Sarajevo
 

 

 

 

 

τηλεφωνικοί πλασιέ
και γραμμές συναρμολόγησης (β μέρος)

Στο προηγούμενο τεύχος παρουσιάσουμε αποσπάσματα της εμπειρίας του γερμανού δημοσιογράφου Γκίντερ Βάλραφ, απ’ την δουλειά σε εταιρείες τηλεφωνικών πωλήσεων - στη Γερμανία. Όσοι / όσες έκαναν τον κόπο να διαβάσουν την έκθεση, πήραν μια μικρή πικρή γεύση απ’ την κατάσταση (τμήματος τουλάχιστον) της εργατικής τάξης στο πιο αναπτυγμένο “κέντρο” του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Τμήματος της σύγχρονης εργατικής τάξης, αφού οι “δουλειές γραφείου”, με την χρήση της τελευταίας λέξης των σχετικών μηχανών (υπολογιστές και τηλεφωνικά κέντρα, προγράμματα και βάσεις δεδομένων), είναι ο εργασιακός “αφρός των ημερών”. Τμήματος της σύγχρονης εργατικής τάξης μεν, που υφίσταται (με την ανοχή ή και την συνενοχή της) ταπεινώσεις και υποτίμηση πολύ παλιές. Απ’ την προσωπική ματαιοδοξία (που σημαίνει συνειδησιακό ευνουχισμό) ως την εντατικοποίηση, απ’ την συστηματική εξαπάτηση (των πελατών) ως τις ανοικτές τιμωρίες (των μη παραγωγικών πωλητών), η εμπειρία του Βάλραφ και η περιγραφή της ψηλάφισε την μεγάλη μας απουσία, σαν οργανωμένη και μαχητική τάξη του δημιουργών του πλούτου.
Στο δεύτερο μέρος της αναδημοσίευσης απ’ το ίδιο βιβλίο [1], το εργασιακό πεδίο αλλάζει. Δεν είναι τώρα μια λαμπερή εκδοχή του τριτογενούς τομέα, αλλά η μουντή εκδοχή του σύγχρονου δευτερογενούς. Ενός εργοστασίου που ειδικεύεται στην μαζική αρτοποιία, για λογαριασμό ενός απ’ του κολοσσούς του λιανεμπορίου, της (γερμανικής) αλυσίδας υπεραγορών Lidl. Ο Βάλραφ “μασκαρεύεται” σε ανειδίκευτο εργάτη, και πιάνει δουλειά στην αρτοβιομηχανία Weinzheimer, κρατώντας, όπως συνηθίζει, ένα ημερολόγιο κάτεργου. Διαβάστε τα αποσπάσματα, και στο τέλος το δικό μας σχόλιο.

... Ήμουν περίεργος για την δουλειά στην Weinzheimer... “Πάνω από 600 χρόνια παράδοση”, διαφημιζόταν με ελκυστικό ντιζάιν η μεγάλη αρτοποιία στην ιστοσελίδα της “Gebr. Weinzheimer Brot GmbH & Co. KG”... Πάντως  η εταιρεία ανήκε εδώ και χρόνια στον “Όμιλο Lidl” - και για την ακρίβεια στους προμηθευτές τροφίμων σε τιμές προσφοράς. Ο συγκεκριμένος όμιλος δίνει μονίμως αφορμές για αρνητικούς τίτλους στα πρωτοσέλιδα, επειδή στύβει τους υπαλλήλους του σα λεμονόκουπες για να αποσπάσει τις ανώτατες επιδόσεις, επειδή τους έχει μέχρι και υπό επιτήρηση, επειδή τους στερεί εργατικά δικαιώματα κι επειδή με αυτόν τον τρόπο ο κάτοχος του εν λόγω συγκροτήματος επιχειρήσεων, Ντίτερ Σβαρτς, ανήλθε στη θέση του 4ου πλουσιότερου Γερμανού, με τραπεζικές καταθέσεις άνω των δέκα εκατομμυρίων ευρώ. Με άλλα λόγια, επειδή το Lidl δουλεύει σαν κερδοφόρα μηχανή του πρώιμου καπιταλισμού, όπως στους καιρούς όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είχαν καμιά ισχύ και τα εργατικά δικαιώματα δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί.
Για το πως φέρεται το Lidl και οι προμηθευτές του δεν ήξερα ακόμα πολλά εκείνο τον καιρό. Τον αριθμό των προμηθευτών του, το Lidl δεν τον ανακοινώνει. Σίγουρα είναι εκατοντάδες - στα υποκαταστήματα του Lidl υπάρχουν πάνω από 1500 προϊόντα. Πολλά από τα προϊόντα που αγοράζουμε, ως γνωστόν, δεν παράγονται πλέον στη Γερμανία, αλλά (για παράδειγμα) στην Κίνα, στην Ινδία ή τη Ρουμανία, όπου οι εργάτες πληρώνονται λιγότερο, όπου είναι λιγότερο ασφαλισμένοι ή και καθόλου, όπου έχουν λιγότερη προστασία ατυχημάτων ή και καθόλου. Πώς αντιδρά στην πίεση των εξόδων μια επιχείρηση που παράγει στη Γερμανία; Είναι δυνατόν οι εργασιακές συνθήκες του λεγόμενου τρίτου κόσμου να έχουν κάνει προ πολλού την είσοδό τους στον “θαυμαστό καινούργιο εργασιακό μας κόσμο”;
Στην ιστοσελίδα της Weinzheimer γράφει ότι στην εταιρεία “φουρνίζουν εξειδικευμένοι υπάλληλοι, που κατέχουν την τέχνη του φουρνίσματος”. Εγώ ούτε εξειδικευμένος είμαι ούτε έχω ιδέα από την τέχνη του φουρνίσματος, ωστόσο παίρνω τηλέφωνο να προσφερθώ ως εργάτης. Από έναν υπάλληλο μαθαίνω ότι ζητάνε “άντρες ηλικίας 20 - 30 χρονών, που να είναι δυνατοί και ανθεκτικοί” - δηλαδή όχι εμένα. Προσποιούμαι πως είμαι 51 ετών αντί για 65· έχω δανειστεί την ταυτότητα ενός φίλου.
...
Είμαι μέσα. Για 7,66 ευρώ μεικτό ωρομίσθιο, μετά την απλήρωτη δοκιμαστική περίοδο δουλειάς των δύο εβδομάδων. Γι’ αυτό έχεις δουλειά τουλάχιστον, εδώ σε αυτή την περιοχή, όπου τα ποσοστά ανέργων είναι υψηλά και οι δουλειές σπανίζουν. Αν και από τα 7,66 ευρώ στον εργάτη μένουν καθαρά λιγότερα από 6 ευρώ. Στο μεταξύ, το εισόδημα του κάθε εργαζόμενου πλήρους ωραρίου στη Γερμανία κυμαίνεται κάτω από το όριο της επίσημης κατώτερης αμοιβής, που στη Δυτική Γερμανία είναι λιγότερο από 9,61 ευρώ και στην Ανατολική λιγότερο από 6,81 ευρώ. Με αυτά τα ωρομίσθια η Γερμανία έχει υψηλότερο ποσοστό χαμηλόμισθων απασχολούμενων από ό,τι η Μεγάλη Βρετανία και μόνο ελάχιστα χαμηλότερο από τις Ηπα.
Το πρώτο πρωΐ με υποδέχεται η ίδια η αφεντικίνα, με χειραψία μεν αλλά όχι με συμβόλαιο. Τέτοιο πράγμα δεν προβλέπεται ούτε τώρα ούτε κι αργότερα. Η αφεντικίνα μου παραδίδει ένα λευκό παντελόνι εργασίας κι ένα T-shirt με κοντά μανίκια. Ρωτάω αν είναι δυνατόν να γλυτώσει κανείς το κρύωμα με δαύτα χειμωνιάτικα. “Εάν κρυώνετε πολύ, σημαίνει ότι πρέπει να δουλεύετε πιο γρήγορα”. Ύστερα με αφήνει στην τύχη μου και στην υπεύθυνη βάρδιας.
...
Η αρτοβιομηχανία Weinzheimer παράγει στην πραγματικότητα ψωμάκια. Κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό, μόνο που δεν έχει και μεγάλη σχέση με το διαφημιστικό σκόγκαν, εδώ φουρνίζουμε από το 1897 το “αυθεντικό ψωμί Χουνσρίκερ”. Αυτό που φουρνίζεται εδώ είναι προψημένα ψωμάκια σε σακούλια. Ο καταμερισμός εργασίας στο εργοστάσιο είναι κι αυτός σαφής: αναμειγνύουν ζύμη κι ανακατεύουν· τροφοδοτούν φούρνους και ψήνουν ψωμάκια· αδειάζουν φούρνους και συσκευάζουν ψωμάκια.

Αρχίζω σταδιακά τις καταγραφές: βρίσκομαι στο τέλος της... “οδού συσκευασίας”. Τα ψωμάκια κλείνονται αεροστεγώς σε σελοφάν, που τα φουσκώνουν με διοξείδιο του άνθρακα. Τα φουσκωμένα σακούλια κινούνται ασταμάτητα με την ίδια πάντα ταχύτητα ροής προς το στόμιο του ιμάντα. Στο τέρμα του ιμάντα δύο εργάτες στοιβάζουν τις συσκευασίες σε κούτες, βροντάνε ένα καπάκι από πάνω, και μετά τις φορτώνουν σε παλέτες. Τώρα παίρνω για πρώτη φορά χειροπιαστές οδηγίες. Ο συνάδελφος δίπλα μου, δίχως να σηκώνει το βλέμμα και να διακόψει τη μηχανική κίνηση που κάνουν τα χέρια του, εξηγεί τι πρέπει να κάνουμε: “Ελέγχουμε τη σφραγίδα με την ημερομηνία λήξης, ξεδιαλέγουμε τα ελαττωματικά ψωμάκια, βγάζουμε τις χαλαρές συσκευασίες από τον ιμάντα και τις σκίζουμε! Είναι αυτές που δεν γέμισαν διοξείδιο του άνθρακα ώστε να φουσκώσουν αρκετά”. Τέλος πάντων, σκέφτομαι, τίποτα το ασυνήθιστο. Δουλειά ρουτίνας απλώς. Και βοηθάω, κοιτάζω να δω, σκίζω ή όχι, ρίχνω στις κούτες, και ούτω καθεξής. Ύστερα από ένα τέταρτο ωστόσο αντιλαμβάνομαι: αυτή τη δουλειά δεν μπορείς να την κάνεις δίχως λάθη. Όλα γίνονται πάρα πολύ γρήγορα. Αλλά ίσως, τουλάχιστον έτσι ελπίζω, μπορώ να ανεβάσω τον ρυθμό μου.
Στέκομαι περίπου μια ώρα στον ιμάντα, όταν ξαφνικά αρχίζει μια φασαρία. Μια σειρήνα ουρλιάζει κι όλοι οι συνάδελφοί μου τρέχουν βλαστημώντας στη διπλανή αίθουσα. Η υπεύθυνη της βάρδιας μου βάζει ξαφνικά τις φωνές για να την ακολουθήσω. “Γρήγορα, γρήγορα, βοήθεια, βοήθεια!” τσιρίζει τελείως απελπισμένη και με σπρώχνει. “Κατέβασε τις λαμαρίνες από τον ιμάντα, γρήγορα, γρήγορα!”. Δίπλα βρίσκεται ο πυρακτωμένος φούρνος, από όπου πέφτουν οι λαμαρίνες στον ιμάντα. Η δουλειά μας είναι να πάρουμε πάλι τις καυτές λαμαρίνες με τα ψωμάκια που κυλάνε κάτω και να τις βάλουμε στις κινούμενες σχάρες. Κάθε λαμαρίνα έχει διάσταση 80 επί 60 εκατοστά και είναι φορτωμένη με 42 ψωμάκια. Ένας συνάδελφος μου πετάει ένα ζευγάρι ξεσκισμένα γάντια και πρώτα καίω το δεξί μου χέρι. Καθώς σηκώνω τις λαμαρίνες πάνω από το κεφάλι τσιτσιρίζει το δέρμα του δεξιού μου μπράτσου και του σαγονιού μου, και σχηματίζονται χοντρές φουσκάλες από εγκαύματα. Όλοι οι συνάδελφοί μου, έτσι μαθαίνω αργότερα, έχουν υποστεί τέτοια εγκαύματα.
Τώρα βγαίνει και η ατσάλινη αλυσίδα του ιμάντα, κι από αυτή τη στιγμή αρχίζει κυριολεκτικά η κόλαση. Λαμαρίνες με ψωμάκια εκσφενδονίζονται από τον καυτό φούρνο πάνω μας, κι αρκετά σκάνε στο πάτωμα. Οι συνάδελφοι βάζουν τις φωνές, δύο αρπάζουν με τα χέρια τον κινούμενο ιμάντα για να βάλουν την αλυσίδα πάλι στο στήριγμα. Σ’ αυτή τη προσπάθεια συμβαίνουν κι άσχημοι τραυματισμοί. Το συγκεκριμένο ωστόσο δεν το μαθαίνω παρά δυο βδομάδες αργότερα, αφότου έχω αρπάξει κι εγώ ο ίδιος τον κινούμενο ιμάντα κάμποσες φορές. Επιτέλους, όλα φαίνονται πάλι εντάξει, η παραγωγή συνεχίζεται, το χάος αραιώνει και γυρνάω πίσω στη θέση μου. Δεν έχω χρόνο να δροσίσω τα εγκαύματά μου στο κρύο νερό και να καταπραϋνω τους πόνους. Από ένα σημείο κι έπειτα φοβάμαι κιόλας μην μείνω στιγματισμένος σαν μοσχάρι· αλλά για καλή μου τύχη οι πληγές από τα εγκαύματα ύστερα από μερικές βδομάδες επουλώνονται και ξεθωριάζουν.
Οι τραυματισμοί στη Weinzheimer είναι μέρος της εργασιακής καθημερινότητας. Είμαστε εδώ κάτι σαν την κοινότητα των “καμένων παιδιών”, με πληγές στα μπράτσα και στο επάνω μέρος του σώματος. Μια βδομάδα αργότερα, ακούω πρώτη φορά για το κουμπί εκτάκτου ανάγκης που βρίσκεται στερεωμένο στο πλάι του ιμάντα. Αλλά απαγορεύεται να το ενεργοποιήσουμε, εκτός κι αν πρόκειται για εξαιρετικά μεγάλη ανάγκη· αυτό το γνωρίζουν οι συνάδελφοι. Γιατί αν πατηθεί, τα ψωμάκια θα μείνουν περισσότερο στον φούρνο, θα βγουν πολύ σκούρα και δεν θα είναι προς χρήση πια. Με μεγάλη έμφαση με προειδοποιεί ένας συνάδελφος, ένας επαγγελματίας αρτοπιός, να κρατήσω τα χέρια μου οπωσδήποτε μακριά από αυτό το κουμπί. Σε αυτό δίνει προσοχή και ο ιδιοκτήτης και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, ο οποίος για κακή τύχη των απασχολούμενων του έχει αυτοανακηρυχτεί εντεταλμένος σύμβουλος ατυχημάτων.
Τις βδομάδες που δουλεώ στην αρτοβιομχηανία, βιώνω τις βλάβες και τα μπλοκαρίσματα σαν ένα μονίμως επαναλαμβανόμενο φυσικό γεγονός: λαμαρίνες που πρέπει να φύγουν από τον ιμάντα, ψωμάκια που πετάνε στον αέρα και πέφτουν στο πάτωμα, απ’ όπου πρέπει να τα μαζεύουμε για να πετάξουμε αργότερα στα σκουπίδια. Αφού οι λαμαρίνες με τον χρόνο στραβώνουν στη ζέστη του φούρνου κι όταν στραβώσουν, μπλοκάρουν τον ιμάντα και δημιουργείται συμφόρηση. Αυτό γίνεται και λόγω της εγκατάστασης που είναι κάτι περισσότερο από προβληματική. Ένας μηχανικός του τμήματός μου με διαφώτισε: “Εδώ ξεζουμίζουν ανθρώπους και μηχανές και κάνουν οικονομία στα πάντα. Το Lidl ορίζει τα ποσοστά παράδοσης. Για κάθε παλέτα που δεν παραδίδεται η Weinzheimer πληρώνει 150 ευρώ, τελευταία έχουν μαζευτεί 15.000 ευρώ”. Μια λαμαρίνα κοστίζει 60 ευρώ, οπότε κι εγώ ρωτάω μια φορά έναν υπεύθυνο βάρδιας μήπως γίνεται να αγοράσουμε καινούργιες για να αποφεύγουμε τη διαρκή συμφόρηση. “Εσείς είστε πιο φτηνοί από καινούργιες λαμαρίνες” απαντάει.
Αντίστοιχα υψηλά είναι και τα ποσοστά των ατυχημάτων. Υπάρχει μεν ένα βιβλίο ατυχημάτων, αλλά εδώ και πολύ καιρό δεν καταχωρούνται όλοι οι τραυματισμοί και οι σωματικές βλάβες... Πάνω σε δουλειές καθαρισμού - έπειτα από ένα μπλοκάρισμα του ιμάντα με χτυπάνε τα ζεματιστά ψωμάκια σαν βλήματα στα αυτιά - χτυπάω το κεφάλι μου σε μια επικίνδυνη ξεσκέπαστη λαμαρίνα. Ελαφρώς ζαλισμένος και με αίματα στο μάτωπο συνεχίζω τη δουλειά.
Αργότερα μόνο - σε ανύποπτο χρόνο - τολμάω να ξεφυλλίσω το βιβλίο ατυχημάτων: αυτό είχε συμβεί λίγους μήνε ςπριν και σε έναν μηχανικό της μονάδας και μάλιστα στο ίδιο σημείο ακριβώς. Μετά τη δουλειά τον επισκέπτομαι κι εκείνος διηγείται: “Είχα ένα κόψιμο που αιμορραγούσε άσχημα και εγκεφαλική διάσειση. Ο υπεύθυνος βάρδιας μου αρνήθηκε τις πρώτες βοήθειες, αλλά τουλάχιστον ζήτησε συγγνώμη: "Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια!”. Έπρεπε να αδειάσω τον φούρνο, αλλιώς θα χαλούσαν τα ψωμάκια. Αφού βρήκα μόνος μου το ντουλαπάκι των πρώτων βοηθειών, διαπίστωσα ότι δεν υπήρχαν υλικά για περιποίηση τραυμάτων. Δεν μου επιτράπηκε να πάω στο νοσοκομείο, παρά μόνο με το τέλος της βάρδιας στις δύο το μεσημέρι. Μόνος. Εκεί διαπιστώθηκε η εγκεφαλική μου διάσειση και επί μία ώρα ασχολήθηκαν μαζί μου”.
Είναι γεγονός ότι όλοι οι συνάδελφοι με τους οποίους μίλησα συμφωνούν πως το επιχειρησιακό κλίμα και οι εργασιακές συνθήκες έχουν χειροτερέψει δραματικά από τότε που η Weinzheimer παράγει αποκλειστικά για το Lidl... Όταν το Lidl κάνει μεγαλύτερες παραγγελίες φτάνουμε στο σημείο να πρέπει να δουλεύουμε αδιάκοπα δύο ή τρεις βδομάδες, χωρίς ούτε ένα ρεπό. Σε ακραίες περιπτώσεις έχει τύχει να μοχθήσουν συνάδελφοι μέχρι τελικής πτώσης, με 420 ώρες δουλειάς σε ένα μήνα - 14 ώρες δουλειάς την μέρα, κάθε μέρα, επί ένα μήνα. Αντίθετα, όταν στο Lidl υπάρχει νέκρα, καθόμαστε σπίτι μας - χωρίς λεφτά! - και ψαχνόμαστε πως θα τα βγάλουμε πέρα.

...
Την κατάσταση στην αρτοβιομηχανία Weinzheimer οι συνάδελφοί τη ζουν εδώ και χρόνια: τις περισσότερες φορές το έμβασμα της πενιχρής αμοιβής τους αργεί η συνηθισμένη αιτιολογία: το Lidl φταίει, γιατί αργεί να πληρώσει την εταιρεία. “Τον τελευταίο χρόνο”, μου λέει ένας συνάδελφος, “τα λεφτά μας για τον Νοέμβρη μπήκαν στο λογαριασμό μας στις 19/12. Τις περισσότερες φορές συμβαίνει να μην μας πληρώνουν καν κάποιες μέρες. Όταν δηλαδή η εγκατάσταση δεν δουλεύει εξαιτίας βλάβης ή επισκευής. Τυχαίνει τότε, κάποιοι συνάδλεφοι να έχουν κάνει 30 ή 50 χιλιόμετρα ως εδώ, και να βρίσκουν την πύλη του εργοστασίου κλειστή”.
Ο Ντάνιελ Τέβε, ένας πρώην διευθυντής παραγωγής, μου έχει αναφέρει το ακόλουθο: “Επτά χρόνια ήμουν εκεί και στο τέλος της θ8ητείας μου είχε αρχίσει η μείωση προσωπικού, οι υπερωρίες πλέον δεν πληρώνονταν, η δουλειά γινόταν σκληρότερη. Ήμουν υπεύθυνος για τον προγραμματισμό προσωπικού και πλήρωνα εγώ τη νύφη, όταν οι άνθρωποι δεν πληρώνονταν τις υπερωρίες τους. Όταν έχεις μπροστά σου κάποιον που δουλεύει δέκα ώρες τη μέρα, δηλαδή 60 ώρες τη βδομάδα και πιθανόν μέσα στο Σαββατοκύριακό του να τον φωνάξουν για άλλες δέκα και σε ρωτάει στο τέλος του μήνα γιατί πήρε παρ’ όλα αυτά μόνο 1000 ευρώ και πως θα πληρώσει από δαύτα το νοίκι του, τι του λες; Αυτό πλέον ήταν αφόρητο για μένα”.
Αλλά ακόμα κι αν το Lidl υπαγορεύει τους όρους, η εταιρεία Weinzheimer βάζει από μόνη της άλλον έναν ακόμα. Και μάλιστα απροκάλυπτα και δίχως την παραμικρή αιδώ - όταν ο κύριος με τα ψωμάκια λόγου χάρη απευθύνεται στους υποτελείς του μέσω αναρτημένων ανακοινώσεων. Ένα παράδειγμα (ορθρογραφικά και γραμματικά λάθη αυτούσια):
“Αξιότιμες και αξιότιμοι υπαλλήλους.
Ως παντού γνωστόν, η εταιρεία Lidl είναι το μεταξύ ο μοναδικός μας πελάτης. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να βγάλω από μέσα μου το εξής: σε ενδεχόμενη επιστροφή λόγω παραπόνων από μεριάς της εταιρείας Lidl τα εκάστοτε ποσά αφαιρούνται στον επόμενο λογαριασμό. Εκείνο είναι αυτή τη βδομάδα η περίπτωση, διότι πάνω από 150 παλέτες, αυτό είναι μιάμιση μέρα παραγωγής ή 50.000 συσκευασίες, δηλώθηκαν ως μουχλιασμένες. Αυτό το γεγονός δεν είναι για τη διοίκηση της επιχήρησης προβλέψιμο, ωστόσο όμως αντιληπτό. Η μούχλα προκύπτει από ακάθαρτη και τσαπατσούλικη εργασία. Όταν βλέπω πόσο ακάθαρτοι μένουν οι χώροι και οι μηχανές και πως υπάλληλοι πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται να ακολουθούν την προβλεπόμενη διαδικασία, αλλά μετά να κλαίγονται ξοπίσω από τον φευγάτο τους μισθό, αυτουνού τον συμβουλεύω στο μέλλον να ξανασκεφτεί τη δική του τρόπος συμπεριφορά και τη συναναστροφή του με το πόστο εργασίας του. Εγώ, η εταιρεία Lidl και όλους τους τελικούς πελάτες, δεν έχω κανενός είδους κατανόηση για αυτή την εργασιακή αντίληψη. Εδώ κι ένα σεβαστό διάστημα έχει αντικατασταθεί σε μας το εργατικό φιλότιμο από δηλώσεις ασθενείας, με αποτέλεσμα να τιμωρούνται εντέλει εκείνοι οι υπάλληλοι που κερδίζουν τον μισθό τους με υποδειγματική δουλειά. Παρακαλώ λοιπόν όλες και όλους τους υπαλλήλους να κατανοήσουν την κατάσταση και να αναλάβουν επιτέλους την ευθύνη και την καθαριότητα του εργασιακού τους πόστου, έτσι ώστε να διασφαλίζονται στο μέλλον οι μισθοί τους.
Με φιλικούς χαιρετισμούς
Μπ. Βεστερχόρστμαν
Διευθύνων Σύμβουλος”.

... Ακόμα κι αν καμιά φορά η μούχλα στα ψωμάκια του Lidl ανακαλύπτεται εγκαίρως και “καθαρίζεται” σε βάρος των απασχολούμενων της Weinzheimer, η μούχλα σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει από “τσαπατσούλικη ή ακάθαρτη εργασία”. Ανθίζει εδώ επί μονίμου βάσεως - γι’ αυτό είμαι πεπεισμένος και μπορώ να το τεκμηριώσω με φωτογραφίες - σε δυσπρόσιτα σημεία των εγκατάστασεων, στάζει από τα σάπια σιδερένια μέρη ή αναπτύσσεται στον θάλαμο διόγκωσης.
Ο Τόρστεν Σολτς είναι ηλεκτρολόγος μηχανολόγος. Φρικάρει και μόνο που μου διηγείται στο σπίτι του για την εποχή που δούλευε στη Weinzheimer: “Ο θάλαμος διόγκωσης, από περνάνε τα ακατέργαστα κομμάτια, ήταν μεσ’ τη μούχλα. Είναι λογικό, αφού εκεί παράγεται μια ορισμένη θερμοκρασία και κάποιοι ορισμένοι υδρατμοί: εκεί δεν φουσκώνουν μόνο ψωμάκια, εκεί θρέφεται και η μούχλα, αν την αφήσεις. Ήταν αηδιαστικό, πραγματικά αηδιαστικό. Όταν το είδα αυτό, είπα τέρμα τα ψωμάκια της Weinzheimer. Δεν ξανάβαλα πια στο στόμα μου ψωμάκι”.
Οι εργάτες δεν φέρουν καμία ευθύνη. Βρίσκονται σε διαρκή υπερένταση και δουλεύουν σαν σκλάβοι - είναι πάντα στο πόδι λόγων των επαναλαμβανόμενων βλαβών - μέχρι εξάντλησης. Η χρέωσή μας ανά βάρδια είναι 40 παλέτες. Τις περισσότερες φορές μια τέτοια νόρμα δεν βγαίνει, λόγω των συνεχών μπλοκαρισμάτων και της επιπλέον δουλειάς που αυτά συνεπάγονται. Ακόμα κι από νεότερους, πολύ δυνατούς συναδέλφους, φτάνω να ακούσω πως μετά τη δουλειά είναι τελείως εξουθενωμένοι και δεν μπορούν να κουνήσουν ούτε το μικρό τους δακτυλάκι. Η καθαριότητα παραμελείται - για επιπλέον προσωπικό, όπως φαίνεται, δεν υπάρχουν λεφτά. Ο καταναλωτής βέβαια δεν το καταλαβαίνει. Γιατί αυτά τα τόσο αγνά ψωμάκια, που παράγονται “χωρίς συντηρητικά” (όπως αυτοδιαφημίζονται) περιέχουν μυκητοκτόνα για την εξουδετέρωση των μυκήτων της μούχλας σε ποσοστό 0,5% στο μείγμα της ζύμης. Γι’ αυτό δεν είναι υποχρεωτικό να αναφερθούν. Αλλά παρ’ όλα αυτά υπάρχουν.

...
Όταν το Lidl ασκεί πίεση, ο χρόνος ανάπαυσης δεν τηρείται και οι διατάξεις προστασίας εργαζομένων καταργούνται. Τότε συμβαίνει κάποιος να βγαίνει στις έξι ώρα το πρωί από τη νυχτερινή βάρδια, να οδηγεί 40 χιλιόμετρα για να πάει σπίτι του, και να πρέπει στις δύο το μεσημέρι να πιάσει πάλι δουλειά στη βραδινή βάρδια. Οι εντεκάμιση ώρες ελάιστου χρόνου ανάπαυσης που προβλέπονται από τη νομοθεσία, εδώ δεν ισχύουν.
Κι ας μην μιλήσουμε για προστασία της υγείας των εργαζόμενων. Ακόμα και σ’ αυτό, η Weinzheimer αποτελεί παράδειγμα μιας γενικότερης τάσης, εν προκειμένω για το πως μειώνεται φαινομενικά τα τελευταία χρόνια το ποσοστό των ασθενών σ’ όλη την Ομοσπονδιακή Γερμανία. Σ’ αυτή την εταιρεία, για παράδειγμα, οι αλλοδαποί συνάδελφοι - κι αυτοί αποτελούν την πλειονότητα των εργατών - σε περίπτωση ασθένειας συχνά δεν λαμβάνουν μισθό. Οπότε αναγκάζονται να δουλεύουν ακόμα και άρρωστοι.
Όταν ο συνάδελφος Χάινζ Ντ. είχε ένα ατύχημα με τη βέσπα του στο δρόμο για τη δουλειά, έπαθε μώλωπες και μια εγκεφαλική διάσειση. Κουβαλήθηκε παρ’ όλα αυτά στη δουλειά από φόβο μήπως απολυθεί. Ύστερα από τρεις ώρες δεν άντεξε άλλο από τον πόνο και παρακάλεσε τον διευθυντή του τμήματος να τον αφήσει να πάει στο νοσοκομείο. Αυτό χαριστικά του το επέτρεψαν. Έπειτα απ’ τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο, βρίσκει στο γραμματοκιβώτιό του μια κοινοποίηση απόλυσης από την εταιρεία. Ο διευθυντής της τμήματος, κατ’ εντολή του ιδιοκτήτη της εταιρείας, έκανε τον κόπο να οδηγήσει 25 χιλιόμετρα ως το σπίτι του, για να του κοινοποιήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα την απόλυσή του.
...
Οι ίδιες οι εργασιακές συνθήκες στη Weinzheimer είναι με την κυριολεκτική έννοια της λέξης άρρωστες. Διόλου παράξενο λοιπόν που η προστασία και η ασφάλεια του εργάτη δεν παίζουν κανέναν ρόλο. Μια από τις κύριες υποχρεώσεις μου συνίσταται στο να σκίζω με τις ώρες ελαττωματικά σακούλια και να αδειάζω τα ψωμάκια πάλι στον ιμάντα. Αυτά τα σακούλια δεν τα φουσκώνουν με αέρα, αλλά με διοξείδιο του άνθρακα, με αποτέλεσμα να εκτίθεμαι δίχως προφυλάξεις σε αυτό το αέριο που μόνο σε μηδεμινή συγκέντρωση μπορεί να είναι ακίνδυνο. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα αυτή η δουλειά προκαλεί πονοκεφάλους. Καίνε τα μάτια, ξεραίνεται το λαρύγγι. Λαχταρώ λίγο καθαρό αέρα, αλλά εδώ μας έχει τελειώσει.
Εδώ κάνει ούτως ή άλλως ζέστη - το καλοκαίρι οι συνάδελφοι παραπονιούνται για θερμοκρασίες άνω των 60 βαθμών. Δεν υπάρχουν συστήματα κλιματισμού και απαγωγής σκόνης, ούτε ανοιχτά παράθυρα. Παλιότερα, όταν ακόμα επιτρεπόταν να ανοίγει που και που και κανένα παράθυρο, είχαν μπει κατά λάθος μερικά πουλιά στις εγκαταστάσεις. Ο γενικός διευθυντής και ο διευθυντής παραγωγής είχαν κυνηγήσει τα παγιδευμένα ζώα με αεροβόλα. Έπειτα, για ένα διάστημα, υπήρχε σύστημα εξαερισμού, αλλά το έκλεισαν κι αυτό για να κάνουν οικονομία στο ρεύμα.
Ήταν ο Μπένο Φουξ, ένας πρώην ηλεκτρολόγος της μονάδας, που έλαβε την εντολή απαγόρευσης. “Ναι, η εγκατάσταση κλιματισμού πολύ ωραία ήταν, και μάλιστα εγώ ο ίδιος άλλαζα τα φίλτρα κάθε χρόνο για να είναι όλα εντάξει και να λειτουργεί. Στο τέλος, μας απαγόρεψαν να τη βάζουμε μπρος. ‘Δεν θα πάθουν τίποτα οι άνθρωποι με λίγο ιδρώτα’ μου είπε ο Βεστερχόρτσμαν”.
...
Το πως η επιχείρηση μεταχειρίζεται την υγεία των υπαλλήλων της, το ζω στο πετσί μου. Με το σκίσιμο των σακουλιών πολύ σύντομα βρίσκομαι ζαλισμένος από τις αναθυμιάσεις του διοξειδίου του άνθρακα και μούσκεμα στον ιδρώτα. Ξαφνικά με μεταθέτουν και πρέπει να βγω έξω με ένα λεπτό βρεγμένο πουσαμικάκι. Εκεί πρέπει να αδειάσω τους πλαστικούς κάδους με τα άχρηστα ψωμάκια σε ένα κοντέινερ. Μου λένε πως θα χρειαστώ δύο ώρες για την ανέλκυση. Αυτό δεν θα με πείραζε - φοβάμαι όμως μην αρπάξω καμιά πνευμονία, γιατί έξω κάνει τσουχτερό κρύο και ο αέρας ξυρίζει.
Πάω λοιπόν στο γραφείο και παρακαλώ τη γυναίκα του ιδιοκτήτη της εταιρείας να μου διαθέσει τουλάχιστον μια ποδιά. Αυτό καλύτερα να μην το έκανα. Γιατί αντί να νοιαστεί για την υγεία μου και τη διαφύλαξη της εργατικής μου δύναμης, επικαλείται την αυστηρή τήρηση των υγειονομικών προδιαγραφών του Lidl. “Θα μπορούσα να σας δώσω επιτόπου έγγραφη επίπληξη!” λέει αγνοώντας την παράκλησή μου.“Πρέπει να ακολουθείτε κατά γράμμα τους κανονισμούς και δεν επιτρέπεται να εγκαταλείπετε την αίθουσα με το αποστειρωμένο ρούχο σας”. - “Ναι, όμως με στείλανε έξω ρητά και ακκατηγορηματικά”. - “Πρέπει να ακολουθείτε τους κανονισμούς κατά γράμμα”, με διακόπτει αυστηρά και παρακολουθεί ασυγκίνητη πως ρυμουλκώ τα σκατοψωμάκιά της στο τσουχτερό κρύο.
...
Όταν ύστερα από μια βλάβη είχαν αρχίσει πάλι να εκτοξεύονται από τον ιμάντα καυτές λαμαρίνες και τα ζεματιστά ψωμάκια είχαν σκεπάσει το πάτωμα σωρηδόν, τρέχει - έντρομος από το ουρλιαχτό της σειρήνας - ο διευθυντής της μονάδας στον σκοτεινό κι ασφυκτικό μου χώρο και μου αναθέτει να σκουπίσω σβέλτα τα ψωμάκια, να τα ξαποστείλω στους κάδους και να τα πάω στο κοντέινερ.
“Σκουπίστε και τα ψωμάκια κάτω από τον ιμάντα!” διατάζει ο Κ. Το να συρθώ κάτω από το σύστημα μοχλών του κυλιόμενου ιμάντα παραείναι μεγάλο ρίσκο. Η απόσταση από το πάτωμα είναι μόνο 60 πόντους, δεν υπάρχει πολύς χώρος για έναν ανεπτυγμένο άντρα. “Μα, είναι επικίνδυνο”, τολμάω να προβάλλω αντίρρηση. “Δεν μπορώ να το κάνω αυτό όταν σταματήσει πάλι ο ιμάντας;”. Με αυτό μάλλον του έθιξα την τιμή. “Εσείς ποτέ δεν τα καταφέρνετε σε τίποτα;” αποκρίνεται ο Κ. “Προσέξτε καλά, σας το δείξω μια φορά!”. Μου αρπάζει τη σκούπα από το χέρι και σέρνεται κάτω από τον ιμάντα. Από άποψη σωματικού όγκου είναι πολύ πιο ακατάλληλος από εμένα για να συρθεί κάτω από τον ιμάντα. Και να που τον μαγκώνει η αλυσίδα και του τραβάει την ποδιά στον ιμάντα. Χάνει τον έλεγχο και παρασύρεται. Κάνω ένα άλμα, τον πιάνω με όλη μου τη δύναμη από την ποδιά και τον ελευθερώνω από τη δυσχερή του κατάσταση. Το κομμάτι του γρασαρισμένου υφάσματος το πετάω στον επόμενο κουβά απορριμάτων.
Ο διευθυντής του τμήματος έχει χλομιάσει από την τρομάρα του, η περηφάνεια του δεν του επιτρέπει να με ευχαριστήσει, με προσπερνάει χωρίς μιλιά, σκύβει μόνο μια στιγμή στον κουβά απορριμμάτων για να ξαναπάρει το κομμάτι που αποτελούσε αποδεικτικό στοιχείο της επικίνδυνης κι ανεύθυνης ενέργειάς του. Τον ακολουθώ χωρίς να με πάρει είδηση και τον βλέπω που πετάει το γρασσαρισμένο κουρέλι της ποδιάς στον κουβά σ’ ένα άλλο σημείο της αίθουσας.

...
Οι περισσότεροι δεν δουλεύουν σ’ αυτό το εργοστάσιο πολύ καιρό. Είτε τα βροντάνε, είτε τους πετάνε έξω. Υπάρχει αρκετός ανεφοδιασμός. Αυτό φυσικά ο ιδιοκτήτης το ξέρει καλά. Ένας συνάδελφος ινδικής καταγωγής, που είναι από την Καλκούτα κι έχει αντέξει εδώ τέσσερα χρόνια, έπειτα από επανειλημμένες και πολύωρες προσκρούσεις λαμαρινών βρίσκεται λίγο πριν την κατάρρευση. Ο ώμος του πονάει και παραπονιέται ότι τον τελευταίο καιρό έχει υπόταση. Αλλά ούτε διανοείται να πέσει στο κρεβάτι ούτε να κάνει δήλωση ασθενείας. Το να αρρωστήσεις δεν σήμαινει μόνο ότι διακινδυνεύεις να σε σουτάρουν. Ο υπάλληλος αισθάνεται συνυπεύθυνος και για τους άλλους. “Όταν είσαι άρρωστος, πρέπει να βγάλουν περισσότερη δουλειά οι άλλοι”. Το να μην χάνει κανείς τα αισθήματα της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης σε μια τέτοια εργασιακή κόλαση, για μένα, αξίζει τον μεγαλύτερο θαυμασμό.
Η πιο μαύρη μου μέρα έρχεται δυο βδομάδες αργότερα. Είναι ο Ινδός συνάδελφος που με σώζει, γιατί σχεδόν καταρρέω. Ακούω την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά, γρήγορα και ακανόνιστα. Καρδιακές αρρυθμίες... Ο συνάδελφος προφανώς αντιλαμβάνεται πόσο χάλια είμαι. Αναλαμβάνει ένα μέρος της δουλειάς μου, δίχως να πει λέξη γι’ αυτό.
“Πιστεύεις στη μετενσάρκωση;” ρωτάω τον συνάδελφο από την Καλκούτα σε ένα σταμάτημα του ιμάντα. “Μπορεί” απαντάει δισταχτικά. “Εάν υπομείνεις για χρόνια εδώ, μετά μπαίνεις αυτόματα στη νιρβάνα, και φτάνεις στην ανώτατη φάση της μετεμψύχωσης” λέω εγώ και το εννοώ έτσι, παρ’όλο που εγώ δεν πιστεύω ούτε στην μετεμψύχωση ούτε στην ανάσταση.... Αντιλαμβάνομαι, έτσι του λέω, ότι χάνω την ταυτότητά μου, χάνω τις αποστάσεις μου από αυτή τη δουλειά, δεν ξέρω πια τι γίνεται στο σπίτι μου στην Κολονία· είμαι τέζα. Ακριβώς όπως και οι συνάδελφοι που λένε πως τα βράδια τους παίρνει ο ύπνος μονίμως μπροστά στην τηλεόραση.
Αλλά ύστερα το παίρνω πάλι απόφαση. Βλέπω πως αντέχουν οι άλλοι. Καμιά φορά, έτσι έχω μια αίσθηση αλληλέγγυας συνύπαρξης. Στις λιγοστές ήρεμες εργασιακές φάσεις, πιάνω καμιά φορά τον εαυτό μου να σφυρίζω άθελά μου τον σκοπό του εμβατηρίου της Διεθνούς και να σιγομουρμουρίζω την πρώτη στροφή. “Εμπρός της γης οι κολασμένοι, της πείνας σκλάβοι εμπρός - εμπρός...”. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος να ξέρει τη μελωδία ο ιδιοκτήτης ή κανένας από τους διευθυντάδες. Καθώς λοιπόν κυλάω τροχάδην ένα αμάξωμα βαρυφορτωμένο με άδειες λαμαρίνες για ψωμάκια σφυρίζοντας δυνατά τον παλιό ύμνο, ένας Τούρκος συνάδελφος ανταποκρίνεται. Κοιτάζει γύρω γύρω μην τυχόν και τον βλέπει κανείς και υψώνει για λίγο σφιγμένη τη γροθιά του. 
Εκείνη τη μέρα μου έρχεται στο νου η λέξη “απεργία”. Κάτι πρέπει να κάνουμε εναντίον τέτοιων φρικαλεοτήτων. Μπορούμε να κάνουμε κάτι! Στην πρώτη συνάδελφο που τολμάω να μιλήσω είναι κατά περίεργο τρόπο η υπεύθυνη βάρδιας από τις πρώτες μου μέρες. Έχει αλλάξει. Δεν μας φωνάζει πια, είναι εσωστρεφής, ανήσυχη, γιατί την έχουν επιπλήξει. Ο Βεστερχόρστμαν την έχει υποβιβάσει σε απλή εργάτρια, γιατί έχει δήθεν πολύ χαμηλή απόδοση. Ελπίζω λοιπόν στην περίπτωσή της, η ιδέα μου για απεργία να βρει εύφορο έδαφος, αλλά με κοιτάζει σοκαρισμένη. “Για όνομα του Θεού, μην λέτε τέτοια πράγματα! Κάποιοι προσπάθησαν κάποτε να φτιάξουν ένα συμβούλιο εργαζομένων. Όλοι τους πήραν πόδι, όλοι τους έχουν φύγει”. Γυρίζει γρήγορα το κεφάλι της αλλού. Ο φόβος μεταξύ των βασανισμένων είναι τόσο μεγάλος, που η γυναίκα τρομάζει και μόνο με τη σκέψη της εξέγερσης.
Την ίδια εντύπωση μου δίνει και ο Τούρκος συνάδελφος όταν πάω διακριτικά να του μιλήσω μετά τη δουλειά. Είναι ένας από τους λίγους εναπομείναντες συνδικαλιστές στη Weinzheimer, οι οποίοι, λες και είναι σε κρυφή ένωση, δεν επιτρέπεται να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους· ειδάλλως τους περιμένουν καψόνια, ψυχολογικός πόλεμος και απόλυση. Αυτό μου φέρνει στο μυαλό το πως θα πρέπει να αισθάνονταν οι προλετάριοι πριν από 100 χρόνια - ή μήπως σε δέκα, είκοσι χρόνια αυτό θα είναι κάτι το τελείως φυσικό; Οι διωκτικές μέθοδοι των επιχειρήσεων δυστυχώς έχουν αντέξει αυτόν τον αιώνα. Υπάρχει ένα σύνταγμα. Υπάρχουν διατάξεις περί προστασίας εργαζομένων, ανθρώπινα δικαίωματα! Στη Weinzheimer του Χούνσρικ, όχι. Οι αρχές δεν θεωρούν πως οι καταστάσεις σε αυτό το τελειωμένο κουτσομάγαζο με τα ψωμάκια χρήζουν κρατικού ελέγχου, ακόμα λιγότερο μια παρέμβαση. Αντιθέτως, οι υπηρεσίες μέχρι που σπρώνχουν ανθρώπους σε αυτή την αρτοβιομηχανία.
Ρώτησα έναν Τούρκο συνάδελφο πως ήρθε στη Weinzheimer. Έπρεπε επειγόντως να προσκομίσει αποδείξεις εργασίας, είπε. Είχε μείνει άνεργος και η υπηρεσία αλλοδαπών τον είχε κλητεύσει. Του είχαν βάλει το πιστόλι στον κρόταφο: “Ή θα βρεις δουλειά ή πας από κει που ήρθες”. Ξέρω ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν. Ο νόμος περί αλλοδαπών, από το 2005 “μεταναστευτικός νόμος”, έχει ιδιαίτερη παράγραφο γι’ αυτό. Επιτρέπει στις αρχές να απελάσουν έναν αλλοδαπό, εάν λαμβάνει κοινωνική πρόνοια. Ένας γνωστός είπε στον συνάδελφό μου: “Ψάξε γρήγορα να βρεις δουλειά, γιατί θα σε απελάσουν!” Κι επειδή ο γνωστός του δούλευε ήδη στην Weinzheimer, ο συνάδελφος πέρασε εδώ συνέντευξη και άρχισε.
Ο Όλιβερ, ένας άλλος συνάδελφος, άντεξε έναν χρόνο. Δεν θα πήγαινε ποτέ από μόνος του στη Weinzheimer, αλλά τον έστειλε εκεί το γραφείο ευρέσεως εργασίας. “Ύστερα μου έδωσαν μια σύμβαση ως ηλεκτρολόγου στη μονάδα, η οποία ήταν μόνο για τρεις μήνες, παρόλο που έπρεπε να πάρω θέση πλήρους ωραρίου και αορίστου χρόνου, όπως μου επιβεβαίωσε και το γραφείο ευρέσεως εργασίας. Κι έπειτα έπρεπε να ξεκινήσω πρακτική εξάσκηση μιας βδομάδας. Γι’ αυτήν δεν πήρα φράγκο. Έτσι έπρεπε να τρέξω πάλι στο γραφείο ευρέσεως εργασίας για να μου κάνουν άλλο ένα έμβασμα, για την ακρίβεια ένα βδομιαδιάτικο βοήθημα. Το είχαν υπόψη τους λοιπόν. Κι αυτό μετά συνεχίστηκε. Μετά το τετράμηνο μου έδωσαν άλλη μια σύμβαση ορισμένου χρόνου”.
...

Στο εργοστάσιο (συγκρίνοντας με την περίπτωση των εταιρειών τηλεφωνικών πωλήσεων) δεν υπάρχουν αυταπάτες. Υπάρχει όμως το ίδιο στοιχείο - του - εγκλήματος που ο Βάλραφ περιέγραψε και στην περίπτωση της “δουλειάς γραφείου”. Ο ατομικός φόβος (απέναντι στην ανεργία) οργανωμένος κατάλληλα απ’ το κράτος, μέσα από έναν συνδυασμό εκβιαστικών ψευτοπαροχών προς τους εργάτες, εκβιασμών που ονομάζονται “σύγχρονη εργατική νομοθεσία”. Η βία και η εκμετάλλευση είναι ωμές και στις δύο περιπτώσεις, τόσο στην περίπτωση των τηλεφωνικών πωλήσεων όσο και σ’ εκείνη της αρτοβιομηχανίας. Δεν χωράνε ψευδαισθήσεις· ή, για τον τριτογενή, όπου το “τυράκι” της προσωπικής “ικανότητας” κάπως λειτουργεί, τις ψευδαισθήσεις τις έχουν λίγοι. Ο φύλακας όμως της βίας και της εκμετάλλευσης είναι σε μεγάλο βαθμό έξω απ’ την δουλειά. Λέγεται “πολιτικές απασχόλησης”, “προγράμματα επανένταξης” και “επιδόματα ανεργίας”.
Γράφουμε χωριστά κάποιες πρώτες σκέψεις (κράτος και εργασία) γι’ αυτή τη συνθήκη, η οποία στη μεν γερμανία μετράει μια δεκαετία το λιγότερο, στα δε μέρη μας παίρνει τώρα, σταδιακά, την πιο ολοκληρωμένη μορφή της. Το πιο σημαντικό όμως ερώτημα είναι αυτό: γιατί οι (γερμανοί ή και μετανάστες) εργάτες, στο “πάτο” της πυραμίδας, παραμένουν ξεμοναχιασμένοι και φοβισμένοι παρά την βία και την εκμετάλλευση που υφίστανται; Τι είναι εκείνο που (από υποκειμενική άποψη) τους κρατάει παράλυτους απέναντι στα αφεντικά, είτε πρόκειται για τους ιδιώτες επιχειρηματίες είτε για το κράτος, είτε για τον συνδυασμό τους;
Ή, μήπως, το ίδιο το ερώτημά μας βασίζεται σε λαθεμένες παραδοχές; Μήπως η βία και η εκμετάλλευση της δουλειάς (και της ζωής στο σύνολό της) δεν προκαλούν αυτόματα και “ευθύγραμμα” ούτε τις οργανωμένες αντιστάσεις (που θα θέλαμε), ούτε το ενεργητικό ταξικό μίσος; Μήπως ο φόβος, η “παράδοση” και οι συμβιβασμοί των “ατομικών ελπίδων” είναι εξίσου “φυσικές” καταστάσεις από κοινωνική άποψη όσο η προσανατολισμένη προλεταριακή οργή, και μάλιστα (υπό ορισμένες ιδεολογικές συνθήκες) περισσότερο αυτονομιμοποιούμενες απ’ αυτήν, παρά τα συντριπτικά τους αποτελέσματα;
Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι φιλοσοφικά! Η εργατική, ταξική συνείδηση είναι πρακτική· εξίσου πρακτική είναι η έκλειψή της. Ιστορικά, η συναίσθηση της τάξης (και η κατανόηση των ταξικών σχέσεων εκμετάλλευσης και εξουσίας) πήρε συγκεκριμένες μορφές. Η σχετικά πιο μετριοπαθής μορφή αυτής της ταξικής συνείδησης ήταν το συνδικάτο. Αλλά ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές μορφές είχαν (έστω, σαν μέτωπο κριτικής) και πάλι το συνδικάτο. Αυτή η μορφή, το συνδικάτο, ήταν άμεσα συναρθρωμένη τόσο με την (σχετική) σταθερότητα του “τόπου εργασίας”, όσο και με την σταθερότητα του “είδους εργασίας”.
Αλλά και οι δύο αυτές σταθερές εξαφανίστηκαν σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της (σε εξέλιξη) καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Εξαφανίστηκαν, σα να λέμε, οι ιστορικά προσδιορισμένες βασικές προϋποθέσεις της εργατικής αυτο-θέσμισης. Εκείνο που θα μπορούσε να ονομαστεί εργατική εμπειρική αμεσότητα, τα πρωταρχικά δηλαδή βιώματα αφενός της βίας και της εκμετάλλευσης, αφετέρου όμως της (διαρκούς και ανακυκλούμενης) προσωρινότητας δεν είναι αρκετά για να ανασυνθέσουν, από μόνα τους, τους καινούργιους όρους της εργατικής, ανταγωνιστικής αυτοθέσμισης. Χρειάζεται η επεξεργασία (και) αυτών των πρωταρχικών βιωμάτων· που με την σειρά της απαιτεί “πειραματικές” διατάξεις προλεταριακών συγκροτήσεων. “Δοκιμή - λάθος - καινούργια διαφορετική δοκιμή”, έως ότου αποσαφηνιστούν περιεχόμενα και τρόποι των οργανωμένων σύγχρονων εργατικών αρνήσεων.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε σ’ αυτό το ιστορικό “κενό”. Που εμφανίζεται στα μάτια μας σαν μιζέρια, παραίτηση και αδυναμία, σαν η εμπειρία και τα πρόσωπα μιας ήττας (που είναι πραγματική)· ενώ οι ιστορικοί προσδιοριμοί του, πίσω απ’ τις πλάτες των περισσότερων ανδρών και γυναικών της τάξης μας, είναι αυτοί του υποχρεωτικού περάσματος. Από ένα ορισμένο Παράδειγμα εργατικών αυτοθεσμίσεων (και άρα διαλεκτικής ανασύνθεσης της συνείδησης της τάξης μας) σε ένα διαφορετικό.
Δεν είναι καθόλου ευχάριστο να ζούμε σε τέτοιου είδους “κενό”, κι ακόμα χειρότερα όταν τα αφεντικά επωφελούνται τα μέγιστα οδηγώντας μας (σαν τάξη) στην ταπείνωση. Όμως κανείς δεν διαλέγει την εποχή που του αρέσει - έτσι δεν είναι;

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Από τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο - η αθέατη πλευρά του γερμανικού θαύματος, εκδόσεις “Τόπος”, 2011.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020