Sarajevo
 

 

Sarajevo 61 - 04/2012

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 61 - 04/2012
Η κυρία που ψαχουλεύει τον κάδο είναι γερμανίδα υπήκοος. Κι αν αυτό σας ανακουφίζει, δεν είναι ρακοσυλλέκτρια. Ψάχνει για κάτι ανακυκλώσιμο, ώστε να το πουλήσει...
Πρόκειται για την χρήσιμη δουλειά που στα μέρη μας κάνουν μετανάστες. Στη γερμανία την κάνουν ντόπιοι, και είναι (πλέον) τόσοι πολλοί, ώστε υπάρχει αδιαχώρητο - και όχι τόσο ευγενικός ανταγωνισμός...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 61 - 04/2012
Το διαφημιστικό γραφείο που έχει αναλάβει την αδεδυ (σίγουρα με “άκρες”) σε μεγάλα κέφια! Μπορεί να είμαστε σε ζόρια, αλλά κορμάρες - ε;

 

ελεύθερη πτώση

Ο τρόπος που οι λεγόμενες “κλαδικές συμβάσεις” έχουν διαμορφώσει, την τελευταία 20ετία ή και 25ετία, βασικές παραμέτρους της εργασιακής μας ζωής (έως και συμπεριφοράς) έχει την αξία του - και όχι αναμνηστική. Φωτίζει πολύ καθαρά το σε τι ακριβώς αποσκοπούν τ’ αφεντικά, και μέσα σε ποιούς πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης, τώρα που κατάφεραν να τις καταργήσουν και τυπικά.
Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής είναι πως οι συνέπειες αυτής της σχεδόν γενικής κατάργησης δεν θα είναι, μεν, ομοιόμορφες απ’ την μια άκρη του εργασιακού ορίζοντα ως την άλλη· όμως στο μεγαλύτερο μέρος του θα συμβεί το ίδιο: τσάκισμα μισθών και βίαιη επιδείνωση των σχέσεων εκμετάλλευσής μας. Μέχρις ότου διαμορφωθούν ξανά συλλογικά μάχιμα εργατικά υποκείμενα ικανά να αλλάξουν υπέρ τους τα δεδομένα.
Η κλαδική σύμβαση προϋποθέτει κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση που διαπραγματεύεται με τα αντίστοιχα αφεντικά του εργασιακού κλάδου. Τυπικά πρόκειται για συνδικαλισμό δεύτερου ή και τρίτου βαθμού και όχι για την μορφή σωματείο ανά συγκεκριμένη δουλειά / εργοδότη. Όμως ανάμεσα σε άλλους παράγοντες που πιθανόν μας διαφεύγουν, δύο τουλάχιστον διαμόρφωσαν καινούργια - αν και για καιρό αόρατα - δεδομένα σε σχέση με τις κλαδικές συμβάσεις στην ελλάδα· μιλώντας γενικά, τα τελευταία 20 ή και 25 χρόνια. Ο πρώτος ήταν η συστηματική παρακμή του συνδικαλισμού γενικά και των δευτεροβάθμιων μορφών του ειδικά. Ο δεύτερος ήταν ο πολλαπλασιασμός των “μορφών εργασίας”, ή και του οτιδήποτε θα μπορούσε να ονομαστεί “ειδικότητα”, ειδικά στον τριτογενή. (Ένας τρίτος παράγοντας, σημαντικός από μόνος του και σημαντικότερος σε συνδυασμό με τους άλλους δύο, με τον οποίον όμως δεν θα ασχοληθούμε εδώ, ήταν η σχεδόν ριζική αλλαγή εργασιακής / εργατικής υποκειμενικότητας, που αλλού επιβλήθηκε δια της βίας - στους μετανάστες και στις μετανάστριες - κι αλλού προέκυψε σαν πολιτιστικός υπερκαθορισμός και “απελευθέρωση” - στο εντόπιο προλεταριάτο, στις νέες γενιές του, απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 κι ύστερα).

Αυτό που πρακτικά συνέβη ήταν πως από τυπική άποψη ένα μεγάλο ποσοστό των ειδών δουλειάς καλύπτονταν από κλαδικές συμβάσεις που είτε “συνέχιζαν μόνες τους την εξέλιξή τους” (και θα πούμε πιο κάτω τι σημαίνει αυτό το “μόνες” τους) είτε είχαν συμπεριλάβει συν τω χρόνω καινούργιες ειδικότητες (σχεδόν πάντα μη αναγνωρισμένες σαν τέτοιες) με απλή προσθήκη / επέκταση. Ενδεικτικά: αυτοί κι αυτές που δουλεύουν σαν ταχυμεταφορείς, με μηχανάκια. Είναι μια δουλειά που παρουσίασε εκθετική μεγέθυνση, απ’ την άποψη του αριθμού των εργατών, αυτά τα 20 - 25 χρόνια. Αυτό το είδος δουλειάς “μοιράστηκε” σε τρεις διαφορετικές συμβάσεις, μέσω επέκτασής τους: για όσους / όσες δουλεύουν σαν “εξωτερικοί υπάλληλοι” σε διάφορων ειδών γραφεία, η περίπτωσή τους διαμορφώθηκε σαν προέκταση των πιο φτηνών “εσωτερικών υπαλλήλων”· για όσους δουλεύουν σε εμπορικές επιχειρήσεις, σαν προέκταση των αποθηκάριων· και για όσους δουλεύουν στην εστίαση, σαν ξεπεσμός / συμπλήρωμα της δουλειάς του σερβιτόρου. Σε κάποια διαπραγμάτευση, ή με τρόπο που δεν ξέρουμε, κάπου, κάπως, κάποτε, προστέθηκε κι αυτή η κατηγορία εργατών - και έκτοτε...
Αυτό αφορά το “από μόνες τους”. Είναι σχετικό, μην παρεξηγηθεί, έχει όμως την σημασία του. Όλες οι κλαδικές συμβάσεις περιλάμβαναν μια σειρά υποτιθέμενων συμφωνιών μεταξύ εργοδοτών και εργαζόμενων, για σειρά ζητημάτων: ωράρια, μισθούς, υπερωρίες, κλπ κλπ. Δεν είχαν (ή, με το καιρό έχασαν) κάποιο οργανωμένο συλλογικό υποκείμενο που να τους αντιστοιχεί και να παρακολουθεί από κοντά την εφαρμογή τους - γνωστά πράγματα. Συνεπώς ίσχυαν τυπικά μεν όχι όμως και ουσιαστικά. Σχεδόν σε καμία απ’ τις προβλέψεις τους, συμπεριλαμβανομένων των μισθών. Εκείνο που συνέβαινε ήταν πως ύστερα από την υπογραφή της (κάθε) γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας (η δουλειά της γσεε...) που αφορούσε τον βασικό μισθό του ανειδίκευτου και την όποια αύξησή του, αυτές οι “αδέσποτες” κλαδικές συμβάσεις προσαρμόζονταν ανάλογα, μ’ έναν μηχανικό, αριθμητικό τρόπο.

Όμως - κι αυτή είναι μια απ’ τις παραξενιές του πραγματικού ταξικού ανταγωνισμού - το γεγονός ότι αυτές οι κλαδικές συμβάσεις παραβίαζονταν γενικευμένα εδώ και πολλά χρόνια, δεν τις έκανε εντελώς άχρηστες! Είναι γεγονός πως εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες, σε πάμπολλα σημεία του γενικού κοινωνικού εργοστάσιου δούλευαν με χειρότερους έως πολύ χειρότερους όρους απ’ αυτούς που προβλέπονταν τυπικά, απ’ την κλαδική σύμβαση που τους αναλογούσε. Σε ότι αφορά τα ωράρια, σε ότι αφορά τον μισθό, σε ότι αφορά τις αρμοδιότητες, την ένταση εργασίας· και, φυσικά, τα ένσημα, που σαν εργοδοτική υποχρέωση δεν ήταν αρμοδιότητα κάποιας σύμβασης αλλά κρατικός νόμος. Απόλυτη ομαλότητα, λοιπόν, και πανηγύρια απ’ την μεριά των αφεντικών, απ’ την πραγματική παραβίαση / κατάργηση αυτών των συμβάσεων... Ναι, εκτός από την στιγμή Χ! Την στιγμή που, συνήθως, ήταν η στιγμή της απόλυσης· ή, άλλοτε, η στιγμή που ο εξατομικευμένος εργάτης ή εργάτρια “τα έπαιρνε στο κρανίο”, και αποφάσιζε (σχεδόν πάντα ατομικά σε χιλιάδες περιπτώσεις) “να πάρει το αίμα του πίσω”.
Τι έκανε τότε ο θυμωμένος, απολυμένος ή όχι, εργάτης; Ανακάλυπτε την κλαδική σύμβαση που τον / την αφορούσε, και μαζί της όλα όσα το αφεντικό του / της είχε φάει. Κάποιος φίλος ή γνωστός πιθανόν να βοηθούσε σ’ αυτήν την ανακάλυψη  / αφύπνιση· το επόμενο ήταν ένας δικηγόρος. Η ξεχασμένη, παραβιασμένη, ξεσκολισμένη κλαδική σύμβαση στη διάρκεια της δουλειάς (που μπορεί να ήταν μηνών, μπορεί όμως και χρόνων) ανασταινόταν στα δικαστήρια, ή πριν απ’ αυτά, σαν η καθυστερημένη μεν αλλά σκληρά απαιτητική απάντηση του εργάτη: ή μου δίνεις αυτά που μου έχεις φάει από μισθούς, υπερωρίες, ένσημα, “κυριακές” - ή πάω στην επιθεώρηση εργασίας, στο ικα και στο δικαστήριο!
Πρόκειται για ένα “έργο” που παίχτηκε εκατοντάδες χιλιάδες φορές, αυτές τις δύο δεκαετίες! Τις περισσότερες φορές τέλειωνε πριν φτάσει στις καταγγελίες και το δικαστήριο, αφού όμως πρώτα το όποιο αφεντικό αναγκαζόταν να πληρώσει, και να πληρώσει γερά, αν και όχι όλα όσα είχε φάει εν τω μεταξύ. Αλλά και στα δικαστήρια οι υποθέσεις αυτές ήταν ρουτίνα, αφού αρκούσε ο θυμωμένος εργάτης να αποδείξει τα βασικά: ότι δούλευε όντως εκεί, από τότε μέχρι τότε... Καμιά εργατική νομοθεσία και κανένα δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τις κλαδικές συμβάσεις!

Είναι εύκολο να παραδεχτούμε ότι αυτό το μοτίβο ήταν ένας συνδυασμός ατομισμού και (καθυστερημένου) ταξικού μίσους, εξατομικευμένου αλλά στέρεου στο βαθμό που πάταγε στην υφιστάμενη νομοθεσία. Ένας συνδυασμός που δεν μπορούσε (κι ούτε δοκίμαζε καν...) να στηρίξει τις κλαδικές συμβάσεις (ή, ακόμα καλύτερα, να τις βελτιώσει) μπορούσε όμως να τις αξιοποιεί αποτελεσματικά, έστω αναδρομικά, εφόσον αυτές υπήρχαν και ίσχυαν τυπικά. Κι αυτό ακριβώς, το “υπάρχουν και τυπικά ισχύουν”, δηλαδή: αν το πράγμα φτάνει έξω ή μέσα στο δικαστήριο το αφεντικό χάνει την ισχύ του στην “πραγματική αγορά εργασίας”, αυτό ήταν καρφί στο μάτι όλων των αφεντικών! Ειδικά των αγαπημένων της αριστεράς, των “μικρο”αφεντικών, που ήταν οι κατεξοχήν νεκροθάφτες των κλαδικών συμβάσεων, σε όλους τους καπιταλιστικούς τομείς. Και στον πρωτογενή (αγροτικά), και στον δευτερογενή (βιοτεχνίες, οικοδομές, συνεργεία) και στον τριτογενή (εμπορικά, γραφεία, κλπ).
Ήταν καρφί γιατί ήξεραν - δύσκολο δεν ήταν! - πως η ύπαρξη, η ισχύς και η εφαρμογή αυτών των συμβάσεων (και των υπόλοιπων προβλέψεων της εργατικής νομοθεσίας όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί ιστορικά στοιχειωδώς υπέρ μας) δεν οφειλόταν στους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης, ανά δουλειά ή στην πιάτσα γενικά. Οφειλόταν στο γεγονός ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατο είτε να “εξαφανιστούν” αυτές οι κλαδικές συμβάσεις, είτε να τροποποιηθεί γενναία και καθολικά η εργατική νομοθεσία, χωρίς ο εργοδοτικός λαγός να κουνήσει την φτέρη που τον έκρυβε... Χωρίς, δηλαδή, να προκληθεί “στα καλά καθούμενα” γενική (εργατική) αναταραχή. Εκτός εάν...

Παρότι δεν θα μπορούσε να υποστηριχτεί σαν το καλύτερο από προλεταριακή σκοπιά, ήταν πάντα γλυκειά εκδίκηση να τρίβει ο καθένας, που ως τότε έσκυβε το κεφάλι, την στιγμή Χ στα μούτρα του αφεντικού του, μια σειρά τυπικών ρυθμίσεων απέναντι στις οποίες ήταν υπόλογο και χρεωμένο!!! Πέρα απ’ αυτό το καθ’ αυτό οικονομικό μέρος όλων αυτών των υποθέσεων (που συνήθως ήταν εξαιρετικά σημαντικό) υπήρχε και μια ηθική μαχαιριά στην άγρια εκμετάλλευση των εργατών. Μπορεί κάθε αφεντικό να κατάφερνε να σπάει κάθε απειλή εργατικής συλλογικότητας μέσα στην ακτίνα δράσης του· να όμως που η γενική νομοθεσία και οι κλαδικές συμβάσεις γίνονταν εύκολα όπλο στα χέρια κάθε μεμονωμένου εργάτη ή εργάτριας! Μπορεί κάθε αφεντικό να κατάφερνε να κλέβει πολύ πέρα απ’ τα “νόμιμα” για πολύ καιρό· να όμως που οποιαδήποτε στιγμή μπορούσε να υποχρεωθεί να γυρίσει πίσω ένα καλό μέρος αυτών των κλεμένων! Μπορεί κάθε αφεντικό να ένοιωθε ένας ακλόνητος γίγαντας απέναντι στο “προσωπικό” του, μέσα στο μαγαζί ή την επιχείρηση· να όμως που γινόταν νάνος μόλις κάποιος απ’ αυτό το “προσωπικό” αποφάσιζε να παίξει το χαρτί των νόμων και των δικαστηρίων.
Ανορθόδοξος εργατικός ανταγωνισμός - πράγματι! Αποτελεσματικός (και ευχάριστος!) όμως - για όσο καιρό αυτό το καταχωνιασμένο σε πίνακες, αριθμούς, νόμους και χαρτιά πλέγμα προβλέψεων - για  - τα - “νόμιμα”, αυτό το τυπικό σύνταγμα των σχέσεων εργασίας, φάντασμα ανύπαρκτων πραγματικών συσχετισμών, εξακολουθούσε να αναγνωρίζεται απ’ τα δικαστήρια.

Να λοιπόν το γιατί τα ντόπια αφεντικά, άλλα φωναχτά κι άλλα παριστάνοντας τους ανήξερους, κατάλαβαν (και σωστά κατάλαβαν απ’ την σκοπιά των δικών τους συμφερόντων) την μεγάλη ευκαιρία που τους προσέφερε η “κρίση”, η διαχειρισή της, και ο ιδεολογικός βομβαρδισμός περί “δημόσιου χρέους”, κλπ. Να ποιά ήταν τα κίνητρά τους: νικητές ήδη από καιρό στο πεδίο των καθημερινών πραγματικών συσχετισμών δύναμης έπρεπε να απαλλαγούν απ’ τους εφιάλτες ενός, ας το πούμε έτσι, νομικού ρεβανσισμού εκδίκησης απ’ την μεριά των εξατομικευμένων εργατών, οποιαδήποτε στιγμή· ενός νομικού ρεβανσισμού απέναντι στον οποίο δεν θα μπορούσαν (και δεν μπόρεσαν αυτές τις δεκαετίες) να ξεμπερδέψουν παρά μόνο κόβοντας όλο αυτό το πλέγμα, απ’ την μια του άκρη ως την άλλη. Απογυμνώνοντας κάθε χωριστό εργάτη και εργάτρια, “κλειδώνοντάς” τον αποκλειστικά στους συσχετισμούς της “αγοράς εργασίας” και κάθε δουλειάς χωριστά. Να γιατί λύσσαξαν (για την ακρίβεια: εκδήλωσαν την συσσωρευμένη λύσσα τους) για τις κλαδικές συμβάσεις, ήδη απ’ την άνοιξη του 2010: όχι επειδή ίσχυαν και τους δέσμευαν τις 360 ημέρες κάθε χρόνου, αλλά επειδή κινδύνευαν να υποχρεωθούν να τις πληρώσουν, και μάλιστα σωρευτικά, 1 μέρα απ’ τις υπόλοιπες 5! Να γιατί θέλουν τις “επιχειρησιακές”: εκεί έχουν αποκλειστικά το μονοπώλιο της δύναμης, για όσο καιρό τουλάχιστον είμαστε, σαν εργάτες, στη διάλυση, στη σύγχυση, στη μοναξιά, στη δειλία και στον αποπροσανατολισμό που βρισκόμαστε τόσα χρόνια, ως τώρα.
Μ’ όλο το ταξικό μας μίσος, δεν θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τ’ αφεντικά που ήθελαν να ξεφορτωθούν, μια κι έξω, αυτόν τον εφιάλτη, της όποιας, ακόμα και ατομικής καταγγελίας. [1] Αφεντικά είναι, τι σκατά άλλο να ήθελαν; Αντίθετα θα μπορούσαμε να πούμε πολλά για τους “φίλους μας”, για τους “ελευθερωτές μας” και για τους “συμπαραστάτες μας” - πράγμα που έτσι κι αλλιώς κάνουμε.
Αλλά δεν τελειώνει στις κατάρες η ιστορία. Τα αγγούρια είναι στα δικά μας οπίσθια· μόνο που τώρα δεν μπορούμε να τα βγάλουμε ούτε “κατά λάθος”, ούτε βασιζόμενοι στο τυπικό σύνταγμα, στους τυπικούς νόμους. Τώρα πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να επιβληθούμε πραγματικά ξανά. Είναι ένας δρόμος μακρύς· αλλά καθόλου αδύνατος...

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Σύμφωνα με στοιχεία του σώματος επιθεωρητών εργασίας, οι μεταβολές συμβάσεων από “πλήρους απασχόλησης” σε “μερικής” ή “εκ περιτροπής”, με μονομερή απόφαση του αφεντικού, πέφτουν σαν το χαλάζι. Από 40 δηλωμένες το 2010 έγιναν 2.816 το 2011 - για τις αδήλωτες ούτε λόγος. Η παλιά νομοθεσία προστάτευε τους εργάτες από κάθε επιδείνωση της εργασιακής κατάστασής τους, είτε αφορούσε μείωση μισθού, είτε ωράριο, είτε αντικείμενο εργασίας. Και κάθε τέτοια επιδείνωση μπορούσε να γίνει αντικείμενο καταγγελίας. Όχι πια...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020