Sarajevo
 
   

chaos theory

Γιατί εκστράτευσαν οι αμερικάνοι και οι σύμμαχοί τους στο ιράκ; Για τα ιρακινά πετρέλαια... Γιατί “ένας πράκτορας της FSB λέει ότι κάποιοι έστηναν ενέδρα” στον Καραμανλή τον Β; Επειδή θα έκανε συμφωνία με τον Πούτιν για τα ελληνικά πετρέλαια... Γιατί ο Παπαντρέου ο Γ και ο Παπακωνσταντίνου έφεραν με το ζόρι το δντ στην ελλάδα; Για να βάλουν στο χέρι κάποιοι “κακοί” τα ελληνικά πετρέλαια...

Τέτοιου είδους ερωτήσεις και απαντήσεις, όπου εύλογα καταλαβαίνει κανείς πως οι ερωτήσεις κατασκευάζονται κατάλληλα για να επιδέχονται τις συγκεκριμμένες απαντήσεις, συνιστούν τις απλοϊκές φόρμουλες “σκέψης” της εποχής. Είτε σαν βάση για θεωρίες συνωμοσίας είτε σαν βάση για πύρινες πολιτικές αναλύσεις, εκφράζουν ένα είδος γερασμένης, παρηκμασμένης αιτιοκρατίας. Γιατί, στην πράξη, η ορθολογική σχέση αιτίου και αποτελέσματος, σαν κοινωνικός τρόπος σκέψης, έχει διαβρωθεί έως καταστραφεί απ’ το Θέαμα και τον κατακλυσμό των εντυπώσεων. Τελικά, αυτό που θέλει να μοιάζει σα λογική συσχέτιση αιτίων και αποτελεσμάτων έχει ξεπέσει σε μια αναπαράσταση ντετερμινισμού, γεμάτη τρύπες και σκιές. Οι συνωμοσιολόγοι αυτο-δημιουργούνται ακριβώς έτσι: ξεφορτώνονται τα λογικά κενά των ισχυρισμών τους, προβάλλοντάς τα σαν “μυστικά” της πραγματικότητας.

Αλλά η μονοδιάστατη αιτιοκρατία, ακόμα κι αν κατάφερνε να επιζήσει απ’ την Θεαματική πλημμύρα, κτυπιέται και από μια άλλη μεριά. Ο κόσμος, ο καπιταλιστικός κόσμος, έχει γίνει πιο σύνθετος, πιο πολύπλοκος - απ’ ότι, ας πούμε, πριν μισό αιώνα. Τι σημαίνει “πιο πολύπλοκος”; Σημαίνει πως περισσότεροι παράγοντες, σε ένα πλήθος ζητημάτων, απ’ την καθημερινή ζωή ως τις διακρατικές σχέσεις και τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι δυνατόν να επηρεάζουν τις εξελίξεις.
Απέναντι σε οποιαδήποτε συνθετότητα, η δοξασμένη απλοϊκή σκέψη αντιδρά σπασμωδικά, μ’ έναν υπόγειο πανικό. Απέναντι σε καταστάσεις όπου όχι ένα αλλά περισσότερα αίτια έχουν ή μπορούν να έχουν όχι ένα αλλά περισσότερα αποτελέσματα, η απλοϊκή σκέψη δείχνει ένα είδος ψυχαναγκαστικής εχθρότητας. Και προσπαθεί (συνήθως μάταια) να υποβιβάσει την συνθετότητα των καταστάσεων σε μια γραμμική, μονοδιάστατη εξήγηση, όσο το δυνατόν πιο “απλή”. Οι νευρωσικές και οι ψυχωσικές καθηλώσεις δεν απέχουν πολύ απ’ αυτήν την προσπάθεια. Είτε είναι ατομικές, είτε είναι συλλογικές.

Τον Μάρτιο του 1998, στις σελίδες ενός περιοδικού (τρίτη γενιά νο 9) δημοσιεύτηκε μια σχετικά σύντομη παρουσίαση της θεωρίας του χάους. Η θεωρία του χάους δεν ήταν καινούργια το 1998· είχε ολοκληρώσει προ πολλού τον κύκλο της επιστημονικής αναγνώρισής της, και είχε περάσει για τα καλά στα πεδία των εφαρμογών. Το 1998 υποστηρίζαμε (το ίδιο υποστηρίζουμε ακόμα...) πως όσο περισσότερο πρακτικοί θέλουν να είναι οι κινηματικοί υπηρέτες του κοινωνικού / ταξικού ανταγωνισμού, τόσο καλύτερα ενημερωμένοι πρέπει να είναι σε θεωρητικά ζητήματα, και ειδικά σε παλιότερες ή νεώτερες θεωρίες που χρησιμοποιούνται απ’ τα επιτελεία των αφεντικών. Και τόσο περισσότερο πρέπει να έχουν σε πλήρη ετοιμότητα τις αιχμές της κριτικής τους. Η θεωρία του χάους ανήκε σ’ αυτήν την κατηγορία· παρότι (όπως συμβαίνει σε αρκετές περιπτώσεις) θα μπορούσε να έχει ακόμα και αντίθετη, δηλαδή χειραφετική αξιοποίηση.
Το 1998 υποστηρίζαμε τέτοια πράγματα, το 2012 τα υποστηρίζουμε ακόμα, αλλά στα 14 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει έχουμε πάρει την απάντηση: τι "θεωρίες" και μαλακίες; Μ’ αυτά θα ασχολούμαστε; Τα αντανακλαστικά να ‘ναι καλά... Τα εξαρτημένα αντανακλαστικά βέβαια - αυτό δεν το παραδέχεται κανείς.
Ξαναδημοσιεύουμε το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της έκθεσης αφού, με δεδομένη την γενική διανοητική καθίζηση, εξακολουθεί να έχει αξία για όσους κι όσες δεν έχουν κάψει (κι ούτε θέλουν να κάψουν) τα φαιά τους κύτταρα. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πως η αξία της περιγραφής μερικών βασικών χαρακτηριστικών της θεωρίας του χάους έχει μια επιπλέον επικαιρότητα, σε σχέση με την διαχείριση της κρίσης· θα μπορούσαμε επιπλέον να δείξουμε το γιατί. Μια νύξη μόνο χωριστά, αναδημοσίευση κι αυτή, θα προσφέρουμε σ’ αυτό· αφήνοντας προς το παρόν την τέτοια συσχέτιση στις δικές σας σκέψεις.
Θα προσθέσουμε στο τέλος της αναδημοσίευσης, μερικές επιπλέον σκέψεις σχετικά με την διανοητική καθίζηση των καπιταλιστικά αναπτυγμένων κοινωνιών - και της ελληνικής φυσικά.
Πρώτα η παρουσίαση του 1998:

 

Sarajevo 61 - 04/2012

Για ένα καρφί, χάθηκε ένα πέταλο·
Για ένα πέταλο, χάθηκε το άλογο·
Για ένα άλογο, χάθηκε ο καβαλάρης·
Για έναν καβαλάρη, χάθηκε η μάχη·
Για μια μάχη, χάθηκε η αυτοκρατορία!
(κινέζικη σοφία)

Η σύλληψη της θεωρίας του χάους, η μετεωρολογία και τα καιρικά φαινόμενα, η εξέλιξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών: αυτό είναι το τρίγωνο, επιστημονικό, τεχνικό, ακόμα και φιλοσοφικό, που έχει συμβάλει στη ριζική διαφοροποίηση όχι μόνο αναλύσεων, αλλά και τρόπου σκέψης.
Όλοι έχουμε, τουλάχιστον εμπειρικά, τη γνώση πως τα καιρικά φαινόμενα δεν επαναλαμβάνονται ποτέ τα ίδια, αν και δεν φαίνονται να εξαρτιώνται από απεριόριστους παράγοντες. Ο πειρασμός μιας απόλυτα ακριβούς πρόβλεψης των καιρικών αλλαγών προέκυψε σαν μέσα του 20ου αιοώνα, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Γιατί; Και γιατί τότε;
Πιθανόν επειδή τότε άρχισε, τουλάχιστον μέσα στα επιστημονικά κυκλώματα, να ανθίζει η ελπίδα πως με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές θα φτάσει γρήγορα η στιγμή της απεριόριστης “καταγραφής, αποθήκευσης και επεξεργασίας” δεδομένων - ένα απόλυτο πλεονέκτημα συλλογής όλων των στοιχείων που χρειάζονται για την ασφαλή πρόβλεψη ενός τόσο ασταθούς φυσικού φαινομένου όπως ο καιρός.
Πιθανόν επειδή η πρόγνωση του καιρού ήταν το πιο πρόχειρο πολύπλοκο σύστημα, για να φτιαχτεί επάνω του μια μεθοδολογία και μια τεχνολογία αξιοποίησιμη και σε άλλα συστήματα: βιολογικά, οικονομικά, κοινωνικά.
Πιθανόν, τέλος, επειδή με το δέλεαρ της σίγουρης πρόβλεψης του καιρού, που επηρεάζει πολλές καπιταλιστικές δραστηριότητες, από την γεωργία μέχρι τον τουρισμό και από τον πόλεμο μέχρι το εμπόριο και την διαφήμιση, οι τεχνοεπιστήμονες θα μπορούσαν να καταξιωθούν. Με το αζημίωτο, φυσικά.
Ένα είναι σίγουρο, και δεν κρύφτηκε: στο κέντρο του ψαξίματος ήταν η πρόβλεψη και ο έλεγχος.

Ο Λόρεντζ, ερευνητής μετερεωλόγος και μαθηματικός, είχε φτιάξει για τον υπολογιστή του ένα πρόγραμμα προσομοίωσης του καιρού. Ήταν 1960, στο Μ.Ι.Τ. Ο Λόρεντζ είχε υπηρετήσει στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην υπηρεσία πρόγνωσης του καιρού της αεροπορίας στρατού, και από πολλές απόψεις ήξερε καλά πόσο κρίσιμη μπορεί να αποδειχθεί η πετυχημένη ή μη πρόβλεψη μιας συννεφιάς ή μιας θύελλας· για τα βομβαρδιστικά και όχι μόνο.
Το σύστημα των εξισώσεων που είχε εισάγει στον υπολογιστή ήταν σχετικά απλό, αλλά μπορούσε να αναπαριστά τις καιρικές μεταβολές πειστικά σε γενικές γραμμές. Ύπήρχε ένας κάποιος ρυθμός στις εμφανίσεις των φαινομένων, όπως τυπωνόταν αργά και σταθερά η γραφική αναπαράστασή τους - αλλά ποτέ μια ακριβής επανάληψη ενός φαινομένου. Κι αυτό ταίριαζε επίσης με την πραγματικότητα. Ήταν κάτι σαν τακτική αταξία.
Ύστερα, ένα βράδυ του χειμώνα του 1961, θέλωντας να τυπώσει μια ακολουθία πρόγνωσης μεγαλύτερου χρονικού μήκους, σκέφτηκε αντί να ξεκινήσει πάλι από την αρχή, να ξεκινήσει την εκτύπωση απ’ τη μέση. Πληκτρολόγησε τις “αρχικές συνθήκες” των εξισώσεων, αντέγραψε τα αποτελέσματα της προηγούμενης εκτύπωσης, και άφησε τον υπολογιστή να συνεχίσει την δουλειά μόνος του. Κατέβηκε στο μπαρ του κτιρίου για έναν καφέ. Όταν γύρισε βρέθηκε μπροστά στην έκπληξη.

Κανονικά, με ό,τι ήξερε σαν “κανονικό” μέχρι εκείνη την στιγμή, οι καμπύλες που τυπώνονταν θα έπρεπε να ήταν ίδιες, ή σχεδόν ίδιες, με την γραφική παράταση των προγνώσεων που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα. Είχε αντιγράψει τους σωστούς αριθμούς, το πρόγραμμα ήταν το ίδιο, αλλά... Καθώς το χαρτί έβγαινε απ’ τον εκτυπωτή, η γραφική παράσταση κατά τον άξονα του χρόνου άλλαζε θεαματικά. Μετά από λίγους μήνες το γράφημα της πρόγνωσης του καιρού είχε χάσει οποιαδήποτε σχέση με αυτό που θα έπρεπε να δείχνει, “κανονικά”. Του φαινόταν σαν ο υπολογιστής, μαζί με το πρόγραμμα και τα δεδομένα, να είχαν γίνει ένα μαγικό καπέλο, απ’ όπου μπορούσε να τραβήξει τυχαία δύο διαφορετικές προβλέψεις. Τί στο διάολο; Μήπως είχε χαλάσει το μηχάνημα;
Συνειδητοποίησε ακαριαία ποιά θα μπορούσε να είναι η αιτία αυτής της διαφοράς. Στη μνήμη του υπολογιστή μια συγκεκριμένη παράμετρος των “αρχικών συνθηκών” είχε αποθηκευτεί με έξι δεκαδικά ψηφία, σαν το νούμερο 0,506127. Στην καινούργια εκτύπωση που ζήτησε ο Λόρεντζ, για οικονομία ή από βαρεμάρα, είχε πληκτρολογήσει 0,506. Είχε υποθέσει ότι μια διαφορά της τάξης του 0,000127 δεν θα είχε σοβαρές συνέπειες.
Αλλά είχε.

Σύμφωνα με τις ως τότε επιστημονικές σταθερές αντιλήψεων, μια μικρή αριθμητική απόκλιση στην αφετηρία μιας γραμμικής εξίσωσης ή ενός συστήματος γραμμικών εξισώσεων, θα είχε μια ανάλογα μικρή διαφορά αποτελέσματος, στο τέλος. Αυτή η η μικρή απλοποίηση του 0,000127 που είχε κάνει ο Λόρεντζ θα έπρεπε, “κανονικά”, να οδηγήσει σε μια ασήμαντη μετατόπιση της καμπύλης για τον καιρό των επόμενων μηνών. Ήταν κάτι σαν ένα μικρό ρεύμα ανέμου, που κανείς δεν το παίρνει ποτέ στα σοβαρά σαν αιτία αλλαγής ενός καιρικού φαινομένου σε μεγάλη κλίμακα. Κι όμως, αυτό ακριβώς είχε συμβεί στην προσομοίωσή του: εκείνη η μικρή απάλειψη του 0,000127 στα αρχικά δεδομένα είχε οδηγήσει σε ριζικές διαφοροποιήσεις, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν καταστροφικές. Κάτι δεν πήγαινε καλά - όχι με τον υπολογιστή του ή τις εξισώσεις που είχε φτιάξει, αλλά με την γενική επιστημονική θεώρηση, τουλάχιστον στα μαθηματικά και στη φυσική. Και με τις βεβαιότητές τους.

Ας δούμε γύρω γύρω απ’ την οδυνηρή έκπληξη του Λόρεντζ: οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 ήταν δεκαετίες μεγάλης επιστημονικής και τεχνολογικής αισιοδοξίας. Σε σχέση με το στοίχημα “ακριβής πρόβλεψη του καιρού σε μεγάλο χρονικό βάθος”, δύο τεχνολογίες εξελίσσονταν μαζί: οι ψηφιακοί υπολογιστές και οι μετερεωλογικοί (και όχι μόνον...) δορυφόροι. Πνευματικός ηγέτης αυτού του καλπασμού ήταν ο Φον Νόυμαν, για τον οποίο η αιχμαλωσία της μετερεωλογικής πρόβλεψης ήταν το πρόκριμα για την επιστύχια των προβλέψεων σε κάθε σύστημα. Ειδικά μάλιστα σε σχέση με την πρόβλεψη του καιρού, οι θριαμβολογίες στα μμε της εποχής δεν έκρυβαν το όνειρο: στο βαθμό που μπορεί κάποιος να προβλέψει ακριβώς τον καιρό αρκετά νωρίτερα, μπορεί επίσης και να τον αλλάξει. Αν η αρχή και το τέλος των εξισώσεων είναι σωστά και ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε αρκεί να εκφράσει κανείς την προτίμησή του για το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Μια κατάλληλη αλλαγή στα αρχικά δεδομένα, και να ο λαγός απ’ το καπέλο: η γη θα αποκτούσε air condition!
Η αισιοδοξία βασιζόταν σε μια βεβαιότητα, σε μια “επιστημονική αλήθεια”, που αποδείχθηκε εκείνο το βράδυ, μπροστά στο αμήχανο αλλά εύστροφο μυαλό του Λόρεντζ, τραγικά λαθεμένη. Το “αριθμητικά ασήμαντο”, και μαζί του το “ποσοτικά ασήμαντο”, που μέχρι τότε μπορούσε κανείς να μην το λαμβάνει υπόψη του, είχε γυρίσει για να εκδικηθεί. Η πεποίθηση πως μια “κατά προσέγγιση” αρχική συνθήκη θα οδηγήσει γραμμικά σε μια το ίδιο “κατά προσέγγιση” τελική εκτίμηση είχε γκρεμιστεί. Μια που όλη η ιστορία των επιστημονικών θεωριών και τεχνικών υποθέσεων ήταν βασισμένη ακριβώς σε “στρογγυλοποιήσεις” και σε “απλοποιήσεις” ασήμαντων ποσοτήτων, ο Λόρεντζ ένοιωσε πως το έδαφος έφευγε κάτω απ’ τα πόδια του. Όλη η τάξη των μαθηματικών και της φυσικής αποδεικνυόταν μια λαμπρή μεν, μικρή δε εξαίρεση στην πραγματικότητα.
Το σημαντικό είναι πως ο Λόρεντζ, λες και ήταν προετοιμασμένος διανοητικά από καιρό, δεν αντέδρασε σκεφτόμενος “λάθος”. Το μυαλό του, εκείνο το βράδυ και μετά, άρχισε να θυμάται δεκάδες και εκατοντάδες περιστατικά, από την εκπαίδευσή του ακόμα, που παρόμοια “λάθη” ήταν πανταχού παρόντα, και μονίμως εξόριστα, από το επιστημονικό ενδιαφέρον. “Παράσιτα”, που παρείσφρυαν απρόβλεπτα σε μετρήσεις και πειράματα κάθε είδους, απρόβλεπτα επεισόδια, για τα πιο επίμονα των οποίων η “λύση” ήταν να εφευρίσκεται μια “σταθερά Χ”.
Κάποια χρόνια αργότερα, σχολιάζοντας σκωπτικά όλες αυτές τις επιστημονικές βεβαιότητες, έλεγε πως δεν μπορεί κανείς να προβλέψει με ακρίβεια την θερμοκρασία σε διάφορα σημεία μιας κούπας ζεστού καφέ, ένα λεπτό μετά το σερβιρισμά του. Μπορεί να προβλέψει την θερμοκρασία μετά από δύο ώρες - όταν θα έχει κρυώσει. Είναι στο χέρι του καθενός να επιλέξει εάν η αδυναμία του στην πρόβλεψη είναι ένα “ενοχλητικό υπόλοιπο” μιας κατά τα άλλα πετυχημένης ικανότητας πρόβλεψης (η θερμοκρασία του καφέ μετά από δύο ώρες), ή αν αυτή ακριβώς η πρόβλεψη για μετά από δύο ώρες είναι μια “πετυχημένη εξαίρεση” σε μια λαθεμένη, και εν γένει αποτυχημένη μέθοδο.
Όμως ο Λόρεντζ είχε υποψιαστεί και κάτι ακόμα. Εκείνη η εκτύπωση ήταν απρόβλεπτη - δεν ήταν άτακτη. Η εισβολή του μικρού, ασήμαντου παράγοντα 0,000127 (και ανάλογα κάθε μικρού και ασήμαντου παράγοντα) μπορεί μεν να κατέστρεφε την συμβατική προβλεψιμότητα· φαινόταν όμως να βγάζει στην επιφάνεια κάποιες άλλες νομοτέλειες.
Η έννοια “χάος” δεν είχε ανέβει στο επιστημονικό στερέωμα ακόμα. Κάμποσα χρόνια αργότερα μιλούσαν γι’ αυτήν. Για το χάος. Και για τις “νησίδες τάξης” που μπορούν να ανιχνευτούν μέσα σ’ αυτό.
Και όχι μόνο στον καιρό και στα μετερεωλογικά φαινόμενα...

Η διήγηση της εποποιίας της θεωρίας του χάους απ’ την μεριά μας θα σταματήσει εδώ. Υπάρχουν βιβλία που την εξιστορούν, και δεν χρειάζεται να είναι κανείς μυημένος στα μαθηματικά για να τα διαβάσει.
Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, οι πρωτοπόροι είναι κάτι ανάμεσα σε αιρετικούς και απόβλητους - επιστημολογικλά, στην προκειμένη περίπτωση. Τεχνοφρικιά και φοιτητικές κολλεκτίβες... Ξενύχτια, καφέδες και φιλοσοφία... Περίεργες καινούργιες έννοιες και παλιά κλασσικά προβλήματα... Υποτυπώδη συνέδρια και ακατανόητες ανακοινώσεις: όπως θα μουρμούριζε και ο Γαλιλαίος “... και όμως κινείται”. Η δεκαετία του 1970 ήταν γεμάτη από περιστατικά με τα οποία η θεωρία του χάους κέρδιζε έδαφος, και μάλιστα όχι μόνο στο δικό της γήπεδο, τη φυσική, αλλά στις πιο ετερόκλητες μεταξύ τους επιστήμες και τεχνικές: στη βιολογία, στην κοινωνιολογία, στην οικονομία, στην ψυχιατρική.
Με δυο λόγια μερικά από τα βασικά της πορίσματα είναι:
- Δεν υπάρχει ποσοτική μέτρηση που να μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα ακριβής. Κάθε τέτοια μέτρηση είναι συμβασιακή, στηρίζεται σε παραδοχές κλίμακας, μεγέθους, συνθηκών και, βέβαια, μέσων και τρόπων. Κατά συνέπεια, κάθε ποσοτική μέτρηση (και κάθε λογαριασμός που βασίζεται σ’ αυτήν) βρίσκεται λίγο ή πολύ στο έλεος των “αστάθμητων παραγόντων” που έχει δημιουργήσει η ίδια, όταν από την πραγματικότητα ορίζει τι μετρίεται και τι όχι. Βρίσκεται στο έλεος των “λεπτομερειών” που έχει αποκλείσει από τον ορίζοντά της.
- Στο βαθμό που ένα φυσικό ή μαθηματικό μοντέλο αναπαράστασης της πραγματικότητας είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένο να στηρίζεται σε ποσοτικές μ,ετρήσεις, εκείνο που πρέπει να του αναγνωριστεί πως πιθανότατα βρίσκεται σε ευαίσθητη εξάρτηση από τις “αρχικές συνθήκες”. Σε ευαίσθητη εξάρτηση, δηλαδή, από τις παραλείψεις που κάνει κάθε κατά προσέγγιση μέτρηση. Μόνο που οι “αρχικές συνθήκες” δεν είναι μια μονάχα στιγμή. Αλλά κάθε στιγμή! Κατά συνέπεια, αν υπάρχει κάποια “τάξη” στην αναπαράσταση της πραγματικότητας από την φυσική ή τα μαθηματικά, αυτή είναι η εξαίρεση. Ο κανόνας είναι η αταξία. Το χάος.
- Η αταξία, το χάος, αν και μπορούν να αναγνωριστούν σαν το “λάθος” ή ο “θόρυβος” στις γραμμικές εξισώσεις και τα γραμμικά συστήματα, δεν μπορούν να αναπαρασταθούν απ’ αυτά. Η θεωρία του χάους κάνει την υπόθεση (αυτή είναι η γενέθλια υπόθεσή της) πως το χάος έχει τις δικές του κανονικότητες, που όμως δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ”κανονικό” σε οποιαδήποτε γραμμική αναπαράσταση τάξης.
Για παράδειγμα: αν βάλετε δύο κόκκους άμμου σε μια ποσότητα ζυμαριού και αρχίσετε να το πλάθετε με ένα σταθερό και συγκεκριμένο τρόπο (π.χ.: άπλωμα, δίπλωμα βορρά / νότου, άπλωμα, δίπλωμα ανατολής / δύσης, άπλωμα, δίπλωμα βορρά / νότου, κ.ο.κ.) η κίνηση των κόκκων είναι χαοτική, άτακτη. Με κλασσικούς όρους δεν μπορεί κανείς να προβλέψει τη θέση τους ύστερα από 3, 4 ή 5 γύρους - αν και οι κινήσεις του ζυμώματος είναι τακτικές και κυκλικά επαναλαμβανόμενες. Αλλά - υποστηρίζει η θεωρία του χάους - σ’ αυτήν την αταξία υπάρχει τουλάχιστον μία δομή, ένας ντετερμινισμός: οι ίδιες οι κινήσεις του ζυμώματος. Η διαδρομή των κόκκων και η πιθανή θέση τους μπορούν να περιγραφτούν όχι με μια γραμμική αναπαράσταση, αλλά με μια τοπολογική αφαίρεση, στη βάση αυτών των κινήσεων. Εισηγείται έτσι μια ποιοτική αναπαράσταση: υπάρχουν πάρα πολλά φαινόμενα και γεγονότα, τελικά τα περισσότερα, που χαρακτηρίζονται από τέτοιου είδος χάος.
- Τα περισσότερα από τα συστήματα (ή, πιο σωστά, τα περισσότερα από αυτά της πραγματικότητας που μπορούν να θεωρηθούν συστήματα) έχουν χαοτικές ή εν δυνάμει χαοτικές συμπεριφορές. Οι σχέσεις του “μικρού” και του “μεγάλου” δεν έχουν την απόσταση που επί κάμποσους αιώνες εννοούσε η φυσική. Είναι δυναμικά συστήματα, μη γραμμικά. Το πρότυπό τους είναι τα ρευστά, οι ροές, όπου μια ασήμαντη αλλαγή των συνθηκών ή της συμπεριφοράς μπορεί να επιφέρει ακαριαία αλλαγές μεγάλης κλίμακας. Αλλά για να αναγνωριστεί το χάος επιστημολογικά, χρειάζεται μια ριζική αλλαγή οπτικής: αντί το ενδιαφέρον να εστιάζει στο να μετρηθούν οι συνθήκες σε ένα μόνο σημείο και για μια ελάχιστη στιγμή, θα πρέπει το ρευστό να γίνει αντιληπτό σαν ένα γίγνεσθαι στο σύνολό του. Οι απροειδοποίητες αλλαγές στη ροή του δεν είναι εξαίρεση, πειραματικό ατύχημα ή λάθος. Είναι Ο κανόνας.
- Η οποιαδήποτε αναπαράσταση του χάους μπορεί να είναι μόνο ποιοτική. Τα μαθηματικά, και προπαντός η φυσική, αν θέλουν να ξαναβρούν τον ρεαλισμό τους, πρέπει να συμφιλιωθούν με τους “απρόβλεπτους παράγοντες”. Και η θεωρία του χάους υποδεικνύει πως το ενδιαφέρον τελικά δεν βρίσκεται στο κυνήγι μιας γραμμικής προβλεψιμότητας που εύκολα αγνοεί το πέταγμα μιας πεταλούδας, αλλά και απροειδοποίητα καταστρέφεται απ’ αυτό. Το ενδιαφέρον βρίσκεται μάλλον στον προσδιορισμό, κάθε φορά, των ποιοτικών “βαθμών αταξίας” που μπορεί να έχει ένα σύστημα. Για την θεωρία του χάους το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πόσο ευάλωτο είναι ένα σύστημα, και όχι στην βεβαιότητα ότι δεν είναι τέτοιο.

Μέχρι εδώ, όλα αυτά, αν είναι κατανοητά, φαίνονται οπωσδήποτε πολύ θεωρητικά, και μακρινά απ’ την κοινωνική ζωή. θα δείξουμε πιο κάτω πως αυτό δεν ισχύει. Κι αμέσως πρέπει να ξακαθαρίσουμε μερικά πράγματα από την “αρχαιολογία” (τώρα πια...) της θεωρίας του χάους.
Το πρώτο αφορά την ιστορική καταγωγή της από τις μετερεωλογικές έρευνες. Είπαμε ήδη πως στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 η δυνατότητα μεσομακροπρόθεσμης πρόβλεψης του καιρού ήταν ένα στοίχημα με πολλές προοπτικές εφαρμογών και σε άλλα συστήματα. Η θεωρία του χάους ξεπήδησε από αυτό το στοίχημα, βάζοντας ένα μεγάλο ερωτηματικό στην ακρίβεια των προβλέψεων. Δεν κλόνισε όμως (το αντίθετο!) ούτε την υπόθεση του “συστήματος” γενικά, ούτε και την υπόθεση των αναλογιών μεταξύ διαφορετικών συστημάτων. Εν τέλει ο “καιρός” παρέμεινε, και ισχυροποιπηθηκε σ’ αυτήν την θέση, σαν το είδωλο του χρηματιστηρίου, των απεργιών, της βιολογίας και εκατοντάδων άλλων “συστημάτων” - κοινωνικών σχέσεων. Είναι μήπως αυτό μια αλήθεια γνωστή;
Για να το θέσουμε αλλιώς: πόσες φορές έχετε ακούσει ή έχετε χρησιμοποιήσει την λέξη “κλίμα” σε διάφορες θέσεις του είδους οικονομικό κλίμα, πολιτικό κλίμα, επενδυτικό κλίμα, ή χάλασε το μεταξύ μας καλό κλίμα, ε; Πόσες φορές έχετε ακούσει ή έχετε χρησιμοποιήσεις την λέξη “ατμόσφαιρα” με παρόμοιο τρόπο; Απαντάμε: τόσες ώστε να είναι αρκετό να υποθέσουνε ότι η “μετρεωλογικοποίηση” των κοινωνικών σχέσεων είναι κάτι κοινότυπο, μια ιστορία που πάει πολύ μακρυά - ή πολύ κοντά, αν προτιμάτε.
Προς το παρόν μια διαπίστωση: η εγκατάσταση των καιρικών φαινομένων σαν αναλογιών, σαν σημασιολογικών κοσμοειδώλων μέσα στις κοινωνικές σχέσεις, δεν είχε μόνο μια επιστημονικοτεχνική πλευρά. Αλλά μια γενικότερα ιδεολογική, και εν τέλει πολιτική πολυπρισματικότητα. Κι αν από καθαρά τεχνική άποψη το όνειρο της απόλυτης ακρίβειας στις μετρήσεις δέχτηκε ένα ίσως θανατηφόρο κτύπημα, όμως η θεωρία του χάους αναδύθηκε σαν ένα πειστικότερο, καλύτερα αρθωμένο εργαλείο, για να υπηρετήσει αξιόπιστα όχι την χαμένη τιμή της ακριβούς πρόβλεψης βροχών και ηλιοφανειών, αλλά την λειτουργική αναλογία μεταξύ των περισσότερων, κατά το δυνατόν, συστημάτων. Λειτουργική αναλογία για λογαριασμό ποιών; - θα πρέπει να αναρωτηθείτε. Έ, ώσπου να “κατακτήσουμε” όλοι και όλες την θεωρία του χάους έχουμε αρκετό χρόνο να βρούμε για λογαριασμό ποιών δούλεψαν οι προηγούμενες θεωρίες πρόγνωσης και ελέγχου.

Το δεύτερο ζήτημα σχετικά με την γέννηση και την εξέλιξη της θεωρίας του χάους αφορά την άμεση σχέση της με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι στρογγυλοποιήσεις των αριθμών και των μετρήσεων θα είχαν αποδειχθεί ανθεκτικές στη “φιλοσοφία” της φυσικής και των μαθηματικών αν δεν συνέβαινε αυτές οι μηχανές να έχουν φτιαχτεί για να κάνουν τεράστιους όγκους αριθμητικών πράξεων, και με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από εκείνη του δικού μας μυαλού. Ούτε ο Λόρεντζ ούτε κανένας άλλος θα είχε ποτέ τόσο χειροπιαστές ενδείξεις ότι “κάτι δεν πάει καλά” αν έκανε τη δουλειά με το χέρι. Κατά κάποιον τρόπο οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, που εφευρέθηκαν ακριβώς για να διαχειριστούν ποσοτικές μετρήσεις και δεδομένα, ανέδειξαν ένα “όριο”, επειδή μεγέθυναν την απαίτηση της ακρίβειας.  Για να το πούμε διαφορετικά, εκεί που όλοι ήταν προσανατολισμένοι στην υπολογιστκή ουτοπία τους προέκυψε μια υπολογιστική χίμαιρα. Η “στροφή” που υποδείχθηκε μέσω της θεωρίας του χάους ήταν οπωσδήποτε μια επιστημολογική τομή, ήταν όμως και μια πολιτική τομή.
Γιατί πέρα από το κατά πόσον ο καιρός, το χρηματιστήριο ή η ζωή μιας πόλης θα μπορούσαν να είναι προβλέψιμα και ελέγξιμα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εκείνο που υπολάνθανε κάτω από την μεγέθυνση της απαίτησης για ακρίβεια ήταν το κατά πόσον τόσο η ίδια αυτή η απαίτηση όσο και ο τεχνικός εξοπλισμός και πολιτισμός της, θα είχαν οποιανδήποτε κοινωνική αξία αν, κάθε τόσο, “πάλι έξω πέσαμε”, εξαιτίας κάποιου “απρόβλεπτου παράγοντα”!
Λέμε ότι η θεωρία του χάους, όσες τρύπες κι αν άνοιγε στην παραδοσιακή φυσική, έδινε απ’ την άλλη καινούργιο νόημα στην ηλεκτρονική υπολογιστική μηχανή. Και πιο γενικά στον μηχανισμό. Γιατί μόνο μέσω του μηχανισμού γινόταν επιστημονικά αντιληπτή η “παρουσία” της αταξίας: στην υπερβολή της γραμμικής διαδικασίας και των ελπίδων της μούδιαζαν ένα πλήθος βεβαιοτήτων, όχι όμως και μια φρεσκοανακαινισμένη: ο κόσμος είναι συστήματα, τα συστήματα είναι κόσμος.

Και φτάνουμε στο τελευταίο κεφάλαιο αυτής της αναγκαστικά σύντομης αναφοράς: τον τρόπο που η συγκεκριμένη θεωρία διαμορφώνει ήδη τον κοινωνικό της ορίζοντα. Τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει τα δεδομένα.
Θα έχετε προσέξει, υποθέτουμε, το πόσο συχνά χρησιμοποιείται η έννοια “σενάριο” σε διάφορες περιοχές του δημόσιου, καθεστωτικού λόγου - αλλά πλέον και στις καθημερινές σχέσεις. Σενάρια για την οικονομία, σενάρια για την πολιτική, σενάρια για τις διακρατικές σχέσεις, πολεμικά σενάρια και σενάρια ειρήνης... Αν στη χρήση αυτής της έννοιας - κλειδί κάποιος υποψιάζεται την ομολογία της θεατρικότητας / θεαματικότητας των μεθόδων κυριαρχίας, χωρις να πέφτει έξω δεν πιάνει τον πυρήνα. Το “σενάριο” προέρχεται (ή δικαιολογείται) κατευθείαν απ’ τις εφαρμογές της θεωρίας του χάους και άλλων συναφών θεωριών. Το ζήτημα είναι τώρα όχι μία και μοναδική αιτιοκρατική γραμμή αλλά οι κατά το δυνατόν περισσότερες πιθανολογικά αιτιοκρατικές γραμμές συμπεριφοράς, ακόμα κιαν αυτές δεν συγκλίνουν μεταξύ τους. Το ζήτημα είναι τώρα όχι η κατασκευή κλειστών, στατικών μοντέλων, αλλά η δημιουργία ανοικτών, δυναμικών μοντέλων, με την επίγνωση ότι αυτά τα δεύτερα είναι ασταθή, “ευαίσθητα σε μικρές επιρροές”, εν δυνάμει με μη τακτική συμπεριφορά.
Ένα παράδειγμα μπορεί να είναι κατατοπιστικό. Μέχρι τώρα ο ιδιοκτήτης ή οι μέτοχοι ενός εργοστασίου, μιας βιομηχανίας, ήλπιζαν ότι με την συλλογή και την επεξεργασία κάποιου στατιστικού υλικού θα μπορούσαν να προβλέψουν την πορεία της παραγωγής τους ή του μεριδίου τους στην αγορά. Τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, ας πούμε για χρονικό ορίζοντα ενός ή δύο χρόνων. Προφανώς αυτά τα στοιχεία ήταν η (γραμμική) διαδρομή του παρελθόντος της επιχείρησης, όπως και η (εξίσου γραμμική) συμπεριφορά του κλάδου γενικότερα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να λαμβάνουν υπ’ όψη τους ορισμένα “βασικά μεγέθη”, αφήνοντας στην άκρη άλλους παράγοντες που ήταν ή τους φαίνονταν άσχετοι ή ασήμαντοι.
Η θεωρία του χάους έρχεται να υποστηρίξει (και έχει πολλά όπλα για να το πετύχει) ότι αυτή είναι μια πολύ συντηρητική μέθοδος, που θα αποτυγχάνει πάντα εκεί που είναι περισσότερο αναγκαία: όταν συμβαίνουν κάποια “έκτακτα” περιστατικά. Υποστηρίζει επίσης ότι για την πορεία της επιχείρησης μπορεί άλλοι παράγοντες, από αυτούς που θεωρούνται συμβατικά άσχετοι ή ασήμαντοι, να έχουν ιδιαίτερα καθοριστική σημασία. Προτείνει ότι η επιχείρηση θα πρέπει να αναπαρασταθεί σαν ένα σύστημα δυναμικό, ασταθές, ανοικτό σε διάφορες και διαφορετικές επιροές και επιδράσεις. Προτείνει εν τέλει ότι πρέπει να φτιαχτεί ένα μοντέλο της επιχείρησης με τα πιο αλλόκοτα υλικά, και στη συνέχεια να μελετηθεί αυτό το μοντέλο για το πως θα συμπεριφερθεί κάτω απ’ τις πιο διαφορετικές επιδράσεις.
Ας πούμε: μπορεί ο ξαφνικός και κεραυνοβόλος έρωτας του διευθύνοντος συμβούλου για την γραμματέα του να επιρεάσει την συμπεριφορά του συστήματος - επιχείρηση; Και αν ναι πως; Μπορεί η “ασήμαντη” αλλά συστηματική δολιοφθορά στην παραγωγή ή στην κατανάλωση να προκαλέσει καταστροφική, χαοτική συμπεριφορά στην πορεία της επιχείρησης; Και αν ναι, με πιο τρόπο αυτή θα επανέλθει σε μια δυναμική τάξη; Μπορεί η παραίτηση του σημαντικότερου στελέχους από το think tank  της επιχείρησης και η μεταγραφή του σε αντίπαλη εταιρεία να επηρεάσει την πορεία της; Και αν ναι πως; Μπορεί ένα αθλητικό γεγονός να επηρεάσει την συμπεριφορά (και την απόδοση) των εργαζόμενων, και εξαιτίας τους και του συστήματος συνολικά; Και αν ναι ποιά είναι τα πιο αποτελεσματικά αντίμετρα εκ μέρους της διοίκησης; Κ.ο.κ.
Είναι μάλλον σαφές λοιπόν ότι η θεωρία του χάους προτείνει πως η πραγματικότητα μπορεί να αναπαρασταθεί μόνο με πολύπλοκα μοντέλα, στα οποία η Χ γραμμική συμπεριφορά είναι μόνο μία πιθανότητα ανάμεσα σε άλλες, και όχι η μοναδική. Επιπλέον υποδεικνύει πως στη θέση των μονοσήμαντων προβλέψεων θα πρέπει να μπουν ανοικτές προβλέψεις, υπό όρους. Σχήματα του είδους “αν συμβεί αυτό εδώ τότε θα προκύψει εκείνο εκεί”. Αυτά είναι, επί της ουσίας, τα “σενάρια”.
Αυτή η αντίληψη μπορεί (ή οι οπαδοί της ελπίζουν ότι μπορεί) να εφαρμοστεί παντού. Είτε πρόκειται για την συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, είτε για την συμπεριφορά οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας, είτε πρόκειται για μελέτες πάνω σε πληθυσμούς σπανίων ψαριών, είτε πρόκειται για μελέτες πάνω στη νοημοσύνη, η θεωρία του χάους “αποδεικνύει” πως η αταξία είναι ο κανόνας, πως η τάξη είναι νησίδες οργάνωσης μέσα σε ωκεανούς χάους, και ακόμα πως: η υπερβολική τάξη είναι είτε ουτοπία είτε καταστροφή. Ένα σύστημα που δεν αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του και δεν έχει την δυνατότητα να συνδυαλέγεται ακόμα και με τους πιο ασήμαντους παράγοντες, είναι καταδικασμένο να πάθει ότι και οι βεβαιότητες του Λόρεντζ.

Θα έλεγε κανείς ότι σε σύγκριση με τον σκληρό, παραδοσιακό ντετερμινισμό η θεωρία του χάους κάνει ελευθεριακές και μάλλον αντικομφορμιστικές “ανακαλύψεις” για τον κόσμο. Θα έλεγε επίσης κανείς ότι απέναντι στους δογματισμούς και στις μονολιθικότητες των θεωρητικών και των ιδεολόγων της τάξης (οποιασδήποτε τάξης) αντιπαραθέτει μια διαφορετική αντίληψη, πολύ κοντά στα λεγόμενα του Σκοτεινού Εφέσιου: τα πάντα ρει. Θα έλεγε τέλος κανείς πως η λειτουργική αποκατάσταση της δυναμικότητας που έχει το “μικρό” και το “ασήμαντο” οπουδήποτε, και η αναγνώριση πως το “μικρό” και το “ασήμαντο” μπορούν να εκτρέψουν το “μεγάλο” και το “σημαντικό”, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, έχει ένα πολιτικό νόημα.
Έστω... Αλλά το θέμα, τουλάχιστον για εμάς, είναι να δούμε πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί η θεωρία του χάους, ή πως δουλεύει ήδη, για λογαριασμό της κυριαρχίας...

Sarajevo 61 - 04/2012

Τέτοια γράφονταν πριν 14 χρόνια, και (ακόμα και “ερήμην”...) μπορούμε να πιάσουμε το συγκεκριμένο νήμα 14 χρόνια μετά.
Τα “δυναμικά συστήματα” (οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί τέτοιο) είναι θεμελιωδώς ασταθή· κι αυτό που θα μπορούσε να είναι μια όχι οργανωμένη εμπειρία, με την θεωρία του χάους συστηματοποιήθηκε, απέκτησε τρόπο ανάλυσης, ακόμα και διορθώσεων. Ο καπιταλισμός, στη φάση του κοινωνικού εργοστάσιου, πράγματι επέλεξε σαν βασικότερο χαρακτηριστικό του τον ασταθή δυναμισμό, την δυνατότητα διαρκούς ανανέωσης (στα εμπορεύματα, στους τρόπους οργάνωσης της εργασίας και της κατανάλωσης, στους τρόπους οργάνωσης της σχετικής πειθαρχίας), προσαρμογής, καινοτομίας, κλπ.
Από την άλλη μεριά, η συνθετότητα και η πολυπαραγοντικότητα των συμπεριφορών, οποιωνδήποτε συμπεριφορών, απαιτεί διαφορετικούς τρόπους σκέψης και συναίσθησης, σε σχέση με την μονολιθική γραμμικότητα του είδους “ένα αίτιο - ένα αποτέλεσμα”. Αυτό δεν αφορά μόνο τ’ αφεντικά - αφορά κι εμάς, σαν αντιπάλους τους. Αν για τ’ αφεντικά το ζητούμενο είναι η (διαρκής) κερδοφορία, για εμάς το ζητούμενο είναι ο ανταγωνισμός· αλλά αυτός δεν μαστορεύεται (παρά μόνο, ίσως, σαν συνεχόμενες ψευδαισθήσεις) μέσα από απλοϊκές φόρμουλες.

Αν αυτός ο ισχυρισμός μας είναι βάσιμος τότε είναι βάσιμο κι αυτό το ερώτημα: γιατί στην ιστορική φάση όπου μια μεγαλύτερη συνθετότητα στη σκέψη και την συναίσθηση είναι έντονα απαιτούμενη (για λογαριασμό ημών, των υποτελών) συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο; Πως και γιατί υπερισχύει η βλακεία και η αναισθησία;
Η (μάλλον) τολμηρή υπόθεση που κάνουμε είναι κάπως έτσι. Στην ιστορική φάση που ζούμε (και μπορούμε να την προσδιορίσουμε σαν ήδη 20 ετών) όπου τα συναισθήματα υπάγονται καθολικά στις εντυπώσεις (γενικευμένο / ενσωματωμένο Θέαμα) και οι σκέψεις / διανοητικές δραστηριότητες μηχανοποιούνται, υποχρεωτικά συμβαίνει κατ’ αρχήν μια μαζική “πτώχευση”. Τόσο στις διανοητικές, όσο και στις συναισθηματικές δυνατότητες καθενός χωριστά και πολλών μαζί. Την συνθετότητα των καταστάσεων τα αφεντικά και οι ειδικοί τους δεν την προβάλλουν· το αντίθετο ακριβώς κάνουν. Όμως δεν είναι ζήτημα προπαγάνδας (απ’ την μεριά τους) μόνο. Είναι επίσης ζήτημα άκριτης κατάφασης (σχεδόν ενθουσιώδους αποδοχής) τόσο της “εντυπω-ποίησης” (συγγνώμη για την λέξη!) των αισθημάτων και των αισθήσεων, όσο και της μηχανοποίησης των διανοητικών (μας) λειτουργιών και αναγκών.
Συνεπώς, η καπιταλιστική εξέλιξη (της οποίας η θεωρία του χάους έγινε ένα βασικό εργαλείο, αλλά όχι και το μοναδικό) και η εκμετάλλευση των δημιουργικών δυνατοτήτων σε μια κλίμακα (και σε μια ένταση) πολύ μεγαλύτερη από ποτέ, παράγει ένα καινούργιο είδος “ανειδίκευτων”: τους ανειδίκευτους στη ζωή! Επιρρεπείς στη συγκινησιακή πανούκλα και στους αυτοματισμούς της, διαδοχικά ευκολόπιστους και κακόπιστους, ανίκανους όχι μόνο να αντιληφθούν τις αιτιακές αλληλουχίες των καπιταλιστικών λειτουργιών αλλά και της ίδιας της δικής τους ζωής, γεμάτους με “ψυχολογικά προβλήματα”, διαρκώς ασταθείς στην καθημερινή τους συμπεριφορά, ευαίσθητους συνήθως σε ασήμαντα ερεθίσματα και ταυτόχρονα θωρακισμένους απέναντι στα σημαντικά... Το εσωτερικευμένο, εξατομικευμένο χάος - χωρίς θεωρία! Σα να λέμε: η οργάνωση του κοινωνικού εργοστάσιου προκαλεί και επιβάλλει εδώ και δυο τουλάχιστον δεκαετίες ένα καινούργιο είδος μαζικής “ανικανότητας”, που ωστόσο ακόμα γίνεται αντιληπτή ή απωθείται ατομικά.
Είναι μια υπόθεση που θα άξιζε να ερευνηθεί παραπάνω. Εν τω μεταξύ, η κατάφαση (και μάλιστα η επέκταση και υπερένταση) της καπιταλιστικής αστάθειας / αταξίας σαν βασικό στοιχείο του δυναμισμού του κεφάλαιου, περιλαμβάνει, στην πίσω όψη της, μια καινούργια “αναγκαιότητα” για την καπιταλιστική (και κρατική) βία. Όχι μόνο την φυσική, αλλά και την ψυχολογική, την διανοητική, την συναισθηματική.
Γιατί ακόμα κι αν κάποιος αναλυτής / ελεγκτής οποιουδήποτε συστήματος αναγνωρίζει την σημασία που έχουν οι “λεπτομέρειες”· ακόμα κι αν υιοθετήσει μια θεωρία που ορκίζεται ότι έφτιαξε τα εργαλεία ώστε να τις λαμβάνει υπ’ όψη της· ακόμα και τότε - ειδικά τότε - η αναγνωρισμένη ή η αναγνωρίσιμη πολυπλοκότητα μπορεί να τείνει προς το άπειρο! Όμως, όποιος θέλει να ελέγξει ένα σύστημα δεν κάθεται να φιλοσοφεί. Θέλει αποτελέσματα. Και ο δρόμος των αποτελεσμάτων σημαίνει όχι να αγνοήσει αυτά που θεωρεί (ενοχλητικές) “λεπτομέρειες”, ασήμαντες παραμέτρους κλπ, αλλά να τα παραμερίσει. Περιορίζοντας έτσι τον βαθμό απροσδιοριστίας εκείνου (μιας επιχείρησης, ενός κράτους, κλπ) που έχει να διαχειριστεί.
Η καπιταλιστική πραγματικότητα μπορεί να αναγνωρίσει την αστάθεια που προκαλεί η ίδια η “ανάπτυξη”· μπορεί όχι απλά να συμβιβαστεί μαζί της, αλλά και να χρησιμοποιήσει μεγάλα τμήματά της· η καπιταλιστική πραγματικότητα μπορεί να γίνει ακόμα και “πιθανολογική”, όχι αυστηρά ντετερμινιστική δηλαδή. Αλλά δεν μπορεί να γίνει τυχαία!
Μπορεί όμως να σπρώξει αυτά που την μία ή την άλλη στιγμή περισσεύουν ή ενοχλούν ή αυξάνουν αντιπαραγωγικά την πολυπλοκότητά της, σε μια εικονική σφαίρα. Μπορεί να τα “αποθηκεύσει” εκεί, ώστε να τα διαχειρίζεται κατά βούληση αναδρομικά.
Κάτι θα πρέπει να σας θυμίζει το εικονικό χάος - έτσι δεν είναι;

 
       

Sarajevo 2020