Sarajevo
 

 

 

 

 

 

Sarajevo 67 - 11/2012

 

κράτος και εργασία

Ήταν αμέσως μετά την οδυνηρή επικύρωση της ως τώρα ήττας μας, σαν εργάτες: στο Sarajevo νο 60, του περασμένου Μάρτη. Αναλύοντας και κρίνοντας ορισμένες πλευρές των σχεδιασμών των ντόπιων (και καθόλου των “ξένων”!!!) αφεντικών όπως κωδικοποιήθηκαν και εκφράστηκαν στις 12 Φλεβάρη, γράφαμε μεταξύ άλλων:

... Αναγνώρισαν [σ.σ.: τα κοινοβουλευτικά κόμματα της αριστεράς, ο συ.ριζ.α. και το κκε δηλαδή] απερίφραστα την αρμοδιότητα των κοινοβουλευτικών συσχετισμών (κι αυτό είναι απλά μια μεταβατική φάση) να αποφασίζουν για την τιμή του εμπορεύματος εργασία. Πρόκειται, σχεδόν, για απόφαση / με / διαταγή. Αυτό, υποτίθεται, είναι αντισυνταγματικό, αφού εκεί (στο σύνταγμα) αναφέρεται ρητά ότι η βασική τιμή αυτού του εμπορεύματος ορίζεται μόνο απ’ τις διαπραγματεύσεις των θεσμισμένων (και υποτιθέμενα αντίπαλων) μεσολαβητών / αντιπροσώπων των αφεντικών και των εργατών. Αλλά δεν έχει καμία σημασία το τυπικό σύνταγμα όταν στο κοινοβούλιο, στις 12/2, αναγνωρίζεται (αδιάφορα τα “ναι” και τα “όχι” - αντίθετα, τα “όχι” είναι μέρος της αναγνώρισης) ότι οι γενικοί κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί (και αύριο κάποιο προεδρικό διάταγμα) επιτρέπεται να αποφασίζουν άσχετα και πέρα απ’ τους συσχετισμούς στο πεζοδρόμιο...

Σωστά το καταλάβατε. Το θέμα τότε ήταν ο βασικός μισθός του ανειδίκευτου, το κατώτερο όριο της τιμής του εμπορεύματος που μόνο εμείς πουλάμε, σαν εργάτες. Και το γεγονός ότι με “κυβερνητική απόφαση” έπεσε μέσα σε μια νύχτα κατά 22%...Και 32%... Τραβώντας μαζί του, όπως ήταν αναμενόμενο, και μια σειρά άλλους μισθούς, υψηλότερους μεν απ’ τον βασικό, αρθρωμένους όμως μ’ αυτόν.
Εκείνο το βράδυ η αριστερά (και η άκρα αριστερά) του κράτους και του κεφάλαιου, είτε μέσα είτε έξω απ’ το κοινοβούλιο, έκαναν πάρα πολλά. Εάν κάποιος θέλει να τα ονομάσει έσχατη προδοσία θα συμφωνήσουμε, με την επισήμανση ωστόσο ότι απλά επρόκειτο για έναν κρίκο (χοντρό, σύμφωνοι) στην αλυσίδα του “αριστερού μικροαστισμού” που αυτός, και μόνον αυτός έχει “πολιτική έκφραση” στην ελλάδα· όχι όμως και τον τελευταίο κρίκο. Το αποτέλεσμα πάντως είναι σαφές. Όχι μόνο οι “λευκοί” μισθοί και τα μεροκάματα γκρεμοτσακίστηκαν σε μεγάλη (αν και όχι σε όλη την) έκταση της μισθωτής εργασίας· όχι μόνο οι “μαύροι” μισθοί και τα μεροκάματα έπεσαν ακαριαία ακόμα χαμηλότερα (σε μεγέθη χατζιλικιού)· αλλά, επιπλέον, η ρύθμιση του “κατώτατου μισθού”, που στις 12 Φλεβάρη έμοιαζε να περνάει περιστασιακά στις αρμοδιότητες του κράτους, όλα δείχνουν [1] ότι θα γίνει μόνιμη αρμοδιότητά του. Και, φυσικά, κανένας εργατοπατέρας και κανένας “φίλος των εργατών” δεν πρόκειται να αναλύσει και να εξηγήσει τι σημαίνει αυτό.

Δύο παραδοχές κατ’ αρχήν. Πρώτον, η περιβόητη “αγορά εργασίας”, δηλαδή οι συσχετισμοί δύναμης μεταξύ ημών σαν τάξης και των αφεντικών, ήταν τόσο δυσμενείς πολύ πριν το ξέσπασμα της τελευταίας φάσης της κρίσης / αναδιάρθρωσης, πολύ πριν το 2008, ώστε το όριο του επίσημου κατώτατου, βασικού μισθού του ανειδίκευτου ίσχυε μόνο για τις “λευκές” προσλήψεις. Στον μεγάλο ωκεανό της μαύρης, “ανεπίσημης” δουλειάς μισθοί και μεροκάματα είχαν πέσει αρκετά πιο κάτω. Δεύτερον, η εμπλοκή του κράτους σ’ αυτήν την γεμάτη κροκοδείλια σαγόνια “αγορά εργασίας” με στόχο την υποτίμησή μας δεν άρχισε στις 12 Φλεβάρη του 2012. Τα περιβόητα stage και η μαζική χρήση εργολάβων (με τις ανάλογες σχέσεις εργασίας) στην “περίμετρο” του κάποτε “δημόσιου τομέα”· οι ωρομισθίες στην εκπαίδευση· οι όροι “νομιμοποίησης” των μεταναστών εργατών· η διαφοροποίηση επί τα χείρω των προϋποθέσεων για να παίρνει κανείς το ταμείο ανεργίας· η σταδιακή νομιμοποίηση διάφορων μορφών “ελαστικότητας” ως προς τα ωράρια με κοινό στόχο να εξαφανιστούν οι υπερωρίες· οι χαριστικές ρυθμίσεις για τα χρέη των αφεντικών προς το ικα· και η δήθεν “αδυναμία” να ελεγχθεί η μαύρη δουλειά, είναι μερικά απ’ τα έργα των κρατικών χεριών σε ότι αφορά την κατάστασή μας.
Όμως αυτά δεν ήταν καθόλου αρκετά για τα ντόπια αφεντικά. Παρότι είχαν άμεσες και καταστροφικές συνέπειες για μεγάλο ποσοστό της τάξης μας, τους φαίνονταν σαν “ασπιρίνες - για - τον - καρκίνο” της κερδοφορίας τους. Η κρίση, που σερβιρίστηκε πολύ όμορφα και πετυχημένα σαν “πρόβλημα δημόσιου χρέους” και σαν “εθνικό ζήτημα” (“κατοχής”, κλπ κλπ...), συγκάλυψε την πραγματικότητα· έτσι ώστε να κινηθεί μαζικά, αποφασιστικά και στο μεγαλύτερο μέρος του πεδίου των συσχετισμών δύναμης το υπερόπλο τους. Το κράτος. Η 12η Φλεβάρη ήταν μια “νύχτα του αγ. Βαρθολομαίου” για την τάξη μας - κι ας είχαμε προσπαθήσει σαν αυτόνομοι, περισσότερο ακόμα κι απ’ τις δυνάμεις μας, να προειδοποιήσουμε έγκαιρα.
Όμως η τότε δραστική εμπλοκή του κράτους στην “αγορά εργασίας”, με το τσεκούρωμα του βασικού μισθού και την ουσιαστική κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων (εκεί, τουλάχιστον, που δεν υπάρχουν μαζικά και δυναμικά προλεταριακά υποκείμενα που θα αναγκάσουν τα αφεντικά να διαπραγματευτούν και μάλιστα όχι από θέση ισχύος) δεν ήταν η επισημοποιήση εκείνων που ήδη συνέβαιναν (στην αγορά) στα όρια της τυπικής νομιμότητας ή και πέρα απ’ αυτήν. Όχι. Εκείνη η δραστική εμπλοκή, καθώς μάλιστα μονιμοποιείται, πάει πολύ μακρύτερα. Πριν δούμε τις σχετικές εξελίξεις εδώ, ας περιγράψουμε το θέμα στην (καπιταλιστική) γενικότητά του.

Είναι γνωστό (χωρίς πάντως να έχει εκτιμηθεί σωστά απ’ την τάξη μας) ότι η σε εξέλιξη καπιταλιστική αναδιάρθρωση (και σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνονται τόσο οι τεχνολογικές αλλαγές όσο και η διεθνής αξιοποίηση του κεφαλαίου) παράγουν μια - θάλασσα - εργασίας (μια θάλασσα εργατών και εργατριών) σε διαρκή κινητικότητα: απ’ την μηδέν εργασία (ανεργία) ως την “πλήρη” απασχόληση (ακόμα και την “υπερπλήρη”, δηλαδή τις υποχρεωτικές και εξοντωτικές, πλην πάμφθηνες υπερωρίες), και από είδος δουλειάς σε άλλο είδος. Αυτή η θάλασσα - διαθέσιμης - εργασίας με όλους τους κυματισμούς της είναι έκφραση δύο αντίθετων καταστάσεων: πρώτον, του γεγονότος ότι η σύγχρονη εργατική τάξη έχει πολλές δυνατότητες· δεύτερον, του γεγονότος ότι τα αφεντικά, είτε μεμονωμένα, είτε σαν επιμέρους κάδοι της οργάνωσης / εκμετάλλευσης της εργασίας, είτε σαν σύνολα εθνικά και υπερεθνικά, αυτήν την γενικά “υψηλής δημιουργικότητας” εργασία δεν μπορούν να την εκμεταλλευτούν, στο μάξιμουμ, “μόνα” τους. Και, σε πάμπολλες περιπτώσεις, θα ήθελαν να την πληρώνουν όσο το δυνατόν λιγότερο, πράγμα που επίσης έχει ένα όριο όταν το προσπαθούν “μόνα” τους. Σε κάθε περίπτωση αυτή την θάλασσα την θεωρούν “ανειδίκευτη”.
Αυτή η γενικά υψηλών προσόντων διαθέσιμη εργασία (για άλλους: εργατική δύναμη) δεν είναι - ή δεν θα ήταν de facto - ακίνδυνη εάν έμενε αδέσποτη. Δεν πάσχουμε από φαντασιώσεις - η ίδια η ιστορία του 19ου και του 20ου αιώνα διδάσκει πολλά. Σε κάθε περίπτωση η διαμόρφωση και η εφαρμογή μεθόδων ελέγχου αυτής της θάλασσας - εργασίας, με τρόπους ώστε α) να μην συγκροτηθεί (ξανά!) αρνητικά προς τον καπιταλισμό και να παραμένει ιδεολογικά και ψυχοσυναισθηματικά ευάλωτη, β) να είναι εκμεταλλεύσιμη “ελαστικά” και χωρίς δεσμεύσεις εκ μέρους των αφεντικών, γ) να παραμένει όσο φτηνότερη γίνεται, από κάποιους θα έπρεπε να αναληφθεί. Έρχεται λοιπόν το κράτος να κάνει την δουλειά (εκεί που για διάφορους λόγους δεν μπορεί να την κάνει το οργανωμένο έγκλημα...), επεμβαίνοντας γενικά και στην προλεταριακή βάση της εργασιακής ιεραρχίας.
Θα έπρεπε να είμασταν σοφότεροι και προσεκτικότεροι, ώστε να έχουμε ασχοληθεί με το τι ακριβώς έκανε το γερμανικό κράτος, στην επικράτειά του, πριν από δέκα χρόνια. Γιατί αυτά που προωθεί τώρα το ελληνικό διαπνεόνται απ’ το ίδιο ακριβώς πνεύμα. Εκείνο, λοιπόν, που έκανε το γερμανικό κράτος ήταν να χαμηλώσει στα όρια της απλής επιβίωσης τον “βασικό μισθό του ανειδίκευτου”, πιάνοντας το θηρίο απ’ την ουρά - απ’ την “ανεργία”. Είναι ιδέες που κατά καιρούς έχουν ακουστεί και στα μέρη μας, δεν έχουν εφαρμοστεί ως τώρα με την γερμανική αυστηρότητα, όμως πέρα από τέτοιες “ιδιομορφίες”, σημασία έχουν τα βασικά χαρακτηριστικά τους. Είναι τα ίδια που έχουμε συναντήσει (και θα συναντήσουμε) στην α λα ελληνικά ενεργητική εμπλοκή του κράτους στη διαχείριση (και στην τιμή) του εμπορεύματος εργασία.
Το γερμανικό (και όχι μόνο) κόλπο έχει ένα όνομα του είδους “ενεργητικές πολιτικές τόνωσης της απασχόλησης” ή “ενεργητικές πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας”. Για να δικαιούται κανείς επίδομα ανεργίας πρέπει να δουλεύει ταυτόχρονα με όρους όχι απλά φτήνιας αλλά σχεδόν χαρίσματος προς τα αφεντικά. Το “επίδομα ανεργίας” εμφανίζεται σα συμπλήρωμα κάποιας πετσοκομμένης “αμοιβής εργασίας”· ή, αυτή η πετσοκομμένη “αμοιβή εργασίας” είναι το συμπλήρωμα του επιδόματος ανεργίας. Όμως το σημαντικότερο απ’ αυτήν την επιβεβλημένη “χημεία” μεταξύ “αμοιβής εργασίας” και “επιδόματος ανεργίας” είναι αυτό: η δουλειά αποσυνδέεται απ’ τον μισθό. Ο μεν “μισθός” διαλύεται σε ένα άθροισμα “αμοιβών” και “επιδοτήσεων”, που κινούνται γύρω απ’ το (πατερναλιστικό) πνεύμα της (κρατικής) πρόνοιας. Η δε εργασία απονοηματοδοτείται σαν μισθωτή εργασία, και γίνεται “απασχόληση”· κάτι, δηλαδή, στα όρια του “κινήτρου για να μην κάθεσαι και σαπίζεις...”

Θεωρούμε απόλυτα σαφές ότι η εμπλοκή του κράτους στη διαχείριση της θάλασσας - εργασίας δεν είναι τακτική και ποσοτική, αλλά στρατηγική και ποιοτική.Μετασχηματίζει το ιστορικό νόημα που απέκτησε η εργασία (και η εργατική τάξη) μέσα από χρόνια σκληρών και αιματηρών αγώνων, και διαμορφώνει μια ομιχλώδη κατάσταση της οποίας το μεν υλικό αντίκρυσμα είναι η φτήνεια (η δική μας φτήνεια, σαν εργατών και εργατριών), το δε ψυχο-ιδεολογικό είναι η άρνηση της ύπαρξης εργατικής τάξης απ’ τα ίδια τα μέλη της. Κι αυτό χωρίς να έχουν επαναστατήσει και να έχουν καταστρέψει τον καπιταλισμό, απλά υπηρετώντας τον κατά την βούληση και τις ανάγκες των αφεντικών. Εάν συλλάβει κανείς αυτόν τον δραστικό, ριζικό και δραματικό μετασχηματισμό, μπορεί εύκολα να εντάξει στα πρακτικά βήματα που τον ενισχύουν όλα αυτά τα μέτρα που λαμβάνονται και στα μέρη μας - με κύριο χρηματοδότη την ε.ε. και κύριο ωφελημένο τα ντόπια αφεντικά. Όπως, για παράδειγμα, αυτά τα επιδοτούμενα 5μηνα “προγράμματα εκπαίδευσης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας”, που περιλαμβάνουν και εργασία. [2] Ο πραγματικός “εργοδότης” είναι άφαντος (είναι το κράτος, ή το ευρωκράτος)· ο τυπικός εργοδότης είναι κάθε φορά ο ωφελούμενος και ο επιτηρητής, κάτι σαν το γραφείο προσωπικού και τους επιστάτες στις βιομηχανίες· η εργασιακή σχέση κινείται στην ασαφή και γκρίζα ζώνη της (χαριστικής!) “πληρωμένης εκπαίδευσης” (πληρωμένης, ας το θυμήσουμε, και πιο κάτω απ’ τον μετα12Φλεβάρη κατώτατο βασικό μισθό, και χωρίς ένσημα κι άλλες τέτοιες “αηδίες”, ε;) και της “προσωρινής απασχόλησης”...
Αξίζει να το θυμίσουμε, επειδή αποσαφηνίζει ακόμα περισσότερο τον χαρακτήρα της υπαγωγής μεγάλου μέρους της “αγοράς εργασίας” στους κρατικούς χειρισμούς. Σύμφωνα με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα τα καπιταλιστικά κράτη θα έπρεπε να “μικρύνουν” σαν εργοδότες - και πράγματι αυτό συμβαίνει, σε διάφορους και διαφορετικούς βαθμούς από περίπτωση σε περίπτωση. Κι όμως: αυτά τα ίδια νεοφιλελεύθερα κράτη εμφανίζονται σαν διαχειριστές και “άτυποι” (ή αόρατοι) εργοδότες μεγάλου εργασιακού όγκου, μέσα από διάφορες “ενεργητικές πολιτικές...” κλπ κλπ. Πράγματι. Εμφανίζονται όμως και δρουν έτσι ώστε να αλλοιώνουν (πιο σωστά: να αλλοτριώνουν) την “καρδιά” των εργασιακών σχέσεων, ή/και των εργατικών συνειδήσεων! Με άλλα λόγια εμφανίζονται δαπανώντας χρήμα με αντάλλαγμα όχι μόνο φτηνή δουλειά, αλλά και υψηλό, υψηλότατο πολιτικό όφελος: τον έλεγχο και την εξαφάνιση της εργατικής συνείδησης! Βρισκόμαστε σχεδόν μπροστά στην ανανεωμένη και προσαρμοσμένη στις postmodern καπιταλιστικές κοινωνίες εκδοχή των “προγραμμάτων για τους φτωχούς” στις πρώτες φάσεις της γέννησης του καπιταλισμού στην αγγλία και αλλού!
Μιλάμε, λοιπόν, για τον πολιτικό έλεγχο (τον έλεγχο σε βάρος μας). Ενώ τα κόμματα και οι οργανώσεις της αριστεράς του κράτους και του κεφάλαιου αναλαμβάνουν (και ως τώρα φέρνουν αποτελεσματικά σε πέρας) τον ιδεολογικό και “οργανωτικό” έλεγχο της σύγχρονης εργατικής τάξης, το ίδιο το κράτος, “αυτοπροσώπως”, αναλαμβάνει τον ίδιο έλεγχο μέσω της μυστικοποίησης / μυθοποίησης των εργασιακών σχέσεων. [3] Αυτή η μαζική μυστικοποίηση / μυθοποίηση είναι κεντρικό ζήτημα, τόσο σε περιόδους “ανάπτυξης” όσο, ακόμα περισσότερο, σε περιόδους “κρίσης”, επειδή θα ήταν αδύνατο να την καταφέρουν στη μέγιστη δυνατή έκταση τα μεμονωμένα αφεντικά (παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του είδους “είμαστε μια οικογένεια” ή “η επιχείρηση δίνει σε όλους μας ένα πιάτο φαΐ”).
Επιπλέον, αυτού του είδους ο πολιτικός έλεγχος, στην καθολικότητά του, επεκτείνεται ακόμα μακρύτερα. Στην υψηλή εποπτεία του κράτους για την επέκταση της μαύρης δουλειάς... Και (ναι, επιμένουμε!) στην υψηλή εποπτεία του κράτους (είτε απευθείας μέσω των θεσμών δημόσιας τάξης και “δικαιοσύνης”, είτε μέσω παρακρατικών μηχανισμών και κυκλωμάτων) στην εγκληματοποίηση της εργασίας, στην τροφοδοσία δηλαδή της οικονομίας του εγκλήματος με άφθονο και φτηνό “κρέας”.

 

υποτίμηση made in greece

Με την θριαμβευτική απόφαση (“άμεσα εκτελεστή”) της 12ης Φλεβάρη, οι κατώτατοι μισθοί και τα κατώτατα μεροκάματα (για νέους εργάτες / υπαλλήλους, χωρίς προυπηρεσία) μειώθηκαν κατά 22% - για όσους και όσες δε είναι κάτω από 25 χρονών, 32%. Ο βασικός μηνιαίος μισθός (μικτά) πήγε στα 586 ευρώ, και το βασικό μεροκάματο (πάλι μικτά, για 8ωρη δουλειά) στα 26,18 ευρώ· αυτά για τους από 26 χρονών και πάνω. Για τους μικρότερους ο βασικός μισθός 510,95 ευρώ και το βασικό μεροκάματο 22,83 ευρώ. Επιπλέον, η ίδια θριαμβευτική απόφαση, προέβλεπε ότι μέχρι το τέλος του 2012 θα έχει δημιουργηθεί “νέος μηχανισμός υπολογισμός του κατώτατου μισθού” (απ’ τις κρατικές υπηρεσίες), του οποίου η πρακτική εφαρμογή θα αρχίσει απ’ τον Απρίλιο του 2013. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του νυν υπουργού εργασίας:

... Η χώρα έχει αναλάβει την υποχρέωση, ήδη από τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους (ν.4046/2012), να διαμορφώσει έναν νέο μηχανισμό καθορισμού κατώτατου μισθού σε εθνικό επίπεδο. Ο νέος μηχανισμός, συμβαδίζοντας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, θα παρέχει στο κράτος αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των κατώτατων αμοιβών στην οικονομία, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους...

Δεν είναι λεκτικό ολίσθημα το ότι ο υπουργός μιλάει για “κατώτατες αμοιβές (στην οικονομία!)”. Απ’ την άνοιξη και μετά άρχισε το μεγάλο πλιάτσικο των αφεντικών. Σε ότι αφορά την “λευκή” πλευρά της εκμετάλλευσης της εργασίας (και με βάση τα στοιχεία του “σώματος επιθεωρητών εργασίας”...) μέσα σε 4 μόνο μήνες μετά τα μέσα Φλεβάρη, σχεδόν 58.000 εργάτες και υπάλληλοι (απ’ αυτήν την ανύπαρκτη εργατική τάξη...) υποχρεώθηκαν να υπογράψουν καινούργιες (ατομικές ή “επιχειρησιακές”) συμφωνίες με τα αφεντικά τους (όχι μόνο τα “μεγάλα” αλλά και τα “μεσαία” και τα “μικρά”...), “αποδεχόμενοι” μειώσεις μισθών κατά μέσο όρο 24,3%· σε κάποιες περιπτώσεις το γκρεμοτσάκισμα έφτασε στο 40%. Αυτά είναι τα “λευκά” δεδομένα ως τον περασμένο Ιούνιο - και η εποποιία της υποτίμησής μας συνεχίζεται κανονικά από τότε. Σε ότι αφορά την σκοτεινή πλευρά της “αγοράς εργασίας”, στη μαύρη δουλειά, το πάρτυ των αφεντικών είναι περισσότερο οργιώδες από ποτέ: οι εργοδότες “προσφέρουν” 300 ή και 200 ευρώ τον μήνα για “ελαστικά ωράρια” άγνωστης διάρκειας, ζητούν δεκάωρα τη μέρα και εφταήμερα την βδομάδα, και ό,τι άλλο γουστάρει η τσέπη τους. Σε απλά ελληνικά, η κρατική βούλα στην υποτίμησή μας (ντόπιοι και μετανάστες εργάτες βράζουμε πια κυριολεκτικά “στο ίδιο καζάνι”) απ’ τον Φεβρουάριο και μετά σημαίνει ότι ο χρόνος και ο κόπος της εργασίας που πουλάμε είναι παντελώς άσχετος απ’ τις δικές μας ανάγκες, και ότι η τιμή αυτής της εργασίας που πουλάμε, ο μισθός δηλαδή, έχει σχέση μόνο με το “τι μπορεί να δώσει το αφεντικό”. Ο αγοραστής τα παίρνει όλα!
Εκκρεμούσε εν τω μεταξύ η κατασκευή της τελικής φόρμουλας “καθορισμού του κατώτατου μισθού” απ’ τις κρατικές υπηρεσίες. Οι φήμες - προετοιμασίας (μας!) μιλούσαν το φθινόπωρο για κάτι σαν “σύστημα εξισώσεων”, όπου θα λαμβανόταν (λέει) υπόψη η “ανταγωνιστικότητα” (της εθνικής οικονομίας...), η κερδοφορία, ο “πληθωρισμός” ... μπορεί ακόμα και ο καιρός ή οι ανάγκες σε κόκα (των αφεντικών). Ωστόσο, εν όψει του γενικού νόμου που θα κάνει γενικά λιανά τα χοντρά του νόμου 4046, αυτός ο “αυτόματος μετρητής υποτίμησης” έμεινε στην άκρη. Οι τωρινοί κυβερνώντες προτίμησαν κάτι πιο “ήπιο”: να επαναβεβαιώσουν την προσήλωσή τους στην ακαριαία υποτίμηση του Φλεβάρη, σε έναν βασικό μισθό “γυμνό” από οτιδήποτε προβλεπόταν στο παρελθόν σαν επιπλέον υποχρεώσεις των αφεντικών (όπως για παράδειγμα οι υποχρεωτικές αυξήσεις λόγω “παλαιότητας”, είτε ανά δύο είτε ανά τρία χρόνια). Φυσικά, εάν στο κεντρικό σημείο του μετώπου έχουν επιλέξει μια προσωρινή “αναστολή”, δεν συμβαίνει το ίδιο στα πιο “δευτερεύοντα”. Ο ο.α.ε.δ., για παράδειγμα, περιόρισε την διάρκεια του δικαιώματος στο επίδομα ανεργίας, και θα την περιορίσει ακόμα περισσότερο το 2014. Πιθανόν να υπάρχουν κι άλλα “μέτρα” που μας διαφεύγουν.

Όμως δεν είναι αυτό το τέλος της υπό κρατική διεύθυνση υποτίμησής μας. Το “ευρωπαϊκό κεκτημένο” (αυτό που ζηλεύουν τα ντόπια αφεντικά) ευνοεί την διαμόρφωση όχι “κατώτατου μισθού” ή “κατώτατου μεροκάματου”, αλλά “κατώτατης ωριαίας αμοιβής”.Απογυμνωμένης, εννοείται, απ’ οτιδήποτε άλλο - πέρα απ’ αυτά που μπορούν να επιβάλλουν στους εργοδότες κάποιες κατηγορίες μισθωτών λόγω ειδικότητας ή συγκυρίας. Η πληρωμή - με - την ώρα, που μόνο άγνωστη δεν είναι στην ελληνική αγορά εργασίας ή στο ελληνικό κράτος, είναι ο βασιλικός δρόμος για να “προσαρμοστούν οι αμοιβές στην οικονομία” (δηλαδή το “κόστος εργασίας” των αφεντικών) στα ευέλικτα και διαλυμένα ωράρια. Η πληρωμή - με - την - ώρα δεν αφορά ούτε τις αργίες, ούτε τις απουσίες (λόγω αρρώστιας)· δεν καταλαβαίνει από υπερωρίες ή δουλειά το Σάββατο ή την Κυριακή· και ταιριάζει γάντι (έτσι το καταλαβαίνουμε) σ’ αυτόν τον καινούργιο ορισμό που πλανάται στην ατμόσφαιρα (για τον “μηχανισμό προσδιορισμού...”) όπου αντί για κατώτατο μισθό μιλάνε οι δημαγωγοί για μισθό (ή αμοιβή) εργασίας. Που σημαίνει: τώρα δούλεψες τόσο, πάρε τόσο· αύριο δούλεψες τόσο, πάρε τόσο· κι άμα σε χρειαστώ την άλλη βδομάδα θα σε πάρω τηλέφωνο... [4
Αυτό που δεν μπορούν να μας πάρουν εκτός εάν το παραδώσουμε μόνοι μας (κάτι που δυστυχώς ήδη συμβαίνει) είναι νοημοσύνη μας. Το γεγονός ότι το κράτος “αυτοπροσώπως” (με την έννοια των ανδρίκελων πολυτελείας που λέγονται βουλευτές, υπουργοί, συγκεκριμένες υπηρεσίες του είδους ο.α.ε.δ. κλπ) αναλαμβάνει την διεύθυνση και την ολοκλήρωση εκείνου που η περιβόητη “αγορά εργασίας” και το κάθε αφεντικό (μαζί με τους δικούς μας συμβιβασμούς) έφεραν ως ένα σημείο, την ατσάλινη υποτιμησή μας δηλαδή, σημαίνει το εξής (που δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία, μόνο που εδώ γίνεται “απότομα”): το κράτος εγκαταλείπει την υποτιθέμενη “θέση ουδετερότητας” στο πλάι των περιβόητων “κοινωνικών εταίρων” (μια θέση που διαμορφώθηκε στο μοντέλο του “κράτους πρόνοιας”), και εμφανίζεται σαν καθαρό εργαλείο της τάξης των αφεντικών, δουλεύοντας για λογαριασμό τους και μόνο. Ολοκληρώνει όσα τα αφεντικά είχαν πετύχει “από μόνα” τους στην αγορά εργασίας τα προηγούμενα χρόνια, τα κεφαλαιοποιεί, τα επεκτείνει και τα γενικεύει· γίνεται έτσι ο πιο πλήρης “εκφραστής” του ταξικού πολέμου όπως αυτός διεξάγεται απ’ την μεριά των αφεντικών. Γίνεται το μακρύ τους χέρι.

Για την κυβερνοαριστερά του κράτους και του κεφάλαιου αυτή η εξέλιξη μπορεί να σερβιριστεί σαν μια ακόμα απόδειξη ότι “πρέπει να αλλάξει η κυβέρνηση”. Αλλά σιωπηλά αυτή η αριστερά κρατάει για τον εαυτό της το μονοπώλιο (και μάλιστα με κυβερνητικούς όρους) μιας “φιλοεργατικής” εκδοχής του κράτους, αποφεύγοντας όπως ο διάολος το λιβάνι να βγει πολεμικά, μαχητικά (κι όχι για βόλτα και για παρέλαση) στο πεζοδρόμιο. Εν προκειμένω η κυβερνοαριστερά μπορεί να πουλάει τον εαυτό της σαν μια “γσεε που κυβερνάει”, με την έννοια της κομματικής αντιπροσώπευσης / μεσολάβησης των εργατικών συμφερόντων στον ανώτατο δυνατό βαθμό. Εν τω μεταξύ, για να κυβερνήσει αυτή η αριστερά, θα πρέπει να διαχειριστεί επίσης τα (εντελώς αντιπρολεταριακά) συμφέροντα των ελεύθερων επαγγελματιών, των εμπόρων, των βιοτεχνών, και κάθε “πατριώτη” καπιταλιστή που θέλει να συμβάλει στην “εθνική ανάπτυξη”...
Επιμένουμε, κι ας μοιάζει μάταιο, ότι τα δικά μας συμφέροντα είναι δική μας δουλειά· δουλειά του δικού μας ταξικού ανταγωνισμού. Η ανάληψη απ’ το κράτος των “ευθυνών” γενικής διατίμησης της εργασίας θα πρέπει να γκρεμίσει και τις τελευταίες ψευδαισθήσεις για το πόσο αδύνατο είναι οποιαδήποτε διαταξική συμμαχία ή/και κυβέρνηση να υπηρετήσει τα αμιγώς εργατικά συμφέροντα.
Στόχοι και προσανατολισμοί για την αυτονομία της τάξης μας και για έναν πόλεμο που θα είναι άξιος της συλλογικής ιστορίας μας σαν εργατών υπάρχουν. Δυστυχώς κρατάνε ακόμα περισσότερο τα αποπροσανατολιστικά παραμύθια.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχουν ψηφιστεί / επικυρωθεί οι ακριβείς εξειδικεύσεις των γενικών αποφάσεων της 12ης Φλεβάρη, δηλαδή τα μέτρα με τον κωδικό “... για να πάρουμε τα 31,5 δισ.”. Όμως τα εσωτερικά προσκόμματα στην ψήφισή τους ΔΕΝ συμπεριλαμβάνουν στα σοβαρά το στρατηγικό ζήτημα του βασικού μισθού, αφού δεν υπάρχει συλλογικό εργατικό υποκείμενο που να ορμήξει “στη σκηνή” γι’ αυτό. Κάτω απ’ τον τίτλο “τα εργασιακά”, που υποτίθεται αφορούν διαφωνίες μεταξύ των ντόπιων πολιτικών ειδώλων και των τεχνοκρατών των διεθνών δανειστών, περιλαμβάνονται οι αποζημιώσεις και οι “τριετίες” (οι οποίες έτσι κι αλλιώς είναι “παγωμένες”...) - κι ως εκεί. Τα σημαντικότερα προσκόμματα προέρχονται από αλλού: απ’ τους δικηγόρους και τους ιδιοκτήτες ταξί, από συγκεκριμένους κλάδους των δημόσιων υπαλλήλων, απ’ τον στρατό, από τμήματα των ντόπιων αφεντικών... κλπ κλπ κλπ....
[ επιστροφή ]

2 - Ένα άλλο ντόπιο παράδειγμα (με σαφή διεθνή έγκριση ή και έμπνευση) είναι το κόλπο των προσλήψεων ορισμένου χρόνου στους δήμους, με την μεσολάβηση (στη θέση των εργολάβων) διάφορων μη κυβερνητικών οργανώσεων.  Θα έλεγε κανείς: μα αφού υπάρχουν λεφτά για να πληρωθούν αυτοί οι εργάτες, γιατί να μην προσλαμβάνονται απ’ τους “φυσικούς” εργοδότες τους και να χρειάζεται η μεσολάβηση των μ.κ.ο., που ασφαλώς θα κρατήσουν για τον εαυτό τους το “κάτι τις” τους; Απλό και τερατώδες: επειδή έτσι αλλοιώνεται (και μάλιστα αλλοιώνεται “προς την φτήνεια”) η σχέση της εξαρτημένης, μισθωτής εργασίας! Και δεν υπάρχει καλύτερος δείκτης αυτής της διπλής διαχείρισης, του συνδυασμού δηλαδή της φτήνειας με την “απόσυρση” της υποχρέωσης του εργοδότη να πληρώνει (τους όποιους τσακισμένους μισθούς) απ’ το γεγονός ότι όσοι προσλαμβάνονται μ’ αυτόν τον τρόπο, υπογράφουν ατομική σύμβαση που α) απαγορεύει τις απεργίες, β) προβλέπει ότι οι μέρες απουσίας λόγω ασθένειας δεν θα πληρώνονται, και γ) οι “αμοιβές” θα καταβάλλονται εάν (και μόνο εάν...) η μ.κ.ο. πληρώνεται απ’ τα κονδύλια του προγράμματος! Με άλλα λόγια πρόκειται μεν για “ενοικίαση εργαζομένων”, αλλά με τον επιπλέον ευεργετικό ελιγμό ότι ενώ όσοι δουλεύουν έχουν μόνο υποχρεώσεις, εκείνος που πληρώνει (η καλοκάγαθη μ.κ.ο....) δεν έχει καμία... Και γιατί να έχει, ε; Δεν πρόκειται για μισθωτή εργασία αλλά για “χάρη” και “καλωσύνη” και “πρόνοια” κάποιου μακρινού οργανισμού (του ελληνικού κράτους; της ε.ε.; των εξωγήινων;) προς τους αναξιοπαθούντες άνεργους εργάτες...
[ επιστροφή ]

3 - Η αλήθεια είναι ότι η αριστερά - και όχι μόνο στην ελλάδα - κάνει δουλειά και σ’ αυτόν τον τομέα. Πώς; Μέσω της βουρκοθάλασσας των μ.κ.ο., που δρουν σαν εργοδότες. Δεν είναι μυστικό ότι ο ανατρεπτικός συ.ριζ.α. μετά τα μεγαλειώδη εκλογικά ποσοστά του, έχει “χωθεί” κανονικά σ’ αυτό το κόλπο, των χρηματοδοτούμενων / επιδοτούμενων μ.κ.ο. “κοινωνικής αλληλεγγύης”, και της “απασχόλησης” σ’ αυτές. Πόσο “αφεντικό” να θεωρήσει κανείς την “ανθρωπιστική μη-κυβερνητική οργάνωση”, και πόσο ταξικό μίσος να νοιώσει απέναντι στους τέτοιους εργοδότες του; Κατευνασμός και συνειδησιακή αλλοτρίωση με τον τόνο λοιπόν, και 700κάτι ευρώ “μισθός” - not so bad άμα είσαι αριστερός... Και ποιά εργατική τάξη ρε μαλάκες αυτόνομοι - δεν υπάρχει τέτοια· αμέ!....
Κάτι ήξερε ο φοβερός και τρομερός γιάπης - μικρός Μάο - Τσίπρας όταν, αμέσως μετά τα εκλογικά αποτελέσματα της 17ης Ιούνη βρήκε και δήλωσε ότι α) “δεν θα βγάλουμε τον κόσμο στους δρόμους”, και β) “θα δώσουμε μεγάλο βάρος στην κοινωνική αλληλεγγύη”. Κάτι ήξερε...
[ επιστροφή ]

4 - Η ανάγνωση του τηλεφωνικοί πλασιέ και γραμμές συναρμολόγησης (β μέρος) σε άλλες σελίδες αυτού του τεύχους, θα δώσει μια ιδέα για τα προτερήματα της μεθόδου  - όχι όπου κι όπου, αλλά στον γερμανικό καπιταλισμό. Τα εκατομμύρια εργατοωρών “υπερωριών” που δεν πληρώνονται, επίσης στη γερμανία (έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν), δίνουν επίσης μια ιδέα...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020