Sarajevo
 

   

plan europe
η ταραγμένα ενωμένη ευρώπη

Θα διαλυθεί άραγε η “ευρωζώνη”; Μήπως και η ευρωπαϊκή ένωση; Θα μπορούσε μια “έξοδος” ενός κάποιου κράτους (σαν το τεράστιο ελληνικό, για παράδειγμα...) να αποτελέσει τον πρώτο “χαμένο πόντο” που γίνεται η αρχή του ξηλώματος; Ή όχι;
Τόσο σαν υπήκοοι όσο και σαν καθεστωτική δημαγωγία θα έπρεπε να έχουμε την στοιχειώδη επίγνωση πως ανήκουμε στους τελευταίους που έχουν σοβαρή ιδέα για το πως “δουλεύει” ή δεν “δουλεύει” το κόλπο που λέγεται ευρωπαϊκή ένωση ή ευρωπαϊκό νόμισμα. Εκβιασμούς και απειλές μπορεί να ονειρεύεται ο καθένας, και μάλιστα όσο πιο καμμένος είναι στην πραγματικότητα τόσο πιο σπουδαίος νοιώθει στα όνειρά του. Αλλά η υπόθεση και η ιστορία της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού καπιταλιστικού μπλοκ μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είναι πολύ σοβαρή για να κριθεί απ’ τα συμπλέγματα ανωτερότητας μερικών επαρχιωτών βαλκάνιων, ακόμα κι αν το “μερικοί” σημαίνει λίγα εκατομμύρια.
Την σοβαρότητα (και τα κατα καιρούς πισωγυρίσματα) της “ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης” δεν μπορούμε να περιγράψουμε αναλυτικά. Δεν ξέρουμε, άλλωστε, κι όλα όσα θα χρειάζονταν. Μέσα, όμως, στη δημαγωγική φασαρία των ημερών, βρίσκουμε χρήσιμο να αναπαράξουμε (να αναδημοσιεύσουμε) ορισμένα αποσπάσματα από ένα παλιό βιβλίο ενός μαρξιστή, εχθρού της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο γερμανός Klaus Busch έγραψε το η κρίση των ευρωπαϊκών κοινοτήτων το 1978. Όμως έχει αξία (θεωρούμε) και σήμερα, όχι μόνο για μερικά ιστορικά δεδομένα, αλλά και για την απόδειξη ότι ουσιαστικά τα “βήματα μπροστά” και τα “βήματα πίσω” στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση περιστρέφονται μονότονα γύρω απ’ τις ίδιες ενδοευρωπαϊκές αντιθέσεις. Οι οποίες, ναι μεν δεν έχουν πάντα το ίδιο ιστορικό βάρος, δεν εκδηλώνονται όμως ποτέ σε κενό εναλλακτικών λύσεων ή διαχείρισης ή συμβιβασμών. Τουλάχιστον ως σήμερα.
Ας αντιγράψουμε λοιπόν, σχολιάζοντας όπου έχουμε κάτι να πούμε.

... Η σχετική ενίσχυση της Δυτ. Ευρώπης στον ενδοϊμπεριαλιστικό συσχετισμό συνάμεων μείωσε στο τέλος της δεκαετίας του ‘50 την επιρροή των ΗΠΑ πάνω στη δυτικοευρωπαϊκή διαδικασία ολοκλήρωσης και αύξησε τον αυτόνομο ρόλο των χωρών της ΕΚΑΧ. [1] Το οικονομικό κίνητρο της δυτικοευρωπαϊκής διαδικασίας ολοκλήρωσης, να μετατοπίσει το συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος της Δυτ. Ευρώπης με την πραγματοποίηση της Κοινής Αγοράς, αποκτούσε σταδιακά μια κυρίαρχη θέση. Το απόλυτο οικονομικό προβάδισμα των ΗΠΑ βασιζόταν κατά κύριο λόγο στη μεγάλη εγχώρια αμερικανική αγορά που επέτρεπε στο αμερικανικό κεφάλαιο ένα βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης που δεν υπήρχε σε κανένα μέρος του καπιταλιστικού κόσμου. Στόχος των χωρών της ΕΚΑΧ ήταν με τη δημιουργία της Κοινής Αγοράς να εξαλείψουν αυτά τα πλεονεκτήματα συσσώρευσης, που είχε το αμερικανικό κεφάλαιο.
Μετά την αποτυχία των στρατιωτικοπολιτικών σχεδίων (ΕΚΑ, ΕΠΚ), τα κράτη της ΕΚΑΧ συγκέντρωσαν στις προσπάθειές τους για να προωθήσουν τον οικονομικό τομέα της διαδικασίας ολοκλήρωσης. Με βάση την πρωτοβουλία του Βελγίου (υπόμνημα Spaak) και της Ολλανδίας (Σχέδιο Beyen) άρχισαν το καλοκαίρι του 1955 διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις των χωρών της ΕΚΑΧ, που κατέληξαν τον Μάιο του 1957 στη Συνθήκη της Ρώμης, η οποία κατοχύρωσε την ίδρυση μιας Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Στις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της Συνθήκης της Ρώμης, αποκρυσταλλώθηκαν τα αντιτιθέμενα συμφέροντα μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας (των δυο ηγεμονικών χωρών της ΕΚΑΧ) στα εξής θέματα: Στο μέγεθος του προστατευτισμού που θα είχε η τελεωνειακή ένωση που επρόκειτο να δημιουργηθεί, στο εύρος των αρμοδιοτήτων που θα είχαν τα νέα κοινοτικά όργανα και στον τρόπο μεταχείρισης των αποκιών των κρατών μελών. Ενώ η Γαλλία έκλινε προς τον προστατευτισμό και ασκούσε πίεση στην Κοινότητα να επιβάλει ένα ψηλό εξωτερικό δασμό και προστατευτικά μέτρα για τη γαλλική βιομηχανία στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού εμπορίου, η ΟΔΓ
[2] προσανατολιζόταν προς ένα χαμηλό προστατευτικό δασμό της Κοινότητας, εξαιτίας της σχετικά αυξημένης διαπλοκής του εμπορίου της με τις χώρες του Τρίτου Κόσμου και εναντιωνόταν στη δημιουργία ιδιαίτερων προστατευτικών μηχανισμών για τη βιομηχανία των μεμονωμένων κρατών της Κοινότητας. Άλλωστε η Γαλλλία διέθετε το 50% της καλλιεργούμενης αγροτικής έκτασης των έξι χωρών της ΕΚΑΧ, πράγμα που επέτρεπε στην ΟΔΓ να τονίζει τον ιδιαίτερο ρόλο της Γαλλίας σαν εξαγωγέα αγροτικών προϊόντων στα πλαίσια της Κοινής Αγροτικής Αγοράς.
Στο θέμα που αφορούσε τις υπερεθνικές αρμοδιότητες των κοινοτικών οργάνων, η ΟΔΓ προωθούσε μια ισχυρότερη υπερεθνική δομή απ’ ότι η Γαλλία. Ενώ η ΟΔΓ ήλπιζε ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να επιτευχθούν γρηγορότερα βήματα προς την κατεύθυνση μιας οικονομικής, νομισματικής και πολιτικής ένωσης, η Γαλλία απέρριπτε τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας της και ιδιαίτερα δεν ήταν πρόθυμη να παραχωρήσει τις εθνικές αρμοδιότητες στον τομέα της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής σε κοινοτικά όργανα. Όσο αφορά τις αποικίες της, η Γαλλία αποσκοπούσε σε μια σύνδεσή τους με την Κοινότητα.
Σ’ αυτό το αίτημά της η Γαλλία συνάντησε αντίσταση όχι μόνο από την ΟΔΓ, αλλά και από την Ολλανδία και την Ιταλία, που δεν ήθελαν να θέσουν σε κίνδυνο της πολιτικές και οικονομικές τους σχέσεις με τις χώρες της Αφρικής, της Ασίας, και της Λατ. Αμερικής, υποβοηθώντας την αναζωπύρωση μιας εκ νέου ανοιχτά αποικιοκρατικής πολιτικής.
Στη Συνθήκη της Ρώμης, ο συμβιβασμός πήρε τελικά την παρακάτω μορφή: η ΟΔΓ επέβαλε τα συμφέροντά της στον τομέα της τελωνειακής πολιτικής σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι η Γαλλία. Το κοινό δασμολόγιο που προέκυψε από τις διαπραγματεύσεις βρισκόταν στο ίδιο ύψος με το δυτικογερμανικό επίπεδο, και είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθούν οι δασμοί για τη Γαλλία και την Ιταλία και να αυξηθούν για τις χώρες της Μπενελούξ. Σύμφωνα μ’ ένα χρονοδιάγραμμα, η κατάργηση των δασμών στο εσωτερικό της ΕΟΚ έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε τρία στάδια των 4 χρόνων το καθένα.
Στο θέμα της υπερεθνικής δομής λήφθηκαν περισσότερο υπόψη τα συμφέροντα της Γαλλίας. Η “Συνέλευση”, το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που συγκροτείται με έμμεσο τρόπο από τα κράτη μέλη, δεν κατέχει ούτε νομοθετικά δικαίωματα, ούτε δικαίωματα στη διαμόρφωση του προϋπολογισμού. Η πραγματική αρμοδιότητα μεταβιβάστηκε στο “Συμβούλιο Υπουργών”, το οποίο πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις του ομόφωνα. Η προβλεπόμενη από τη Συνθήκη δυνατότητα να παίρνονται αποφάσεις κατά πλειοψηφία μετά από μια μεταβατική περίοδο, για απλά και εξειδικευένα ζητήματα, (π.χ. αγροτική πολιτική, πολιτική για εξωτερικό εμπόριο) καταργήθηκε στην πράξη στη Συμφωνία του Λουξεμβούργου το 1966. Η Συνθήκη παρείχε στις υπερεθνικές αρχές της ΕΟΚ, στην “Επιτροπή”, το δικαιωμα να εισηγούνται θέματα προς απόφαση από το Συμβούλιο Υπουργών, όμως στην πραγματικότητα η Επιτροπή των μονίμων αντιπροσώπων από τις χώρες μέλη προετοίμαζε τις κατάλληλες αποφάσεις του Συμβουλίου Υπουργών μέσα από διαπραγματεύσεις με στόχο τους αμοιβαίους συμβιβασμούς.

Sarajevo 64 - 07/2012

Η “Συνθήκη της Ρώμης” είναι η γενέθλια της εοκ, πρόγονου για κάμποσες δεκαετίες της ε.ε. Και δεν είναι παράξενο που απ’ την αρχή εκδηλώνονται οι εθνικές αντιθέσεις που συνοδεύουν το εγχείρημα της “ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης” ως σήμερα, οι διαφορετικοί στόχοι, οι διαφορετικές στρατηγικές· αλλά και η ικανότητα συμβιβασμών. Ωστόσο, ευθύς εξαρχής, η ευρωκαπιταλιστική ολοκλήρωση, δεν ήταν ζήτημα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και μόνο. Ο Klaus Busch συνεχίζει την εξιστόρηση:

Η μετατόπιση του ενδοϊμπεριαλιστικού συσχετισμού δυνάμεων που έγινε από το τέλος του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ως το 1957 έγινε ολοφάνερη με τη στάση που υιοθέτησαν οι ΗΠΑ και η Μ. Βρετανία απέναντι στη Συνθήκη της Ρώμης. Οι ΗΠΑ εκφράστηκαν μεν υπέρ της ΕΟΚ, άσκησαν όμως ταυτόχρονα κριτική στην οχύρωση της Κοινής Αγοράς πίσω από ψηλούς εξωτερικούς δασμούς και ιδιαίτερα στον αγροτικό προστατευτισμό της ΕΟΚ. Αυτή η αισθητά διαφοροποιημένη θέση των ΗΠΑ σε σύγκριση με την αντίστοιχη προηγούμενή τους στάση, απέναντι στη δυτικοευρωπαϊκή διαδικασία ολοκλήρωσης, ήταν κατά κύριο λόγο αποτέλεσμα της μετατόπισης του οικονομικού συσχετισμού των δυνάμεων προς όφελος της ΕΟΚ, που στα πλαίσια του παγκόσμιου ανταγωνισμού άρχισε να δημιουργεί δυσκολίες στο αμερικανικό κεφάλαιο. Ο Kirsanow περιέγραψε περιληπτικά την αλλαγή της αμερικανικής στάσης απέναντι στη δυτικοευρωπαϊκή διαδικασία ολοκλήρωσης ως εξής: "Η Κοινή Αγορά δημιουργήθηκε σε μια τελείως διαφορετική συγκυρία απ’ ότι ο ΕΟΟΣ. Ενώ η δημιουργία του τελευταίου ήταν μέχρι ένα σημείο αποτέλεσμα της πίεσης των ΗΠΑ, δεν ισχύει το ίδιο και για την ΕΟΚ. Ο ΕΟΟΣ αποτελούσε προϋπόθεση για την αμερικανική βοήθεια στα πλαίσια του Σχεδίου Μάρσαλ, που χρειαζόντουσαν απαραίτητα τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη εκείνη την περίοδο. Η ιδέα της “Κοινής Αγοράς” γεννήθηκε όταν η βιομηχανική παραγωγή πολλών δυτικών ευρωπαϊκών κρατών ξεπέρασε κατά 1,5 - 2 φορές το επίπεδο της προπολεμικής περιόδου, όταν το εξωτερικό εμπόριο διευρύνθηκε σημαντικά, και όταν κορέστηκε η “πείνα για δολάρια”. Τα ενδιαφερόμενα κράτη είχαν ισχυροποιηθεί οικονομικά σε τέτοιο βαθμό που ήταν πια σε θέση να ανταγωνισθούν σοβαρά τα αμερικανικά μονοπώλια”.
Η δημιουργία ενός μπλοκ στα πλαίσια της ΕΟΚ τρόμαζε τη Μ. Βρετανία ακόμα περισσότερα απ’ ότι τις ΗΠΑ. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, η Μ. Βρετανία στηριζόμενη στις χώρες της Κοινοπολιτείας προσπαθούσε να καταλάβει μια ανεξάρτητη θέση υπερδύναμης μεταξύ των ΗΠΑ και της Δυτ. Ευρώπης, και γι’ αυτό δεν συμμετείχε στις προδιαπραγματεύσεις της Συνθήκης της Ρώμης. Από την άλλη όμως έχανε έδαφος στον οικονομικό τομέα προς όφελος των κρατών της ΕΚΑΧ, πράγμα που την έκανε να πιστεύει ότι η τελεωνειακή ένωση θα μείωνε ακόμα περισσότερο την ανταγωνιστική της θέση στην παγκόσμια αγορά. Ενώ στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 ο βρετανικός ιμπεριαλισμός υποστήριζε την πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση των υπόλοιπων δυτικοευρωπαϊκών χωρών, τώρα προσπαθούσε να εμποδίσει με κάθε τρόπο την ίδρυση της ΕΟΚ. Για να αποτρέψει τη δημιουργία μιας Κοινής Αγοράς των έξι, η Μ. Βρετανία άρχισε το καλοκαίρι του 1956 στα πλαίσια του ΕΟΟΣ να διαπραγματεύται τη δημιουργία μιας δυτοκοευρωπαϊκής ζώνης ελεύθερων συναλλαγών (ΖΕΣ). Το σχέδιο για τη ΖΕΣ υποστηρίχτηκε από την Αυστρία, την Ελβετία, την Δανία, τη Νορβηγία, την Σουηδία και την Ιρλανδία, που για λόγους ουδετερότητας και εξαιτίας της ισχυρής οικονομικής τους διαπλοκής με τη Μ. Βρετανία δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν τα σχέδια των χωρών της ΕΚΑΧ. Ο Άγγλος Πρωθυπουργός MacMillan δήλωνε το καλοκαίρι του ‘58 στο Γάλλο Πρόεδρο De Gaulle που μόλις είχε ανέβει στην εξουσία:
"Η Κοινή Αγορά αποτελεί ένα τείχος μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η Αγγλία δεν τη δέχεται. Σας παρακαλώ, εγκαταλείψτε την! Αλλιώς θ’ αρχίσει μεταξύ μας ένας πόλεμος σε οικονομικό επίπεδο, που σταδιακά θα εξαπλωθεί και σ’ άλλους τομείς”...
... Η Μ. Βρετανία, η Δανία, η Νορβηγία, η Σoυηδία, η Αυστρία, η Ελβετία και η Πορτογαλία αντέδρασαν στην ΕΟΚ και στην αποτυχία που σημείωσαν οι διαπραγματεύσεις του ΕΟΟΣ, με τη δημιουργία μιας μικρής δυτικοευρωπαϊκής ζώνης ανταλλαγών, της EFTA (European Free Trade Association).

Την EFTA κανένας δεν την θυμάται εδώ και χρόνια... H αγγλία προσχώρησε τελικά στην “κοινή αγορά” (το 1973, μαζί με την δανία και την ιρλανδία), με την δεύτερη προσπάθεια, κι αφού είχε υποστεί την ταπείνωση να απορριφθεί η πρώτη αίτησή του απ’ το Παρίσι του ντε Γκώλ... Όμως το Λονδίνο έμεινε (και εξακολουθεί να είναι) ένας άσπονδος φίλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Έχοντας χάσει προ πολλού την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ισχύ που είχε (στην πραγματικότητα ο αγγλικός καπιταλισμός θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στους ηττημένους και του Α και του Β παγκόσμιου πολέμου...) το Λονδίνο προσπαθούσε πάντα να φρενάρει την ευρωκαπιταλιστική ολοκλήρωση κρατώντας την στο επίπεδο μιας απλής ζώνης ελεύθερου εμπορίου. Σήμερα, παρότι ο αγγλικός καπιταλισμός έχει κτυπηθεί άσχημα απ’ την γενική χρηματοπιστωτική κατάρρευση, οχυρωμένος πίσω απ’ το εθνικό του νόμισμα (το οποίο τυπώνει αφειδώς για να “σώσει” τις τράπεζές του...), εξακολουθεί να δοκιμάζει πολιτικές (και δημαγωγικές) τρικλοποδιές στην διαχείριση της ευρωπαϊκής κρίσης απ’ το Βερολίνο και τους συμμάχους του. Υπάρχει πάντα περιθώριο για την βρετανική τακτική: η ευρώπη είναι η ήπειρος όχι μόνο με τα παλιότερα εθνικά κράτη του κόσμου, αλλά - κυρίως - με τα παλιότερα ιμπεριαλιστικά κράτη. Οι αναμνήσεις των παλιών μεγαλείων είναι βαθιά μέσα στις εθνικές συλλογικές αφηγήσεις και ιδεολογίες, οπότε (συνεχίζει ο Klaus Busch):

Σε γενικές γραμμές, η διαδικασία ολοκλήρωσης από την ίδρυση της ΕΟΚ ως τη συνδιάσκεψη κορυφής στη Χάγη το Δεκέμβριο του 1969, καθώς και η περίοδος που προηγήθηκε της Συνθήκης της Ρώμης, δείχνουν ότι οι επιτυχίες που σημειώθηκαν στα πλαίσια του οικονομικού μηχανισμού ολοκλήρωσης συνοδεύονταν από τάσεις στασιμότητας στα πλαίσια της πραγματοποίησης της “Πολιτικής Ένωσης”. Αυτή η ανισότητα ανάμεσα στην οικονομική και πολιτική ολοκλήρωση δεν ήταν τυχαία. Ο συντονισμός των πολιτικών συμφερόντων των κοινοτικών χωρών, ή έστω η παραχώρηση της πολιτικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε υπερεθνικά όργανα, προϋποθέτει μια παρόμοια υλική δομή σε όλα τα κράτη μέλη, που να θεμελιώνει αυτά τα πολιτικά συμφέροντα. Η έλλειψη ενός ισοβαρούς οικονομικού θεμελίου έχει σαν συνέπεια να αποκλίνουν κατά πολύ τα πολιτικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να αντισταθμιστούν ούτε από ένα απλό συμβουλευτικό μηχανισμό ούτε από υπερεθνικά όργανα.
Η πολιτική ολοκλήρωση με τη μορφή της “Πολιτικής Ένωσης”, που επαγγέλονται οι χώρες της ΕΟΚ, μπορεί να πραγματοποιηθεί ως εκ τούτου, μόνο μέσα από μια αυξανόμενη οικονομική διαπλοκή στον κοινοτικό χώρο και μια εξίσωση των οικονομικών δομών των μεμονωμένων κρατών μελών.
...

Sarajevo 64 - 07/2012

Εκπρόσωποι των “μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων”
κάπου στα mid70s...

 

Ο μαρξιανός οικονομισμός του Busch, όπως και ο μη μαρξιανός οικονομισμός άλλων, χρησιμοποιούν το ίδιο επιχείρημα: η πολιτική ένωση των ευρωπαϊκών κρατών μπορεί να συμβεί μόνο αν έχουν παρόμοιες οικονομικές δομές, ή ίδιο περίπου επίπεδο ανάπτυξης, κλπ.
Μόνο που δεν πρέπει να υπάρχουν αξιόλογα παραδείγματα που να επιβεβαιώνουν έναν τέτοιο ισχυρισμό. Ομοσπονδιακές δομές εξουσίας (ακόμα και “υπερεθνικές” στο βαθμό που τα συστατικά τους αυτοχαρακτηρίζονται σαν “εθνικά”) έχουν υπάρξει πολλές στην ιστορία, συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας του καπιταλισμού, άλλες περισσότερο πετυχημένες και διαρκείς, κι άλλες λιγότερο. Η γερμανία είναι ομοσπονδιακό κράτος με εσωτερικές (οικονομικές) ανισότητες, όπως και οι ηπα και η ισπανία. Το ιταλικό κράτος φτιάχτηκε σαν “εθνικό” (δύσκολα, πολύ δύσκολα) υπερνικώντας ισχυρές ιδεολογίες και παραδόσεις αυτονομίας, και ενσωματώνοντας επιπλέον τεράστιες αντιθέσεις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, ιδιαίτερα έντονες ως και σήμερα. Εν τέλει, η “πολιτική ολοκλήρωση” δεν γίνεται υποχρεωτικά μέσα από συναινετικές διαδικασίες (ούτε το ελληνικό κράτος υπήρξε τέτοια περίπτωση, απλά κατακτούσε εδάφη τα οποία ενσωμάτωνε στη διοίκησή του...) αλλά μπορεί να γίνει επίσης όταν υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη υπερέχουσα δύναμη, με βία του ενός ή του άλλου είδους· ή, ακόμα, και λόγω ανάγκης, εξαιτίας έκτακτων περιστάσεων.
Η καθυστέρηση (έως και αποτυχία ως τώρα) της πολιτικής ενοποίησης / ολοκλήρωσης στην ευρώπη δεν οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, ούτε μοσοσήμαντα ούτε γραμμικά στα “διαφορετικά επίπεδα καπιταλιστικής ανάπτυξης” των κρατών της, αλλά στη διατήρηση και την ισχύ των εθνικών μυθολογιών σε ότι αφορά τους επιμέρους ιμπεριαλισμούς. Φυσικά αυτές οι μυθολογίες περιλαμβάνουν και συμφέροντα υλικά· όχι, όμως, υποχρεωτικά, “διαφορετικά επίπεδα” ανάπτυξης. Είναι μάλιστα βάσιμο ότι εθνικοί καπιταλισμοί με παρόμοιο “επίπεδο” ανάπτυξης θα είχαν συμφέροντα αντίθετα με την “πολιτική ενοποίησή” τους, εάν θεωρούσαν ότι μπορούν να κατακτήσουν μεγαλύτερα μερίδια της παγκόσμιας αγοράς κατά μόνας. Τελικά, και όχι μόνο μία φορά, αφήνοντας διαρκώς στην άκρη τα ακανθώδη θέματα της πολιτικής ενοποίησης, η υποτιθέμενα “μη πολιτική” οικονομική ενοποίηση των ευρωπαϊκών κρατών, μπορούσε να προχωράει (όχι ευθύγραμμα) μέσα από διαρκείς συμβιβασμούς. Ο Busch είναι κατατοπιστικός επ’ αυτού, μέσα φυσικά απ’ την δική του οπτική:

Μετά τη βασική απόφαση για τη δημιουργία μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης, που πήραν το Δεκέμβριο του 1969 οι αρχηγοί των κρατών στη Χάγη, το Συμβούλιο Υπουργών σχημάτισε την άνοιξη του 1970 μια ομάδα εμπειρογνωμόνων υπό την προεδρία του πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου Werner, και την επιφόρτισε να εκπονήσει ένα σχέδιο κατά στάδια, για την πραγματοποίηση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Οι εργασίας της ομάδας Werner έγιναν στη βάση ενός έντονου διαλόγου ανάμεσα στους “μονεταριστές” και τους “οικονομιστές” σχετικά με τις προτεραιότητες που έπρεπε να τεθούν κατά την υλοποίηση της ΟΝΕ.
Πρωταρχικός στόχος των “μονεταριστών”, που εκπροσωπούσαν κυρίως τα συμφέροντα της Γαλλίας, ήταν να καθοριστούν όσο το δυνατό νωρίτερα οι τιμές του συναλλάγματος, με άλλα λόγια να πραγματοποιηθεί μια νομισματική ένωση. Αυτή η εσπευσμένη νομισματική ολοκλήρωση έπρεπε να εξαναγκάσει τα κράτη μέλη να ευθυγραμμίσουν και να συντονίσουην σε ευρωπαϊκό επίπεδο την οικονομική τους πολιτική, και να εναρμονίσουν μελλοντικά  την οικονομική εξέλιξη στην Κοινότητα. Αντίθετα οι “οικονομιστές”, με επικεφαλής την ΟΔΓ, θεωρούσαν ότι ο συντονισμός της συγκυριακής και οικονομικής πολιτικής αποτελούσε την προϋπόθεση για να αποφευχθούν οι έντονες ανισότητες στην ΕΟΚ, στον τομέα της εξωτερικής οικονομίας. Οι τιμές συναλλάγματος ανάμεσα στα κράτη μέλη θα μπορούσαν να καθοριστούν τελικά, αφού όμως πρωτύτερα θα είχε εναρμονιστεί η οικονομική πολιτική.
Πίσω από την αντίθεση ανάμεσα στους “μονεταριστές” και τους “οικονομιστές” κρύβονταν τα διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα των κρατών μελών. Η Γαλλία, που την περίοδο εκείνη έπρεπε να ανταπεξέλθει στην κρίση που είχε ξεσπάσει στο ισοζύγιο πληρωμών της, ήθελε στα πλαίσια ενός ενδοευρωπαϊκού εξισωτικού υπόλοιπου να “κοινοτικοποιήσει” ει δυνατό νωρίς τα νομισματικά αποθέματα των κρατών μελών, ιδίως της ΟΔΓ. Ένα σύστημα σταθερών τιμών συναλλάγματος, σε συνθήκες άνισης οικονομικής εξέλιξης ανάμεσα στις χώρες της ΕΟΚ, θα εξανάγκαζε τα κράτη μέλη που διέθεταν μια ισχυρή εξωτερική οικονομία να προβαίνουν σε χρηματοδοτικές συναλλαγές με τα αντίστοιχα κράτη που διέθεταν μια υποβαθμισμένη εξωτερική οικονομία. Η νομισματική ένωση θα σταθεροποιούσε εξάλλου την Αγροτική Αγορά της ΕΟΚ, πράγμα που για τη Γαλλία αποκτούσε τεράστια σημασία. Η ΟΔΓ από την άλλη μεριά, ήθελε να εναρμονίσει την οικονομική εξέλιξη στην Κοινότητα, ακριβώς για να αποφύγει την ιδιοποίηση των συναλλαγματικών της αποθεμάτων από άλλους.
Μια νομισματική ένωση, που θα προπορευόταν της υπερεθνικοποίησης της οικονομικής πολιτικής, θα εμπεριέκλειε (στον τομέα της εξωτερικής οικονομίας) τον κίνδυνο διαρκώς ανισοτήτων ανάμεσα στις χώρες της ΕΟΚ, που θα είχαν σαν αποτέλεσμα να εισρέουν στα ελλειματικά ισοζύγια της Γαλλίας και της Ιταλίας τα νομισματικά αποθέματα της ΟΔΓ.

Είναι άραγε παράξενο που το ίδιο ζήτημα εξακολουθεί να είναι και σήμερα ένας βασικός παράγοντας ενδο-ενωσιακών αντιθέσεων; Η “ισχυρή εξωτερική οικονομία” είναι ο δυναμικά εξαγωγικός καπιταλισμός· και τα “νομισματικά αποθέματα” είναι το εμπορικό πλεόνασμα. Βάλτε, λοιπόν, στη θέση της τότε ΟΔΓ την ενιαία σημερινή γερμανία, και έχετε μια ανάμνηση απ’ το παρελθόν σαν τρέχουσα, τωρινή αντίθεση εντός της ευρωζώνης: θα χρηματοδοτήσει το πλεονασματικό γερμανικό κράτος τα προβλήματα των εταίρων του, ναι ή όχι;
Όμως τώρα, όπως ακριβώς και τότε, το ερώτημα δεν απαντιέται μ’ ένα ξερό “ναι” ή “όχι”. Απαντιέται σε σχέση με τους όρους (όρους πολιτικούς σε πρώτη και τελευταία ανάλυση) με τους οποίους εθνικά καπιταλιστικά κράτη μπορούν να “συνεργάζονται” χωρίς να απεμπολούν τις κρισιμότερες εθνικές λειτουργίες τους. Μόνο που αυτές οι “κρισιμες εθνικές κρατικές λειτουργίες” δεν είναι στατικές. Αναδιαμορφώνονται μέσα (πότε παράλληλα και πότε ενάντια) στη διαδικασία σύνθεσης, που με τη σειρά της μπορεί να ξετυλίγεται συχνά σαν δύο βήματα μπροστά - ενάμισυ πίσω. Συνεπώς, στις αρχές της δεκαετίες του 1970 (πάντα κατά τον K. Busch):

Η αντίθεση ανάμεσα στους μονεταριστές και στους οικονομιστές εκφράστηκε σαν συμβιβασμός στην Έκθεση που παρουσίασε η ομάδα Werner. Το σχέδιο σε τρία στάδια για την υλοποίηση μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης έπρεπε σύμφωνα με την πρόταση της Έκθεσης Werner, να εμπεριέχει μια αυστηρή αντιστοιχία ανάμεσα στην οικονομικοπολιτική και την νομισματική ολοκλήρωση.
Την άνοιξη του 1971 το Συμβούλιο Υπουργών ψήφισε με βάση αυτή την Έκθεση την ισχύ της σταδιακής εφαρμογής της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Σύμφωνα με το ψήφισμα του Συμβουλίου, κύριοι στόχοι του σχεδίου της ΟΝΕ ήταν οι εξής: Στο τέλος της διαδικασίας ολοκλήρωσης η Κοινότητα θα έπρεπε
1: να αποτελεί μια ζώνη, όπου θα τηρείται ελεύθερα και χωρίς συναλλαγματικές διαστρεβλώσεις η κυκλοφορία των προσώπων, των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, χωρίς να δημιουργούνται δομικές ή περιφερειακές ανισότητες, ώστε τα οικονομικά οικοκείμενα να μπορούν να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους σε κοινοτικό επίπεδο·
2: στα πλαίσια του διεθνούς συστήματος, να δημιουργήσει ένα αυτόνομο νομισματικό χώρο, στον οποίο θα δρα ένα κοινοτικό κεντρικό τραπεζικό σύστημα, που θα χαρακτηρίζεται από την ολοκληρωτική και μη αντιστρέψιμη μετατρεψιμότητα των νομισμάτων, από την κατάργηση των περιθωρίων διακύμνασης των τιμών συναλλάγματος, και από το μη ανακλητό καθορισμό των σχέσεων ισοτιμίας, γεγονός που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος·
3: να διαθέτει σε οικονομικό και νομισματικό επίπεδο αρμοδιότητες και ευθύνες, που θα επιτρέπουν στα όργανα να διασφαλίζουν την πρωτοκαθεδρία της Ένωσης. Γι’ αυτό το σκοπό οι αναγκαίες οικονομικοπολιτικές αποφάσεις θα παίρνονται σε κοινοτικό επίπεδο, και θα ανατίθενται στα όργανα της Κοινότητας με τις αναγκαίες αρμοδιότητες.
Αυτοί οι στόχοι θα έπρεπε να υλοποιηθούν σε τρία στάδια, συνολικά μέχρι το 1980. Το πρώτο στάδιο (1971 - 1973), έπρεπε με βάση το μεσοπρόθεσμο οικονομικό πρόγραμμα της Κοινότητας (1971 - 1975) να συντονίσει την κοντοπρόθεσμη οικονομική πολιτική στους τομείς της χρηματικής και πιστωτικής πολιτικής και του φορολογικού συστήματος. Ταυτόχρονα, οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει κατόπιν κοινής συμφωνίας να κρατήσουν τις διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος των χωρών μελών μέσα σε στενότερα περιθώρια διακύμανσης, απ’ ότι συνηθιζόταν σε διεθνές επίπεδο με βάση το ΔΝΤ. Ένα μεσοπρόθεσμο οικονομικό σύστημα ύψους 2 δισ. Λ.Μ. (Λογιστικές Μονάδες) θα έπρεπε να βοηθήσει με νομισματικές πιστώσεις τα κράτη μέλη να γεφυρώσουν τυχόν δυσκολίες που θα παρουσίαζαν τα ισοζύγια πληρωμών τους. Η εναρμόνιση του φορολογικού συστήματος, μια διαθρωτική και περιφερειακή πολιτική, καθώς και ο συντονισμός της πολιτικής των κεφαλαιαγορών, έπρεπε να συμπληρώσουν τον κατάλογο των μέτρων του πρώτου σταδίου.
Η Νομισματική Επιτροπή και η Επιτροπή των Προέδρων των Κεντρικών Τραπεζών επιφορτίστηκαν να εκπονήσουν μέχρι το καλοκαίρι του 1972 μια Έκθεση σχετικά με τη δημιουργία ενός “Ευρωπαϊκού Ταμείου Νομισματοπολιτικής Συνεργασίας”, που θα υποστήριζε τη συλλαγματική πολιτική της Κοινότητας και θα αποτελούσε το κύτταρο ενός μελλοντικού Ευρωπαϊκού Τραπεζικού Συστήματος. Μετά από πίεση που άσκησε η ΟΔΓ προστέθηκε στο ψήφισμα η εξής ρήτρα ασφαλείας: “Οι νομισματοπολιτικοί κανονισμοί θα έχουν διάρκεια ισχύος (...) 5 χρόνων, που θα υπολογιστεί από την αρχή του πρώτου σταδίου, για να προωθηθεί η αρμονική πραγματοποίηση του σχεδίου για την ΟΝΕ (οικονομική και νομισματική ένωση), και για να διασφαλιστεί ιδιαίτερα η αναγκαία αντιστοιχία ανάμεσα στα οικονομικοκοπολιτικά και τα νομισματοπολιτικά μέτρα”.
Μ’ αυτή τη ρήτρα η ΟΔΓ ήθελε να πετύχει την εφαρμογή μιας πολιτικής που στόχευε σε στενότερα περιθώρια διακύμανσης, υπό τον όρο ότι τα κράτη μέλη θα συντόνιζαν πραγματικά την οικονομική τους πολιτική. Σε περίπτωση που ο εναρμονισμός της οικονομικής πολιτικής θα σημείωνε αποτυχία, θα έπρεπε να καταργηθεί και το μεσοπρόθεσμο σύστημα οικονομικής ενίσχυσης.

Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι το τότε χρονοδιάγραμμα έπεσε έξω· ότι χρειάστηκε πολύ περισσότερος χρόνος (και η “πίεση” διάφορων διεθνών / παγκόσμιων συσχετισμών δύναμης) για να προχωρήσουν αρκετά απ’ αυτά που προβλέπονταν το 1971, αλλά όχι όλα· και ότι το γερμανικό κράτος είχε τότε και έχει σήμερα την ίδια σταθερή θέση, για την σχέση ανάμεσα σε “οικονομική / χρηματική” ενοποίηση και πολιτική. 
Εκείνο που, αντίθετα, δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό, είναι οι συνέπειες που είχε (και έχει) η διαρκής επίκληση της υποτιθέμενης “αρχής” ότι η όποια ευρωπαϊκή ενοποίηση θα γίνει με “όρους ισότητας” (στο επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, κλπ κλπ) μεταξύ των συστατικών εθνικών κρατών / καπιταλισμών. Βολική για προπαγάνδα στους πληθυσμούς, η υπόσχεση της “ισότητας” πριν ή κατά τη διάρκεια αυτής της ενοποίησης είναι απλά, από καπιταλιστική άποψη, άστοχη έως ηλίθια. Εκτός απ’ την περίπτωση της κομμουνιστικής ουτοπίας, όπου η ισότητα είναι πρωταρχικά ζήτημα σχέσεων και δευτερευόντος μεγεθών, η καπιταλιστική συσσώρευση είναι αδύνατο να δουλέψει με όρους “ισότητας”. Όχι μόνο σε πλανητικό επίπεδο αλλά ακόμα και σε εθνική κλίμακα· πολύ περισσότερο λοιπόν σε κλίμακα “ευρώπης”. Δεν είναι εμπόδιο η “ανισότητα” στην πολιτική ενοποίηση· αν ήταν, οι ηνωμένες πολιτείες της αμερικής δεν θα είχαν φτιαχτεί ποτέ!!! Εμπόδιο, και μάλιστα δύσκολο να υπερκεραστεί, είναι η πολιτική εξύψωση της όποιας (αναπόφευκτης και επιθυμητής για τα αφεντικά) ενδοευρωπαϊκής καπιταλιστικής ανισότητας, μέσω της προτεραιότητας στο πολιτικό υποκείμενο που λέγεται έθνος / κράτος. Πράγματι, εάν οι άλλοτε “περιφέρειες” ή ακόμα και οι “κοινότητες” στη γηραιά ήπειρο είχαν το πολιτικό στάτους του “κράτους”, και μάλιστα ένα στάτους ισοδύναμο ή και ανώτερο απ’ την μελλοντική “εθνική ενοποίηση”, τότε κανένα έθνος / κράτος δεν θα είχε φτιαχτεί ποτέ στην ευρώπη. Η κατασκευή αυτής της πολιτικής μονάδας (που λέγεται έθνος / κράτος) δεν έγινε ούτε ομαλά ούτε συναινετικά όπως υποστηρίζουν οι εθνικές μυθολογίες· έγινε με επιβολή ή και βία, και πάντως με την προϋπόθεση ότι (ιδεολογικά και θεσμικά) η μονάδα έθνος / κράτος αναγνωριζόταν από συγκεκριμένα κοινωνικά υποκείμενα (τάξεις, ταξικές συμμαχίες) σαν πολύ υψηλότερης αξίας απ’ τα συστατικά (τις κοινότητες, τις επαρχίες, τις πόλεις) που θα συγχώνευε σε ένα ενιαίο σχήμα διοίκησης και εξουσίας. Αντίστοιχα, η υπερεθνική καπιταλιστική σύνθεση / ολοκλήρωση της ευρώπης, θα ήταν πετυχημένη (και θα γινόταν σχετικά γρήγορα) εάν (και μόνο τότε) τα “υπερεθνικά όργανα” και οι αποφάσεις τους επιβάλλονταν σαν σαφέστατα υψηλότερης αξίας και τάξης σε σχέση με τα αντίστοιχα εθνικά.
Αυτή η αντινομία, που ας επιμείνουμε, δεν είναι “οικονομική” αλλά πολιτική, θα συνόδευε το εγχείρημα της ΟΝΕ απ’ τα πρώτα του βήματα, εξασφαλίζοντας αν όχι την αποτυχία του οπωσδήποτε την μεγάλη καθυστέρησή του, και την κατά καιρούς υψηλή του αστάθεια. Ο Busch σημειώνει επ’ αυτού, στη συνέχεια της εξιστόρησής του:

Λίγο μετά που ψηφίστηκε το σχέδιο για την ΟΝΕ, την άνοιξη του 1971, όπου σαν ημερομηνία έναρξης του πειράματος των στενότερων περιθωρίων διακύμανσης ορίστηκε η 16η Μάη του 1971, η διεθνής νομισματική κρίση εξανάγκασε τα κράτη της ΕΟΚ να αναβάλουν τα σχέδια για την ΟΝΕ. Στην κερδοσκοπική πίεση που ασκήθηκε στο υποτιμημένο μάρκο τον Μάιο του 1971, η ΟΔΓ αντέταξη την αποδέσμευση της τιμής του μάρκου, χωρίς να μπορέσει να επιβάλει στις χώρες της ΕΟΚ (με εξαίρεση της Κάτω Χώρες) μια κοινή διακύμανση έναντι του δολαρίου... Τον Αύγουστο του 1971 η κυβέρνηση  Νίξον αποδεσμεύει το δολάριο από το χρυσό, γεγονός που θέτει ένα τυπικό τέλος στο σύστημα των ισοτιμιών. Στη “Smithonean Agreement” το Δεκέμβριο του 1971 επανακαθορίζονται οι σχέσεις των τιμών συναλλάγματος ανάμεσα στα σημαντικότερα νομίσματα: έναντι της αύξησης της επίσημης τιμής του χρυσού, το δολάριο υποτιμήθηκε κατά 9%, ενώ οι χώρες της Μπενελούξ και η ΟΔΓ ανατίμησαν έναντι της παλιάς ισοτιμίας με το χρυσό τα νομίσματά τους κατά 2,5% και 4,6% αντίστοιχα. Η Ιταλία υποτίμησε το νόμισμά της κατά 1%, τα νομίσματα της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας παρέμειναν σταθερά έναντι της παλιάς ισοτιμίας χρυσού, υποτιμήθηκαν όμως αντικειμενικά έναντι της ΟΔΓ και των χωρών της Μπενελούξ.

Sarajevo 64 - 07/2012

Και κάτι εξαιρετικά επίκαιρο. Μιας και την πριγκίπισσα απ’ την Φοινίκη
την έκλεψε ένας μπαγάσας έλληνας θεός, εξαπατώντας την, μήπως πρέπει να δοθούν οι πρέπουσες αποζημιώσεις (επαυξημένες με ένα λογικό επιτόκιο) προς αυτήν την άκρη της Μεσογείου;

 

Είναι γενικά γνωστό ότι η κυβέρνηση Νίξον αποσυνέδεσε το εθνικό (και διεθνές στη χρήση του) νόμισμά της απ’ την μεταπολεμικά σταθερή ισοτιμία του με τον χρυσό, καταργώντας ουσιαστικά τις συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς (που ήταν το θεμέλιο της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης) επειδή είχε επείγουσα ανάγκη να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο στο βιετνάμ τυπώνοντας μεγάλες ποσότητες δολαρίων... Η υποτίμηση του δολαρίου σε σχέση με ανταγωνιστικά νομίσματα διεθνούς χρήσης θα διευκόλυνε επίσης τις αμερικανικές εξαγωγές... Είτε ήταν μέσα στις αναμενόμενες παρενέργειες είτε όχι, η αμερικανική επιλογή ενέτεινε τις εθνικές τάσεις “νομισματικής πολιτικής” των δυτικοευρωπαϊκών κρατών (άλλα υποτίμησαν και άλλα ανατίμησαν τα νομίσματα) την στιγμή που υποτίθεται θα ξεκινούσαν μια προσπάθεια “υπερεθνικοποίησης”, σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Ουσιαστικά η Ουάσιγκτον κατέστρεψε την παγκόσμια (για τον δυτικό κόσμο) νομισματική σταθερότητα, στην οποία το δολάριο ήταν η “άγκυρα”, μέσω της σταθερής ισοτιμίας του με τον χρυσό, εισάγοντας δομικά μια μέθοδο διαρκούς (νομισματικής) “σχετικότητας” (δημιουργικής αστάθειας σε ότι αφορά τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ διάφορων νομισμάτων), που όχι μόνο ενίσχυσε τον χρηματοπιστωτισμό (τα “παιχνίδια” με τις ισοτιμίες και τις αγοραπωλησίες νομισμάτων...[3]) αλλά και κρατούσε ψηλά την “εθνική διαχείριση” των ενδοκαπιταλιστικών ανισοτήτων, μέσω της τιμής των εθνικών νομισμάτων. Σαράντα χρόνια μετά, εν μέσω της τωτινής φάσης της κρίσης, δεν είναι λίγοι (και μάλιστα από “αριστεροί” μέχρι “επαναστάτες” και “ανατροπείς”) εκείνοι που νοσταλγούν τα αμερικανικής έμπνευσης χρηματοπιστωτικά κόλπα (της υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων, σαν μέθοδο “εξόδου απ’ την κρίση”), που εξάλλου ποτέ δεν έπαψαν να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη των αφεντικών.
Σε ότι αφορά την τότε σχεδιαζόμενη ΟΝΕ: δεν εγκαταλείφθηκε επίσημα, σα σχέδιο· άρχισε όμως να καρκινοβατεί. Πολλοί, τότε, θα προέβλεπαν με αυξημένη σιγουριά, ότι το πράγμα απέτυχε οριστικά. Κατά τον Busch (που ήταν ένας απ’ αυτούς):

Την άνοιξη του 1972 οι χώρες της ΕΟΚ προσπάθησαν εκ νέου να πραγματοποιήσουν το πρώτο στάδιο της ΟΝΕ. Το Συμβούλιο Υπουργών αποφάσισε να καθορίσει το ανώτατο αποδεκτό όριο διακύμανσης των τιμών συναλλάγματος ανάμεσα στα νομίσματα της ΕΟΚ σε + (-) 1,125%, ενώ το περιθώριο διακύμανσης που όριζε η Smithonian Agreement ανερχόταν σε + (-) 2,25%. Αυτό το σύστημα, γνωστό σαν “φίδι στο τούνελ”, πραγματοποιήθηκε ως εξής: οι χώρες της ΕΟΚ κρατούσαν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες στα καθορισμένα αποδεκτά όρια, μέσω παρεμβάσεων των Κεντρικών Τραπεζών τους σε κοινοτικά νομίσματα. Εντός 30 ημερών έπρεπε να αντισταθμιστούν μεταξύ τους οι θέσεις των οφειλετριών και των πιστωτριών χωρών της ΕΟΚ. Τον Απρίλιο του 1972, τα νομίσματα των χωρών μελών εντάχθηκαν σ’ αυτό το νομισματικό σύστημα.
Το επόμενο βήμα στην κατεύθυνση της ολοκληρωμένης νομισματικής πολιτικής αποφασίστηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων το φθινόπωρο του 1972. Το “Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματοπολιτικής Συνεργασίας” έπρεπε να δημιουργηθεί πριν από τον Απρίλιο του 1974, πριν δηλ. από το δεύτερο στάδιο του σχεδίου της ΟΝΕ. Στον κανονισμό που εκπόνησε το Συμβούλιο Υπουργών σχετικά με τη δημιουργία αυτού του Νομισματικού Ταμείου, παρατίθενται τα παρακάτω καθήκοντά του:
“Το Ταμείο πρέπει να συμβάλλει στη σταδιακή πραγματοποίηση μιας ΟΝΕ ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΟΚ, η οποία στο τελικό στάδιο θα χαρακτηρίζεται από τις εξής νομισματικές εκφάνσεις:
- Είτε από την ολοκληρωτική και μη αντιστρέψιμη μετατρεψιμότητα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών ανάμεσα στα κοινοτικά νομίσματα.
- Είτε από τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος....”
Στο Ταμείο κατατέθηκαν 1,4 δισ. Λ.Μ. (= 4 δισ. μάρκα), για την πραγματοποίηση αυτών των 3 στόχων: α) μείωση των περιθωρίων διακύμανσης ανάμεσα στα κοινοτικά νομίσματα.
[4] β) παρεμβάσεις σε κοινοτικά νομίσματα στις συλλαγματικές αγορές.4 γ) Εξίσωση των υπολοίπων ανάμεσα στις Κεντρικές Τράπεζες. Τα μέσα του μεσοπρόθεσμου ευρωπαϊκού συστήματος για την υποστήριξη των τιμών συναλλάγματος, που ανέρχονταν σε 2 δισ. Λ.Μ., δεν διατέθηκαν στο Ταμείο. Το Ταμείο, που είχε κατ’ αρχήν μια συμβολή τεχνικού χαρακτήρα στην κατεύθυνση της πολιτικής σχετικά με τα περιθώρια διακύμανσης, αποτέλεσε μια προκαταρκτική μορφή μιας Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η σταδιακή καταβολή των νομισματικών αποθεμάτων των χωρών μελών, καθώς και η παραχώρηση των χρηματοπολιτικών και πιστωτικοπολιτικών αρμοδιοτήτων σχετικά με την Κοινότητα στο Ταμείο, έπρεπε να συμβάλλει σταδιακά στη δημιουργία ενός υπερεθνικού κεντρικού τραπεζικού συστήματος.

Το γεγονός ότι εν έτει 2012 εξακολουθεί να “κουβεντιάζεται” η δημιουργία ενός ενοποιημένου ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, και ότι παράλληλα διάφορες μορφές “υπερεθνικοποίησης” της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών της ευρωζώνης απ’ άλλους “κουβεντιάζονται” και από άλλους είναι ανάθεμα και προδοσία, έχει την σημασία του...
Η προσπάθεια του 1971 - 1972 πάντως βούλιαξε. Κατά τον Busch:

Η αγγλική λίρα αποχώρησε τον Ιούνιο του 1972 από το νομισματικό “φίδι”, ενώ λίγο μετά την έναρξη της λειτουργίας του, το Φεβρουάριο του 1973, την ακολούθησε η ιταλική λιρέτα. Απ’ αυτή τη στιγμή η Αγγλία και η Ιταλία θα διακυμαίνουν ανεξέλεγκτα τα νομίσματά τους. Η υποτίμηση του δολαρίου που ήταν αναγκαία στις αρχές του 1973 και η πίεση ανατίμησης που ασκήθηκε εκ νέου την άνοιξη σ’ όλα τα νομίσματα του “φιδιού”, και ιδιαίτερα στο μάρκο, ώθησε τις χώρες της ΕΟΚ στην απόφαση να διακυμάνουν από κοινού (en bloc) τα νομίσματά τους έναντι του δολαρίου. Το Μάρτιο του 1973 το φίδι εγκατέλειψε το περίφημο “τούνελ” του. Το ανώτατο όριο απόκλισης ανάμεσα στα κοινοτικά νομίσματα καθορίστηκε έκτοτε σε + (-) 2,25%. Η αγγλική λίρα και η ιταλική λιρέτα δεν συμμετείχαν σταθερά στο σύστημα της από κοινού διακύμανσης. Αντίθετα, η Νορβηγία και η Σουηδία, παρ’ ότι δεν ανήκαν στην ΕΟΚ, συμμετείχαν στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση.
Κατά τη διάρκεια του 1973 φάνηκε ξεκάθαρα, ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί η μετάβαση στο δεύτερο στάδιο της ΟΝΕ, που είχε προγραμματιστεί για το 1974. Ούτε τα κράτη μέλη της ΕΟΚ είχαν συντονίσει την οικονομική τους πολιτική, όπως είχαν προγραμματίσει, ούτε η σύλληψη για τη νομισματική ολοκλήρωση είχε σημειώσει επιτυχία, εξαιτίας της αποχώρησης της Μ. Βρετανίας και της Ιταλίας.
Αυτή η θλιβερή κατάσταση της ΟΝΕ δεν άλλαξε καθόλου μετά το τέλος του 1973. Κάθε χρόνο γίνονταν έντονες μεταβολές στο νομισματικό φίδι, χωρίς ν’ αυξάνει όμως και ο αριθμός των νομισμάτων που διακυμαίνονταν μεταξύ τους. Δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για μια συντονισμένη ενέργεια των οικονομικοπολιτικών εργαλείων των κρατών μελών. Στο σύστημα των από κοινού διακυμάνσεων σημειώθηκαν από το Μάρτιο του 1973 μέχρι τον Αύγουστο του 1977 οι παρακάτω σημαντικές μετατοπίσεις: Στα μέσα του 1973 ανατιμήθηκε το μάρκο κατά 5,5% στα πλαίσια του μπλοκ των νομισμάτων. Από τον Ιανουάριο του 1974 μέχρι τον Ιούλιο του 1975, το γαλλικό φράγκο αποχώρησε από την νομισματική ένωση, επέστρεψε εκ νέου το Μάρτη του 1976, για να αποχωρήσει και πάλι από το “φίδι” αργότερα. Τα νομίσματα της Μ. Βρατανίας, της Ιταλίας και της Ιρλανδίας διακυμαίνονταν ανεξέλεγκτα σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Τον Αύγουστο του 1977 αποσυνδέθηκε η σουηδική κορώνα από το νομισματικό μπλοκ της ΕΟΚ. Ταυτόχρονα υποτιμήθηκε η δανική κορώνα κατά 5%. Χωρίς το αγγλικό, το γαλλικό, το ιταλικό και το ιρλανδικό νόμισμα, και μετά την αποσύνδεση του ενός από τα δύο σκανδιναβικά νομίσματα, το “φίδι” μεταμορφώθηκε - όπως ωραία το διατύπωσε κάποιος δημοσιογράφος - σε σκουλίκι της βροχής...

Η υπόθεση της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης έμελλε στα ‘80s να περιπέσει σ’ εκείνη την κατάσταση γραφειοκρατικής αδράνειας όπου κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν “ζει” ή “δεν ζει”. Τυπικά τίποτα δεν είχε ακυρωθεί. Ουσιαστικά το πράγμα σερνόταν. Ήταν οι (για κάποιους απροσδόκητες και για κάποιους εξαιρετικά δυσάρεστες) εξελίξεις στα τέλη της δεκαετίας, με την κατάρρευση του “σοσιαλιστικού μπλοκ” και, κυρίως, με την εξαιρετικά γρήγορη ενοποίηση των δύο γερμανιών (δυτικής και ανατολικής), που ξύπνησαν τον πολιτικό χαρακτήρα του επείγοντος των μισοαρχινισμένων σχεδίων της ΟΝΕ. Ο εφιάλτης της γερμανικής ηγεμονίας στην ευρώπη έγινε ξανά έντονος τόσο στο Λονδίνο όσο και στο Παρίσι· και ο σοσιαλιστής γάλλος πρόεδρος Μιττεράν θεώρησε ότι η ΟΝΕ θα ήταν το πιο αποτελεσματικό (απ’ τα διαθέσιμα) μέσο για να χαλιναγωγηθεί η γερμανική ηγεμονία. Συνεπώς το πράγμα απέκτησε μια καινούργια δυναμική, που σημάδεψε την υπόθεση της “ενωμένης ευρώπης” απ’ τα ‘90s και μετά - μέχρι σήμερα.

Απ’ την εποχή των πρώτων βημάτων της “ευρωπαϊκής οικονομικής κοινότητας” ως σήμερα πολλά κηδειόχαρτα έχουν βγει, και πολλές αναγγελλίες για το “τέλος” της έχουν γίνει. Από ιστορική άποψη 30 και 40 χρόνια είναι ασήμαντος χρόνος· συνεπώς η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν έχει καθυστερήσει στα ραντεβού της με την ιστορία, παρά μόνο σ’ αυτά (και δεν είναι λίγα) που όρισαν τα ίδια τα ευρωπαϊκά αφεντικά, συχνά με δεύτερους υπολογισμούς στο μυαλό. Από πολιτική άποψη όμως, με μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις ματαιοδοξίας, όχι τα 30 ή τα 40 χρόνια, αλλά οι 3 ή 4 μήνες είναι χρόνος αρκετός για να συμβούν τα πάντα. Όμως εκείνο που ο χρόνος της εξουσίας (μεσολαβημένος απ’ το Θέαμα) παρουσιάζει ή εννοεί σαν επείγον σπάνια είναι τέτοιο. Η ιστορία της αστάθειας και της σταθερότητας του σχεδίου “ενωμένη ευρώπη” το δείχνει.
Υπάρχουν άλλωστε ερωτήσεις που δεν γίνονται, και απαντήσεις που δεν δίνονται. Το “γερμανικό φάντασμα” πλανιέται πάντα πάνω απ’ την ευρώπη: παρά τις δύο ήττες σε δύο παγκόσμιους πολέμους, ο δυναμισμός του γερμανικού καπιταλισμού δεν μπορεί παρά να προκαλεί δέος, ειδικά στους (εθνικούς) ανταγωνιστές του. Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη συνθήκη των Βερσαλλιών, δηλαδή μετά το τέλος του Α παγκόσμιου, τόσο το Λονδίνο όσο και το Παρίσι κινούνταν μέσα απ’ το πάθος να εξαφανίσουν τον γερμανικό καπιταλισμό· ήταν ένα τερατώδες λάθος που έγκαιρα κατήγγειλε όχι κάποιος γερμανός, αλλά ένας άγγλος λόρδος, ονόματι Κέυνς. Μετά το τέλος του Β παγκόσμιου η αρχική επιλογή της Ουάσιγκτον και των συμμάχων της στην ευρώπη (Λονδίνου και Παρισιού) ήταν παρόμοια: αν ήταν δυνατόν να γίνει η γερμανική επικράτεια βοσκοτόπια, κι ως εκεί. Γρήγορα η Ουάσιγκτον κατάλαβε ότι μ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα μπορούσε να ανασχέσει τον “κόκκινο κίνδυνο”, και άλλαξε γραμμή. Για το Παρίσι όμως (και ως ένα βαθμό για το Λονδίνο) οι απόψεις έμειναν οι ίδιες: ο γερμανικός καπιταλισμός θα έπρεπε να ελέγχεται με κάθε διαθέσιμο τρόπο. Η πρώτη μορφή “ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης”, η ΕΚΑΧ, ήταν έκφραση της αγωνίας του Παρισιού: δεν σκόπευε σε τίποτα άλλο απ’ το να ελέγξει την γερμανική παραγωγή άνθρακα και χάλυβα, με άλλα λόγια την γερμανική προοπτική στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού.
Από τότε και μετά η υπόθεση της ευρώπης μοιάζει να επαναλαμβάνει (διαρκώς και σε πιο σύνθετα “επίπεδα” συγκλισεων και αποκλίσεων) το ίδιο έργο. Ο γερμανικός καπιταλισμός παίρνει την θέση του “μηχανοδηγού” στην ευρώπη, και οι υπόλοιποι είτε εκδηλώνονται σαν αντίπαλοί του είτε σαν άσπονδοι συνεταίροι μιας κάποιος “ολοκλήρωσης”... με τον όχι κρυφό στόχο να μοιράζονται με τον “μηχανοδηγό” τα οφέλη της εκμετάλλευσης της εργασίας. Συχνά αυτοί οι δύο ρόλοι, των άσπονδων φίλων και των ελάχιστα συγκεκαλυμμένων αντιπάλων, εναλλάσσονται απ’ τους ίδιους κρατικούς πρωταγωνιστές.
Μ’ αυτά τα δεδομένα, και υπό τις συνθήκες της παρούσας φάσης της κρίσης, ποιό είναι το μέλλον της “ενωμένης ευρώπης”, του “ευρώ”, και των υπόλοιπων σχετικών ζητημάτων; Αν κάτι διδάσκει η ως τώρα ιστορία αυτής της υπόθεσης, είναι πως είναι ευκολότερες οι καταστροφολογικές προβλέψεις απ’ την ίδια την ιστορική διαλεκτική εξέλιξη. Κι αν διδάσκει κάτι η παγκόσμια ιστορία είναι το ανάποδο: "ποτέ μη λες ποτέ”. Κάποτε υπήρχε μια ακλόνητη σοβιετική ένωση και ένας καλός αριθμός δορυφόρων της... Όχι πια...
Το γεγονός είναι ότι οι ευρωπαϊκοί εθνικοί καπιταλισμοί είναι πολύ περισσότερο διασυνδεμένοι σήμερα απ’ ότι πριν 30 ή 40 χρόνια· κι αυτή η διασύνδεση είναι αποτέλεσμα επιλογής των αφεντικών και προϊόν (θα έλεγε κάποιος) ιστορικής αναγκαιότητας στον πλανητικό ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό. [5] Το γεγονός είναι επίσης ότι τα ευρωπαϊκά αφεντικά έχουν περισσότερες της μιας τακτικές επιλογές, οι οποίες όμως δεν εννοούνται απ’ τους υπηκόους τους (και απ’ τους κοντόφθαλμους δήθεν αντιπάλους τους) σαν τέτοιες. Η εθνικοποίηση είναι πάντα χρήσιμη με κριτήρια ταξικού πολέμου εκ μέρους των αφεντικών, και δεν πρέπει να αποφύγουμε την παραδοχή ότι η προλεταριακή ενοποίηση και σύνθεση στην ευρώπη είναι πολύ πιο πίσω απ’ τις “ολοκληρώσεις” των αφεντικών. Όμως σε ποιό βαθμό, σε ποιούς τομείς, ποιά εθνικοποίηση, αυτό είναι ένα ζήτημα ανοικτό για τα αφεντικά, του οποίου τις πραγματικές διαστάσεις συχνά παραβλέπουμε ή και αγνοούμε.

Sarajevo 64 - 07/2012

Οι φυσιογνωμιστές μπορούν να αποφανθούν
για το ποιός ήταν ο πιο πονηρός...

 

Η τωρινή φλυαρία ότι, δήθεν, μια “ελληνική έξοδος” θα έκανε ερείπια την ζώνη του ευρώ και την ενωμένη ευρώπη, ταιριάζει πολύ περισσότερο στις προθέσεις της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου, παρά στην ιστορική πραγματικότητα της “ενωμένης ευρώπης”. Δεν είναι ο ελληνικός καπιταλισμός ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της ιστορίας! Κι όταν η κουβέντα έρχεται στον ιταλικό ή στον ισπανικό καπιταλισμό, εμφανίζονται σαν περίπου αντίγραφα του ελληνικού· και όχι σαν ιστορικές (και ιμπεριαλιστικές) ευρωπαϊκές κρατικές καπιταλιστικές οντότητες με εντελώς δικές τους προτεραιότητες.
Έχει συμφέρον η Μαδρίτη ή η Ρώμη στη διάλυση της ευρωζώνης; Λέμε όχι· έχουν όμως συμφέρον σε βελτίωση της σχετικής τους θέσης έναντι του Βερολίνου, υπό την προϋπόθεση ότι το γερμανικό κράτος έχει, απ’ τη μεριά του, συμφέρον στη συνέχιση της οργανικής συμμαχίας του με το ιταλικό, το ισπανικό, το γαλλικό...
Αρχεία του τότε γερμανού πρωθυπουργού Κολ που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα, δείχνουν ότι ενόψει της ένταξης της ιταλίας στη ζώνη του ευρώ, στα ‘90s, τα τεχνογραφειοκρατικά στελέχη του γερμανικού κράτους είχαν πλήρη γνώση του γεγονότος ότι τα ιταλικά “νούμερα” (χρέος και έλλειμμα σαν ποσοστό του αεπ, τα “κριτήρια του Μάαστριχτ” δηλαδή) ήταν εντελώς μαγειρεμένα. Η πολιτική άποψη όμως του χριστιανοδημοκράτη πρωθυπουργού ήταν “όχι χωρίς την ιταλία”. Ειπωμένο αλλιώς: αποκλείεται να μην βάλουμε την ιταλία στη ζώνη του ευρώ... Υποτίθεται ότι οι αντιπολιτευόμενοι σοσιαλδημοκράτες ήταν σκληροί στην κριτική τους για τέτοιες σκόπιμες αβλεψίες· όταν όμως έγιναν κυβέρνηση (μαζί με τους πράσινους) έκαναν ακριβώς τις ίδιες: άλλο οι τυπικές προδιαγραφές (για την συμμετοχή στο ενιαίο νόμισμα) κι άλλο οι πολιτικές σκοπιμότητες. Η διοίκηση του γερμανικού καπιταλισμού ήταν σταθερή πάνω στο πως και γιατί της συμμετοχής των σημαντικότερων εθνικών καπιταλισμών του ευρωπαϊκού νότου στο ενιαίο νόμισμα, ακόμα κι αν αυτή η σταθερότητα παραβίαζε τα αυστηρά κριτήρια που η ίδια είχε προωθήσει και επιβάλλει.
Όμως η ιδέα ότι ο δυναμισμός του γερμανικού καπιταλισμού θα πρέπει να είναι ένα είδος μόνιμων “πρώτων βοηθειών” για κάθε πρόβλημα ή ελάττωμα των ευρωσυνεταίρων του, είναι διαφορετικό θέμα. Στον καπιταλισμό δεν υπάρχουν ούτε “φίλοι” ούτε “εχθροί” μεταξύ των αφεντικών - υπάρχουν μόνο συμφέροντα. Ο γερμανικός καπιταλισμός δεν έχει κανένα συμφέρον (και ούτε καμία “ηθική υποχρέωση”...) να χρηματοδοτεί ή να δανείζει πάσχοντες απ’ την κρίση χωρίς να εξασφαλίζει τα μέγιστα οφέλη· συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών. Αλλά δεν έχει (ως τώρα) και καμία μυωπία να αγνοεί ότι η “ομοσπονδιακή ευρώπη”, που είναι το εύλογο τέλος της ενοποίησης εδώ και πολλές δεκαετίες, αργεί πολύ ακόμα - και ότι έχει πολλούς αντιπάλους. 
Συνεπώς; Έχουμε υποστηρίξει από καιρό ότι αν το κλειδί της “τύχης” της ενωμένης ευρώπης βρίσκεται στο μεγαλύτερο μέρος του στο Βερολίνο, τότε ο γερμανικός καπιταλισμός έχει μέλλον (όσο δεν αντιμετωπίζει έναν σοβαρό εργατικό αντίπαλο) with or without την ε.ε. και την ζώνη του ευρώ, έτσι όπως τα ξέρουμε σήμερα. Δεν είναι παράδοξο: έναν βαθμό καπιταλιστικής “ολοκλήρωσης” μπορεί πράγματι να τον πετύχει, να τον εκβιάσει ή να τον επιβάλλει εκείνο το (εθνικό) αφεντικό που έχει την καλύτερη θέση στον διεθνή καταμερισμό. Σε λιγότερους ή περισσότερους, ναι. Οπωσδήποτε σε αρκετούς. Τα προβλήματα (ή, αν θέλετε, τα μεγαλύτερα και περισσότερα προβλήματα) βρίσκονται στη μεριά των αφεντικών που λαχανιάζουν μέσα στην κρίση / αναδιάρθρωση. Όχι μόνο για την Αθήνα, αλλά και για τη Ρώμη ή την Μαδρίτη, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι “με το Βερολίνο ή χωρίς αυτό, μόνοι μας”, αλλά “με το Βερολίνο ή με την αγγλόσφαιρα”: μπορεί να μην φωνάζει κανείς δυνατά, αλλά ο 4ος παγκόσμιος πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Η ΕΚΑΧ ήταν η “ένωση άνθρακα / χάλυβα”, μια συμφωνία μεταξύ γαλλίας, γερμανίας, ιταλίας, ολλανδίας, βελγίου και λουξεμβούργου (τα τρία τελευταία κράτη αναφέρονται και σαν Μπενελουξ απ’ τα αγγλικά αρχικά των ονομάτων τους) που είχε σκοπό κυρίως να μπορεί να ελέγχει το Παρίσι την “καρδιά” του γερμανικού βιομηχανικού καπιταλισμού, δηλαδή την παραγωγή του σε άνθρακα και ατσάλι.
[ επιστροφή ]

2 - ΟΔΓ είναι η ομοσπονδιακή δημοκρατία της γερμανίας, η άλλοτε δυτική γερμανία.
[ επιστροφή ]

3 - Μ’ αυτήν τη μέθοδο, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο αμερικανικός καπιταλισμός κατάφερε να ανασχέσει σημαντικά (με νομισματικά όπλα) την ραγδαία ανάπτυξη και παγκόσμια επέκταση του ιαπωνικού, που είχε ανακηρυχθεί σαν ο νο 1 εχθρός της Ουάσιγκτον... Είναι σαφές ότι κάτι παρόμοιο επιδιώκεται εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια σε σχέση με το ευρώ και την “τύχη” του...
[ επιστροφή ]

4 - Αυτό γίνεται με την μαζική αγορά - από κάποιο όργανο, εν προκειμένω το Ταμείο - του νομίσματος που υποτιμάται, ώστε να ανατιμηθεί...
[ επιστροφή ]

5 - Αξίζει εδώ μια σύντομη υπενθύμιση της υπόθεσης “ευρωσύνταγμα”. Η προπαρασκευή του (μέσω μιας αρκετά αντιπροσωπευτικής επιτροπής κοινοβουλευτικών και κυβερνητικών απ’ τα κράτη μέλη της ε.ε.) ξεκίνησε στις αρχές του 2002. Το “ευρωσύνταγμα” θα συγκέντρωνε συνθέτοντάς τες όλες τις ως τότε χωριστές συνθήκες της ένωσης, το πήγαινε όμως και μισό βήμα πιο πέρα: καθιέρωνε “ύμνο” της ένωσης και επίσημη σημαία (το τελευταίο υπάρχει μεν, αλλά όχι σαν επίσημη απόφαση κάποιας συγκεκριμένης συνθήκης), την υπηκοότητα του ευρωπαίου πολίτη (συμπληρωματική της εθνικής), καθώς και μια σειρά διαδικαστικών λεπτομερειών για τον τρόπο λήψης των αποφάσεων σε επίπεδο κορυφής, τις αρμοδιότητες του ευρωκοινοβουλίου και των συμβουλίων υπουργών. Κατοχύρωνε επίσης την “ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας” και δύο θέσεις, εκλεγμένου προέδρου και υπουργού εξωτερικών της ένωσης, με υψηλή συμβολική και όχι μόνο σημασία.
Στις 12 Γενάρη του 2005 το ευρωκοινοβούλιο έδωσε την μη δεσμευτική έγκρισή του στο “ευρωσύνταγμα”, με 500 ψήφους υπέρ, 137 κατά και 40 αποχές. Σύμφωνα με τη λειτουργία της ένωσης, η συγκεκριμένη συνθήκη θα έπρεπε να εγκριθεί από κάθε κράτος / μέλος χωριστά, στη βάση της συνταγματικής μεθοδολογίας καθενός. Η δανία, η γαλλία, η ιρλανδία, το λουξεμβούργο, η ολλανδία, η ισπανία και η πορτογαλία ανακοίνωσαν ότι θα κάνουν δημοψηφίσματα, ενώ τα υπόλοιπα κράτη θα έφερναν το θέμα προς απόφαση στα κοινοβούλιά τους.
Το πρώτο κράτος που έκανε δημοψήφισμα ήταν η ισπανία, στις 20 Φλεβάρη του 2005. Με χαμηλή συμμετοχή (43%) το ευρωσύνταγμα εγκρίθηκε απ’ το 76% των ψηφισάντων. Αλλά στις 29 Μάη στη γαλλία, με συμμετοχή αρκετά υψηλή (69%) το ευρωσύνταγμα απορρίφθηκε (55% κατά έναντι 45% υπέρ). Τρεις ημέρες αργότερα, την 1η Ιούνη του 2005, με συμμετοχή 62%, οι ολλανδοί ψηφοφόροι απέρριψαν επίσης το ευρωσύνταγμα, με ακόμα πιο κατηγορηματικό τρόπο: 61,5% κατά έναντι 38,5% υπέρ. Το επόμενο (και τελευταίο) δημοψήφισμα ήταν στο μεγάλο δουκάτο του λουξεμβούργου, όπου το ευρωσύνταγμα έγινε δεκτό απ’ το 57% των ψηφισάντων. Το ευρωσύνταγμα εγκρίθηκε μεν απ’ τα κοινοβούλια της λιθουανίας (84 υπέρ, 4 κατά), της ουγγαρίας (323 υπέρ, 12 κατά), της σλοβενίας (79 υπέρ, 4 κατά), της ιταλίας (436 υπέρ, 28 κατά στη βουλή, 217 υπέρ και 16 κατά στη γερουσία), της αυστρίας (μία μόνο ψήφος κατά), της ελλάδας (268 υπέρ, 17 κατά, 15 αποχές), της κύπρου (30 υπέρ, 19 κατά), της λετονίας (71 υπέρ, 5 κατά), του βελγίου, της εσθονίας (73 υπέρ, 1 κατά), της σλοβακίας (116 υπέρ, 27 κατά), της γερμανίας (569 υπέρ, 23 κατά) και της φινλανδίας (125 υπέρ, 39 κατά)· αλλά μετά την απόρριψή του στα δύο δημοψηφίσματα, θεωρήθηκε “νεκρό”. Κατόπιν αυτού η τσεχία, η δανία, η ιρλανδία, η πολωνία, η πορτογαλία, η σουηδία και η αγγλία, δεν πήραν καμία απόφαση, είτε με δημοψήφισμα, είτε κοινοβουλευτικά.
Μετά το “πάγωμα” του ευρωσυντάγματος, πηγαίνοντας ένα βήμα πίσω, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εγκατέλειψαν την ιδέα, και περιορίστηκαν στην επέκταση ή και συμπλήρωση συνθηκών που βρίσκονταν ήδη σε ισχύ (βασικά την συνθήκη της Ρώμης και την συνθήκη του Μάαστριχτ). Οι συμπληρώσεις και τροποποιήσεις ονομάστηκαν “συνθήκη της Λισσαβώνας”, και υπογράφτηκαν στη σύνοδο της ε.ε. στην πρωτεύουσα της πορτογαλίας, τον Δεκέμβρη του 2007.
Η συνθήκη της Λισσαβώνας βρίσκεται σαφώς “πιο πίσω” απ’ την πρόταση του ευρωσυντάγματος, σε ότι αφορά την “ευρωπαϊκή πολιτική ολοκλήρωση”, και όχι μόνο σε συμβολικά ζητήματα. Αν και δεν περιείχε προβλέψεις για την αντιμετώπιση της τωρινής όξυνσης της κρίσης, το ευρωσύνταγμα συστηματοποιούσε τρέχουσες τότε δεσμεύσεις των κρατών μελών, δίνοντας έμφαση μεταξύ άλλων στον “συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και των πολιτικών απασχόλησης” (άρθρο 14), “το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο” (άρθρο 54), αλλά και την κατοχύρωση σε ευρωπαϊκή κλίμακα του δικαιώματος διαπραγματεύσεων και συλλογικών δράσεων εκ μέρους των συνδικάτων (άρθρο 2-28). Επιπλέον όμως προέβλεπε την δυνατότητα αναστολής του δικαιώματος συμμετοχής στην ένωση (όχι σαν απόφαση ενός κράτους μέλους αλλά σαν απόφαση των υπόλοιπων), πράγμα που θα είχε την αξία του σήμερα...
Στο φόντο της τωρινής φλυαρίας ή και πολεμικής περί διάλυσης ή μη της ευρωζώνης, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το ευρωσύνταγμα θα ήταν το αναγκαίο (αν και όχι απαραίτητα ικανό) υπόστρωμα μιας περισσότερο συμπαγούς (και λιγότερο εθνοκεντρικής) διαχείρισης της κρίσης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, λόγοι στοιχειώδους πολιτικής εντιμότητας θα επέβαλαν σε όσους είχαν ταχθεί εναντίον του ευρω-συντάγματος να είναι τώρα εξίσου κατηγορηματικοί εναντίον του ευρω-ομολόγου.... Ή κάνουμε λάθος;
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020