Sarajevo
 

 

 

Sarajevo 60 - 03/2012

 

είμαστε εξαιρετικά ακριβείς

Θα αρχίσω με το τελευταίο χρονικά, την συγκέντρωση - συζήτηση που οργανώσατε στις 30 του περασμένου Γενάρη, με θέμα τον μισθό και την πολιτική σημασία του. Η προσέλευση δεν ήταν σπουδαία, ωστόσο επιμένετε να ονομάζετε αυτήν την συζήτηση ιστορική. Δεν είναι αντιφατικό αυτό;

Η προσέλευση πράγματι δεν ήταν σπουδαία, και οπωσδήποτε ήταν κατώτερη της σημασίας του θέματος. Το “ιστορική” απ’ την άλλη δεν σημαίνει “κοσμοϊστορική”, κάτι του είδους “άλλαξε την ροή της ιστορίας”! Σημαίνει ότι ήταν ένα γεγονός, μια πρόσκληση / πρόκληση προς την τάξη μας, εντελώς συγχρονισμένη με την πραγματική κατάσταση και τις κύριες προτεραιότητες που θα έπρεπε να έχουμε ήδη, σαν εργάτες. Ήταν λοιπόν ιστορική αυτή η συζήτηση με την κυριολεκτικά πολιτική σημασία της λέξης Ιστορία. Αν και υποθέτω θα ξανάρθουμε σ’ αυτήν, να θυμίζω ότι μια μόλις βδομάδα μετά, πάρα πολλοί άρχισαν να κρατάνε την ανάσα τους, αφού έγινε αδιαμφισβήτητο τόσο αυτό που έγραφε η αφίσα, ότι δηλαδή ο βασικός μισθός είναι τον πάγκο του χασάπη, όσο και το τι σημαίνει αυτό. Μια βδομάδα μετά την εκδήλωση της 30ης Γενάρη, το τονίζω.

Περιγράφεις κάτι σαν “ραντεβού με την ιστορία”, μόνο που σ’ αυτό τελικά είναι συνεπή μόνο τ’ αφεντικά. Την μικρή προσέλευση σε μια συγκέντρωση - εκδήλωση για τον μισθό θα την ονόμαζες επίσης “ιστορική”;

Μ’ έναν τρόπο ναι. Και νομίζω ότι είναι η συνέλευση του πλάνου 30/900 που μπορεί να πει αναλυτικά τις δυσάρεστες αλλά αναγκαίες αλήθειες για το πως φτάνουμε - μιλάω γενικά, σαν τάξη - σ’ ένα προαναγγελμένο από καιρό πριν σφαγείο με τα χέρια και τα κεφάλια κατεβασμένα. Και για το πως εκείνο που θα μπορούσε να θεωρηθεί η “αποτυχία” μιας εκδήλωσης, μιας τέτοιας πρόσκλησης σαν αυτήν στις 30 Γενάρη εκ μέρους της συνέλευσης του πλάνου 30/900, αποτελεί ουσιαστικά την μόνη ενεργητική καταδήλωση μιας ήττας μακρόχρονης και συντριπτικής. Τελικά είναι ιστορικά έγκυρο κι αυτό: πως η συγκεκριμμένη εκδήλωση αποδείκνυε, με αντεστραμένο τρόπο, το βάθος και την σοβαρότητα αυτής της ήττας, για την οποία απέμενε μόνο η μονογραφή των αφεντικών. Που ήρθε αμέσως μετά.
Να θυμίζω εδώ αυτό επιγραμματικά και την εξής όχι παράξενη σύμπτωση, που χρειάζεται περισσότερες κουβέντες. Την ίδια ημέρα που η συνέλευση του πλάνου 30/900 καλούσε σε συγκέντρωση - συζήτηση για τον μισθό και τον βασικό μισθό, γινόταν και μια συναυλία “οικονομικής υποστήριξης” κάποιων απεργών στα μήντια. Δεν χρειάζεται νομίζω σοφία για το που είχε τον “περισσότερο κόσμο” - και δεν το λέω με εριστική διάθεση.

Ας γυρίζουμε λοιπόν λίγο πίσω, κάτι περισσότερο από έναν χρόνο, στην αφετηρία αυτής της συνέλευσης. Η γενέθλια εκδήλωσή της έγινε στις 12 Δεκέμβρη του 2010, και είχε ίσως την τριπλάσια προσέλευση απ’ ότι αυτή στις 30 Γενάρη του 2012. Δείχνει αυτή η διαφορά κάτι;

Ναι, αλλά όχι τα σημαντικότερα. Υπάρχει μια συνεχόμενη γραμμή, μια κόκκινη γραμμή, ανάμεσα στις 12 Δεκέμβρη του 2010 και στις 30 Γενάρη του 2012. Με δύο συστατικά. Απ’ την μια το τι και πως των επεξεργασιών της συνέλευσης του πλάνου 30/900, πάντα σε σχέση με την υποτίμηση της εργασίας και το ποιός θα πρέπει να είναι ο προσανατολισμός μας, στην ανάλυση και στη δράση, ενάντια σ’ αυτήν την θεμελιώδη υποτίμηση. Απ’ την άλλη το περιβάλλον μέσα στο οποίο η συνέλευση έκανε γνωστές δημόσια τις επεξεργασίες και τα συμπεράσματά της. Η σχέση ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο διαστάσεις έχει υπάρξει ιδιαίτερα ζωντανή - απ’ τη μεριά της συνέλευσης. Τολμώ να πω: διαλεκτική.
Αλλά πριν απ’ αυτή την περίοδο υπάρχει μια άλλη, ασυνεχής μεν, αλλά σημαντική διαδρομή, που προετοίμαζε κατά κάποιον τρόπο μερικά απ’ τα δεδομένα του πλάνου 30/900. Αναφέρομαι στο διάστημα απ’ τις αρχές του 2010 ως το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς.
Η συζήτηση μεταξύ ενός μικρού αριθμού συντρόφων και συντροφισσών, όχι παραπάνω από 10, ξεκίνησε στις αρχές του 2010. Είχαμε σα βάση μια συγκεκριμένη αναγνώριση των χαρακτηριστικών της κρίσης, και την σημασία του πολέμου κατά της εργασίας (των εργατών) που ξεκίνησε στα ‘80s σ’ όλο το διάστημα ως το 2008 - 2009. Είχαμε επίσης πλέον επίγνωση ότι τα κράτη και τ’ αφεντικά δεν θα ακολουθούσαν μια τυπική “αντικυκλική”, Κεϋνσιανή διαχείριση, κι ο λόγος ήταν ολοφάνερος: δεν υπήρχε η ισχυρή ταξική, εργατική αντιπαλότητα για να τους αναγκάσει να το κάνουν. Το ερώτημα που βάζαμε λοιπόν μπροστά μας στις αρχές του 2010, ήταν διπλό. Πρώτον, η αριστερά του κράτους και του κεφάλαιου (και όχι μόνο στην ελλάδα) θα σήκωνε άραγε τις σημαίες της “ενίσχυσης της ενεργού ζήτησης” (άρα και των μισθών) ή όχι; Και δεύτερον, αν δεν το έκανε, τι θα έπρεπε να κάνουμε εμείς, σαν αυτόνομοι εργάτες; Θα έπρεπε, ειπωμένο αλλιώς, να μιλήσουμε και να δράσουμε, μέσω μεσομακροπρόθεσμων στοχεύσεων, για την ανατίμηση της εργασίας, ή θα ήταν προτιμότερο (και βολικότερο) να περιορισμούμε σε κριτικές καταγγελίες;
Οπωσδήποτε δεν συμφωνούσαμε μεταξύ μας. Υπήρχε μια ισχυρή ένσταση ότι δεν πρέπει να εμπλακούμε στην μεταρρυθμιστική λογική της ανατίμησης της εργασίας, δηλαδή της αύξησης του βασικού μισθού και της μείωσης του χρόνου εργασίας. Απ’ την άλλη υπήρχε το εξίσου ισχυρό επιχείρημα ότι αν δεν μιλήσει (και δράσει όταν γίνει εφικτό) κανείς από πεζές αλλά και στρατηγικής σημασίες προλεταριακές θέσεις, θα είναι σα να περιμένουμε μοιρολατρικά την ενίσχυση των κρατικιστικών και ακροδεξιών απόψεων και επιρροών μέσα στην ίδια μας την τάξη - πράγμα εξαιρετικά εύκολο σε συνθήκες κρίσης.
Κατά συνέπεια ήταν στις αρχές του φθινοπώρου του 2010 όταν το “καφενείο των ανέργων”, μια πρωτοβουλία μικρού αριθμού συντρόφων, έχοντας επίγνωση πια της γραμμής που θα ακολουθήσει η αριστερά και η άκρα αριστερά και του επικίνδυνου περιθώριου υπέρ του κράτους και των φασιστών που άφηνε αυτή η γραμμή, αποφάσισε ότι πρέπει να προχωρήσει στην ανάδειξη του ζητήματος του μισθού και του χρόνου εργασίας, προτείνοντας δημόσια την δημιουργία ενός συμβουλίου, μιας διαρκούς συνέλευσης, με τέτοιο σκοπό. Κι έτσι έγινε η εκδήλωση - συζήτηση της 12ης Δεκέμβρη του 2010.

Πράγματι, έγινε μια ασυνήθιστη και παρατεταμένη προπαγανδιστική εκστρατεία το φθινόπωρο του 2010, προβάλλοντας το σύνθημα 30/900 χωρίς να εξηγηθεί για καιρό περί τίνος πρόκειται. Κάποιοι είπαν ότι βάλατε τα γυαλιά στους διαφημιστές...

Πικρόχολοι και βλάκες θα υπάρχουν πάντα. Το βασικό δεν ήταν όμως μόνο οι δυόμισυ μήνες που κράτησε η προπαγάνδιση του σχήματος 30/900. Ήταν και το ποιοί ήταν εκείνοι οι μήνες! Ήταν μήνες εντατικής προεκλογικής εκστρατείας όλων των κομμάτων και κομματιδίων, ενόψει των περιφερειακών εκλογών. Ήταν μήνες, να το θυμίσω, που άλλοι υπόσχονταν την απελευθέρωση του νομού Αττικής απ’ την τρόικα... άλλοι υπόσχονταν ανατροπή, ανυπακοή.... εν όψει εκλογών και κουκιών φυσικά. Με την δημόσια σφαίρα υπερπλήρη απ’ τις παραλλαγές του καθεστωτικού λόγου και αποπροσανατολισμού, θα μπορούσαμε να αποφύγουμε εκείνο το φθινόπωρο, να περιμένουμε να περάσουν οι περιφερειακές εκλογές. Κάναμε το ακριβώς αντίθετο. Συμβολικά, και σε επίπεδο “γνώμης”, επιδιώξαμε να εκθέσουμε την ριζική μας αντίθεση στην έλξη και στην χειραγώγηση του κοινοβουλευτισμού. Συνεπώς έπρεπε να κάνουμε μια παρατεταμένη εκστρατεία. Το γεγονός ότι αυτήν την καμπάνια, που κράτησε απ’ τα τέλη Σεπτέμβρη ως τα μέσα Δεκέμβρη, την έφεραν αποτελεσματικά σε πέρας 8 και κάποια στιγμή 9 άτομα μόνο, σήμαινε επιπλέον και το εξής: τις “δημιουργικές δυνατότητες” της εργασίας (γιατί εργασία είναι και μια καμπάνια) όταν είναι ελεύθερα αυτο-οργανωμένη. Σαν οργανωμένη αυτονομία τις ξέρουμε πολύ καλά αυτές τις δυνατότητες, σε διάφορα επίπεδα.

Είναι όμως τόσο ισχυρό γεγονός μια επίτηδες μυστηριώδης εκστρατεία τέτοιου είδους, υπέρ της μείωσης του χρόνου εργασίας και της αύξησης του βασικού μισθού;

Όχι, δεν είναι τόσο ισχυρό, εκτός απ’ αυτό καθ’ εαυτό το πεδίο που είχε επιλεχτεί, δηλαδή μια πρώτη (και πρόχειρη) υπόδειξη ως προς το ποιό - είναι - το - θέμα. Στην εκδήλωση της 12ης Δεκέμβρη αυτό ξεκαθαρίστηκε πιο αναλυτικά: με δεδομένο ότι το “30” και το “900” είναι ένα ζευγάρι αριθμών, ο πραγματικός στόχος είναι ο πολιτικός και αναλυτικός προσανατολισμός εργατών και εργατριών στην ανατίμηση της εργασίας. Μέσα σε συνθήκες κρίσης...

... Μέσα σε συνθήκες κρίσης, που σημαίνει ότι ένας τόσο συγκεκριμένος στόχος, του είδους 30 ώρες εβδομαδιαία δουλειά σαν κανονικός χρόνος, και 900 ευρώ σαν καθαρός βασικός μισθός, θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικά φιλόδοξος, συσκοτίζοντας τελικά το πραγματικό νόημα του προσανατολισμού προς τα εκεί...

Ίσως, αλλά κατ’ αρχήν, σ’ εκείνη την συγκεκριμένη χρονική στιγμή (τέλη του 2010) και τους επόμενους μήνες, η πιο συνηθισμένη αντίδραση που συναντήσαμε δεν ήταν αυτή, αλλά η ανάποδη. Ότι, δηλαδή, παραείναι μετριοπαθές και ρεφορμιστικό, και δεν έχει σχέση με την (επερχόμενη) επανάσταση που πολλοί και διάφοροι ήθελαν να φαντάζονται προ των πυλών. Κάποιοι κακεντρεχείς μάλιστα (“φίλοι των εργατών” πάντως) έφτασαν να γράψουν ότι το “30/900" είναι “οπισθοχώρηση” (λέει) γιατί “ισχύει ήδη”!!! Τόσο καλή γνώση της κατάστασης της εργατικής τάξης στην ελλάδα έχουν και δαύτοι.
Σε κάθε περίπτωση, το πραγματικό σκάνδαλο του πλάνου 30/900 και η πραγματική σχέση των εργατών / μισθωτών είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα με τα επίδικα “χρόνος εργασίας” και “βασική τιμή εργασίας”, φάνηκαν το 2011, όταν η συνέλευση του πλάνου 30/900 συγκροτήθηκε και άρχισε να προπαγανδίζει το πως και γιατί η δουλειά και η δημιουργικότητά μας είναι ο μοναδικός στόχος των αφεντικών, στην ελλάδα και παντού.

Εξακολουθώ να αναρωτιέμαι για το κατά πόσο μια τόσο συγκεκριμένη μορφοποίηση αυτών των δύο βασικών παραμέτρων της εκμετάλλευσης της εργασίας, του ωράριου και του βασικού μισθού, θα λειτουργούσε υπέρ της κατανόησης του στρατηγικού χαρακτήρα που έχει ο προλεταριακός ανταγωνισμός σε σχέση μ’ αυτές· ή κατά πόσον θα την δυσκόλευε...

Μπορεί να συμβαίνει οτιδήποτε απ’ τα δύο ανάλογα με το πως αντιλαμβάνονται οι εργάτες / μισθωτοί την πραγματικότητα. Για παράδειγμα η συνέλευση του πλάνου θα μπορούσε να εγκλωβιστεί στην ίδια της την υπόδειξη, και να αναπαράγει συνέχεια ένα αριθμητικό σύνθημα - δεν έκανε αυτό. Γιατί; Επειδή ακόμα και η υποστήριξη τέτοιων αριθμών χρειάζεται την ανάλυση των προϋποθέσεων και των συγκεκριμένων επιχειρημάτων υπέρ τόσο της μείωσης του χρόνου εργασίας όσο και της αύξησης του βασικού μισθού σήμερα. Και όχι μόνο στην ελλάδα. Πράγμα που, αμέσως, φέρνει την εργατική ανάλυση κατευθείαν αντιμέτωπη με τους βασικούς χειρισμούς των αφεντικών μέσα σ’ αυτή τη φάση της κρίσης. Όποιος δεν θέλει να είναι στραβός μπορεί να ξεκινήσει από αυτά τα δύο νούμερα, το “30” και το “900”, και να φτάσει εύκολα στο κυρίως πεδίο της μάχης, όπου περιπολούν τεθωρακισμένες έννοιες όπως “ανταγωνιστικότητα”, "παραγωγικότητα”, “εθνική οικονομία”, κλπ.
Εν τέλει το βασικό ζήτημα - που το συνειδητοποιήσαμε το φθινόπωρο του 2011, ύστερα από μια σειρά εκδηλώσεων στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στα Γιάννενα - δεν ήταν η σφικτή συγκεκριμενοποίηση των αριθμών. Αλλά η ίδια η αντίληψη - πιο σωστά η απολίτικη αντίληψη - για το τι είναι η εργασία στον καπιταλισμό, τι είναι η εργασία μέσα στην κρίση, και τι πολώσεις οφείλουμε να δημιουργήσουμε, σαν εργάτες, στο πεδίο της υποτίμησής της.

Εννοείς ότι ο προσανατολισμός προς τον χρόνο και την τιμή της εργασίας έπεσε πάνω σε κάποια σκληρά ιδεολογική απόρριψή του;

Ναι - για την ακρίβεια σε μια γκάμα τέτοιων ιδεολογικών απορρίψεων. Κι όχι από επαγγελματίες της καθεστωτικής πολιτικής και ιδεολογίας, αλλά από κανονικούς μισθωτούς / εργάτες. Που όμως έχουν παραδοθεί, σαν “πελάτες”, δεμένοι χειροπόδαρα στις υποδείξεις και στις παρα-νοήσεις της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Χωρίς καν να υποψιάζονται τι συνέπειες έχει αυτό. Πολύ απλά: ενώ δουλεύουν, ενώ τους πιάνουν τον κώλο στις δουλειές (τους τον έπιαναν και πριν το 2010...) αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό, το κράτος, και άρα τον ταξικό ανταγωνισμό αφηρημένα, “φιλοσοφικά”, εντελώς ιδεολογικά. Ή σαν ευκαιρία για κανά μπάχαλο. Και φτάνουν να αντιμετωπίζουν - στην πραγματικότητα να παρακάμπτουν - με τέτοιο τρόπο την ίδια την κατάστασή τους· διευκολύνοντας τα μέγιστα τ’ αφεντικά. 

Μπορείς να γίνεις πιο συγκεκριμένος εδώ; Πως την συναντήσατε αυτήν την σκληρή ιδεολογικοποίηση της εργασίας;

Σ’ όλες τις εκδηλώσεις που κάναμε, είτε αφορούσαν την παρουσίαση της λογικής του πλάνου και την σχέση ανάμεσα στην ανατίμηση (εκ μέρους μας) της εργασίας και την κρίση, είτε αφορούσαν την ανεργία, το κοινό (που πολιτικοϊδεολογικά ανήκε στο φάσμα απ’ την αριστερά ως την αναρχία) αντιδρούσε με τον ίδιο τρόπο. Και, να το τονίσουμε, ήταν εκδηλώσεις σε διαφορετικά σημεία, “κεντρικές” ή “αποκεντρωμένες”. Λοιπόν, έμπαιναν και ξαναέμπαιναν εκ μέρους του κοινού ερωτήματα του είδους:
- και ποιό είναι το “πολιτικό πλαίσιο” του 30/900; ... Σα να λέμε δηλαδή ότι από “μόνα” τους η γενική μείωση του χρόνου εργασίας και η γενική αύξηση της βασικής τιμής του εμπορεύματος εργασία είναι “απολίτικα” ζητήματα...
- και ποιοί είμαστε εμείς που θα πούμε στους εργάτες τέτοια πράγματα; ... Σα να λέμε ότι εμείς δεν είμαστε εργάτες...
- και ποιές είναι οι δομές που μπορούν να θέσουν τέτοια ζητήματα; ... Σα να λέμε ότι τα οργανωτικά ζητήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται εν κενώ, χωρίς περιεχόμενα, σαν καθαρά συνθήματα, του είδους “ζήτω η αυτοοργάνωση”...
- και ποιός μας λέει ότι τέτοια θέματα δεν είναι αφομοιώσιμα;... Σα να λέμε, δηλαδή, ότι με κάποιο μαγικό, μεταφυσικό τρόπο, “πες το κι έγινε”... Πράγμα που σημαίνει πλήρη άγνοια του τι σκληρή αντίθεση (προς τ’ αφεντικά) σημαίνει η γενική μείωση του χρόνου εργασίας και η γενική αύξηση του βασικού μισθού, ειδικά σε συνθήκες σαν τις τωρινές, όπου αναβαθμίζουν την βία της υποτίμησης...
Είναι σημαντικό και πρέπει να ξανατονιστεί ότι τέτοιες ήταν οι προσεγγίσεις (και τελικά η απόρριψη της σοβαρότητας του θέματος) από ανθρώπους που δουλεύουν και ζουν δουλεύοντας.

Μήπως υπάρχει άγνοια;

Για ποιό πράγμα;

Άγνοια για τον πρακτικό τρόπο με τον οποίο δουλεύει ο καπιταλισμός. Το έχετε καταλάβει υποθέτω ότι ο τριτογενής τομέας, οι υπηρεσίες, είναι γεμάτος φαντάσματα και άγνοια...

Δεν ξέρω αν υπάρχει άγνοια. Μπορεί. Όμως να: η ελκυστικότητα των δογμάτων περί “εθνικής οικονομίας”, ή περί “κατεχόμενης ελλάδας” εξηγείται στη βάση κάποιας γνώσης; Ποιάς γνώσης; Εδώ γίνονται τερατώδεις αντιστροφές, που είναι ως τώρα δημοφιλείς. Σίγουρα δημοφιλέστερες απ’ την κατανόηση των βασικών δεδομένων της σύγχρονης καπιταλιστικής και κρατικής λειτουργίας. Οπότε, και άγνοια να υπάρχει, αυτό είναι ένα απ’ τα αποτελέσματα της ιδεολογικής ηγεμονίας των αφεντικών και όσων υπηρετούν την εθνική ομογενοποίηση - δηλαδή την υποτέλειά μας.

Πράγμα που σημαίνει υποθέτω ότι είναι προτιμότερο σε πολλούς μισθωτούς να βολεύονται με τα αφηρημένα και διαταξικά συνθήματα (της αριστεράς και της άκρας αριστεράς) του καθεστώτος, ακόμα κι εκείνα που κάπου “μιλούν” για “τάξεις”, παρά να συνειδητοποιήσουν την ίδια την ωμή ταξική πραγματικότητά τους.

Τέτοιο άρχισε να γίνεται το συμπέρασμα της συνέλευσης του πλάνου 30/900, ύστερα από επαναλήψεις και ξαναεπαναλήψεις των ίδιων αυτών μοτίβων. Προσοχή όμως. Αυτό δεν συνέβαινε το 1994 ή το 2003 αλλά το 2011! Όπου αφενός μεν τσεκουρώνονταν συστηματικά οι μισθοί, και μάλιστα οι χαμηλοί μισθοί, στον λεγόμενο δημόσιο τομέα, ενώ και στον ιδιωτικό η κατάσταση επιδεινωνόταν ραγδαία, ακόμα και χωρίς επίσημη νομοθεσία.

Ωστόσο το 2011 μπορεί να θεωρηθεί “η χρονιά της αγανάκτισης”....

Ακριβώς. Πιο σωστά ήταν η χρονιά της ώριμης και πανηγυρικής εκδήλωσης του εξής δόγματος: ότι τα “συναισθήματα” μπορούν και πρέπει “από μόνα τους” να παράγουν γεγονότα, αδιάφορο ποιά είναι τα χαρακτηριστικά των ατόμων και των προθέσεών τους. Ήταν επίσης η χρονιά του ψυχοσυναισθηματικού “...να γίνει κάτι”, όπου οποιαδήποτε ερώτηση για το τι είναι αυτό το “κάτι”, προκαλούσε αμηχανία και εκνευρισμό. Οπωσδήποτε το πλήθος ήταν πολύ ελκυστικότερο από πεζά, ταπεινά ζητήματα του είδους χρόνος και τιμή της εργασίας.  

Εδώ πρέπει κανείς να ρωτήσει: πως είναι δυνατόν η συστηματική, βίαιη υποτίμηση της εργασίας να είναι το μοναδικό αληθινό γεγονός μέσα στην κρίση και την διαχείρισή της, και ταυτόχρονα να είναι το τελευταίο που αξιολογούν σαν τέτοιο οι ίδιοι οι μισθωτοί, και ειδικά η προλεταριακή βάση μιας καπιταλιστικής κοινωνίας;

Κατ’ αρχήν πρέπει να αποφύγει κανείς την εύκολη παγίδα κάποιας ελληνικής ιδιαιτερότητας. Σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Συνεπώς, αφήνοντας περιθώριο για τα επιμέρους “εθνικά χαρακτηριστικά” της πλειοψηφίας των εργατών εδώ ή εκεί, πρέπει κανείς να βρει τα γενικά δεδομένα αυτού του ιστορικού παράδοξου.
Μ’ αυτή την αφετηρία λοιπόν, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για γενικευμένο μικροαστισμό. Έναν μικροαστισμό που θριάμβευσε απ’ την δεκαετία του ‘80 και μετά, πατώντας σε δύο πόδια. Απ’ την μια την ιδιοκτησία “μικροπραγμάτων” (με όρους καπιταλιστικής αξιολόγησης), απ’ την άλλη την αφηρημένη ιδιοκτησία συμβόλων και προσδοκιών. Ειδικά αυτό το δεύτερο, η σημασία δηλαδή των αναπαραστάσεων του “πλούτου” και της “ατομικής / προσωπικής ταυτότητας” για την σύγχρονη πρωτοκοσμική εργατική τάξη, μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικό σε συνθήκες όπου η άμεση, η υλική ιδιοκτησία μειώνεται. Και όπου θα υπέθετε κανείς ότι ο κλονισμός της υλικής βάσης του μικροαστισμού θα προκαλέσει γρήγορα και την ιδεολογική του κατάρρευση. 
Το πολιτικά / ανταγωνιστικά προκλητικό είναι, τώρα, ότι υπάρχει μια εντελώς διαφορετική διάσταση τόσο για τον πλούτο όσο και για τις προσωπικότητες των σύγχρονων πρωτοκοσμικών εργατών, που εδράζεται απόλυτα στην κοινωνικότητα και την δημιουργικότητα της εργασίας (τους) - υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι αυτή θα (ξανα)αναγνωριστεί απ’ τους ίδιους σαν η μοναδική πηγή οποιασδήποτε αξίας. Μετά την αγροτική παραγωγή / εργασία και την βιομηχανική παραγωγή / εργασία, οι υπηρεσίες επιβεβαιώνουν την εκτεταμένη κοινωνικότητα τόσο της εργασίας όσο και των αξιών που δημιουργεί. Συνεπώς, αυτό που σωστά θα ονομαζόταν γενικευμένος μικροαστισμός είναι η ιδεολογική, συναισθηματική και ηθική (τελικά: πολιτική) υπαγωγή, κατάκτηση απ’ το κεφάλαιο της διευρυμένης και βαθύτερης κοινωνικοποίησης, αλληλοεξάρτησης και συνεργατικής δημιουργικότητας των εργατών. Αυτή η φιγούρα, ο (μαζικά) μικροαστικοποιημένος εργάτης, είναι το αντεστραμμένο είδωλο του κοινωνικού προλετάριου - κι ωστόσο αυτό απέχει πολύ απ’ το να είναι η ενεργητική και πολυπρόσωπη συνείδηση που απαιτούν οι καιροί!

Αποτελεί αυτό κάτι που διαπίστωσε η συνέλευση του πλάνου 30/900 μέσα απ’ τις αναλύσεις και την δράση της;

Όχι μ’ αυτήν την μορφή. Μ’ έναν άλλο τρόπο όμως, πιο πρακτικό, ναι. Το ζήτημα που ανασύραμε απ’ την ως τότε εμπειρία μας προς τα τέλη του φθινοπώρου του 2011, ήταν η διαπίστωση του “αντιπραγματισμού”, και τελικά του “αντιρεαλισμού” μέσω των οποίων αντιμετωπίζεται τόσο το θέμα του περιορισμού του χρόνου εργασίας, όσο και της αύξησης του βασικού μισθού. Διαπιστώσαμε κάτι του είδους “μα τι γίνεται εδω πέρα; δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν καν και καν ότι ο μισθός είναι πεδίο μάχης και όχι σκέτα λεφτά”. Διαπιστώσαμε επίσης ότι όταν μιλάμε για την κρίση και τους χειρισμούς των αφεντικών - την συστηματική υποτίμηση της εργασίας δηλαδή - υπάρχει μια εύκολη τάση αυτά να θεωρούνται θέματα "καθαρής θεωρίας”. Ότι, δηλαδή, η εργατική μας θέση αγνοείται ή διαστρέφεται, στο φόντο γενικά των “εκδηλώσεων ανάλυσης / ενημέρωσης” που έχει παράξει η καθεστωτική αριστερά και τα μήντια, όπου οι βαθυστόχαστοι ομιλητές είναι οικονομολόγοι, ακαδημαϊκοί, γενικά “ειδικοί”.
Συνεπώς σκεφτήκαμε ότι πρέπει να τροποποιήσουμε τόσο τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε αυτά τα θέματα όσο και το “κέντρο” τους. Και επειδή το ζήτημα του μισθού, και η διαστρεβλωμένη εννόησή του σαν “λεφτά”, μας φάνηκε σαν το κατεξοχήν προβληματικό, προσανατολιστήκαμε κατ’ αρχήν σ’ αυτό.

Πράγμα που σας έφερε σε απόλυτη αντιστοιχία με την τρέχουσα συγκυρία...

Δεν είχαν χάσει ποτέ αυτήν την αντιστοιχία τόσο οι συζητήσεις / αναλύσεις όσο και οι παρουσιάσεις της συνέλευσης του πλάνου 30/900. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι δεν ήταν τόσο πυκνές οι εκδηλώσεις που έγιναν όσο θα έπρεπε· ή ότι η προπαγάνδα έκανε κατά καιρούς κοιλιά. Αλλά ποτέ δεν έλειψε η μάλλον αγωνιώδης ανάγνωση της τρέχουσας εργατικής πραγματικότητας, είτε μέσα από τις εμπειρίες δικές μας και άλλων, είτε μέσα απ’ τα επίσημα “πολιτικά” γεγονότα.
Συνεπώς είχαμε επίγνωση ότι όταν θα εξηγούσαμε γιατί ο μισθός δεν είναι απλά “λεφτά” αλλά σχέσεις, και μάλιστα σχέσεις αντίπαλες, ανταγωνιστικές, θα μιλούσαμε αφενός για κάτι κοινότυπο και αφετέρου για κάτι “εξωτικό”, ξεχασμένο. Όταν, όμως, στις αρχές του 2012, άρχισαν οι “ψίθυροι” περί τσακίσματος του βασικού μισθού, συνειδητοποιήσαμε ότι ούτε πολύ χρόνο είχαμε στη διάθεσή μας, ούτε όμως και τα απαραίτητα μέσα.

Τα “απαραίτητα μέσα” για ποιό σκοπό;

Υπάρχει τώρα κανένας που να μην καταλαβαίνει ότι το ζήτημα του βασικού μισθού είναι - πιο σωστά θα έπρεπε να είναι - ένα είδος μητέρας όλων των μαχών; Με ειλικρινή ταξική, εργατική αναίδεια, το “900” του δίπολου 30/900 αυτό ακριβώς υποδείκνυε απ’ την αρχή - και θεωρηθήκαμε παράξενοι, άξιοι χλευασμού ή αδιαφορίας. Η αλήθεια είναι βέβαια εντελώς αντίθετη: είμαστε εξαιρετικά ακριβείς, όχι μόνο θεωρητικά αλλά (το κυριότερο) - πολιτικο-ιστορικά.
Όταν λοιπόν οι ψίθυροι άρχισαν το ίδιο παραμύθι, ότι δηλαδή η περιβόητη “τρόικα” (και όχι τα ντόπια αφεντικά!) βάζουν στον πάγκο του χασάπη τον βασικό μισθό, κι άρα την διατίμηση του συνόλου της εργασίας, με μια κίνηση μια κι έξω, ήταν σα να πέφτει επάνω μας ένα βουνό. Γιατί δεν φτάνει “να έχεις” το θέμα - πρέπει να μπορείς να το κάνεις πόλεμο στην έκταση και στην ένταση που του αντιστοιχεί. Αλλά...

Οπότε εντοπίζεται εδώ μια αποτυχία...

Εντοπίζεται μια αποτυχία... Αλλά τίνος ακριβώς, και για ποιούς λόγους; Δεν είναι θέμα το να αναγνωρίσουν 30 άνθρωποι, η συνέλευση του πλάνου 30/900, την αδυναμία τους απέναντι στη μεγαλοσύνη των σκοπών τους. Όμως 30 ή 50 ή 100 εργάτες και εργάτριες δεν είναι η εργατική τάξη! Το θέμα είναι πως όταν ο ταξικός σου αντίπαλος δείχνει ξανά και ξανά, με σχολαστικότητα, επιμονή και σχέδιο το τι κάνει και τι σκοπεύει να κάνει, κι εσύ - σα σύνολο, σαν τάξη - τυρβάζεις περί οτιδήποτε άλλο, τότε μόνο ήττες θα εισπράττεις. Την μία πίσω απ’ την άλλη.
Βγαίνουν κάποια στιγμή, στη φάση της προπαγανδιστικής προετοιμασίας, κάποιοι ειδικοί των αφεντικών, και λένε: ντάξει, αυτό με τον βασικό μισθό δεν είναι και σπουδαίο, γιατί αφορά (εννοούσαν άμεσα) μόνο 400.000 μισθωτούς. “Μόνο”! Μόνο 400.000 είναι αυτοί κι αυτές που πληρώνονται αυτή τη στιγμή με τον βασικό του ανειδίκευτου - μάθαμε λοιπόν και κάτι. Το 1% αυτών των “μόνο” είναι 4.000 - μια συντριπτική μειοψηφία, το 1%, και ταυτόχρονα 4.000... Λοιπόν; Πού βρίσκονται και πού βρισκόμαστε;

Έλεγες πριν ότι από σύμπτωση, την ίδια ημέρα που εσείς εκθέτατε την πολιτική σημασία του μισθού, και ακόμα πιο επικεντρωμένα του βασικού μισθού, γινόταν μια συναυλία οικονομικής ενίσχυσης απεργών... Πως το συσχετίζεις;

Περισσότερο αφορμή είναι η χρονική σύμπτωση. Μία ή δέκα τέτοιου είδους συναυλίες καλώς να γίνουν και να γίνονται. Όμως αποτελούν ενέργειες που ανήκουν στην επιμελητεία. Η επιμελητεία δεν είναι η πρώτη γραμμή οποιασδήποτε μάχης, ούτε η δεύτερη. Βρίσκεται στα μετόπισθεν. Κι όταν λοιπόν βγάζει κάποιος ενέργειες που ανήκουν στα μετόπισθεν μοστράροντάς της σαν πράξεις “πρώτης γραμμής”, απλά δείχνει ότι δεν έχει καμία τέτοια πρώτη γραμμή, και δεν κάνει κανέναν ουσιαστικό πόλεμο.

Πρόκειται για απόδειξη της απόλυτης αδυναμίας της αριστεράς ή για κάτι άλλο;

Συγγνώμη, αλλά η αριστερά δεν είναι καθόλου αδύνατη! Είναι καθεστωτική, και κάνει την δουλειά της μια χαρά - πιο καλά από ποτέ. Κάνει τις φιγούρες της, βερμπαλίζει ασύστολα, πετάει την μπάλα όσο πιο μακριά γίνεται: προσφέρει με δυο λόγια τις υπηρεσίες που έχει κληθεί να προσφέρει και για τις οποίες πληρώνεται, και όχι μόνο με έναν τρόπο. Κάνει και καμιά μνημόσυνη “απεργία”, μέσω των συνδικάτων της, και όλα είναι εντάξει: όπου νάναι θα γίνουν εκλογές, και θα ανταμοιφθεί.
Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς τι σκατά κάνει η όποια εργατική βάση αυτής της αριστεράς, ειδικότερα του κκε. Εδώ φαίνεται ότι υπεισέρχονται οι “εθνικές ιδιαιτερότητες”: απ’ την μια μεριά υπάρχει ένα οργανωμένο τμήμα εργατών, που περιλαμβάνει πολλούς μαχητικούς και έντιμους ανθρώπους· απ’ την άλλη είναι καθηλωμένοι σε μια μεσσιανική αντίληψη για την πολιτική, τον ανταγωνισμό και την ιστορία, όπου όλα αυτά τα σοβαρά και κεντρικά ζητήματα θα λυθούν κάποτε, αφού προηγουμένως, με νηστεία και προσευχή, από εκλογές σε εκλογές, το “κόμμα”, το όποιο τέτοιο, φουσκώσει.
Τελικά είναι θεωρητικά αδύνατο να αποδοθεί η αυτο-υποδούλωση (ή, στην περίπτωση που η κουβέντα φαίνεται βαριά, η πολιτική αυτο-υποτίμηση) των σύγχρονων εργατών μόνο στην πανουργία των στελεχών της αριστεράς ή των κομματικών μηχανισμών. Ασφαλώς υπάρχουν κι αυτά, παίζουν κάποιο ρόλο, αλλά θα ήταν ανιστόρητο και αντιδιαλεκτικό να τους αποδοθούν υπερφυσικές δυνατότητες. Προφανώς υπάρχουν και κάποια (μη υλικά) συμφέροντα που κρατούν δεμένους τόσες χιλιάδες ανθρώπους σε επιλογές και τακτικές που στρέφονται κατευθείαν εναντίον τους. Είναι η ιδεολογία; Είναι η κομματικά μεσολαβημένη κοινωνικότητα; Είναι ο φόβος απέναντι στις εκ των πραγμάτων αβεβαιότητες της εργατικής αυτονομίας;
Απ’ την άλλη μεριά - κι αυτό φυσικά είναι άποψη, και μάλιστα μια άποψη που δεν φαίνεται να επαληθεύεται από πουθενά... - η σύγχρονη εργατική τάξη (και πρέπει να τονιστεί η λέξη “σύγχρονη”) είναι τεχνικά ικανή πολύ περισσότερο από ποτέ στην ιστορία της να αυτο-οργανωθεί και να αυτο-καθοριστεί συλλογικά. Δεν την έχουν φέρει τα κόμματά της σ’ αυτή την εν δυνάμει “ανώτερη φάση”, το αντίθετο μάλιστα: τα κόμματα και τα κομματίδιά της προσπαθούν να φρενάρουν και να καθηλώσουν τις δυνατότητές της, προς όφελος των μηχανισμών και των ιεραρχιών. Αυτές τις δυνατότητες, παράδοξο ή όχι (καθόλου!!!) τις έχει δημιουργήσει η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη!!!

Αυτό το “τεχνικά ικανή” ακούγεται περίεργο. Προφανώς δεν σημαίνει “πολιτικά ικανή”, έτσι δεν είναι;

Σωστά. Αλλά είναι σα να δικαιώνεται ο Μαρξ, μια φορά για μία βασική του θέση, και άλλη μια φορά έμμεσα. Το πρώτο αφορά την καπιταλιστική εξέλιξη. Είναι αναπόφευκτο να συμβάλει στην ανάπτυξη των δημιουργικών δυνατοτήτων του προλεταριάτου, συμπεριλαμβανόμενων των αρνήσεών του. Και είναι αναπόφευκτο να “κοινωνικοποιεί” την εργασία και την εκμετάλλευσή της, εφόσον η όλο και μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση είναι που αυξάνει την δημιουργικότητα. Και τι είχε πει ο κυρ Κάρολος; Είχε πει ότι η ανάπτυξη των “παραγωγικών δυνάμεων” που προκαλούν τα ίδια τα αφεντικά, έρχεται τελικά σε σύγκρουση με τις “παραγωγικές σχέσεις”, δηλαδή με την ατομική ιδιοκτησία... Τις οποίες όμως “παραγωγικές σχέσεις” τ’ αφεντικά κάνουν τα αδύνατα δυνατά να κρατήσουν στη θέση τους, ακόμα κι αν χρειαστεί να καταστρέψουν μαζικά “παραγωγικές δυνάμεις” - για να πειθαρχήσουν τους προλετάριους. Έτσι δεν συμβαίνει ξανά;
Μήπως, τώρα, μπορούμε να πούμε το ίδιο για τις “πολιτικές / οργανωτικές σχέσεις”, συγκεκριμένα για τις μορφές κόμμα και συνδικάτο όπως τις έχουμε γνωρίσει ιστορικά; Είναι ολοφάνερο ότι εδώ και 30 χρόνια αυτές οι συγκεκριμένες σχέσεις, που είναι ιστορικό προϊόν του ίδιου του εργατικού ανταγωνισμού, έχουν ξεπεραστεί χάρη στην ίδια την ανάπτυξη των “δυνάμεων εργατικής θετικότητας και αρνητικότητας”. Και ότι δρουν καθαρά σαν φρένο πάνω σ’ αυτές τις δυνάμεις, για να διατηρήσουν τον έλεγχο, την πολιτική ιδιοκτησία και την ιδεολογική εκμετάλλευση. Δρουν σαν φρένο, δρουν εχθρικά απέναντι στις σύγχρονες προλεταριακές δυνατότητες ανταγωνισμού, καταστρέφοντάς τες όπως και όσο μπορούν.
Θα πει βέβαια κάποιος: μα έχουν εκραγεί οι εργατικές αρνήσεις; Όχι. Ασφυξία παντού...

Μετά την 30η Γενάρη - και, ουσιαστικά, μετά την επικύρωση της ήττας - τι;

Αν εννοείς “τι θα κάνει η συνέλευση του πλάνου 30/900”, αυτό είναι κάτι που θα το απαντήσει η ίδια. Υπάρχει όμως και το τι θα κάνει η εργατική τάξη, τουλάχιστον εκείνο το μέρος της που συνειδητοποιεί ή θα συνειδητοποιήσει γρήγορα πόσο χαμηλά έχει πέσει και ποιές είναι οι πραγματικές αιτίες αυτής της πτώσης. Δεν είναι καθόλου σωστό οτι η δυστυχία φέρνει απελευθερωτική ριζοσπαστικοποίηση. Είναι εξίσου πιθανό, πιθανότερο θα έλεγα, να φέρει ακόμα μεγαλύτερη διανοητική και συναισθηματική σύνθλιψη. Και λέω ότι αυτό είναι πιθανότερο επειδή ούτε ατομικά ούτε συλλογικά το “χώνεμα” της υποτίμησης της εργασίας και της ζωής γίνεται σε ιδεολογικό κενό. Ο ιδεολογικός και ο ψυχολογικός πόλεμος, εκ μέρους των αφεντικών, είναι ισχυρός, είναι σχεδόν παντού, και θα ενταθεί ακόμα περισσότερο. Κι όπως πάντα, την πιο βρώμικη δουλειά θα την κάνουν οι “φίλοι” μας.

Δεν γεννιούνται στο δρόμο οι συνειδήσεις;

Λυπάμαι, αλλά δεν ξέρω που γεννιούνται οι συνειδήσεις. Και ευτυχώς!... Βλέπω όμως που και πως πεθαίνουν. Έχει και δρόμο μέσα αυτός ο θάνατος, αφού τα αφεντικά έμαθαν να τον αξιοποιούν. Και αυτόν.
 
       

Sarajevo 2020