Sarajevo
 

 

 

 

 

Sarajevo 67 - 11/2012

Οι πάνω δεν θέλουν να φωτογραφίζονται...

... ενώ οι κάτω θέλουν...

Sarajevo 67 - 11/2012

 

το τρίτο επίπεδο (της δημόσιας τάξης)

Το να μιλήσουμε για ιδιωτικοποίηση της δημόσιας τάξης (στην ελλάδα) μπορεί να ακούγεται καινούργιο ή όχι. Έχει σημασία ωστόσο να μην μας διαφύγουν οι εξελίξεις και σ’ αυτό το ζήτημα: αφορούν τον σκληρό πυρήνα του κράτους, το μονοπώλιο της βίας.
Μπορούμε να ονομάσουμε “πρώτο επίπεδο” της δημόσιας τάξης εκείνο που εμφανίζεται ακόμα να είναι “δημόσιο”, “επίσημο”, κρατικό. Τα δικαστήρια, τις φυλακές· και, φυσικά τα αστυνομικά σώματα, με ή χωρίς στολή. Οι εξελίξεις σ’ αυτούς τους μηχανισμούς (των τελευταίων 20 ή 10 χρόνων για παράδειγμα) αντιμετωπίζονται συνήθως μέσα απ’ το παραμορφωτικό πρίσμα της υπεροχής του “νόμου” και της αλήθειας των νομιμοποιητικών ρητορειών που συνεδεύουν τις τυπικές λειτουργίες του κράτους. Εάν, για παράδειγμα, το σώμα των δικαστών είναι ένα σύνολο κυκλωμάτων που δουλεύουν για λογαριασμό τους (και για όσους έχουν λεφτά) και όχι για την απρόσωπη απονομή της δικαιοσύνης, αυτό θα θεωρηθεί “σκάνδαλο”. Το ίδιο “σκάνδαλο” θα θεωρηθεί εάν οι ελληνικές φυλακές ελέγχονται από μαφίες, σε συνεργασία με τους δεσμοφύλακες, δουλεύοντας για λογαριασμό του οργανωμένου εγκλήματος και όχι για τον σωφρονισμό των καταδικασμένων και την “επιτροφή τους στη νόμιμη κοινωνία”. [1] Τέτοιες προσεγγίσεις είναι ανυπόφορα ηθικολογικές. Το μεγαλύτερο ελλάττωμά τους όμως είναι ότι κλείνουν τα μάτια σε μετασχηματισμούς (και του πρώτου επιπέδου δημόσιας τάξης - αλλά όχι μόνο αυτού) που όταν σταθεροποιούνται και μονιμοποιούνται γίνονται οργανικοί. Δεν αποτελούν, δηλαδή, “εξαιρέσεις” αλλά βασικά στοιχεία ενός μετασχηματισμένου (ή μετασχηματιζόμενου) κράτους συνολικά.
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες έγιναν κανά δυο (δειλές) προσπάθειες αναμόρφωσης της ελληνικής αστυνομίας προς την ευρωπαϊκή λογική της δημόσιας τάξης· έστω την τυπική ευρωπαϊκή λογική. Υποτίθεται ότι το προσωπικό της ελ.ασ., άσχετα από επιμέρους σώματα, θα έπρεπε να αποκτήσει έναν ψυχρό επαγγελματισμό υψηλού επιπέδου, να αποβάλει τα ρατσιστικά και λοιπά μισάνθρωπα ήθη του, να εκπαιδευτεί στην αποτελεσματικότητα χωρίς “υπερβάλλοντα ζήλο” και πάντα “με σεβασμό στα πολιτικά και στα ανθρώπινα δικαίωματα”, κλπ. Αν δεν κάνουμε λάθος ο τελευταίος τέτοιος “οραματιστής” του εκσυγχρονισμού των σωμάτων ασφαλείας ήταν ο Γιώργος Ρωμαίος, που έκατσε στην καρέκλα του υπουργείου δημόσιας τάξης γύρω στο 1997. [2]
Όπως και παντού αλλού έτσι και σ’ αυτόν τον τομέα οι “ευρωπαϊστές” απέτυχαν· εάν υποθέσουμε ότι προσπάθησαν στα σοβαρά. Αξίζει ωστόσο να θυμήσουμε ένα στοιχείο “εξορθολογισμού” των αστυνομικών λειτουργιών, για το οποίο ξέρουμε από πρώτο χέρι (απ’ το πλήθος των “προσαγωγών” του παρελθόντος...) ότι εξελίχθηκε όχι απλά στο αντίθετό του, αλλά πήγε ακόμα μακρύτερα: την εισαγωγή (στις αστυνομικές λειτουργίες) ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων μέτρησης - της - απόδοσης. Πρόκειται αφενός για την στατιστική καταγραφή διάφορων “δεικτών εγκλήματος” (είτε πανεθνικά είτε στην κλίμακα της πολεοδομικής ζώνης κάθε αστυνομικού τμήματος και κάθε αστυνομικης διεύθυνσης) και αφετέρου για την θέσπιση “συγκεκριμένων στόχων μείωσής του” (του εγκλήματος), κατανεμημένων και πάλι ανά αστυνομικό τμήμα. Σα να λέμε: σ’ αυτήν την περιοχή έχετε τόσες κλοπές το προηγούμενο εξάμηνο, πρέπει το νούμερο να πέσει κατά τόσο επί τοις εκατό το επόμενο εξάμηνο.
Θα υπέθετε κανείς απ’ την σκοπιά του κρατικού “εκσυγχρονιστικού” ορθολογισμού ότι αυτή η μάλλον αγγλοσαξονική προσέγγιση, στη σύλληψή της, στόχευε απ’ την μια να εντατικοποιήσει την προληπτική λειτουργία (των κατά τόπους αστυνομικών τμημάτων και τμημάτων ασφάλειας) ώστε να αποφεύγονται / προλαμβάνονται τα πιο συνηθισμένα αδικήματα / εγκλήματα (ώστε να μειωθούν)· και αφετέρου να “επαγγελματοποιήσει” τους ίδιους τους μπάτσους. Αλλά αυτό το κόλπο απέτυχε, απέτυχε με τρόπο απλό· κυρίως όμως απέτυχε με τρόπο που εξυπηρετούσε ιδανικά το “δεύτερο επίπεδο” δημόσιας τάξης, για το οποίο θα μιλήσουμε πιο κάτω. Ειπωμένο με δυο κουβέντες: η “φορτωμένη” με το άγχος της μετρημένης απόδοσης ελληνική αστυνομία (ειδικά στις πόλεις) αντί να “πιάνει τους στόχους” του υπουργείου της στράφηκε στο να μην καταγράφονται (τουλάχιστον οι πιο “ήπιες”) παραβάσεις του νόμου, από εκείνες που βρίσκονταν στη λίστα απόδοσης. Αυτό θα γινόταν (και έγινε) αποτρέποντας στο μέτρο του δυνατού τους κάθε φορά παθόντες να καταφεύγουν στο πρώτο επίπεδο (δημόσιας τάξης). Χρησιμοποιήθηκαν επ΄αυτού διάφορες τεχνικές. Στις διαρρήξεις (για παράδειγμα) ο “χώρος του εγκλήματος” γινόταν τόσο “μαύρος” απ’ τις σκόνες για τον εντοπισμό αποτυπωμάτων, ώστε οι καταγγέλοντες να το σκέφτονται δυο και τρεις φορές εάν θα καταφύγουν στην αστυνομία. Ή, σε άλλου είδους αδικήματα / εγκλήματα, η ίδια η καταγγελία - στο - τμήμα μετατρεπόταν σε τέτοια γραφειοκρατική περιπέτεια (συχνά και σε ανάκριση) ώστε πολλοί να την αποφεύγουν.
Η σημαντικότερη όμως εξέλιξη ήταν διαφορετικού τύπου. Χάρη και εξαιτίας στις μετρήσεις απόδοσης (ανά αστυνομικό τμήμα) ενισχύθηκαν στο έπακρο προϋπάρχουσες τάσεις να αντιμετωπίζει η διοικητική ιεραρχία κάθε τμήματος την περιοχή ευθύνη της σαν φέουδο. [3] Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί λογικό εφόσον η μετρημένη απόδοση (κάθε τμήματος) είχε αναγκαστικά σχέση με “φήμη”, καριέρα και προαγωγές, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ διοικητών και αξιωματικών διαφορετικών (συχνά γειτονικών) τμημάτων. Η φεουδαρχική εννόηση της “γειτονιάς” δεν είναι φυσικά ξένη προς τα ήθη του ελληνικού επαρχιωτισμού· δεν αφορά δηλαδή μόνο τους μπάτσους. Η ενίσχυσή της ωστόσο στο εσωτερικό σωμάτων που υποτίθεται ότι λειτουργούν με ενιαίους κανόνες (όπως είναι η αστυνομία) σήμαινε την όξυνση μιας τάσης “μισοανεξαρτητοποίησης” τουλάχιστον των μακροχρόνια υπηρετούντων στη μία ή στην άλλη περιοχή· κι αυτό, με τη σειρά του, ενίσχυσε την (όχι πάντα κρυφή...) συνάρθρωση του πρώτου επιπέδου δημόσιας τάξης με το (ανα περιοχή) οργανωμένο έγκλημα: προφανώς ένας τρόπος για να κρατάει κανείς το (αστυνομικό) μαγαζί / περιοχή του σε σχετική ησυχία είναι “να τα βρει” με τα αντίστοιχα κυκλώματα. Δεν θέλω φασαρίες στην περιοχή μου: δεν είναι αυτό ένα “επιχειρησιακό μοντέλο” που εύκολα μπορεί να σκεφτεί κάθε διοικητής;

Το μπάτσικο δεν θέλω φασαρίες είχε υποχρεωτικά μια “αντιφατική” συνέπεια. Απ’ την μια μεριά μπορούσε να κάνει (και σε πολλές περιπτώσεις έκανε) οργανική την σχέση κρατικών υπηρεσιών με το οργανωμένο έγκλημα. Απ’ την άλλη μεριά όμως απειλούσε να κλείσει τις επιχειρήσεις του δεύτερου επιπέδου δημόσιας τάξης, των εταιρειών security. Αυτό το δεύτερο επίπεδο (πρώτο επίπεδο ιδιωτικοποίησης) προφανώς και ήθελε φασαρίες· τουλάχιστον ώσπου να φτιάξει ένα καλό πελατολόγιο ιδιωτικών υπηρεσιών δημόσιας τάξης, εδώ κι εκεί. [4] Κι ήταν ακριβώς σ’ αυτό το λεπτό σημείο που η απώθηση (εκ μέρους του πρώτου επιπέδου) των καταγγελιών (συνήθως για κλοπές, διαρρήξεις) “‘έσπρωχνε” δουλειές στις εταιρείες security: απογοητευμένοι ή αβέβαιοι οι υποτελείς για τις δυνατότητες (και τις διαθέσεις) του πρώτου επιπέδου δημόσιας τάξης στράφηκαν στην αγορά. Ευχάριστη εξέλιξη από πολλές μεριές. Το πρώτο επίπεδο “ελαφρύνθηκε” και βελτίωσε την απόδοσή του (για όσο καιρό ίσχυσε το μοντέλο της μέτρησης απόδοσης)· το δεύτερο επίπεδο επεκτάθηκε και καθιερώθηκε· κι ανάμεσα στα δύο αυτά επίπεδα φτιάχτηκαν οι πρέπουσες σχέσεις: αξιωματικοί του πρώτου επιπέδου έφτιαξαν εταιρείες του δεύτερου (στο όνομα συζύγων ή συγγενών), ενώ και οι απλοί μπάτσοι μπορούσαν να κάνουν ένα δεύτερο (μαύρο) μεροκάματο στην ιδιωτική δημόσια τάξη. [5]
Ως αυτό το σημείο έχουμε τα δύο επίπεδα της δημόσιας τάξης (συν το αόρατο επίπεδο του οργανωμένου εγκλήματος) που επικοινωνούν μεταξύ τους. Το επίσημο κρατικό, και το επίσημο ιδιωτικό. Το πρώτο συμβάλει στη διατήρηση των όρων αναπαραγωγής του δεύτερου· το πρώτο δίνει στελέχη, ιδέες και know how στο δεύτερο· το δεύτερο “ξαλαφρώνει” το πρώτο· το δεύτερο συμπληρώνει τα εισοδήματα του πρώτου. Πέρα απ’ τα υπόλοιπα αυτά τα δύο επίπεδα έχουν κάτι κοινό. Δεσμεύονται τυπικά (και, τουλάχιστον θεωρητικά, μπορούν να ελεγχθούν) απ’ την εφαρμογή του νόμου.
Αυτόν τον κορσέ, της τυπικής δέσμευσης απ’ το νόμο, έρχεται να λύσει το τρίτο επίπεδο δημόσιας τάξης.

Το τρίτο επίπεδο μοιάζει σα λωρίδα του Moebius. [6] Είναι εκείνη η συνθήκη όπου το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να προσφέρει “αυτοπροσώπως” υπηρεσίες δημόσιας τάξης. Είναι επίσης εκείνη η συνθήκη όπου η ιδιωτική προσφορά υπηρεσιών ασφάλειας σπάει τους τυπικούς περιορισμούς του δεύτερου επιπέδου (των εταιρειών security) και προσαρμόζεται στην πιο ευέλικτη μορφή “νέων σχέσεων” στο τριτογενή τομέα. Τέλος, είναι εκείνη η συνθήκη, όπου τα δύο εξαπτέρυγα του θεού, ο Νόμος και η Βία, εμφανίζονται σαν οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, χωρίς προσχήματα· επιβεβαιώνοντας και δικαιώνοντας οποιαδήποτε προοηγούμενη ή συγκαλυμένη εμφάνιση των ίδιων δύο όψεων. [7]
Το τρίτο επίπεδο δημόσιας τάξης μορφοποιείται (προς το παρόν) απ’ τις υπηρεσίες που προσφέρουν τα βοθρολύματα, μετά την πανελλαδική προώθησή τους. Πρόκειται για δημόσια τάξη (πληρωμένη) με το κομμάτι, αυτό που καπιταλιστικά λέγεται “φασόν” και “just in time”, χωρίς όμως επίσημο συμβόλαιο διαρκείας (όπως λειτουργεί το πρώτο και το δεύτερο επίπεδο) - αν και η ιδεολογία μπορεί κάλιστα να λειτουργήσει σαν “συμβόλαιο”. Η δημόσια - τάξη - με  - το - κομμάτι, σαν “παροχή υπηρεσιών”, απευθύνεται (λόγω σχετικά χαμηλότερου αρχικού κόστους) στα πιο λούμπεν κοινωνικά υποκείμενα· και μορφοποιεί την ελαστικότητα του μεροκάματου - του - νταβατζή και την κινητικότητά του, στον μέγιστο δυνατό βαθμό. [8]
Το ενδιαφέρον (απ’ την άποψη της ψυχρής ανάλυσης που κάνουμε εδώ) είναι ότι το πρώτο επίπεδο δημόσιας τάξης που εξασφάλισε σε μεγάλο βαθμό τους όρους ύπαρξης και αναπαραγωγής του δεύτερου, κάνει το ίδιο και για το τρίτο. Δεν είναι μυστικό ότι και πριν τις εκλογές της 6ης/5ου - 17ης/6ου και πολύ περισσότερο μετά, τα αστυνομικά τμήματα δηλώνουν ανοικτά “αδυναμία” σε διάφορες περιπτώσεις “καταγγελιών” (και όχι συγκεκαλυμένη απώθηση όπως έκαναν όταν το σπρώξιμο ήταν προς τις εταιρείες security), σπρώχνοντας συστηματικά δουλίστες στα βοθρολύματα. Στην πράξη μάλιστα, είτε αυτοί οι μπάτσοι “σπρώχτες” (θα) παίρνουν τα ποσοστά τους απ’ τις δουλίτσες των βοθρολυμάτων, είτε (θα) είναι οι ίδιοι που, αλλάζοντας “στολή”, αναλαμβάνουν αυτές τις δουλίτσες.
Ακόμα πιο ενδιαφέρον: τι άραγε θα κάνουν οι αστυνομικοί υπάλληλοι εάν τους περικοπούν οι επίσημοι, “λευκοί” μισθοί (λόγω των μέτρων του “πακέτου των 31,5 δισ. ευρώ”), ε; Λογικό (και αναμενόμενο για ‘μας) είναι ότι θα αποστασιοποιηθούν ακόμα περισσότερα απ’ τα καθήκοντα και τις ευθύνες του πρώτου επιπέδου (επιλέγοντας εκείνα που έχουν “περισσότερη πλάκα”, ας πούμε τα βασανιστήρια), και θα εντατικοποιήσουν τις δραστηριότητες του δεύτερου και, κυρίως, του τρίτου επιπέδου. Με άλλα λόγια θα εντατικοποιήσουν τόσο την παροχή υπηρεσιών των βοθρολυμάτων (το εμπορικό τους trade mark έχει καθιερωθεί) όσο και την ανάγκη για την παροχή τέτοιου είδους υπηρεσιών, με το κομμάτι. (Εντάξει. Δεν θα τους κόψουν λεφτά των ανθρώπων... Θα αυξηθούν οι - εικονικές - υπερωρίες τους, παλιά πατέντα. Αλλά οι έξτρα δουλίτσες ποτέ δεν είναι άχρηστες...)
Από τυπική άποψη τα βορθολύματα είναι δημόσιοι υπάλληλοι: πληρώνονται απ’ το κράτος σαν κοινοβουλευτικό κόμμα. Από ουσιαστική άποψη είναι παρακρατικοί, εργαλεία (αλλά όχι η “κορυφή”!) του οργανωμένου εγκλήματος. Η σύμφυση αυτών των δύο πλευρών, και η τοποθέτησή τους στο τρίτο επίπεδο δημόσιας τάξης, είναι δύσκολο να θεωρηθεί τυχαία, ένα ολίσθημα του υποτιθέμενα “θεσμικού” κράτους. Αντίθετα, οι εσωτερικές αλλαγές στο πρώτο επίπεδο δημόσιας τάξης και το σταδιακό ξεδίπλωμα του δεύτερου και του τρίτου επιπέδου δείχνουν να υπακούουν σε μια εσωτερική οργανική αναγκαιότητα του (αναδιαρθρούμενου) ελληνικού κράτους. Ακόμα κι αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε πλήρη τεκμήρια για “σχέδιο” με την πλήρη έννοια της λέξης.
Παράδοξο ή όχι, τέτοιου είδους και περιεχομένου οργανικές αναγκαιότητες είναι καταγραμμένες διεθνώς σαν χαρακτηριστικά της μορφής “failed state”. Πρόσεξτε τα 4 κριτήρια με τα οποία ένα κράτος χαρακτηρίζεται σαν “failed” σύμφωνα με το παλιό αμερικανικό “Ταμείο για την Ειρήνη”:

- απώλεια ελέγχου της επικράτειάς του, ή απώλεια του μονοπώλιου νόμιμης χρήσης βίας στο εσωτερικό του·
- διάβρωση της δυνατότητας της νόμιμης εξουσίας να λαμβάνει συλλογικές αποφάσεις·
- αδυναμία να προσφέρει δημόσιες υπηρεσίες, εκτεταμένη διαφθορά και εγκληματικότητα·
- ανικανότητα να συνεργαστεί με άλλα κράτη σαν πλήρες μέλος της διεθνούς κοινότητας.
Παρότι αυτά τα κριτήρια μπορούν να θεωρηθούν αρκετά γενικόλογα και ασαφή, είναι σχεδόν αδύνατο να υποστηρίξει κανείς ότι δεν ταιριάζουν και τα τέσσερα γάντι, σ’ αυτή τη φάση τουλάχιστον, στην περίπτωση του ελληνικού κράτους.

Ασφαλώς είναι δυσάρεστο να ζει κανείς (σαν εργάτης) και να δρα σε ένα failed state. Ακόμα χειρότερο όμως είναι να νομίζει ότι ζει κάπου αλλού: σ’ ένα μυθικό μέρος όπου οι τυπικοί, αστικοί θεσμοί έχουν γρατζουνιστεί λίγο (ε;;;;) και όπου νάναι θα αναρρώσουν. Τέτοιες φαντασιώσεις, ειδικά όταν είναι μαζικές, σ’ ένα πράγμα καταλήγουν μόνο: στην ανάδυση κάποιου είδους “επίσημου” μιλιταρισμού, “για το καλό του λαού και του τόπου”.
Το ξεδίπλωμα του τρίτου επιπέδου δημόσιας τάξης και ο ανοικτός γάμος του κοινοβουλίου με τον υπόκοσμο και το παρακράτος, είναι εξελίξεις που μόνο οι ηλίθιοι (που δεν είναι λίγοι) θεωρούν ξαφνικό κεραυνό. Στην πραγματικότητα, είναι εξελίξεις που ωρίμασαν σταδιακά εδώ και χρόνια.
Και ενώ ακόμα κι αυτά είναι αντιμετωπίσιμα από εργατική, ταξική, ανταγωνιστική σκοπιά, ένα είναι βέβαιο: δεν αντιμετωπίζονται από παραζαλισμένους κεραυνόπληκτους. 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Ψυχρά μιλώντας κάποιος θα έλεγε ότι τα κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος είναι σε πολύ καλύτερη θέση, σε σχέση με τους δεσμοφύλακες, να εξασφαλίσουν μέσα στις φυλακές μια κάπως σταθερή ιεραρχία, και μια κάπως διαρκή ηρεμία, προλαμβάνοντας τις εντάσεις. Σωστό. Αλλά έχει δυο ουρές. Πρώτον, τίποτα δεν γίνεται δωρεάν. Εάν το μοντέλο είναι ότι ο τσοπάνης αναθέτει στο λύκο να φυλάξει το μαντρί επειδή ξέρει τη δουλειά καλύτερα απ’ τα σκυλιά, τότε πρέπει να υπάρχουν αντιπαροχές προς τον λύκο και απ’ τα σκυλιά και απ’ τον τσοπάνη. Δεύτερον, εάν η θεραπεία της κατάρρευσης της τυπικής αστικής θέσμισης περί “σωφρονισμού” είναι η μαφία, τότε έχουμε μια ακόμα απόδειξη της κρατικοποίησης του εγκλήματος, αλλά και της εικονικότητας της δημόσιας τάξης.
[ επιστροφή ]

2 - Είναι αμφίβολο το αν, απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 και μετά, οι κατά καιρούς “πολιτικοί προϊστάμενοι” των μηχανισμών δημόσιας τάξης, δηλαδή οι υπουργοί, είχαν οποιαδήποτε πραγματική επιρροή πάνω τους. Μάλλον ήταν οι ίδιοι υπάλληλοι πότε της μιας και πότε της άλλης φράξιας (του βαθέος κράτους). Υπάλληλοι δημοσίων σχέσεων: εκείνον τον σπαρακτικό Χρυσοχοΐδη, που έφυγε τρέχοντας απ’ το υπουργείο της Κατεχάκη μετά από μια “μυστηριώδη” βόμβα δίπλα του, τον έχουμε πάντα στην καρδιά μας, σαν μια καραμπινάτη περίπτωση βιτρίνας...
[ επιστροφή ]

3 - Έχουν αναπτυχθεί πολλών ειδών φεουδαρχισμοί / φραξιονισμοί μέσα στο πρώτο επίπεδο δημόσιας τάξης, με τους οποίους ούτε ξέρουμε ούτε μπορούμε να ασχοληθούμε. Να θυμίσουμε ωστόσο ότι η δημιουργία του σώματος των “ειδικών φρουρών” ήταν μόνιμη πληγή (κόντρα με τους κανονικούς μπάτσους), και ότι αντίστοιχη κόντρα (για ευνοϊκή μισθολογική μεταχείριση) υπήρξε και απέναντι στην “ομάδα Δίας”.
[ επιστροφή ]

4 - Υπάρχουν πάμπολλες εμπειρικές υπόνοιες, στα όρια της απόδειξης ότι σε διάφορες περιοχές όπου δεν υπήρχε καμία άξια λόγου εγκληματικότητα, την “εμφάνισή” της την οργάνωναν εταιρείες ιδιωτικής φύλαξης (έκαναν οι ίδιες ή “παράγγελναν” διαρρήξεις, κλοπές, καταστροφές) που ύστερα εμφανίζονταν σαν σωτήρες. Αυτό λέγεται επιστημονικά / οικονομολογικά ”προσχεδιασμένη / εκβιασμένη ζήτηση”, συναντιέται και σε εντελώς διαφορετικούς καπιταλιστικούς τομείς (όπως η ιατρική), και - φυσικά - είναι υιοθέτηση ανοικτά μαφιόζικων μεθόδων προστασίας.
[ επιστροφή ]

5 - To 2007, με αιτίες που δεν είναι καθόλου σαφές με τι είχαν σχέση, το καθεστωτικό “βήμα της Κυριακής” αποκάλυψε ότι ο πρόεδρος της “ένωσης αστυνομικών υπαλλήλων αττικής” Γιάννης Μακρής είχε εταιρεία security, με την σύζυγό του να φέρεται σαν ιδιοκτήτης της. Τον Μάρτιο του 2008, με αφορμή “ενδοαστυνομικές κόντρες”, ο δαιμόνιος ρεπόρτερ του “βήματος” επανήλθε στο θέμα. Μεταξύ άλλων το ρεπορτάζ ανέφερε:

...
Συνδικαλιστές αποδίδουν στον κ. Μακρή αδιαφανή διαχείριση των χρημάτων της ΕΑΣΥΑ [σ.σ.: “ένωση αστυνομικών υπαλλήλων αττικής”] και μιλούν για πέντε «ύποπτες» εκροές μεγάλων ποσών από τα ταμεία της ΕΑΣΥΑ μέσα στο 2007. Μάλιστα ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων στην Αττική κατέθεσε προ μερικών ημερών αγωγή κατά άλλων μελών του διοικητικού συμβουλίου γιατί δεν του παρέχουν ενημέρωση για τις συναλλαγές αυτού του συνδικαλιστικού οργάνου της ΕΛ.ΑΣ. στην πρωτεύουσα. Από την άλλη πλευρά, συνεργάτες του κ. Μακρή μιλούν για «αθλιότητες» και συμπληρώνουν ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν σαν αμοιβές δικηγόρων για μαζικές αγωγές αστυνομικών υπαλλήλων που αφορούν επιδόματα εξομάλυνσης των αστυνομικών, επιδόματα κατάταξης κτλ.
Η πλέον σοβαρή διάσταση όμως του «εμφυλίου της ΕΛ.ΑΣ.» αφορά την υπόθεση εταιρείας security που φαίνεται να έχει ο πρόεδρος της ΕΑΣΥΑ κ. Μακρής.

Η υπόθεση της εταιρείας security που φαίνεται να ελέγχει ο κ. Μακρής αναδείχθηκε τον Σεπτέμβριο του 2007 από δημοσίευμα του «Βήματος της Κυριακής» ύστερα και από σχετική δήλωση του προέδρου της ΠΟΑΣΥ [σ.σ.: “πανελλήνια ομοσπονδία αστυνομικών υπαλλήλων”]κ. Κυριαζίδη. Ο κ. Κυριαζίδης είχε καταγγείλει ότι «ο πρόεδρος της Ενωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αττικής κ.Ιωάννης Μακρής συνέστησε και λειτουργεί επ΄ ονόματι της συζύγου του εταιρεία security με την επωνυμία Εxecutive Security Φύλαξη Προσώπων - Χώρων - Αναζητήσεις Παρακολουθήσεις».
Ο κ. Κυριαζίδης επεσήμαινε ότι η παρακολούθηση πολιτών από ιδιώτες είναι αντισυνταγματική, ενώ μίλησε για «μείζον θέμα ηθικής τάξεως» αλλά και για μια... παραστυνομία στο εσωτερικό της ΕΛ.ΑΣ. Οπως μάλιστα ανέφεραν συνεργάτες του κ. Κυριαζίδη, στην εταιρεία του κ. Μακρή δούλευαν παρατύπως πολλοί αστυνομικοί.
Επιπλέον ο κ. Κυριαζίδης παρουσίασε συμβόλαια της εταιρείας Εxecutive Security με πελάτες που υπέγραφε ο ίδιος ο κ. Μακρής. Η έδρα της εταιρείας security είναι στην οδό Σερίφου, στα Πατήσια, στον ίδιο χώρο όπου βρίσκεται και η κατοικία του κ. Ι. Μακρή.
Εκείνο το διάστημα η Ενωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Αττικής απέστειλε έγγραφο στο αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. όπου αναφερόταν «πρόδηλη ηθική απαξία στη δημιουργία της εταιρείας security από τη σύζυγο του προέδρου της Ενωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αττικής, ο οποίος μάλιστα συναποφασίζει σε κρίσιμες επιλογές της ΕΛ.ΑΣ.».

Ο τότε αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. κ. Δημοσχάκης διέταξε έρευνα για την υπόθεση, με κύριο ενδιαφέρον όμως να μην... τροφοδοτήσει εκ νέου τον πόλεμο των συνδικαλιστών που μαινόταν εκείνη την περίοδο.
Στην έρευνα του κ. Δημοσχάκη η συγκεκριμένη εταιρεία security θεωρήθηκε «ιδιωτική επιχείρηση ιδιωτικής ασφάλειας η οποία ιδρύθηκε με βάση νόμο του 1997. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο,δεν υπάρχει καμία απαγόρευση ακόμη και σε συγγενείς πρώτου βαθμού αστυνομικών να ανοίγουν τέτοιου είδους εταιρεία» .

Τι έδειξε η εσωτερική έρευνα

Δηλαδή, η έρευνα με συνοπτικές διαδικασίες του κ. Δημοσχάκη δεν εντόπισε κανένα ασυμβίβαστο του κ. Μακρή σε σχέση με την αστυνομική ιδιότητά του και ουσιαστικά «αρχειοθέτησε» τον σχετικό φάκελο.
Η πλευρά όμως του κ. Κυριαζίδη προέβαλε το επιχείρημα ότι «στην ίδια την κάρτα της η εταιρεία Εxecutive Security εμφανιζόταν να προχωρεί και σε αναζητήσεις και παρακολουθήσεις πολιτών. Άρα δεν λειτουργούσε ως απλή εταιρεία ιδιωτικής ασφάλειας, όπως δήλωνε στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης, αλλά ως γραφείο ιδιωτικών ερευνών. Έτσι, σύμφωνα με τον νόμο 3206 του 2003 που διέπει τη λειτουργία των γραφείων ιδιωτικών ερευνών ντετέκτιβ, δεν επιτρέπεται συγγενής πρώτου βαθμού εν ενεργεία αστυνομικού να ανοίξει γραφείο ιδιωτικών ερευνών. Άρα, πέρα από το ζήτημα της απαξίας και της δράσης...παρααστυνομίας, υπάρχει και τυπικά ασυμβίβαστο».

Το ζήτημα δεν ήταν καν μόνο αυτό: προς στιγμή “διέρρευσαν φήμες” ότι η εταιρεία security του αρχισυνδικαλιστή μπάτσου, αξιοποιώντας την διπλή ιδιότητά του, ενεχόταν σε βίαιες / “παράνομες” πρακτικές “παροχής υπηρεσιών δημόσιας τάξης”...
Οπωσδήποτε όλα κουκουλώθηκαν και ξεχάστηκαν γρήγορα...
[ επιστροφή ]

6 - Δυστυχώς δεν μπορούμε να σας εξηγήσουμε με λόγια τι είναι η λωρίδα του Moebius. Πρέπει να δείτε μια εικόνα της. Σχηματικά, είναι μια τοπολογική σύνθεση όπου δύο επιφάνειες που αρχικά εμφανίζονται διαφορετικές (και αντίθετες) αποδεικνύονται η μία συνέχεια της άλλης.
[ επιστροφή ]

7 - Ο Νόμος και η Βία ήταν οι βοηθοί του Δία. Εντελώς συμπτωματικά αυτή η ειδωλολατρική θεότητα αναβιώνει εις διπλούν: σαν τμήμα του ιππικού της δημόσιας τάξης, και σαν “φιλόξενος” ξενηλάτης.
[ επιστροφή ]

8 - Δεν πρόκειται για κάτι εντελώς καινούργιο: η πιο παλιά εκδοχή που γνωρίζει αυτός που γράφει αυτές τις γραμμές, ήταν η “προστασία” συναυλιών, ήδη απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ‘80.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020