρήση του θέματος σε κλίμακα διεθνούς ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Ας πάρουμε λοιπόν το θέμα με μια σειρά.

 

η βιωσιμότητα / διαχειρισιμότητα

Σύμφωνα με την πιο απλή προσέγγιση ένα χρέος (δημόσιο ή ιδιωτικό) θεωρείται “βιώσιμο” (ή διαχειρίσιμο) εάν ο οφειλέτης πληρώνει τους τόκους ως το τέλος και, τελικά, το αρχικό πόσο του δανείου. Ωστόσο η προθύστερη αντιστροφή αυτής της απλής σκέψης, δηλαδή η πρόβλεψη για το αν ο Α ή ο Β οφειλέτης μπορεί ή όχι να είναι “καλοπληρωτής” σ’ όλη τη διάρκεια του δανεισμού του, κάθε άλλο παρά απλή ιστορία είναι. Στο λογαριασμό μπαίνουν προβλέψεις για πολλά και διαφορετικά. Πρόβλεψη για τα μελλοντικά του έσοδα... Πρόβλεψη για τα μελλοντικά του έξοδα, πέρα - φυσικά - απ’ τους τόκους... Πρόβλεψη για τις τυχόν έκτακτες καταστάσεις στις οποίες μπορεί να βρεθεί... Πρόβλεψη, ακόμα, και για την εξέλιξη των επιτοκίων γενικά· για την δυνατότητά του, δηλαδή, να κάνει ένα καινούργιο δάνειο για να ξεχρεώσει το παλιότερο...
Μ’ αυτή την έννοια, η εκ των προτέρων εκτίμηση για το εάν ένα δάνειο, ένα χρέος, δημόσιο ή ιδιωτικό, θα ξεπληρωθεί όντως, είναι γεμάτη αοριστίες και προφητείες· στα όρια της μεταφυσικής. Είναι μια άσκηση στα όρια της κοινής βλακείας, από εκείνες όμως τις ασκήσεις που απασχολούν πάμπολλους καλοπληρωμένους ειδικούς (συνήθως των μαθηματικών) που ισχυρίζονται ότι οποιοδήποτε μέλλον χωράει σε κατάλληλες εξισώσεις. Στην πράξη καμμία απ’ αυτές τις φετιχιστικές μαθηματικές φόρμουλες δεν ισχύει. Γιατί όλα είναι δυνατά στον κόσμο των πιστώσεων: οφειλέτες αξιόπιστοι να αποδεικνύονται μπατακσήδες· οφειλέτες “χαμηλής εκτίμησης” να αποδεικνύονται καλοπληρωτές· δανειστές να δανείζουν ή να μην δανείζουν άλλοτε με πραγματικά κριτήρια και άλλοτε με ιδιοτελή. Η ιδέα ότι θα ήταν δυνατόν να φτιαχτεί μια υπολογιστική μηχανή που να προβλέπει την “οικονομική κατάσταση” ενός οφειλέτη, είτε πρόκειται για άτομο, είτε για επιχείριση, είτε για κράτος, μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια (λαμβάνοντας πάντα (!) υπ’ όψη, με την μορφή παραμέτρων, την μελλοντική κατάσταση και όλων των άλλων “συντελεστών” που υπάρχουν γύρω του, ατόμων, επιχειρήσεων και κρατών, σε διαρκή αλληλοεπιρροή...) είναι μερικές χιλιάδες φορές πιο ηλίθια απ’ την ιδέα ότι μπορεί να φτιαχτεί μια μηχανή που να προβλέπει τον καιρό μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια! Δυστυχώς για την επιστημονική κοινότητα (και ευτυχώς για εμάς τους κοινούς θνητούς) το μακρύτερο χρονικό διάστημα για το οποίο μπορούν να γίνουν ασφαλείς και ακριβείς προβλέψεις για μη γραμμικά συστήματα (όπως είναι ο καιρός) είναι το μέγιστο 2 ή 3 ημέρες... Για την “οικονομία” έτσι όπως την εννοούν οι σύγχρονοι τεχνοφετιχιστές; Ας καγχάσουμε...

Κι ωστόσο αυτό το de facto απροσδιόριστο, δηλαδή η “οικονομική κατάσταση” η δική σου ή μιας επιχείρησης ή ενός κράτους σε βάθος δεκαετίας ή εικοσαετίας, σε σχέση με την αποπληρωμή κάποιου δανείου (που το είπαμε: είναι αναγκαστικό να περιλαμβάνει πολύ περισσότερες παραμέτρους) είναι που χρησιμοποιείται σαν “σκληρό δεδομένο” στην διεθνή αρένα των διακρατικών σχέσεων και ανταγωνισμών! Η πιο εύκολη απορία θα μπορούσε να είναι ποιός και πως κρίνει ότι ένα χρέος που είναι, σα μέγεθος, 1,2 φορές το “ακαθάριστο εθνικό προϊόν” ενός καπιταλιστικού κράτους, είναι “βιώσιμο” - ε; Γιατί, δηλαδή, εάν χρωστάς 1,2 φορές αυτά που βγάζεις είσαι “εντάξει”; Και γιατί στην περιβόητη “συνθήκη του Μάαστριχτ” τα συμμετέχοντα ευρωπαϊκά κράτη (μεταξύ των οποίων το ελληνικό αλλά και το γερμανικό, το ολλανδικό, το γαλλικό και το αυστριακό...) όριζαν σαν ανώτατο όριο επιτρεπτού δημόσιου χρέους (ώστε να είναι διαχειρίσιμο / βιώσιμο) το να αντιστοιχεί στο 60% του αεπ κάθε κράτους; Ή μήπως μας απατά η μνήμη μας ότι κατά την διάρκεια της διαχείρισης και της φλυαρίας περί ελληνικού δημόσιου χρέους, εκεί προς τα τέλη του 2010, το μέγεθος που προτεινόταν με αυστηρότητα σαν όριο βιωσιμότητας ήταν το 90%; Και γιατί, τέλος, το δημόσιο χρέος του ιαπωνικού κράτους, που είναι ήδη 200% του αεπ του, δεν θεωρείται “αβίωτο”;

Ας μην ψάχνει κανείς για συνωμοσίες! Πίσω απ’ τις μυστηριώδεις μαθηματικές φόρμουλες, τις παρελάσεις των αριθμών και τις ομιχλώδεις συσχετίσεις κρύβονται πάντα συμφέροντα. Μπορεί να κρύβονται απόλυτα ή να διακρίνονται - αλλά είναι εκεί. Έχουμε γράψει (κι όχι μία φορά) το γιατί τα ως τότε θεωρούμενα ασφαλή (για τους πιστωτές) δημόσια δάνεια έγιναν στόχος όλων των κρίκων και βαθμίδων του παγκόσμιου χρηματοπιστωτισμού, σχεδόν αμέσως μετά τους κλυδωνισμούς και τις καταρρεύσεις του τέλους του 2008: μαζί με τις πρώτες ύλες και το χρηματιστηριακό τους εμπόριο, τα κρατικά ομόλογα ήταν η μόνη πηγή μαζικών κερδών.
Την άνοιξη του 2010 το ελληνικό δημόσιο χρέος αναγνωρίστηκε (“κατά κοινή ομολογία”) σε 142.8% επί του αεπ. Τι σήμαινε αυτό το νούμερο; Σε σχέση με το 60% όριο της συνθήκης του Μάαστριχτ ήταν πολύ πολύ πολύ μακριά. Και; Ποιό ήταν το πρόβλημα; Τα πολλά χρεωστούμενα ή το μικρό αεπ; Στο κοινό μυαλό (πάνω στο οποίο ασκούνται τέτοιοι και άλλοι εκβιασμοί - όμως αυτός δεν είναι λόγος αθώωσης του “κοινού μυαλού”) η ρητορική της καταστροφής έπιασε τόπο· είτε πιστεύοντας ότι είναι αληθινή, είτε ρητορεύοντας ακατάσχετα υπέρ του “ψέμματος”. Αφήνοντας προς στιγμή στην άκρη αυτούς που κερδίζουν δανείζοντας, που ήδη είχαν γίνει (κατά τα λεγόμενα δικών τους ειδικών) μια άγρια αγέλη (που έψαχνε επειγόντως αίμα κερδοφορίας μέσω τόκων), το ελληνικό σύμπλεγμα κράτους / κεφάλαιου είχε ήδη πρόβλημα σοβαρό. Όχι ως προς το “πόσα χρωστάει”. Αλλά ως προς το “πόσο αναπτύσσεται”. Το 2008 η αύξηση του περιβόητου αεπ ήταν ήδη πραγματικά αρνητική, ήταν μείωση δηλωσή, κάτω απ’ τον πληθωρισμό: 1% Το 2009 η μείωση ήταν και λογιστικά πέρα από κάθε αμφιβολία: - 2%. Ακόμα κι αν το ελληνικό κράτος δεν χρωστούσε πουθενά ούτε μισό σέντς, με απόλυτη βεβαιότητα εκείνα που επρόκειτο να συμβούν τα επόμενα (λιγότερα ή περισσότερα, άγνωστη η διάρκεια) χρόνια μετά το 2009 ήταν τα εξής:
α) η όποια “ανάπτυξη”, στηριγμένη στα δανεικά, είτε για κατανάλωση είτε για τις οικοδομές, θα βούλιαζε περισσότερο...
β) οι ελληνικές τράπεζες, εκτεθειμένες έτσι κι αλλιώς στη μαγεία των “σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων”, και άρα με μεγάλες χασούρες μετά την χρεωκοπία της Lehmann Brothers και όσα ακολούθησαν (αυτές τις ζημιές δεν θα τις μάθουμε ποτέ...) θα δάνειζαν πια πολύ δύσκολα...
γ) η “ύφεση” θα σήμαινε και μείωση του αεπ, και μείωση των κρατικών εσόδων...
δ) με μειούμενα έσοδα και χωρίς την δυνατότητα να “κόψει νόμισμα”, το ελληνικό κράτος θα έκανε περικοπές δαπανών, σε διάφορα επίπεδα...
Εκτός εάν, αυτό το νοικοκυρεμένο κράτος που δεν χρωστούσε σε κανέναν, έβγαινε στην πιάτσα για δανεικά. Όμως τι νομίζει κανείς ότι θα συναντούσε εκεί; Τα επιτόκια της γερμανίας ή των ηπα; Χα! Την άγρια αγέλη θα έβρισκε. Εάν όμως - όπως είναι η αληθινή ιστορία - είχε ήδη χρέη, και μάλιστα χρέη που έπρεπε να πληρωθούν το 2010 και το 2011, και το 2012, τότε τα πράγματα θα ήταν ακόμη πιο άγρια.
Το χρέος 142,8% επί του αεπ, του 2010, θεωρήθηκε “μη εξυπηρετήσιμο”. Αβίωτο... Αλλά αυτό έχει σχετική αξία. Η Αθήνα θα μπορούσε να δανειστεί απ’ την “αγορά” και τότε - αλλά με υψηλότερα επιτόκια απ’ ότι τις καλές εποχές, πριν το 2008. Της τάξης του 5% ή του 6%. Η πρακτική του νέου δανεισμού για την πληρωμή προηγούμενων δανείων δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη μεταξύ των κρατών. Αρκεί, τα καινούργια επιτόκια να μην είναι (σημαντικά) υψηλότερα απ’ τα προηγούμενα. Και πάλι, μπορεί ένα υπουργείο οικονομικών να το κάνει για ένα διάστημα. Να δανείζεται ακριβότερα απ’ ότι πριν. Αρκεί να μην περιμένει “ύφεση” (και μείωση των εσόδων του) τα επόμενα χρόνια· ή, αρκεί, να ξέρει πως να την αντιμετωπίσει μέσω “δημόσιων επενδύσεων”. Το δεύτερο δεν έπαιζε - έμεινε μόνο το “που να ξεμυτίσουμε τώρα στην πιάτσα”.

Το “αβίωτο” του μαγικού αριθμού 142,8% δεν ήταν, λοιπόν, ενδογενές στο νούμερο το ίδιο - όπως υποστηρίζει η χρηματοπιστωτική μαθηματική μαγεία. Ήταν - όσο ήταν - συνδυασμός ενός αριθμού παραγόντων: του μοντέλου της ελληνικής καπιταλιστικής “ανάπτυξης” (μέσω κατανάλωσης και μάλιστα δανεικής)· της παγκόσμιας κρίσης· του ρόλου (και των σοβαρών ζημιών) των ελληνικών τραπεζών· της λύσσας (και των ελληνικών τραπεζών) για ρεφάρισμα μέσω υψηλών επιτοκίων στα κρατικά δάνεια· και της “σύμπτωσης” να πρέπει να αποπληρωθούν το 2010 και το 2011 πολλά δάνεια των περασμένων χρόνων, μεταξύ των οποίων κι εκείνα που χρηματοδότησαν το έπος των ολυμπιακών αγώνων.
Για να γίνει το τότε χρέος “βιώσιμο” (υποτίθεται) ακολούθησαν όσα ξέρουμε. Όμως “παραδόξως” (!!!) αυτό συνέχισε να είναι αβίωτο - και πάντα πετυχημένο σαν εσωτερικός εκβιασμός των αφεντικών και των λακέδων τους σε βάρος μας, σαν τάξης.

 

επιπλέον εκβιασμοί

Είναι κάπως γνωστό: αυτό το 120% επί του αεπ σαν όριο βιωσιμότητας (για το ελλαδιστάν) πρωτοεμφανίστηκε σε κάποιες τεχνοκρατικές ευρωπαϊκές μελέτες προς τα τέλη του 2010. Εκείνη η προέλευση έχει, τουλάχιστον, μια εξήγηση. Οι τεχνοκράτες έπρεπε να βρουν ένα νούμερο (“βιωσιμότητας”) που να μην αρπάζει απ’ το λαιμό το ιταλικό κράτος, που το χρέος του βρισκόταν κάπου μεταξύ 110% και 115% του αεπ του... Μπορούμε να φανταστούμε και τον σχετικό διάλογο των τεχνοκρατών... Το μέγεθος 120% ξέμεινε έκτοτε, αν και εν τω μεταξύ (για το 2012) το ιταλικό δημόσιο χρέος θα φτάσει το 125% επί του ιταλικού αεπ - θα είναι, δηλαδή, κι αυτό αβίωτο κατ’ αρχήν.
Κι όπως έμαθαν όλοι, το δντ κωλύεται (απ’ το καταστατικό του) να δανείζει κράτη εάν το χρέος τους δεν είναι εξυπηρετήσιμο... Αυτό φαίνεται σωστό και τυπικά ακέραιο - αλλά τι είναι το δντ; Μια σειρά κρατών πρώτης γραμμής, που είναι μέτοχοι του ιδρύματος (αν και όχι στο επίπεδο των ηπα), όπως η ρωσία, η κίνα, η ινδία και η βραζιλία, έχουν διαμαρτυρηθεί ξανά και ξανά που το ταμείο δανείζει ένα πρωτοκοσμικό κράτος, και μάλιστα μέλος μιας πλούσιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης, αντί να βοηθάει με τα ίδια χρήματα πιο φτωχά και αδύναμα κράτη... Το οποίο σημαίνει, απλά, το εξής: Μόσχα, Νέο Δελχί, Πεκίνο και Μπραζίλια, ανταγωνιστές εκ των πραγμάτων της ε.ε. στον παγκόσμιο καπιταλιστικό χάρτη, δεν βλέπουν με τόση συμπάθεια την εξοικονόμηση χρήματος (δανείων...) που κάνει το δντ για λογαριασμό των κρατών της ε.ε. Σαφώς, λοιπόν, θα οχυρώνονταν πίσω απ’ τον “δείκτη βιωσιμότητας”, ακόμα κι αν αυτός ήταν αυθαίρετος, όπως είναι το 120% επί του αεπ. Ακόμα περισσότερο εάν πρόκειται να κτυπήσει την πόρτα τους (του δντ την πόρτα) κανάς μεγαλύτερος ευρωπαίος χρεωκοπημένος. Φυσικά δεν θα ήθελαν μια γενικευμένη χρηματοπιστωτική αναταραχή εξαιτίας μιας παταγώδους διάλυσης της ζώνης του ευρώ... Θα ήθελαν όμως οι πλούσιοι της ευρωπαρέας (γερμανία και άλλα βόρεια κράτη) να “ξηλωθούν” παραπάνω.
Για την Ουάσιγκτον οι ίδιες σκέψεις έχουν πιο σκληρό γεωπολιτικό χρώμα. Σαφώς και θέλουν να πληρώσει (δηλαδή: να χάσει δανεισμένο χρήμα) σε ποσότητα το Βερολίνο!... Το γερμανικό κράτος / κεφάλαιο είναι βασικότατος ανταγωνιστής, που πλαισιωμένος απ’ την ευρωζώνη ήταν προοπτικά εξαιρετικά επικίνδυνος. Το ίδιο το ευρώ, σαν “σκληρό νόμισμα”, απειλεί σε σημαντικό βαθμό την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου σαν παγκόσμιο μέσο συναλλαγών και σαν αποθεματικό νόμισμα. Η (ομολογημένη;) σκέψη του αμερικανικού καθεστώτος προς το γερμανικό θα μπορούσε να είναι αυτή: θέλετε να κρατήσετε την ευρωζώνη; ε, πληρώστε όσο χρειάζεται... Πάνω σε τέτοιους υπολογισμούς στήνεται ο ενδοκαπιταλιστικός εκβιασμός του δντ, σε σχέση με την “βιωσιμότητα” ή μη του “ελληνικού χρέους”: σε βάρος του Βερολίνου. 
Απ’ την μεριά του γερμανικού κράτους / κεφάλαιου το ίδιο ζήτημα τίθεται (απ’ όσο μπορούμε να καταλάβουμε) ως εξής: δεν είμαστε μόνο εμείς που την θέλουμε την ευρωζώνη, είναι και τα τωρινά μέλη της - δεν μπήκαν κατά λάθος! - συμπεριλαμβανομένων των αναξιοπαθούντων. Ε, ας πληρώσουν όσο περισσότερο γίνεται για να μείνουν στο κλαμπ. Το γερμανικό “να πληρώσουν για να μείνουν” δεν εξαντλείται στο χρηματικό μέρος του. Περιλαμβάνει κι εκείνες τις “διαθρωτικές” αλλαγές που θα γερμανοποιήσουν σε μεγαλύτερο βαθμό τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Με την έννοια της λειτουργικότητας, της αποδοτικότητας και του καταμερισμού εργασίας. Η ταπεινή μας άποψη είναι διαφορετική απ’ την τρέχουσα ελληνική αλλά και την προβαλλόμενη κυρίως από αγγλοαμερικανικά media, think tanks κλπ. Αυτή η τελευταία είναι πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, το Βερολίνο έχει καβούρια στις τσέπες... Η δική μας γνώμη είναι ότι το Βερολίνο είναι σε θέση να “πληρώσει” (με την έννοια της χρηματικής απώλειας “εθνικών πόρων”) μόνο όταν εξασφαλίσει ότι το τσούρμο των εθνικών κρατών / καπιταλισμών της ευρωζώνης θα είναι συντονισμένο στον δικό του βηματισμό και στο δικό του μοντέλο λειτουργίας· και με επιτήρηση, εάν αυτή είναι αναγκαία. Την διαδεδομένη άποψη ότι η Μέρκελ (έλεος με την προσωποίηση των καπιταλιστικών συμφερόντων!) δεν θέλει να χάσει λεφτά απ’ τα δάνεια προς την ελλάδα (ή άλλους) φοβούμενη την αντίδραση των γερμανών φορολογούμενων εν όψει των εκλογών (που είναι σ’ ένα χρόνο...) την θεωρούμε κατάλληλη για παιδικά μυαλά. Ταιριάζει με την πεποίθηση των υπηκόων ότι αυτοί είναι που διαμορφώνουν τις κατευθύνσεις στα βασικά ζητήματα του κράτους στο οποίο ανήκουν, και μάλιστα ότι το κάνουν ψηφίζοντας... Όχι. Τα γερμανικά καθεστωτικά κόμματα (συμπεριλαμβανομένων των “πράσινων”) έχουν και την πείρα, και την παράδοση και τους τρόπους να νομιμοποιήσουν τις επιλογές των γερμανικών αφεντικών, όταν αυτές είναι οριστικοποιημένες, και μέσω εκλογών. Και, επίσης, έχουν την κουλτούρα να συμφωνούν όταν κάτι τέτοιο χρειάζεται. Συνεπώς, απ’ την μεριά του Βερολίνου, η τακτική (με τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις από περίπτωση σε περίπτωση) μας φαίνεται και σαφής και συνεκτική. Στο κάτω κάτω θα μπορούσε να πει φωναχτά (ειδικά προς την Αθήνα και την Ρώμη): σας δέχτηκα στην ευρωζώνη αν και ήξερα ότι τα νούμερά σας ήταν άγρια μαγειρεμένα· σας επιδότησα συστηματικά για να... · και τώρα θέλετε να πληρώσω για να μείνουν όλα όπως πριν; Ξεχάστε το... Να πληρώσουν οι πλούσιοι σας! [1]
Πριν το eurogroup της 21ης Νοέμβρη οι συνήθεις υπερασπιστές των εθνικών ελληνικών συμφερόντων κρατούσαν σιωπή ψαριού σχετικά με την θέση (την δική τους αλλά και των πολιτικών ειδώλων / υπαλλήλων...) στη διένεξη μεταξύ δντ - Βερολίνου περί παραγραφής σημαντικού μέρους του σε ευρωκρατικά χέρια ευρισκόμενου ελληνικού χρέους. Η επίσημη γραμμή της Αθήνας ήταν “δεν ανακατευόμαστε, βρείτε τα...” . Αμέσως μετά όμως η σιωπή τελείωσε. Σαφώς και η Αθήνα βολεύεται με την ιδέα του δντ περί νέου “κουρέματος”! Μ’ αυτή την έννοια είναι αντικειμενικά  δίπλα στην Ουάσιγκτον... πέρα απ’ τα υλικά (οικονομικά) οφέλη που θα είχε ένα τέτοιο “κούρεμα”. Όμως δεν έχει πια την θέση (την δύναμη) η Αθήνα ούτε καν να το πει ανοιχτά - κι αυτό είναι ευνόητο. Πώς να πεις “αφήστε με να σας φεσώσω;” Όπως ευνόητο, για άλλους λόγους, είναι ότι αυτή η διακρατική “σεισάχθια” που βολεύει χρηματικά (αλλά όχι ιδεολογικά, γιατί μετά “πάει το χρέος” και ο εσωτερικός εκβιασμός...)  δεν πρόκειται ποτέ να ισχύει για τα χρέη των απολυμένων, των ανέργων ή των κακοπληρωμένων προς τις ελληνικές τράπεζες!! Αααα, εκεί ισχύουν άλλα κριτήρια! Προηγείται η σωτηρία του ντόπιου χρηματοπιστωτισμού...

Με τρόπο μεθοδικό και συστηματικό, και με επικεφαλής το γερμανικό κράτος / κεφάλαιο (και την συμμετοχή δυναμικών “εθνικών πρωταθλητών” άλλων ευρωπαϊκών κρατών πρώτης γραμμής) φαίνεται να προχωράει κάπως η οργανική ένταξη περιοχών της ελληνικής απόσπασης υπεραξίας στον γερμανοευρωπαϊκό σχεδιασμό. Όμως εάν αυτή η διαδικασία ολοκληρωθεί, θα πρόκειται για χωρίς ιστορικό προηγούμενο (στα 180 χρόνια ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους) αλλαγή προσανατολισμών: απ’ το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον στις “κεντροευρωπαϊκές δυνάμεις”...
Θεωρούμε ότι υπάρχουν “αντιστάσεις”, αντιστάσεις καπιταλιστικές - που εμφανίζονται βέβαια σαν “φιλολαϊκές” και “πατριωτικές” επειδή οι αρμόδιοι υπηρέτες δημιουργούν και αφήνουν τον χώρο για κάτι τέτοιο. Στο βαθμό που η υποτίμηση της εργασίας στην ελλάδα έχει φτάσει σε μεγέθη και καταστάσεις που πριν δύο χρόνια θα ήταν απλά αδιανόητες, τα ντόπια αφεντικά έχουν κερδίσει ήδη πολλά, όποιες προτιμήσεις για τις διεθνείς συμμαχίες τους κι αν έχουν. Όμως αυτές οι τελευταίες δεν μας φαίνονται οριστικοποιημένες. Που σημαίνει ότι (φοβόμαστε πως) πολλά έχουν τα μάτια μας να δουν ακόμα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Είναι αλήθεια ότι μια τέτοια στάση δεν στερείται ούτε λογικής ούτε επιχειρημάτων. Το ελλαδιστάν είναι επιτομή. Για παράδειγμα, οι έλληνες ιδιώτες μέτοχοι των τραπεζών δεν μπορούν να βρουν γύρω στα 5 ή 6 δισ. ευρώ, για να κρατήσουν τις τράπεζες “ιδιωτικές” και στα χέρια τους. Αυτό, την στιγμή που στην ελβετία είναι “παρκαρισμένα” 200 ή 300 ή άγνωστο πόσες εκατοντάδες δισεκατομύρια ευρώ ελλήνων καταθετών... Ποιανού “πρόβλημα” είναι αυτό; Του γερμανικού κεφάλαιου ή του ελληνικού; Ή, με τέτοια ποσά στον τόκο και στην ασφάλεια διάφορων νησίδων του πλανήτη, το ελληνικό κράτος αρνείται να “μάθει” και να εισπράξει τους όποιους φόρους... Ποιανού “πρόβλημα” είναι αυτό; Του γερμανικού κράτους ή του ελληνικού; Γιατί η γνωστή κλάψα του φτωχού κράτους με τους πλούσιους υπηκόους πρέπει να είναι παγκόσμιο πρόβλημα; Η απάντηση είναι μία: μόνο στο βαθμό που το οικόπεδο έχει κάποια υψηλή γεωπολιτική αξία. Αν είναι όμως έτσι ας μπει το ελλαδιστάν σε ανοικτό πλειστηριασμό... Να ησυχάσουμε.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020