Sarajevo
 

 

 

 

 

 

Sarajevo 67 - 11/2012

Ντάξει: κι εμείς (σαν τάξη) έχουμε κάνει τα ιστορικά μας λάθη...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 67 - 11/2012

Αφίσα διαδήλωσης του Απρίλη του 1998. “Υπεροπτική”; “Ελιτίστικη”; “Προφητική”; Τίποτα απ’ τα τρία! Εάν είσαι πολιτικό υποκείμενο σε δράση και δεν έχεις συμφέροντα απ’ το κουκούλωμα της πραγματικότητας, ανάμεσα στα υπόλοιπα πολεμάς και έτσι.
Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια προσέγγιση (και κάτι συνθήματα του είδους “πίσω κουφάλες μικροαστοί είσαστε όλοι νεοναζί”) χάρισαν στην αυτονομία πάμπολλα κοσμητικά επίθετα...

 

κρατείστε σφικτά τον μικροαστισμό σας! [*]

“Η μεσαία τάξη δεν μπορεί να περιμένει απ’ αυτό το σύστημα τίποτε άλλο εκτός από την ανελέητη εξουθένωσή της. Το ζήτημα λοιπόν είναι: αν θα καταντήσουν όλοι μια σταχτιά και θλιβερή προλεταριακή μάζα, ή αν το σθένος και η επιμέλεια θα δώσουν πάλι στ’ άτομα τη δυνατότητα ν’ αποχτήσουν με την πολύμοχθη εργασία μιας ολόκληρης ζωής κάτι δικό τους. Μικροαστός ή προλετάριος;! Αυτό είναι το ζήτημα!”

Πόσοι άραγε δεν θα στέκονταν με συμπάθεια (τουλάχιστον) μπροστά σ’ αυτήν την παράγραφο; Η ακρίβεια των διαπιστώσεών της είναι αναγνωρίσιμη. Πράγματι η μεσαία τάξη (σίγουρα και αυτή) κτυπιέται απ’ την τωρινή φάση της κρίσης. Αν και όχι συνολικά, οπωσδήποτε ένα τμήμα της - ένα καλό μέρος της νεώτερης γενιάς της - βλέπει μπροστά της έναν αδυσώπητο γκρεμό, γκρεμό προοπτικών και προσδοκιών. Και ποιοί, άραγε, θα ήθελαν να γίνουν σαν τους μετανάστες προλετάριους που τόσα χρόνια παρήγαγαν μεγάλο μέρος του εθνικού (και του ιδιωτικού) πλούτου, και σε μεγάλες μερίδες γεύονταν μόνο ξύλο, κυνήγι, συλλήψεις και ταπεινώσεις; “Μια σταχτιά και θλιβερή μάζα”: οπωσδήποτε πίσω απ’ τις γραμμές των μπάτσων, στις “επιχειρήσεις σκούπα”, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τίποτα πιο αξιόλογο. Και γιατί ο καθένας ατομικά, με τον κόπο του (και την καπατσοσύνη του) να μην μπορεί να αποκτήσει ό,τι τραβάει η ψυχή του; Ιδού λοιπόν ποιό είναι το θέμα: μικροαστός ή προλετάριος;

Ο μικροαστός, κάθε μικροαστός, έχει σε μεγάλη υπόληψη τον εαυτό του σαν άτομο· και την οικογένειά του σαν το βασικό πεδίο των (κοινωνικών) του σχέσεων. Η συμπεριφορά του και η “φιλοσοφία” του (εάν μπορούμε να μιλήσουμε για τέτοια...) καθορίζονται ωστόσο από αυτά που αρνείται ότι είναι τα σημαντικότερα. Απ’ την θέση του μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή / κατανάλωση. Απ’ την θέση του μέσα στο κράτος και στους μηχανισμούς των προσόδων. Και απ’ την οικογενειακή του κατάσταση εννοημένη σα διαδικασία “συγκέντρωσης” και “διανομής” του όποιου πλούτου, μέσα από προίκες και κληρονομιές, παροχή υπηρεσιών, και συντήρηση της καθημερινής αναπαραγωγής του / προσφορά υπηρεσιών. Απ’  αυτές τις τρεις παραμέτρους οι δύο πρώτες έχουν δυναμικό χαρακτήρα και η τρίτη σχετικά στατικό. Οι δύο πρώτες είναι κατά κάποιον τρόπο οι σιδηροτροχιές πάνω στις οποίες ο μικροαστός, κάθε μικροαστός, ελπίζει ότι τροχιοδρομείται η κοινωνική (και οικονομική) άνοδός του. Η τρίτη λειτουργεί σαν καβάτζα.
Απ’ την διάγνωση ή την καλλιέργεια των δύο πρώτων, σε συνδυασμό με την συντηρητική (με την κυριολεκτική έννοια της λέξης: της διατήρησης των όποιων κεκτημένων) λειτουργία της τρίτης παραμέτρου, ο μικροαστός είναι μια κοινωνική φιγούρα “εντατική”. Πρόκειται για την ένταση μιας επιθυμητής διαρκούς μετάβασης προς τα πάνω, ακόμα κι αν πρόκειται για όνειρο. Παρότι ο μικροαστός δεν κοιτάει ποτέ προς τα κάτω (ακόμα κι αν αυτό το “κάτω” είναι μέρος του παρελθόντος του) ξέρει ενστικτώδικα ότι γενικά υπάρχει “κάτω” στην κοινωνική ιεραρχία της οποίας ατενίζει τις υψηλότερες θέσεις. Η όποια ιδιοκτησία του είναι ισχυρό στοιχείο ταυτότητας. Και επειδή αυτή η όποια ιδιοκτησία είναι πάντα μικρότερη απ’ αυτήν που επιθυμεί και επιδιώκει, η συναισθηματική ταύτιση μαζί της είναι συχνά αντίστροφα ανάλογη της ποσότητας και της ποιότητάς της. Μιας και θεωρεί ότι κατέχει ακόμα “λίγα” (και πάντως λιγότερα απ’ αυτά που εννοεί ότι αξίζει και δικαιούται) είναι ψυχωτικά εξαρτημένος απ’ αυτά τα “λίγα”, ταυτισμένος μαζί τους. Γιατί διακατέχεται, εξ’ αιτίας των ατομικών ή οικογενειακών προοπτικών που ο ίδιος θέτει σαν “ρεαλιστικές”, από ένα μόνιμο σύμπλεγμα κατωτερότητας. Αφενός απέναντι σ’ αυτούς που κατέχουν “περισσότερα”, αφετέρου απέναντι στο ίδιο το δικό του (με “περισσότερα”) μέλλον. Αποφεύγει να στοχάζεται το χειρότερο ενδεχόμενο, το ενδεχόμενο κάποιας “πτώσης”, και το αποφεύγει σχεδόν με μανία. Ταυτόχρονα ωστόσο νοιώθει μια υπόκωφη αδικία, ακόμα και συνωμοσίες σε βάρους του, για όσο καιρό δεν έχει φτάσει εκεί που πρέπει. Κι αυτό το “εκεί” ποτέ δεν είναι οριστικό. Πάντα μετακινείται προς τα πάνω, εάν και εφόσον ο μικροαστός ανεβαίνει κοινωνικά και οικονομικά. Οπότε ο μικροαστός είναι (νιώθει) πάντα αδικημένος, πάντα στο κέντρο δολοπλοκιών σε βάρος του. Δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο: ο μικροαστός ζει σχεδόν μόνιμα σε κατάσταση (υπο)μανίας καταδίωξης: καταδιώκει (την άνοδό του) και καταδιώκεται (απ’ όσους τον επιβουλεύονται, σχεδόν τους πάντες δηλαδή).

Απ’ την θέση του μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή / κατανάλωση, απ’ την θέση του μέσα στο κράτος, τους θεσμούς, και τους μηχανισμούς των πολιτικών προσόδων, και απ’ την επάρκεια της οικογενειακής του κατάστασης (συμπεριλαμβανομένων των συναισθηματικών και ηθικών συμβιβασμών που συνήθως απαιτούνται για την διατήρηση μιας επιφενειακής τουλάχιστον οικογενειακής συνοχής) ο μικροαστός δεν έχει σταθερή πολιτική συμπεριφορά. Σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης και ευκαιριών ή σε περιόδους κρατικής επέκτασης και προσόδων μέσω της πρόσδεσης με τους μηχανισμούς εξουσίας, ο μικροαστός μπορεί να είναι “δημοκράτης”, ακόμα και “φανατικός” (“αριστερός”) τέτοιος. Οι δημοκρατικές ροπές του μικροαστού δεν στηρίζονται ούτε προάγουν κάποια ιδέα τυπικού εξισωτισμού. Ακόμα και στα πιο φλογερά δημοκρατικά κηρύγματα ή πιστεύω του ο μικροαστός δεν χάνει την πεποίθηση της ειδικής (ατομικής ή/και οικογενειακής) ανωτερότητάς του έναντι άλλων. Απλά δεν την επιδεικνύει συνέχεια. Εάν δείξει αλληλεγγύη με υποδεέστερους θα αποφύγει οπωσδήποτε να εκτεθεί στους ίδιους με αυτούς κινδύνους· θα είναι μια φιλάνθρωπη αλληλεγγύη, η προσποίηση του ανώτερου. Με όσους βρίσκονται στην ίδια θέση (στο ίδιο ή κοντινό ιδιοκτησιακό ή/και εργασιακό status) αναπτύσσει λυκοφιλίες, που μπορούν να πάρουν ακόμα και την μορφή επαγγελματικών ή συνοικιακών ενώσεων, αλλά ποτέ δεν αξίζουν περισσότερο απ’ ό,τι επιτρέπει η μικροαστική σοφία του “να φυλάς τον κώλο σου”. Όσο για εκείνους που βρισκόνται ψηλότερα, ο μικροαστός τους αντιμετωπίζει διαρκώς με ένα κράμα ζήλειας και διάθεσης για κολακεία. Συνεπώς, η “δημοκρατικότητα” του μικροαστού, είναι συνήθως η τυπική επικάλυψη του λιγότερο ή περισσότερο αγχωμένου οπορτουνισμού του - πάντα με την προϋπόθεση ότι σαν “λαός” έχει τις ευκαιρίες του.
Το πιο ιδιάζον στοιχείο της μικροαστικής αντίληψης περί πολιτικής (που είναι με άλλη διατύπωση η μικροαστική αντίληψη για το συμφέρον) είναι οι σχέσεις και οι παραστάσεις που έχει για την εξουσία. Ο μικροαστός, ανάλογα με την περίσταση, μπορεί να είναι είτε φιλο-εξουσιαστής είτε αντι-εξουσιαστής· είτε φιλο-κρατιστής είτε αντι-κρατιστής· χωρίς να υπάρχει υπαρξιακό σχίσμα ή κατάρρευση της προσωπικότητάς του απ’ αυτήν την αντινομία. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ο μικροαστός απ’ την δημοκρατική εξουσία είναι να είναι πράγματι αυθεντικά δημοκρατική. Με άλλα λόγια να αμφισβητεί την ατομική (γενικά) και την δική του (ειδικά) προνομιακή αξία, σε βάρος άλλων που, υποχρεωτικά, πρέπει να έχουν μικρότερη ή καθόλου τέτοια. Το πιο συνηθισμένο περιεχόμενο της σχέσης του μικροαστού με την κεντρική εξουσία ή τις επιμέρους εκφάνσεις του κράτους είναι ο πατερναλισμός. Ακόμα και σαν δημοκράτης ο μικροαστός ευνοεί τον πατερναλισμό. Όχι μόνο επειδή αυτό είναι συνεπές με την αντίληψη του για την οικογένεια. Αλλά και επειδή χάρη στον πατερναλισμό μπορεί να επιδιώκει εύνοια ή επιείκια, ή να εκδηλώνει απαρέσκεια, απέχθεια, απειθαρχία, διαδοχικά το ένα μετά το άλλο, σαν δικαιώματά του και τα δύο.
Αυτή η συνήθως κυκλοθυμική σχέση με την εξουσία έχει ένα σημείο ισορροπίας στη μικροκλίμακα της καθημερινής ζωής: εγώ είμαι η εξουσία! Ο κάθε χωριστός μικροαστός μοιάζει έτσι στα μάτια άλλων ομοίων του (ακόμα και της οικογένειάς του) σαν κακομαθημένο παιδί. Πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο, κυρίως επειδή η εξατομικευμένη εκδήλωσή του κρύβει την γενικότητα του πράγματος. Πρόκειται για ένα ψυχο-πολιτικό γεγονός, με την έννοια ότι μια ιδεολογία γίνεται υλική δύναμη. Στην αρχή της φιλόδοξης πορείας του προς τα πάνω, ο (νεαρός) μικροαστός απλά ονειρεύεται να προΐσταται: στη δουλειά, στο σόι, στις παρέες, στις διαπροσωπικές σχέσεις. Οτιδήποτε “ματώνει” την πληγή της απόστασης ανάμεσα στο έχω / είμαι τώρα και στο έχω / είμαι όπου νάναι (ή θα έπρεπε να έχω / είμαι) - και τέτοιες ματαιώσεις είναι εύκολο να συμβούν παντού, ειδικά εάν γύρω γύρω κινούνται άλλοι μικροαστοί με τις ίδιες ακριβώς ανάγκες επιβεβαίωσης - μετατρέπεται σε ακόμα μεγαλύτερη ροπή προς το εγώ είμαι η εξουσία. Τα βίαια ξεσπάσματα στους καυγάδες των μικροαστών (που φτάνουν ως την δολοφονία για “ασήμαντη αφορμή”) είναι η παραφορά αυτού του αμφισβητούμενου: της εξουσίας, στη μικρή μεν αλλά φαντασιακά όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κλίμακα. Ο μικροαστός, όταν δεν τρώγεται με τα ρούχα του, τρώγεται με τους κοντινότερούς του, είτε είναι της ίδιας “κλάσης δύναμης” μ’ αυτόν (γιωταχής εναντίον γιωταχή για παράδειγμα) είτε - ακόμα καλύτερα γι’ αυτόν - είναι υποδεέστεροι: η σύζυγος, οι ηλικιωμένοι γονείς ή συγγενείς, τα παιδιά...

 

η ιστορική διάσταση

Το απόσπασμα στην αρχή, που μπροστά στο γκρεμό της “εξουθένωσης της μεσαίας τάξης” (όπου με τον όρο “μεσαία τάξη” εννοούνται και οι μικροαστοί) το δίλημμα τίθεται με κοινωνικο-αισθητικούς όρους, είναι γραμμένο στη διάρκεια μιας κρίσης. Σαν την σημερινή, αλλά όχι στην σημερινή. Είναι γραμμένο το 1932. Και είναι από προκήρυξη του “γερμανικού - εθνικού κόμματος”, πριν τις τότε προεδρικές εκλογές. Το κόμμα αυτό υπήρξε ένας απ’ τους πρόδρομους των ναζί, και ύστερα συγχωνεύτηκε μαζί τους. Δεν είναι παράξενο: η έκκληση στην αξία του μικροαστισμού καταλήγει στην υπεράσπιση και στην ταύτιση με κάποιου είδους “ανωτέρα βία”. Οι δημοκρατικές ευαισθησίες των μικροαστών δεν είναι παντός καιρού. Κι αν κινηθούν (πολιτικά) σε συνθήκες διαψευσμένων προσδοκιών και οικονομικής μιζέριας έχοντας την ιδεολογική ηγεμονία, δεν έχουν κανένα λόγο ούτε να αγκαλιάσουν, ούτε να ταυτιστούν, ούτε να μοιραστούν τους ίδιους κινδύνους με ό,τι στα μάτια τους φαίνεται σαν “σταχτιά και θλιβερή μάζα”. Ό,τι και να πουν (και μπορούν να πουν οτιδήποτε, ειδικά εάν δεν έχει καμία πρακτική συνέπεια) για να ξανα-ανέβουν, ξέρουν ότι πρέπει να πατήσουν κάπου. Και το “κάπου” είναι οι εργάτες. Η μικροαστική ταύτιση με την εξουσία δεν κλονίζεται, σαν σχέση, ούτε όταν της αφαιρεθεί η “οικονομική βάση”. Η μόνη περίπτωση να ραγίσει (κι αυτό μειοψηφικά μέσα στους μικροαστούς) είναι εάν βρεθεί μπροστά σε μια εκτεταμένη και δυναμική εργατική αντι-εξουσία. Τότε ακόμα και φτηνοί υπολογισμοί άμεσου συμφέροντος, μπορούν να κάνουν ορισμένους (αλλά όχι στην πλειοψηφία) των μικροαστών να στραφούν κι αυτοί, στα σοβαρά και με πάθος, ενάντια στην επίσημη εξουσία.
Όμως θα ήταν εξαιρετικά λαθεμένο (και εξόχως μικροαστικό!) να αντιλαμβάνεται κανείς την καπιταλιστική ιστορία σαν διαρκή επανάληψη των ίδιων και των ίδιων μοτίβων, σαν κυκλική διαδρομή. Οι ολοκληρωτισμοί που “άνθησαν” τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα έχοντας βαθιά μικροαστική και μεσοαστική “ψυχή”, ήταν υποχρεωτικά συνεπείς με τις τότε ιστορικά συγκεκριμένες μορφές και ανάγκες της καπιταλιστικής οργάνωσης. Οι ολοκληρωτισμοί που ανθούν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου και τις πρώτες του 21ου αιώνα, και πάλι με την ίδια κοινωνική καταγωγή, είναι επίσης υποχρεωτικά συνεπείς με τις τωρινές ιστορικά προσδιορισμένες μορφές και ανάγκες της καπιταλιστικής οργάνωσης. Δεν θα κάνουμε εδώ μια πλήρη καταγραφή των εντελώς καινούργιων δεδομένων σ’ αυτές τις “ιστορικά προσδιορισμένες μορφές και ανάγκες...” - ένα μέρος της ύλης του Sarajevo είναι εξάλλου αφιερωμένο εδώ και 6 χρόνια σ’ αυτό το ζήτημα. θα εστιάσουμε μόνο σε λίγα σημεία, ανάμεσά τους και η “σύνθεση” των μικροαστών.
Πριν απ’ όλα αυτό: πάντα εξαιτίας της θέσης τους στην καπιταλιστική παραγωγή / κατανάλωση και της θέσης τους στο κράτος και τους προσοδικούς θεσμούς, είναι δυνατόν οι μικροαστοί να εκδηλώσουν έναν ρηχό (και “χυδαίο” για να χρησιμοποιήσουμε παλιά ορολογία) “αντικαπιταλισμό” ή και “αντικρατισμό”. Για τον δεύτερο είπαμε δυο λόγια ήδη, είναι πάγιο χαρακτηριστικό των πατερναλιστικών ταλαντώσεων. Το πρώτο μπορεί να εκδηλωθεί σαν “απέχθεια” προς αυτό που οι μικροαστοί αντιλαμβάνονται σαν “μεγάλο κεφάλαιο”, δηλαδή “πάρα πολύ χρήμα”: τράπεζες, χρηματοπιστωτισμός, ή μεγάλης κλίμακας (και “πολυεθνικές”) επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, και επειδή οι μικροαστοί αντιλαμβάνονται την συντήρηση ή/και την αναγέννησή τους και με όρους εδαφοκυριαρχίας, σε συνθήκες άμπωτης των προσδοκιών τους, μπορούν να εκδηλώνονται κατά του “διεθνούς κεφάλαιου” (ας πούμε: κατά της παγκοσμιοποίησης...) και υπέρ του “εθνικού κεφαλαίου” (ας πούμε: της σωτηρίας της ελληνικής οικονομίας και της ανάπτυξής της...) Ο “πατριωτισμός” ή και “εθνικισμός” των μικροαστών είναι ευθεία παραλλαγή της οικογενειοκρατίας και του πατερναλισμού τους· συνεπώς θεωρούν ότι μπορούν να ελπίζουν στο “νοικοκύρεμα - του - οίκου - τους”, αδιάφορο με το αν άλλοι “οίκοι”, διπλανά οικόπεδα, γίνονται στάχτη.
Αυτός ο ρηχός και πρόστυχος “αντικαπιταλισμός” (που μπορεί να περνάει για “αριστερός” εάν η αριστερά έχει γίνει τόσο δεξιά ώστε θα την έφτυνε ακόμα και η συμβιβασμένη σοσιαλδημοκρατία του Μεσοπολέμου...) δεν εχθρεύεται καθόλου τις θεμελειώδεις καπιταλιστικές λειτουργίες: την εκμετάλλευση της εργασίας, την απόσπαση υπεραξίας, τον εμπορευματικό φετιχισμό, την απεριόριστη ατομική ιδιοκτησία, ή το κράτος σα δομή εξουσίας. Αυτές τις λειτουργίες, αντίθετα, τις υπερασπίζεται - διαφορετικά ο μικροαστός, πάνω στην “αντικαπιταλιστική” του μέθη, θα αυτοκτονούσε πανηγυρικά! Όχι! Ο μικροαστικός “αντικαπιταλισμός” στρέφεται κατά προσώπων (ή “εχθρικών” εθνοτήτων, ή “εχθρικών” πολιτισμών). Στρέφεται κατά κυβερνητών και όχι κατά του κράτους· κατά συνωμοτών και όχι κατά θεσμών· κατά λαμογιών και όχι κατά της απόσπασης της υπεραξίας· κατά “επώνυμων” φοροφυγάδων και όχι κατά της ατομικής ιδιοκτησίας· κατά των ξένων που μας κλέβουν τις θέσεις εργασίας και όχι κατά της καπιταλιστικής κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Έτσι οι μικροαστοί σε συνθήκες διάψευσης των προσδοκιών τους και αγωνίας για το παρόν και το μέλλον τους, μπορούν να μετατρέψουν τα συμπλέγματα κατωτερότητας που έτσι κι αλλιώς τους χαρακτηρίζουν σε ένα θορυβώδες “αντικαπιταλιστικό” προπέτασμα καπνού απέναντι στο ενδεχόμενο που τους ανησυχεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: να καταστραφεί ο ίδιος ο καπιταλισμός σα σύστημα (σα σύστημα στο οποίο οφείλουν την ίδια τους την ύπαρξη) απ’ την δυναμική εμφάνιση εργατικών αρνήσεων. Ενόσω δηλώνουν (παριστάνουν) την απεριόριστη απέχθειά τους γι’ αυτό κι εκείνο (για το σύστημα που τους εξουθενώνει...) σκέφτονται το πως αυτό θα ξανανθίσει, δίνοντάς τους τους γλυκούς καρπούς του. Δεν είναι καθόλου παράξενο σ’ αυτές τις συνθήκες στενότητας προοπτικών που κάνουν ιδιοτελέστατες “πολιτικές” στροφές 180 μοιρών, κι αφού δεν οσμίζονται στον ορίζοντα κάποια αποτελεσματική για τα συμφέροντά τους “δημοκρατική ανωτέρα βία” αναζητούν ολοκληρωτικές τέτοιες - ή και το ανάποδο. [1]

Οπωσδήποτε οι μικροαστοί και οι μεσοαστοί των αρχών του 21ου αιώνα δεν είναι ούτε ποσοτικά ούτε ποιοτικά ίδιοι ακριβώς με εκείνους πριν εκατό χρόνια. Η καπιταλιστική εξέλιξη κατάφερε να τροποποιήσει ορισμένα απ’ τα δεδομένα τους, τόσο ως προς την έκταση όσο και ως προς το περιεχόμενο του μικροαστισμού: επεκτάθηκε, ώστε να αγκαλιάσει μεγάλο μέρος των μισθωτών, και μάλιστα των χαμηλά ευρισκόμενων μισθωτών της καθαρά ιδιωτικής καπιταλιστικής πυραμίδας. Το καινούργιο, που απελευθέρωσε ακόμα περισσότερο τον μικροαστισμό σαν ιδεολογία, σαν κουλτούρα, σαν ethos, απ’ τις υλικές προϋποθέσεις του, είναι η ιδιοκτησία εμπράγματων συμβόλων. Ασφαλώς κάθε ιδιοκτησία είχε από πάντα και συμβολικές λειτουργίες: επίδειξης και υποτίμησης (των μη ιδιοκτητών). Ωστόσο η σημαντική επιτάχυνση της φθοράς των πραγμάτων / εμπορευμάτων, σαν τέτοιων, στον ύστερο μεταβιομηχανικό καπιταλισμό, θα μπορούσε να προκαλέσει μια εσωτερική κοινωνική κρίση “αξιοπιστίας” του εμπορευματικού φετιχισμού και της ιδιοκτησίας, αν δεν συμπληρωνόταν από μια οργιαστική διαρκή παρέλαση συμβόλων “κύρους” και “αξίας”, συνήθους ευτελούς πραγματικής αξίας, των οποίων μπορεί κανείς να γίνει εύκολα ιδιοκτήτης, αποκαθιστώντας κατά κάποιον τρόπο την μικροαστική του ισορροπία. Αυτήν την εξέλιξη την είχαν διαπιστώσει νωρίς (την δεκαετία του ‘60) οι Καταστασιακοί, όταν περιέγραφαν τον νέο μικροαστισμό των μεγαλουπόλεων, όπου για παράδειγμα η εργάτρια / πωλήτρια σε εμπορικό με ρούχα θεωρεί ότι “ανατιμάει” τον εαυτό της (απ’ την εργατική της θέση) εάν ντυθεί με μια απομίμηση των ακριβών ρούχων που πουλάει το αφεντικό της.
Το καπιταλιστικό κατόρθωμα των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα ήταν και είναι ότι επέκτεινε μαζικά την κουλτούρα του “μικρο - ιδιοκτήτη” (δηλαδή τον μικροαστισμό) ακόμα και σε υποκείμενα που είναι πραγματικοί ιδιοκτήτες “πραγμάτων” ασήμαντης ή ρευστής “αξίας” - αν θέλει να είναι κανείς ακριβής και ωμά ειλικρινής. Μια τέτοια μαζική μορφή “ιδιωτικής ιδιοκτησίας” που αναπαράγει και διογκώνει τον μικροαστισμό εδώ και πολλά χρόνια (παίζοντας, εν τέλει, κρίσιμο ρόλο στην τωρινή φάση της κρίσης) είναι τα περιβόητα “πτυχία”. Χαρτιά, σα να λέμε, μιας υποτιθέμενα επικυρωμένης υπόσχεσης καλής κοινωνικής θέσης, που δεν έχουν πραγματικό αντίκρυσμα εδώ και πολύ καιρό, ωστόσο εξακολουθούν να λειτουργούν συμβολικά και “ψυχολογικά” στα μυαλά και στις συνειδήσεις, σαν κάποιου είδους “περιουσία”. Σαν “κεφάλαιο” - άρα σαν προκαταβολή του μεγάλου ατομικού άλματος προς την (εικονική, φανταστική) μπουρζουαζία. Μια άλλη μαζική μορφή “ιδιωτικής ιδιοκτησίας”, ιστορικά πιο πρόσφατη, είναι οι εικονικοί εαυτοί του κυβερνοχώρου, στα “παιχνίδια” και όχι μόνον εκεί. Θα μπορούσε κανείς να συμπεριλάβει στη λίστα των ιδιοκτησιών με υψηλή συμβολική (μέσα στην μικροαστική ιδεολογία) και μικρή σχετικά χρηματική αξία πολλά ακόμα.

Αυτή η εξέλιξη, εξέλιξη της καπιταλιστικής παραγωγής και κατανάλωσης στη διάρκεια λίγων δεκαετιών του 20ου αιώνα (και των ακόμα λιγότερων ως τώρα του 21ου) δεν διαφοροποιεί μεν την βαθύτερη “καρδιά” του μικροαστισμού, έχει αλλάξει όμως το περιβάλλον στο οποίο μπορεί να ασκήσει τις κάποτε θηριώδεις αντινομίες του. Μια μεγάλη διαφορά είναι ότι το άτομο δεν είναι η παραχώρηση που, μέσω της εμπράγματης ιδιοκτησίας, κάνει η αστική τάξη σε ένα μικρό ποσοστό των υποτελών της. Είναι η παραγωγική και καταναλωτική μονάδα που πάνω της κτίζει ο μεταφορντικός καπιταλισμός την ηγεμονία του. Στην προηγούμενη Μεγάλη Κρίση οι τότε μικροαστοί μπορούσαν (και έπρεπε) να προσδεθούν στο απεριόριστα μεγάλο κράτος επειδή αυτό ακριβώς ήταν διαθέσιμο σύμφωνα με τις ανάγκες οργάνωσης της μαζικής παραγωγής και του μεγάλου εργοστάσιου. Οι βασικές ιδεολογικές και ηθικές προϋποθέσεις προσφέρθηκαν απ’ τα κάτω· από εκείνους που δεν - ήθελαν - να - είναι - εργάτες. Αλλά το λειτουργικό και πολιτικό σχέδιο διατέθηκε απ’ τα πάνω: ο υπήκοος / μάζα, αλληγορία του εργάτη / μάζα. Οι τότε μικροαστοί έγιναν μια “χακί θλιβερή μάζα υπηκόων” επιδιώκοντας να μην γίνουν μια “σταχτιά θλιβερή μάζα προλετάριων” - πανουργία της ιστορίας! Δεν φαίνεται να έχουν τώρα τον ίδιο ακριβώς κίνδυνο· ούτε, όμως, τους προτείνεται να αγιάσουν εκείνο το παλιό σχέδιο εξουσίας. Τώρα ο ολοκληρωτισμός στον οποίο καλούνται να επενδύσουν τα ταξικά τους συμφέροντα είναι διαφορικός. Αντιεργατικός, αντιπρολεταριακός πάντα. Αλλά και επιλεκτικός, ευέλικτος, “ελαστικός” με συγκεκριμένους τρόπους.
Εν τω μεταξύ, η μικροαστικοποίηση των εργατών, δεν είναι εντελώς καινοφανές ζήτημα - τουλάχιστον για τα διεισδυτικά μυαλά - στον 20ο αιώνα. Ενδεικτικά αξίζει να αντιγράψουμε τα παρακάτω, που είναι κατ’ αρχήν “παλιά”:

Τον καιρό της “ήσυχης” αστικής δημοκρατίας, ο εργάτης που έχει δουλειά έχει μπροστά του δύο βασικές δυνατότητες: ή να ζηλέψει την αμέσως ανωτερή του μικροαστική τάξη, ή να αξιοποιήσει την δική του κοινωνική τάξη, που γεννάει τις δικές της μορφές ζωής, αντίθετες μ’ εκείνες των αντιδραστικών. Αν διαλέξει τον πρώτο δρόμο σημαίνει πως θέλει να ταυτιστεί με τον αντιδραστικό, ότι προσπαθεί να τον μιμηθεί, κι αν του τύχει η υλική ευκαιρία να υιοθετήσει τις συνήθειές του. Το δεύτερο σημαίνει πως αποκρούει τις ιδεολογίες και τις έξεις του αντιδραστικού, ότι διαχωρίζεται από δαύτον, ότι τον αρνείται, καλλιεργεί τον δικό του τρόπο ζωής και τον δείχνει.
Επειδή ο κοινωνικός βίος και ο ταξικός τρόπος ζωής επενεργούν ταυτόχρονα, οι δύο δυνατότητες είναι ισοδύναμς και πάντως προσφέρονται και οι δύο. Το επαναστατικό κίνημα δεν είχε εκτιμήσει σωστά τις φαινομενικά ασήμαντες μικροσυνήθειες της καθημερινής ζωής, και μάλιστα συχνά τις είχε εκμεταλλευτεί στραβά. Η μικροαστική “σαλοτραπεζαρία”, που αγοράζει ο προλετάριος, μόλις αποκτήσει τα μέσα - κι ας έχει κατά τ’ άλλα επαναστατικό φρόνημα· η συνακόλουθη καταδυνάστευση της γυναίκας, παρ’ όλο που είναι κομμουνιστής· το “καλό κουστούμι” την Κυριακή, οι άκαμπτες χορευτικές κινήσεις και χίλιες άλλες “μικρολεπτομέρειες”, όταν επαναλαμβάνονται καθημερινά, έχουν μιαν απείρως ισχυρότερη αντιδραστική επιρροή, απ’ ότι μπορούν να ισοφαρίσουν χιλιάδες επαναστατικές συγκεντρώσεις, λόγοι και προκηρύξεις. Ο στενόκαρδος συντηρητικός βίος επηρεάζει αδιάλειπτα, τρυπώνει σε κάθε χαραμάδα της καθημερινής τριβής, ενώ αντίθετα η δουλειά στο εργοστάσιο και τα προπαγανδιστικά φυλλάδια επιδρούν ορισμένες ώρες μόνο.
Ήταν άρα λάθος βαρύ, όταν το επαναστατικό κόμμα, “για να πλησιάσει τις μάζες” βάλθηκε να οργανώσει γιορτές και πανηγύρια επειδή τάχα ταίριαζαν στις συντηρητικές τάσεις της εργατιάς. Σε κάτι τέτοια ο αντιδραστικός φασισμός τα κατάφερνε απείρως καλύτερα. Στο βραδυνό φόρεμα, που έβαζε η εργάτρια για μια τέτοια γιορτή, υπήρχε πιο πολλή αλήθεια αναφορικά με την αντιδραστική σκοτεινή πλευρά της εργατικής σελήνης, παρά σ’ εκατό άρθρα. Το “βραδυνό φόρεμα” και η οικογενειακή μπυροποσία δεν είναι παρά η εξωτερίκευση μιας εσωτερικής διεργασίας, σημάδι προδιάθεσης για τον φασισμό. Όταν κατόπιν ο φασίστας υποσχόταν από πάνω ότι “θα καταργούσε το προλεταριάτο” και είχε μ’ αυτό επιτυχία, θα πει ότι σε 90 απ’ τις 100 περιπτώσεις η επιτυχία του δεν οφειλόταν στο οικονομικό του πρόγραμμα, αλλά στο “βραδυνό φουστάνι”.
Πρέπει να προσέχουμε περισσότερο, πολύ περισσότερο αυτά τα μικροπράγματα της καθημερινής ζωής. Αυτά είναι που διαμορφώνουν συγκεκριμένα την κοινωνική πρόοδο ή το αντιθετό της, κι όχι οι πολιτικές φρασεολογίες που ξυπνάνε μόνο παροδικούς ενθουσιασμούς. Εδώ μας περιμένει σπουδαία και ελπιδοφόρα εργασία. Η επαναστατική ομαδική διαφώτιση στη Γερμανία περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην προπαγάνδα “ενάντια στην πείνα”. Όπως αποδείχθηκε το σύνθημα τούτο, αν και σπουδαίο επιχείρημα, ήταν μια πολύ στενή βάση. Η ζωή του μαζικού ατόμου διαδραματίζεται σε μύρια όσα πράγματα πίσω στα παρασκήνια. Ο νεαρός εργάτης έχει πλήθος έγνοιες, ερωτικές και πολιτιστικές, που τον καταδυναστεύουν μόλις χορτάσει κάπως την πείνα του. Ο αγώνας εναντίον της πείνας έχει πρωταρχική σημασία, αλλά και τα παρασκηνιακά δρώμενα της ανθρώπινης ζωής πρέπει να παρουσιαστούν απροκάλυπτα στο ωμό φως του προσκήνιου σε τούτο το πιθηκοθέατρο, όπου είμαστε όλοι θεατές μαζί και “υποκριτές”. Θα βλέπαμε τότε, πόσο ανεξέλεγκτα δημιουργικοί θα είναι οι εργαζόμενοι στις προσπάθειές τους να αναπτύξουν νέες μορφές ζωής κι έναν δικό τους φυσικό τρόπο του σκέπτεσθαι. Η κοινωνική κατανίκηση της καθημερινότητας θα έδινε στις διαβρωμένες απ’ την αντίδραση μάζες μιαν ακαταμάχητη νέα ορμή. Χρειάζεται όμως μια λεπτομερειακά και συγκεκριμένη μελέτη αυτών των προβλημάτων, που θα εξασφαλίσει και θα επιταχύνει τη νίκη της επανάστασης...

Αυτά γράφτηκαν επίσης το 1932 (όπως και η παράγραφος στην αρχή) - και, βέβαια, απ’ την απόλυτα αντίθετη μεριά. Αν όχι κάτι άλλο θα πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι τότε υπήρξε μια βαθύτερη και ευρύτερη αντίληψη των κοινωνικών προϋποθέσεων του (τότε) ολοκληρωτισμού· και πως τώρα οι υποτιθέμενοι αντίπαλοι του νέου ολοκληρωτισμού είναι γενικά τόσο (ηθελημένα) αδαείς και οπαδοί των ευκολιών και της απλοϊκότητας, ώστε προδίδουν την γενικά μικροαστική τους προέλευση και καχεξία.
προσωρινός επίλογος

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής για να καταλαβαίνει ότι η κοινωνική θέση (μέσα στη γενική ιεραρχία) προσδιορίζει συμφέροντα, ατομικά και συλλογικά. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα κάποιος να αρνηθεί την κοινωνική του θέση πρακτικά, συγκεκριμένα και αυστηρά, ωστόσο δεν είναι αυτό που συμβαίνει γενικά. Ιδεολογικά μπορεί ο καθένας να νομίζει οτιδήποτε για τον εαυτό του, άσχετα με το τι πράγματι είναι και κάνει - ο μικροαστισμός είναι μόνιμη μήτρα μιας τέτοιας ψαλίδας.
Μια κοινωνιολογία της μόδας, που έχει εκλαϊκευτεί και χωνευτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποτελεί βασικό κομμάτι της καθημερινότητας πολλών, υποδεικνύει ότι δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία οι αιτίες (εκτός από την κουτσομπολίτικη χρήση τους) όταν βρίσκεται κανείς ενώπιον αποτελεσμάτων. Αρκεί να μυθιοποιούνται τα όποια αποτελέσματα σαν “γεγονότα”, και αρκεί απέναντί τους να αναβλύζει με γνήσιο πάθος το “να κάνουμε κάτι”. Ή το “να γίνει κάτι”. Τα υπόλοιπα, η συσχέτιση αιτίων και αποτελεσμάτων και η αντιμετώπιση ταυτόχρονα και των μεν και των δε με το βάρος που τους αναλογεί, όλα αυτά είναι “κουραστικά”. Αυτή η κοσμοαντίληψη επιβεβαιώθηκε, ανανεώθηκε και αναπαράχτηκε μαζικά με την ευκαιρία της τρέχουσας κρίσης. Βρέθηκαν οι “φταίχτες”, σα να ήταν οι αρχιμηχανικοί των ψυχοδραμάτων, ένας πρωθυπουργός και ένας υπουργός οικονομικών· και οι συνήθεις υπεύθυνοι, οι “ξένοι”.
Προκειμένου ωστόσο για τον ρατσισμό, τον σεξισμό, τον μιλιταρισμό, τον κυνισμό, κι όλα τα υπόλοιπα συστατικά (και) του νέου ολοκληρωτισμού, η παράλειψη να δειχθούν τα μικροαστικά συμφέροντα (και τα συμφέροντα των αφεντικών γενικά) πίσω απ’ την πολιτική του άνθηση, και ο μονόπλευρος προσανατολισμός στις “προσωπικότητες” των βοθρολυμάτων, κρύβει ιδιοτέλεια. Οι μικροαστοί (γενικά και σα σύνολο) είναι “φίλοι” μας - έτσι πάει το βολικό του πράγματος. Μπορεί να προκαλεί αμηχανία ότι οι “φίλοι μας” έχουν ενσωματωμένη στο κοινωνικό “Είναι” τους (στα συμφέροντά τους δηλαδή, ομολογημένα και ανομολόγητα) την σκατίλα, όμως εάν άλλοι παρόμοιοι κοινωνικά βαφτούν ροζ, τότε όλα είναι καλά.
Είναι όλα καλά; Εύκολο... Στο κάτω κάτω κάθε ολοκληρωτισμός μέσα στην καπιταλιστική ιστορία αυτό που επιδιώκει είναι να καταργήσει τον ζωντανό εργατικό ανταγωνισμό, τις μάχιμες και πρακτικές εργατικές αρνήσεις. Αυτό το έχει πετύχει ήδη η αριστερά του κράτους και του κεφάλαιου· συνεπώς μένει λιγότερη δουλειά για τα βοθρολύματα και τους οπαδούς τους. Συνεπώς “όλα πάνε καλά”...

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Ο τίτλος είναι, φυσικά, δανεικός απ’ το μυθιστόρημα του Τζωρτζ Όργουελ, του 1936. Στα αγγλικά: Keep the Aspidistra Flying.
[ επιστροφή ]

1 - Δεν είναι, σα να λέμε, ούτε παράξενο ούτε ανεξήγητο το δίλημμα “με την χρυσή αυγή ή με το συ.ριζ.α.;”. Αυτό οφείλεται, απλά, στο ότι η κατ’ όνομα “ριζοσπαστική αριστερά” είναι ακριβώς εκεί που φτάνουν τα μικροαστικά χέρια και μυαλά, χωρίς να χρειαστεί να θυσιάσουν ούτε ένα χιλιοστό απ’ τα ταξικά τους συμφέροντα και ήθη.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020