Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 64 - 07/2012

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 64 - 07/2012

 

 

 

το εικονικό κύκλωμα

Γράφαμε στο προηγούμενο τεύχος (κι αυτή ήταν η πιο πρόσφατη αναφορά, όχι η μοναδική) προσπαθώντας να κρατήσουμε την προσοχή σας στην καρδιά της εξελισσόμενης κρίσης και, κυρίως, της διαχείρισής της απ’ τα αφεντικά και τους πολιτικούς τους υπαλλήλους, τα εξής, μεταξύ άλλων (νεοκρατισμός και εργατική συνείδηση):

.... Όμως δεν ακολουθήθηκε καμία απ’ αυτές τις 2 (ιστορικά γνωστές) συνταγές. Αλλά μία τρίτη, που ενδεχομένως είναι κενοφανής απ’ τον 20ο αιώνα και μετά. Τα κράτη / κυβερνήσεις ανέλαβαν τα σώσουν τις τράπεζες αφήνοντάς τες (σε γενικές γραμμές) σε ιδιωτική ιδιοκτησία, δανείζοντάς τες όμως αφειδώς. Φυσικά, για να το κάνουν αυτό τα κράτη / κυβερνήσεις, θα έπρεπε να δανειστούν με την σειρά τους (ή/και να τυπώσουν χρήμα...). Δανειστές τους θα γίνονταν αυτές οι ίδιες οι καταρρέουσες τράπεζες, παρόμοιοι χρηματοπιστωτικοί οίκοι, κλπ κλπ. Συνεπώς, τα κράτη, θα παρέμβαιναν κατ’ αρχήν μόνο στη σφαίρα της κυκλοφορίας του χρήματος, και μάλιστα με δύο τρόπους. Σαν “δανειστές ύστατης ανάγκης”, αλλά και σαν μαζικά δανειζόμενοι... Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα δημιουργούνταν ένα είδος εικονικού κυκλώματος κυκλοφορίας του χρήματος στο εσωτερικό του δίπολου “χρηματοπιστωτικοί λογαριασμοί / κρατικοί προϋπολογισμοί”, που θα διατηρούσε σε “κίνηση” μεγάλες ποσότητες χρήματος, άρα θα εξασφάλιζε τοκοφορία· και κερδοφορία μέσω τόκων.

Μπορεί να παρακολουθείτε με κριτικό τρόπο τα καθεστωτικά μήντια, μπορεί και όχι. Πάντως λίγες ημέρες μετά την έκδοση του Sarajevo 63, στις 3 Ιούνη, να πως ένα δημοσιεύμα στις οικονομικές σελίδες της καθεστωτικής “καθημερινής”, επιβεβαίωνε τον ισχυρισμό μας, δίνοντας μάλιστα και μερικά αριθμητικά δεδομένα:

Σύμφωνα με μελέτη της Eurobank, το συνολικό ύψος της ρευστότητας και των κεφαλαίων που έχει λάβει το εγχώριο τραπεζικό σύστημα από το Δημόσιο ανέρχεται σήμερα σε περίπου 145 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αφορά κατά 90% εγγυήσεις του Δημοσίου στις ομολογιακές εκδόσεις των τραπεζών, τις οποίες χρησιμοποίησαν οι εγχώριες τράπεζες, μαζί με άλλους τίτλους τους, για την άντληση ρευστότητας από το Ευρωσύστημα, συνολικού ύψους 125 δισ. ευρώ. Ετσι αντιμετώπισαν τις εκροές καταθέσεων, οι οποίες από τον Δεκέμβριο του 2009 μέχρι σήμερα προσεγγίζουν τα 80 δισ. ευρώ. Ωστόσο, μεγάλο μέρος, περίπου 60 δισ., χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά ομολόγων και εντόκων γραμματίων του ελληνικού Δημοσίου τα οποία είτε “χάθηκαν” με το “κούρεμα” (PSI) είτε παραμένουν δεσμευμένα σε έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου. Το ερώτημα είναι γιατί οι τράπεζες προχώρησαν σε τόσο μεγάλες αγορές ομολόγων. Από την πλευρά τους, υπογραμμίζουν ότι η αγορά ομολόγων έγινε για να βοηθηθεί το ελληνικό Δημόσιο να αντιμετωπίσει το οξύ πρόβλημα ρευστότητας. Προσθέτουν ότι την πρακτική αυτή ακολούθησαν πολλές τράπεζες στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Ωστόσο, ορισμένοι αναλυτές υπογραμμίζουν πως η αγορά των ομολόγων έγινε περισσότερο για κερδοσκοπικούς λόγους, καθώς θεωρούνταν αδιανόητο το ενδεχόμενο “κουρέματος” των ομολόγων ενός κράτους–μέλους της Ευρωζώνης. Ετσι έπαιρναν ρευστότητα με ελκυστικούς όρους από το Ευρωσύστημα (με επιτόκιο κοντά στο 1%) και αγόραζαν σε χαμηλές τιμές (στο 80%, 70% ή και χαμηλότερα της ονομαστικής αξίας) τα θεωρητικά απολύτως ασφαλή ομόλογα του Δημοσίου. Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό το Δημόσιο, που με το ένα χέρι έδινε ρευστότητα στις τράπεζες, με το άλλο να τις πίεζε να αγοράζουν ομόλογα, ελπίζοντας σε ομαλοποίηση της κατάστασης. Για τον ένα ή τον άλλο λόγο, το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι μεγάλο μέρος της ρευστότητας που επενδύθηκε σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου χάθηκε.

Σε ό,τι αφορά την “άντληση ρευστότητας απ’ το Ευρωσύστημα”, πρόκειται για δανεικά απ’ την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα: ουσιαστικά οι τράπεζες βάζουν τις εγγυήσεις του ελληνικού κράτους ενέχυρο, για να δανειστούν (και, ύστερα, με τα δανεικά αυτά να δανείσουν το ελληνικό κράτος, κυρίως μέσω αγοράς έντοκων γραμματίων). Αυτό όμως σημαίνει ότι αν δεν μπορούν οι ίδιες να ξεπληρώσουν τα δάνειά τους προς την εκτ, θα είναι υποχρεωμένο να το κάνει το ελληνικό κράτος, στο μέγεθος τουλάχιστον των “εγγυήσεων” που έχει δώσει. Πρόκειται, άρα, για ένα πολύ μεγάλο ποσό που τυπικά είναι χρέος των ντόπιων τραπεζών (προς την εκτ), μπορεί όμως να γίνει κι αυτό κρατικό.
Δείτε επίσης τι σημαίνει “συντήρηση κερδοφορίας μέσω τόκων”, χάρη στην κατασκευή αυτού του εικονικού κυκλώματος κυκλοφορίας του χρήματος, όπου το κράτος (σαν “δημόσια οικονομικά”) είναι ο ένας πόλος. Την μεγάλη βδομάδα, για παράδειγμα, το ελληνικό κράτος δανείστηκε 1,6 δισ. ευρώ (έντοκα γραμμάτια διάρκειας 6 μηνών), με επιτόκιο 4,55%. Δανειστές του, κατά το μεγαλύτερο μέρος, οι εντόπιες τράπεζες, που δανείζονται απ’ την εκτ με επιτόκιο 1%. Αυτή η διαφορά 4,55 - 1 = 3,55%, στο 1,6 δισ. για έξι μήνες σημαίνει (αν δεν κάνουμε λάθος) καθαρό έσοδο από τόκους, για τις τράπεζες, 28,4 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό δεν είναι μεν τεράστιο, πρόκειται όμως για καθαρή πρόσοδο που εξασφαλίζεται απλά και μόνο απ’ την κυκλοφορία του χρήματος μεταξύ εκτ - ελληνικών τραπεζών - ελληνικού κράτους. Επιπλέον, τέτοιες “εκδόσεις εντόκων” (κρατικός δανεισμός τρίμηνης ή εξάμηνης διάρκειας) γίνονται πλέον κάθε μήνα, με ποσά της τάξης από 1,5 δισ. έως 2 δισ.
Εννοείται ότι αυτά τα ποσά δεν σώζουν, και δεν πρόκειται να σώσουν τις ελληνικές τράπεζες. Η “τεχνητή αναπνοή” τους οφείλεται αφενός στο δανεισμό τους απ’ την εκτ (όπου το ελληνικό κράτος βάζει πλάτη πολλών δισ.) και αφετέρου στον ειδικό δανεισμό τους απ’ το “ευρωπαϊκό ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας” (“ανακεφαλαιοποίηση”) όπου και πάλι χρεώνεται για λογαριασμό τους το κράτος, εφόσον τα 50 δισ. που είναι να τους δοθούν (ήδη έχουν λάβει τα 18 απ’ αυτά) είναι δάνεια με την εγγύηση του δημόσιου. [1]

Όμως η κατάστασή των ντόπιων τραπεζών αποτυπώνεται στην χρηματιστηριακή τους αξία· ή, για να είμαστε ακριβείς, οι τιμές των μετοχών τους δείχνουν, με όρους χρηματοπιστωτισμού, τι “αξίζουν”. Στο ίδιο λοιπόν δημοσίευμα της καθεστωτικής “καθημερινής” (3/6/2012) αναφερόταν ότι:

Η μετοχή της Εθνικής διαπραγματεύεται σήμερα στο 1 ευρώ, από 25 ευρώ που ήταν 5 χρόνια πριν. Η Eurobank βρίσκεται στο 0,5 ευρώ (από 25), η Alpha Bank 0,88 ευρώ (από 25) και η Τράπεζα Πειραιώς στα 0,2 ευρώ (από 15). Στο τέλος του 2007 η χρηματιστηριακή αξία του τραπεζικού κλάδου ανερχόταν στα 80 δισ. ευρώ περίπου, ενώ σήμερα είναι μικρότερη των 3,5 δισ. ευρώ. Επιπλέον, κατά την περίοδο 2007-2011, οι μέτοχοι των τραπεζών δεν εισέπραξαν μέρισμα, ενώ συμμετείχαν σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου συνολικού ύψους 13,7 δισ. ευρώ για τη στήριξη των τραπεζών. Σημειώνεται ότι όταν λέμε μέτοχοι τραπεζών δεν εννοούμε μόνο τον κ. Γιάννη Κωστόπουλο ή τον κ. Σπύρο Λάτση. Συνολικά 500.000 μέτοχοι κατέχουν μετοχές τραπεζών και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ασφαλιστικά ταμεία, ιδρύματα, οργανισμοί, πανεπιστήμια, η Εκκλησία κ.ά.
Ηδη το ελληνικό Δημόσιο έχει δώσει κεφάλαια ύψους 5 δισ. ευρώ με την έκδοση προνομιούχων μετοχών. Οι μετοχές αυτές αποδίδουν μέρισμα 10% ετησίως. Ωστόσο, ορισμένες τράπεζες λόγω των μεγάλων ζημιών δεν καταβάλλουν το μέρισμα.

“Χρηματιστηριακή αξία” είναι το ποσό που θα έπρεπε να διαθέσει κάποιος για να αγοράσει το σύνολο των μετοχών... Στις αρχές, λοιπόν, του φετεινού Ιούνη, με 3,5 δισ. ευρώ θα μπορούσε κάποιος να αγοράσει το σύνολο των ελληνικών τραπεζών! Δεν υπάρχει, φυσικά, κανένας τέτοιος “τρελός”, αφού θα αναλάμβανε και τα τεράστια χρέη τους!

Τα πεισματάρικα γεγονότα είναι πάντως τα εξής. Α): τέτοια καταβαράρθρωση της “χρηματιστηριακής αξίας”, σε οποιαδήποτε επιχείρηση είναι ο ορισμός της πλήρους απαξίωσης, ήτοι της “καταστροφής”, της “χρεωκοπίας”, κλπ κλπ. Εάν τέτοια νούμερα αφορούσαν τραπεζικά μαγαζιά ανταγωνιστικά των ελλήνων, τα καθεστωτικά μήντια θα καλούσαν το λαό σε πανηγύρια με γαλανόλευκες στο Σύνταγμα. Β): η λειτουργία αυτού του εικονικού κυκλώματος κυκλοφορίας του χρήματος μεταξύ κρατικών λογαριασμών και τραπεζών δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Αυτό δεν είναι ειδικά ελληνικό πρόβλημα, αφού και στην ισπανία ή στην ιταλία (για να μνημονεύσουμε τις δύο πιο πρόσφατες και θορυβώσεις περιπτώσεις) το ίδιο συμβαίνει. Γ): η πραγματική κυκλοφορία του χρήματος είναι που δείχνει την καπιταλιστική υγεία και όχι η εικονική. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν έχει δοκιμαστεί ως τώρα, και από καθαρά τεχνική άποψη, μιλώντας για την “ζώνη του ευρώ”, η μόνη εκδοχή που έχει ακουστεί (και ήταν γνωστή απ’ την αρχή) είναι το να γίνει αυτή η “ζώνη” κάπως πιο εικονική, μέσω της έκδοσης εθνικών κουπονιών (IOU) στα πιο ζορισμένα κράτη, με κυκλοφορία περιορισμένη αυστηρά στο εσωτερικό τους. Σε μια τέτοια περίπτωση (που ουσιαστικά είναι μαζικό τύπωμα “περίπου εθνικού νομίσματος”) οι τράπεζες θα γίνουν “ξαφνικά” κάτοχοι σκληρού νομίσματος / συναλλάγματος (με την άδεια των αφεντικών της ευρωζώνης...) και θα κερδίζουν όχι μόνο απ’ το εμπόριο αυτού του σκληρού νομίσματος (ευρώ) αλλά και απ’ το εμπόριο του μαλακού νομίσματος (κουπόνια / IOU). Όμως Δ): από “ψυχολογική” άποψη, έστω κι ένα κράτος να εκδόσει IOU, θα θεωρηθεί ένα ακόμα βήμα προς την διάλυση ή την αναδιάρθρωση της ζώνης του ευρώ. Και το εμπόριο νομισμάτων και χρεών θα γνωρίσει μεγάλες δόξες, όπου όμως δεν θα είναι όλοι κερδισμένοι.
Σε κάθε περίπτωση η συντήρηση της “κίνησης του χρήματος” εντός ενός εικονικού κυκλώματος χρεών (κρατικών, ιδιωτικών, τραπεζικών) εξακολουθεί να αναγνωρίζεται σαν η ευφυέστερη των ιδεών των αφεντικών. Τα “προβλήματα” που έχει δεν κρύβονται μεν, πλαστογραφούνται όμως έτσι ώστε η ακόμα μεγαλύτερη εικονικότητα να προβάλλεται σα λύση. Ο πολύς Μπάμπης Παπαδημητρίου, στέλεχος του όμιλου Αλαφούζου, έγραφε για παράδειγμα στις οικονομικές σελίδες της καθεστωτικής “καθημερινής”, στις 24 Ιούνη:

... Οι διεθνείς επενδύσεις και το άνοιγμα του παγκόσμιου εμπορίου έφεραν την παγκοσμιοποίηση. Οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές αποτέλεσαν τη βάση και το εργαλείο αυτής της έκρηξης. Η έκρηξη έφερε πλούτο. Έφερε όμως και μια νέα, ίσως τη χειρότερη απ’ όσες έχουμε γνωρίσει, κρίση στην οικονομία. Άρα στην κοινωνία και στην πολιτική.
Η βιομηχανία του χρήματος είναι, αυτή τη φορά, στο επίκεντρο του σεισμού. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες κινδυνεύουν. Κάποιες έκλεισαν. Έπειτα από μια μεγάλη απάτη ή την εταιρική τους συγχώνευση. Η μεγάλη κρίση ρευστότητας υποχρέωσε τα κράτη να σπεύσουν προς διάσωση. Σε μια πρώτη φάση, μεταξύ 2008 και 2010, φάνηκε ότι η κρίση θα μπορούσε να αναχαιτισθεί. Χρειάστηκε, βεβαίως, να αναληφθεί ένα τεράστιο χρέος στην πλάτη των κρατών. Με αποτέλεσμα να μεταφερθούν τα ερωτήματα στο αξιόχρεο των κρατικών ομολόγων. Όμως, ούτε αυτό ήταν αρκετό για να σταματήσει η κρίση...

Έχουμε υποστηρίξει ότι η “τύχη” του ελληνικού τραπεζικού συστήματος βρίσκεται στην καρδιά των επιλογών των ντόπιων αφεντικών και των πολιτικών βιτρινών τους. Η αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού απ’ τα ‘90s και μετά έγινε πάνω στις διαδρομές του χρηματοπιστωτισμού και της όποιας, πραγματικής ή εικονικής κερδοφορίας του. Παρά τις διαφορές με τα πρωτότυπα, ο ελληνικός καπιταλισμός / ιμπεριαλισμός, μόλις έκλεισε το κεφάλαιο “τανκς” του πρώτου μισού της δεκαετίας του ‘90 (τανκς προς τα δυτικά βαλκάνια), ακολούθησε το manual του αμερικανικού και του αγγλικού: στηρίχτηκε δηλαδή στις τράπεζες, στα δάνεια, στο νόμισμα. Η στρατηγική επιλογή της συμμετοχής στο ευρώ είχε αυτό το νόημα: της υποστήριξης της ιμπεριαλιστικής (εντός και εκτός συνόρων) επιλογής “banks”.
Ενόσω, λοιπόν, οι ελληνικές τράπεζες παίζουν τυπικά το ίδιο παιχνίδι “σωτηρίας” που παίζεται και για τις τράπεζες άλλων ευρωπαϊκών κρατών, η αναπόφευκτη αποτυχία του συγκεκριμένου παιχνιδιού (του εικονικού κυκλώματος κυκλοφορίας του χρήματος) έχει εντελώς διαφορετικές συνέπειες σε καπιταλισμούς που έχουν βιομηχανική ή αγροτική βάση, σε σχέση με καπιταλισμούς που δεν έχουν τέτοια. Όπως ο ελληνικός. Η υπόθεση “νόμισμα” (ευρώ, δραχμή ή οτιδήποτε ενδιάμεσο) αφορά τελικά την διαχείριση των τραπεζών και των παγίων κεφαλαίων γενικά. Για μας σαν εργάτες είναι, σαν τέτοια, μια υπόθεση “lose - lose”, με την έννοια ότι η υποτίμησή μας είναι θαυμάσια εφικτή με οποιονδήποτε τρόπο.

 

η αόρατη...

Δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε συμπτωματικό ότι αυτό το εικονικό κύκλωμα συντήρησης της κίνησης του χρήματος “εφάπτεται” με την πραγματική δημιουργία αξιών, χωρίς να αποκαλύπτεται σε όλο της το εύρος και βάθος αυτή η σχέση. Τι είναι το χρήμα; Το γενικό ισοδύναμο, το μέτρο των ανταλλαγών ανάμεσα σε (πραγματικές) αξίες. Είναι αδιανόητο, λοιπόν, να “κινείται μόνο του”, με απόλυτη αδιαφορία και χωρίς συσχέτιση με την δημιουργία αυτών των αξιών. Θα ήταν σα να χρησιμοποιούνται τα γραμμάρια και τα κιλά χωρίς να ζυγίζεται τίποτα το πραγματικό· ή σα να χρησιμοποιούνται οι πόντοι, τα μέτρα και τα χιλιόμετρα, χωρίς να μετριέται καμία απόσταση. Με άλλα λόγια: κάπου υπάρχει η εργασία (σε σχέση με το εικονικό κύκλωμα) - αλλά πού;
Έχουμε υποστηρίξει σταθερά εδώ και σχεδόν 4 χρόνια ότι στην πρώτη φάση, εκείνη της χρηματοπιστωτικής έκρηξης, στη φάση δηλαδή των “φτηνών δανείων” για όλους, η εργασία αφομοιώθηκε στις λογιστικές κερδοφορίες των τραπεζών και των παρόμοιων μαγαζιών με διπλό τρόπο. Απ’ την μια σαν διαρκής “αόρατη” υποτίμηση του πραγματικού μισθού (τέτοια υποτίμηση ώστε ο μισθός να μην είναι αρκετός για την κάλυψη ακόμα και βασικών αναγκών των σύγχρονων μισθωτών)· και απ’ την άλλη σαν επίσης “αόρατη” υποθήκευση της μελλοντικής εργασίας: η μελλοντική εργασία (οι μελλοντικοί μισθοί) ήταν που θα έπρεπε να ξεπληρώσουν την ήδη πραγματοποιημένη, μέσω δανεικών, κατανάλωση, την ήδη εξασφαλισμένη πραγματοποίηση (μέσω της κατανάλωσης) της υπεραξίας.
Μ’ αυτόν τον διπλό τρόπο η εργασία, δηλαδή η δημιουργία των πραγματικών αξιών, έγινε μεν η βασική “πρώτη ύλη” της “βιομηχανίας του χρήματος”, αλλά με τέτοιον μικρο-σκοπικό τρόπο ώστε να φαίνεται ότι ο πλούτος δεν δημιουργείται απ’ αυτήν αλλά μόνο απ’ την κίνηση και την κυκλοφορία του χρήματος. Τι εννοούμε “μικροσκοπικό τρόπο”; Ο “χρηματικός πλούτος” (τα απεριόριστα μηδενικά των χρηματοπιστωτικών κερδών) φαινόταν τόσο τεράστιος σε σχέση με την πραγματική παραγωγή (οι στατιστικές των αφεντικών τον μετρούσαν 60 ή και 100 φορές μεγαλύτερο) ώστε η εργασία να αναπαρίσταται σαν αμελητέος παράγοντας του κοινωνικού πλούτου· σχεδόν περιττός. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στα χρόνια της χρηματοπιστωτικής “άνοιξης”, πέρα απ’ τα λογιστικά κέρδη, εδραιώθηκε μια ορισμένη πολιτική αλήθεια: η πραγματική εργασία, ο χρόνος της και η “αμοιβή” της (ο μισθός), είναι αξιακά ασήμαντα φαινόμενα, ακόμα και για την καθημερινή ζωή των υποτελών. Πήγε αυτή η αλήθεια ως το σημείο η λέξη “υπεραξία” να πάψει να αφορά την εκμετάλλευση της εργασίας, και να γίνει της μόδας σε σχέση με τα χρηματικά κέρδη απ’ τις αλλαγές των τιμών των μετοχών, των ακινήτων, κλπ.
Οι μεγάλοι κλυδωνισμοί και η μερική κατάρρευση της αντεστραμμένης πυραμίδας (της χρηματοπιστωτικής, λογιστικής και εικονικής κερδοφορίας) που στηριζόταν σ’ αυτήν την “ασήμαντη μύτη” (την δημιουργία αξιών) και ξεδίπλωνε στους ουρανούς απίστευτα νούμερα και μεγέθη, ήταν - από πολλές απόψεις - η εκδίκηση της εργασίας! Όχι, όμως, και η συνειδητή εκδίκηση των εργατών στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο. Ναι μεν αποδεικνυόταν πέρα από οποιαδήποτε αμφιβολία ότι μόνο η δημιουργία πραγματικών αξιών αξίζει το όνομα (κοινωνικός) πλούτος· έλειπε όμως η συνειδητοποίηση αυτής της “απόλυτα αληθινής” αλήθειας απ’ τους πραγματικούς δημιουργούς του κοινωνικού πλούτου. Για μια σύντομη διάρκεια ιστορικού χρόνου, εκεί στα 2008 και 2009, ο καπιταλισμός έδειχνε ξανά τα σωθικά του· αλλά δεν ήταν ακόμα εκεί τα εκατομμύρια των ανδρών και των γυναικών που είχαν κάθε συμφέρον και θα έπρεπε να τα δουν αυτά τα σωθικά. Για μια σύντομη διάρκεια ιστορικού χρόνου η πολιτική ανατίμηση της εργασίας σαν μοναδικής πηγής του πλούτου μπήκε στο κέντρο της ημερήσιας διάταξης των “νοημάτων” στις καπιταλιστικές κοινωνίες· αλλά δεν υπήρχε η ετοιμότητα των σύγχρονων εργατών και εργατριών να αρπάξουν την ευκαιρία.
Μια παρένθεση εδώ. Το πως εννοείται η εργασία (και οι εργάτες) μέσα στις κοινωνίες δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Γιατί όσο αλήθεια είναι ότι χωρίς - δουλειά - τίποτα - δεν - γίνεται, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι η κοινωνική εννόηση και η αξιολόγηση της δουλειάς, σωματικής ή διανοητικής, δεν προκύπτει αυτόματα. Ο δούλος είναι εργάτης· αλλά είναι ένας ακραία υποτιμημένος δημιουργός αξίας, υποτιμημένος με φυσική βία, αλλά και με ιδεολογική διαχείριση.
Στην πράξη κανένα αφεντικό, είτε πριν τον καπιταλισμό είτε στην καπιταλιστική εποχή, δεν θα ήθελε να αναγνωρίσει την εργασία σαν μοναδική (κοινωνική) αξία, με την έννοια της μοναδικής θέσης της στη δημιουργία του πλούτου. Είναι, λοιπόν, άλλο ζήτημα η “ύπαρξη” (δηλαδή: η εκμετάλλευση) της εργασίας, και εντελώς διαφορετικό η “αναγνώρισή” της. Στην πράξη πρόκειται για την ριζική αντιπαλότητα δύο διαφορετικών κοινωνικών υποκειμένων και των συμφερόντων τους: εκείνων που δουλεύουν, απ’ τη μια μεριά· εκείνων που εκμεταλλεύονται την εργασία, απ’ την άλλη. Οι δεύτεροι θέλουν την εργασία και την εκμετάλλευσή της, όχι όμως και την αναγνώριση της απόλυτης προτεραιότητάς της. Οι πρώτοι (στο βαθμό που έχουν συνείδηση της θέσης και της αξίας τους) θέλουν την αναγνώριση αυτής της απόλυτης προτεραιότητας και όχι την εκμετάλλευσή της απ’ τ’ αφεντικά.
Η σύγκρουση αυτών των δύο θέσεων, αυτών των δύο κοινωνικά προσδιορισμένων αντίπαλων συμφερόντων, είναι διαρκής ακόμα κι αν οι εργάτες έχουν παραιτηθεί απ’ τις δικές τους πολιτικές (με την έννοια της κεντρικότητας της εργασίας στη δημιουργία των αξιών) απαιτήσεις. Και είναι διαρκής επειδή, θεωρητικά μιλώντας, δεν υπάρχει “προς τα κάτω” όριο στην εκμετάλλευση: μπορεί να φτάσει ως την φυσική εξόντωση. Ο πόλεμος, στα καπιταλιστικά δεδομένα, είναι η απόδειξη αυτής της αλήθειας.
Η χρηματοπιστωτική έφοδος - στον - ουρανό - της - κερδοφορίας δεν ήταν μια διαχωρισμένη επιλογή των αφεντικών. Ήταν συνέπεια του διαρκούς πολέμου που, χωρίς διαλείμματα, κάνουν εναντίον των προλετάριων. Αφού η μείωση των πραγματικών μισθών, απ’ την δεκαετία του 1980 και μετά, σε συνδυασμό με την εκρηκτικά αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει πουθενά αλλού παρά σε διαρκείς “κρίσεις” υπερπαραγωγής / υποκατάναλωσης, οργάνωσαν την δική τους, καπιταλιστική διαφυγή απ’ την ίδια τη δομική τους αντινομία, μέσω των “δανεικών”. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που δοκίμαζαν αυτό το κόλπο. Και έκτισαν πάνω σ’ αυτά τα δανεικά τις αντιστραμμένες πυραμίδες του χρηματοπιστωτισμού. Για εμάς σαν αυτόνομους εργάτες αυτή η φάση δεν ήταν ένα καπρίτσιο των αφεντικών, απόδειξη δήθεν της ανήθικης πλεονεξίας τους. Ήταν μια συγκεκριμένη φάση του ταξικού ανταγωνισμού, μια συγκεκριμένη φάση του διαρκούς πολέμου που διεξάγουν, ακόμα κι όταν οι εργάτες παραιτούνται από...
Τέλος παρένθεσης

Όταν η μορφή κράτος “υποχρεώθηκε να διασώσει” την χρηματοπιστωτική κερδοφορία, όπως το παραδέχεται ακόμα κι ένας Μπάμπης Π., αυτός ο διαρκής πόλεμος άλλαξε μορφή. Το εικονικό κύκλωμα συντήρησης της κίνησης του χρήματος, για το οποίο έχουμε ήδη μιλήσει, σαν πολιτική επιλογή, ανέλαβε να συνεχίσει να επιδεικνύει την υψηλή προτεραιότητα του χρήματος (του γενικού ισοδύναμου, του “μέτρου” των αξιών) έναντι της εργασίας (της δημιουργίας αυτών των αξιών) - ανέλαβε να συνεχίσει την δουλειά που έκανε ο χρηματοπιστωτισμός στις δόξες του, απ’ το σημείο εκείνο που ήταν πια αδύνατο να δουλέψει μόνος του. Η διπλή θέση της εργασίας νωρίτερα, αφενός σαν αόρατη υποτίμηση και αφετέρου σαν αόρατη υποθήκευση, απέκτησε νέες μορφές, πιο σκληρές - πάντα όμως στο μοτίβο της “αλήθειας” ότι η εργασία αποτελεί, από αξιακή άποψη, ένα περιθωριακό φαινόμενο στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Η υποτίμηση έγινε πιο φανερή, βίαιη και καθολική: προγράμματα “δομικής προσαρμογής” του “κόστους εργασίας”· αλλά και μαζική “εργασία μηδέν” (μαζική “περιττή” εργατική δύναμη) όπως έχει αναλύσει με περισσότερες λεπτομέρειες η συνέλευση του πλάνου 30/900. Η υποθήκευση πάλι πήρε την μορφή της γενίκευσης της “άγριας συσσώρευσης”, είτε σαν οργανωμένο έγκλημα, είτε σαν όξυνση της ενδο-εργατικής βίας, είτε σαν διόγκωση (του αριθμού) των φυλακισμένων.
Δεν θα επαναλάβουμε απόψεις που έχουμε εκθέσει ξανά και ξανά σ’ αυτές εδώ τις σελίδες. Το εικονικό κύκλωμα συτήρησης της κίνησης του χρήματος μεταξύ κρατών και χρηματοπιστωτικών δομών είναι, από καθαρά τεχνική άποψη, λύση ανάγκης· μια “μεταβατική κατάσταση”. Μπορεί να έχει (πάλι μιλώντας τεχνικά) εκείνο ή το άλλο πρόβλημα· στην πραγματικότητα έχει πολλά. Από πολιτική άποψη όμως δουλεύει ως τώρα με επιτυχία. Γιατί έχει τραβήξει την προσοχή, έχει ξαναδιαμορφώσει την εννόηση των καταστάσεων σύμφωνα με τα άμεσα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα των αφεντικών, και έχει διατηρήσει με αρκετή αποτελεσματικότητα την εργασία (την πραγματική δημιουργία πραγματικού πλούτου αλλά και τους δημιουργούς του) σε θέση περιθωριακή ως προς την κρίση και το μέλλον της. Χάρη στην εμπλοκή της μορφής κράτος η υποθήκευση της (μελλοντικής) εργασίας είναι πια ανοικτά και καθαρά πολιτική!

 

... αδέσποτη σταθερά

Σκεπτόμενοι με ψυχρή εργατική λογική θα λέγαμε αυτό: αφού επί καιρό η πολεμική κίνηση των αφεντικών πέτυχε να μετακινήσει την εργασία απ’ το κέντρο των “αιτίων” (των εξηγήσεων δηλαδή...) και των σχέσεων, κι αφού πέτυχε έτσι να σπάσει όλες τις ιστορικές δεσμεύσεις που είχαν (τ’ αφεντικά) απέναντι στους εργάτες (δεσμεύσεις που ήταν προϊόντα προηγούμενων φάσεων του ταξικού πολέμου, φάσεων όπου τον πόλεμο τον είχαμε κηρύξει εμείς, σαν παγκόσμιο προλεταριάτο), τότε η σύγχρονη εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να προσπαθεί να ξανασκαρφαλώσει και να πιάσει - μια - θεσούλα μέσα στον απ’ τα αφεντικά διαμορφωμένο και αναγνωρισμένο ορίζοντα της (διαχείρισης της) κρίσης. Στην πράξη άλλωστε αυτή η θεσούλα υπάρχει: είναι η θεσούλα των φουκαράδων, που τους περιποιείται η εκκλησία, φιλάνθρωπα αφεντικά, ή ανθρωπιστικές μκο. Αφού τ’ αφεντικά, κινούμενα σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, έχουν πετύχει να εμφανίζονται σαν αδιάφορα απέναντι στην τάξη μας, ως το σημείο μάλιστα  να αναπαριστούν τον καπιταλιστικό κόσμο σαν ένα εικονικό κύκλωμα κίνησης του χρήματος μεταξύ κρατών και χρηματοπιστωτισμού· αφού έχουν καταφέρει να μοστράρουν την εικονική ανεξαρτησία τους απέναντι στην εργασία (έχοντας, πάντως, πολύ συγκεκριμένους στόχους για την πραγματική καταστροφή των εργατών...), τότε εμείς δεν έχουμε κανένα συμφέρον να παρακαλάμε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, “να μας δώσουν σημασία”. Και δεν έχουμε κανένα τέτοιο συμφέρον επειδή, παρά την φαινομενική ανεξαρτησία του κεφάλαιου απ’ την εργασία, και παρά την πληθωρική ιδεολογική επένδυση αυτής της φαινομενικής ανεξαρτησίας, είναι η πραγματική δημιουργία πραγματικών αξιών που βρίσκεται πάντα στο κέντρο του κοινωνικού πλούτου... Ακόμα περισσότερο σήμερα και αύριο από ποτέ στην ιστορία, εφόσον ο σύγχρονος κοινωνικός πλούτος περιλαμβάνει αναβαθμισμένες ανάγκες και ικανότητες. Η εργασία είναι πάντα η Μεγάλη Σταθερά. Κι αν τ’ αφεντικά παριστάνουν ότι δεν την χρειάζονται (και, σε κάθε περίπτωση, ότι δεν είναι αναγκασμένα να την λαμβάνουν υπ’ όψη τους πολιτικά...) τότε εμείς ξέρουμε πως αν αυτή η Μεγάλη Σταθερά γίνει και συνειδητά Αδέσποτη (πολιτικά και ιδεολογικά· κι όχι “τεχνικά”, σαν “αυτοαπασχόληση” ας πούμε) τότε θα γυρίσει ανάποδα - τα - τραπέζια πάνω στα οποία τρώνε και πίνουν οι αφέντες. Η “αδιαφορία” των αφεντικών απέναντι στην τάξη μας λαδώνει (με προβλήματα φυσικά) την μεταβατική αυτή φάση της λειτουργίας του συστήματος· η δική μας όμως αδιαφορία απέναντι στις παραστάσεις, τις αναπαραστάσεις, τα προβλήματα και τις λύσεις των αφεντικών, δηλαδή η αδιαπραγμάτευτη πολιτική αυτονομία μας σαν τάξη, το βραχυκυκλώνει. Έτσι γινόταν πάντα.

Τι λέμε; Αυτό το απλό: η διάλυση των ιστορικών συμβολαίων μεταξύ αφεντικών και εργατών (ας πούμε: της εργατικής νομοθεσίας και διάφορων ρυθμίσεων της εποχής του “κράτους πρόνοιας”) απογυμνώνει το πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού από κάθε εμπόδιο· όμως αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά την μονομερή ισχυροποίηση των αφεντικών! Για να εξασφαλιστεί απ’ τα αφεντικά η μονομερής, εκ μέρους τους, κατοχή του πεδίου του ταξικού πολέμου μοναδική προϋπόθεση είναι η δική μας (εργατική) ηττοπάθεια, υποχωρητικότητα, παράδοση. Όμως - και τ’ αφεντικά αυτό το ξέρουν πάρα πολύ καλά - δεν είναι η εργασία που χρειάζεται τ’ αφεντικά αλλά τ’ αφεντικά που χρειάζονται την εργασία! Αυτό σημαίνει ότι η δική μας ύπαρξη είναι δομικά αναγκαία για τον καπιταλισμό· την ίδια στιγμή που τ’ αφεντικά κάνουν ότι μπορούν για να αποφύγουν τον αυτοτελή και απερίσπαστο ταξικό ανταγωνισμό μας. Συνεπώς εκείνο που θα έκρινε την “τύχη” του πολέμου είναι εκείνο που τώρα λείπει: η αναγνώριση, απ’ την μεριά μας σαν εργατών, ότι είμαστε απόλυτα ικανοί και ικανές να συγκροτηθούμε αυτόνομα σαν μαχόμενη τάξη.
Γίνεται τόσο μεγάλη προσπάθεια για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, ώστε - έστω και δια της αντιστροφής - μπορούμε να καταλάβουμε πόσο επίφοβη είναι η πολιτική (και διανοητική) εργατική αυτονομία και αντιπολίτευση. Για παράδειγμα πολλοί έχουν στο στόμα τους τις λέξεις “τάξη”, “ταξικό” κλπ. Ποτέ όμως μόνον αυτές!!! Πάντα “μέσα σε κάτι άλλο”· “μαζί με κάτι άλλο”· “πίσω από κάτι άλλο”· σε λίστες με πολλά άλλα.... Κι όσο πύρινα κι αν είναι τα λόγια, το ηθικό δίδαγμα όλων των φίλων μας, είναι ότι τα εργατικά συμφέροντα πρέπει να τσουβαλιαστούν και να συμψηφιστούν με τον πιο δηλητηριώδη (σαν πιο “κοντινό”...) εχθρό τους: τα μικροαστικά συμφέροντα. Άλλο παράδειγμα: οι φασίστες. Γιατί αμολιούνται τόσο θεαματικά τα σκυλιά των αφεντικών; Πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα, για να αναπαριστούν την βία των αφεντικών και των μικροαστών σαν “ενδοπρολεταριακή” βία, που “είναι αναπόφευκτη λόγω κρίσης, φτώχιας, κλπ”. Ακόμα και οι μαφίες. Τι υπηρεσία προσφέρουν στ’ αφεντικά; Πέρα απ’ τα άλλα (που δεν είναι λίγα) επιβάλλουν την “αλήθεια” ότι η μόνη ικανή μορφή εργατικής οργάνωσης σήμερα είναι η εγκληματική συμμορία.

Έχουμε βέβαια συναίσθηση πως όσο απλό κι αν είναι στην καρδιά του αυτό που υποστηρίζουμε, περί της Αδέσποτης Σταθεράς, άλλο τόσο δύσκολο είναι στην πραγμάτωσή του. Οι εχθροί μας δεν είναι ούτε λίγοι ούτε ευκαταφρόνητοι - το έχουμε καταλάβει πολύ καλά, κι ακόμα καλύτερα αυτά τα δύο τελευταία χρόνια. Ίσως ο χειρότερος ανάμεσά τους είναι η υποκειμενική κατάσταση (μας): ο συνδυασμός ψυχοσυναισθηματικής καταβολής, αδράνειας, φόβων (“απέναντι στο “άγνωστο”, στο μεγαλειώδες άγνωστο της αυτονομίας μας σαν σύγχρονων εργατών!), απωθήσεων, αναβολών, εξαφάνισης της εμπιστοσύνης, καιροσκοπισμού, μικροσυμβιβασμών και μικρομερεμετιών στην καθημερινότητα, δειλίας, συνηθειών, ψόφιων ελπίδων, κλπ κλπ.
Όμως αν έστω και λίγοι, χωρίς “ειδικά προσόντα”, είμαστε σε θέση να επιμένουμε θεωρητικά και πρακτικά “κόντρα στο ρεύμα”, τότε γιατί όχι περισσότεροι;

 

Sarajevo 64 - 07/2012

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Στην τελευταία σύνοδο των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, 28 και 29 Ιούνη, αποφασίστηκε (κατ’ αρχήν) ότι οι τράπεζες θα μπορούν να χρηματοδοτούνται / διασώζονται κατευθείαν από το EFSF (και την μετεξέλιξή τους) χωρίς αυτά τα ποσά να υπολογίζονται σαν δάνειο και χρέος του αντίστοιχου κράτους. Κάπως αναλυτικότερα σε χωριστή αναφορά (τα μαρμαρένια αλώνια).
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020