Sarajevo
 

 

Sarajevo 59 - 02/2012

Το εξώφυλλο της ελευθεροτυπίας σαν περιοδικό, Νοέμβρης του 1975.

 

καθυστερημένο, πολύ καθυστερημένο ρΕκβιεμ

Το να θέλει κανείς να ρίξει μια καλή ματιά στον επιχειρηματικό κλάδο των μήντια στην ελλάδα είναι, ίσως, πιο hard core απ’ το να πάρει μάτι σε οργιώδες πάρτυ κροκοδείλων. Υπάρχει βέβαια η ιδεολογική πλευρά της δράσης αυτού του κλάδου, κι αυτή φαίνεται. Όμως ακόμα και σ’ αυτό, στην παραγωγή και αναπαραγωγή των ιδεολογιών (μέσω των μήντια) μπορεί να πέφτει κανείς τακτικά σε γρίφους.
Η τύχη της καθεστωτικής εφημερίδας ελευθεροτυπία δεν μοιάζει με γρίφος. Στο βαθμό που πορεύεται είτε προς κλείσιμο είτε προς κάποιου είδους ριζική μεταμόρφωση, αξίζει πάντως τη νεκρολογία μας. Γιατί αυτή η εφημερίδα είναι συνδεδεμένη στη διαδρομή της, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, με εκείνο που θα ονόμαζε κανείς κοινωνική (κι ως ένα βαθμό πολιτική) αριστερά στην ελλάδα τα τελευταία 35 χρόνια. Δεν εννοούμε τους κομματικούς σχηματισμούς αυτής της αριστεράς· αλλά τη θάλασσα κουλτούρας, αισθητικής, ηθικής, αντίληψης για την πολιτική και την ενημέρωση, που ξεκινάει (ή ξεκινούσε) απ’ το “κέντρο” (δηλαδή το πασοκ) και φτάνει (ή έφτανε) ως τον “αντιεξουσιαστικό / αναρχικό χώρο”. Εάν υπήρξε ένα μονάχα αντικείμενο αυτά τα 35 χρόνια στην ελλάδα που να εξέφραζε πλευρές όλων αυτών (των εκατοντάδων χιλιάδων), παρά τις όποιες μεταξύ τους αντιπαλότητες αλλά και τις μεταμορφώσεις τους, αυτό κρεμόταν κάθε μέρα στα περίπτερα. Και λεγόταν ελευθεροτυπία.

 

μια άλλη μακρινή εποχή

Ο θρύλος της εμφάνισης της ελευθεροτυπίας είναι, με τον τρόπο του, συστατικό στοιχείο (ή εκδήλωση) του πνεύματος και των μυθολογιών των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Το φύλλο νο 1 της ελευθεροτυπίας εμφανίστηκε στα περίπτερα την 21η Ιουλίου του 1975. Αρκετά πρωτότυπο για τα ιστορικά δεδομένα των καθημερινών εφημερίδων στην ελλάδα: θα εμφανιζόταν σαν η εφημερίδα των 100 συντακτών. Μια εφημερίδα “σοσιαλιστική / αυτοδιαχειριζόμενη”, σα να λέμε, στη δημοσιογραφική δομή της. Μια ελληνική αντανάκλαση του μεγάλου μύθου των καθημερινών αριστερών / φιλελεύθερων εφημερίδων μεγάλης κυκλοφορίας στην ευρώπη, της γαλλικής liberation.
Με τέτοιο concept, και με βάση τόσο τους προσανατολισμούς του περιεχομένου της όσο και τις απόψεις των συντακτών / δημοσιογράφων της, δίκαια χαρακτηρίστηκε (σίγουρα με βάση τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά των καθημερινών εφημερίδων ευρείας κυκλοφορίας στην ευρώπη) σαν αριστερίστικη. Εν τέλει “αριστερίστικο” ήταν κι ένα καλό μέρος της μεταπολιτευτικής κοινωνίας· και οπωσδήποτε το πιο δυναμικό. Το πιο δυναμικό τόσο στο να παράγει δημόσια γεγονότα, όσο και στο να επιδιώκει την αντανάκλασή τους σε χαρτί καθημερινής πανελλαδικής κυκλοφορίας. Φυσικά αυτά τα δεδομένα δεν ήταν (και ούτε θα μπορούσαν να είναι) αρκετά για να εκδοθεί μια καθημερινή απογευματινή εφημερίδα - χρειαζόταν και χρήμα. Οι αρχικοί ιδιοκτήτες της εφημερίδας ήταν οι εκδότες εγκυκλοπαιδειών Κίτσος Τεγόπουλος και Χρήστος Σιαμαντάς· κι απ’ τον Μάη του 1978 μόνος ο πρώτος. Μπορεί η έκδοση εγκυκλοπαιδειών (και αργότερα λεξικών) να είναι μια επιχειρηματική δραστηριότητα που δεν έχει σχέση με την (πολιτική και κοινωνική) “επικαιρότητα”, μάλλον το αντίθετο· αλλά οι ιδιοκτήτες της εφημερίδας - των - 100 - συντακτών παρέμεναν “του χαρτιού”... Καμία μομφή, λοιπόν, ή παρασπονδία σε σχέση με τον “αριστερισμό”.

Sarajevo 59 - 02/2012
το άρθρο για την εφημερίδα ελευθεροτυπία


Πριν απ’ την εφημερίδα ελευθεροτυπία είχε κυκλοφορήσει ένα μηνιαίο περιοδικό με τον ίδιο τίτλο. Ο εκδότης / διευθυντής του περιοδικού ελευθεροτυπία (με υπότιτλο: για μια αδέσμευτη δημοσιογραφία) Αλέκος Φιλιππόπουλος ήταν και ο πρώτος διευθυντής σύνταξης της ομώνυμης εφημερίδας. Να τι έγραφε το Νοέμβρη του 1975 ο (αριστερός) αρχισυντάκτης του περιοδικού, Χρήστος θεοχαράτος, σε σχέση με την έκδοση της εφημερίδας, κάτω απ’ τον τίτλο το πείραμα της “ελευθεροτυπίας” και τα μοιραία ερωτήματα (ορθογραφία και σύνταξη του πρωτότυπου). Αξίζει να αναδημοσιεύσουμε (και να διαβάσετε) κάποια κομμάτια του, σαν μνημείο μιας άλλης, μακρινής εποχής:

Από τον περασμένο Ιούλιο ο Τύπος στην Ελλάδα μπήκε από την προϊστορία στην ιστορία του. Πραγματοποίησε το διαλεκτικό άλμα από τον Τύπο - Επιχείρηση στον Τύπο - Λειτούργημα. Και τα ερωτήματα μπήκαν αραδιαστά από το προηγούμενο τεύχος μας: Τι είναι το πείραμα της “Ελευθεροτυπίας” για το οποίο επιδείχθηκε και παγκόσμιο ενδιαφέρον; Πού αποβλέπει και ποιές διεργασίες ανάμεσα στους δημοσιογράφους οδήγησαν σ’ αυτό; Μπορεί να πιάση; Μπορεί να επεκταθή και πως; Συμφέρει τον τόπο, και αν ναι, γιατί δεν βοηθείται; Έχει εχθρούς; Πόσους και ποιούς; Ποιοί το εχθρεύονται από μικροσυμφέροντα και ποιοί από πλάνη; Ποιοί είναι οι μεγάλοι και φυσικοί του εχθροί;
Ας δούμε τα ερωτήματα ένα - ένα:

1. Το πείραμα της “Ελευθεροτυπίας”
Το πείραμα της Ελευθεροτυπίας δεν έγινε τυχαία το 1975. Μπορούσε να είχε γίνει το 1964. Διότι είναι πείραμα Ανεξαρτησίας. Ανεξαρτησίας εθνικής, ιδεολογικής, οικονομικής. Εκφράζει, ακριβώς, αυτή τη λαχτάρα στην τριπλή της διάσταση: α) Να βοηθήση στην πλήρη εθνική ανεξαρτησία - αγαθό που κυνηγούν χιμαιρικά 6 γενεές νεοελλήνων. β) Να συμβάλη στην ιδεολογική αποδέσμευση - ώστε ο διάλογος και η πολυεδρικότητα να γίνουν γνώμονες της δημόσιας και πολιτικής μας ζωής και γ) Να λακτίση τις οικονομικές εξαρτήσεις - αυτές τις Συμπληγάδες που πάντα απειλούσαν και πάντα σύντριβαν την εθνική και δημοκρατική Αργώ.
Το πόσο ο ελληνικός Λαός πιστεύει στην τριπλή ανεξαρτησία φάνηκε από το γεγονός ότι η “Ελευθεροτυπία” - παρά τους τριβώλους και τις παγίδες - επιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή. Ήταν σάμπως να την ανέμενε. Ήταν σάμπως να την είχε προσχεδιάση ο ίδιος. Και το σκίρτημα αυτό της Ανεξαρτησίας στην πιο ευαίσθητη περιοχή της δημόσιας ζωής μας - στον Τύπο - δεν ήταν δυνατό ν’ αφήση αδιάφορους τους ξένους παρατηρητές. Η Ευρώπη το δέχτηκε με κριτικό πνεύμα και το παρακολουθεί με ηυξημένο ενδιαφέρον.
Γιατί; Διότι προοιωνίζεται ουσιώδεις διαρθρωτικές αλλαγές στον δημόσιο βίο, διότι θέτει επί τάπητος το μέγα αίτημα της ελευθερίας, διότι προβιβάζει την Επιχείρηση σε Λειτούργημα, διότι αμφισβητεί καίρια τα παλιά ανελεύθερα σχήματα και διότι πλήττει αποφασιστικά τα ερείσματα του παλαιοκομματισμού και της ξενοκρατίας.
Έτσι λοιπόν η “Ελευθεροτυπία” φέρνει μαζί της σαν αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της γνώρισμα, το πνεύμα και την αξίωση της αλλαγής, της Αλλαγής του Ιουλίου 1974. Προσπαθεί να κάνει πράξη και τρόπο ζωής τη δημοκρατία, την ισονομία, τη νομιμότητα και την αποδέσμευση - αρχίζοντας από τα εσωτερικά της. Φιλοδοξώντας να συμβάλη στην διόρθωση του καθόλου βίου μας, φρόντισε πρώτα να διορθώση τα του οίκου της. Για να επαγγελθή με πειστικότητα την ανεξαρτησία και δημοκρατία, φρόντισε να λειτουργή ανεξάρτητα και δημοκρατικά πρώτα η ίδια....

Παρά την φρασεολογία που σήμερα φαίνεται παλαιολιθική, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει κανείς, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια (και τόσες “αλλαγές”) την αρχική καινοτομία του εγχειρήματος ελευθεροτυπία· ή, οπωσδήποτε, την ιδεολογική αυτοπεποίθηση της συνηγορίας υπέρ του. Γιατί - κι αυτό θα φανεί πιο καθαρά στα επόμενα αποσπάσματα - δεν πρόκειται για την έκδοση, απλά, μιας ακόμα εφημερίδας. Πρόκειται για την ανύψωση μιας (δημοσιογραφικής) σημαίας. Ο Χ. θεοχαράτος γράφει στη συνέχεια (ο τονισμός δικός μας):

4. Μπορεί - και πως - να επεκταθή;
Το ερώτημα είναι καίριο. Διότι, από την σωστή απάντηση σε αυτό θα κριθή η βιωσιμότητα του πειράματος. Διότι, μόνο αν μπορή να επεκταθεί σαν μέτρο στον Τύπο και σε άλλες επιχειρηματικές μονάδες και δραστηριότητες κινδυνεύει να αντιμετωπίση σθεναρή αντίθεση και αντίδραση. Αν οι αντιτιθέμενοι στο πείραμα διαπιστώσουν ότι πρόκειται για ένα ρομαντικό εγχείρημα, καταδικασμένο να παραμείνη ένα ... χριστιανικό κοινόβιο μέσα στην ειδωλολατρική κοινωνία μας, θα αντιδράση λίγο ή και καθόλου, φροντίζοντας να κλείσουν τις προσβάσεις στις ... μολυσματικές αναθυμιάσεις προς τις επιχειρήσεις τους. Αν οι αντιτιθέμενοι πεισθούν ή φοβηθούν έστω, ότι το πείραμα μπορεί να επενεργήση σαν επιδημικός ιός και να θέση εν αμφιβόλω τις δομές - τις κοινωνικές και διαρθρωτικές δομές - της οικονομίας, θα προσπαθήσουν να κλείσουν τις στρόφιγγες που τροφοδοτούν την “Ε” με οξυγόνο.
Αυτή, όμως, είναι σχηματική όψη του θέματος. Πίσω απ’ αυτή υπάρχει και η δυναμική της δομή - διαλεκτική πέρα για πέρα. Τα δυναμικά στοιχεία που καθιστούν δυσχερές το “πνίξιμο” του πειράματος είναι: 1) Το συνταγματικό “άνοιγμα” προς κοινωνικές διαρθρώσεις της οικονομίας. 2) Η δεδηλωμένη απόφαση όλων των κομμάτων να ληφθούν μέτρα παρεμβατικά προς μια κάποια μορφή σοσιαλιστικοποιήσεως της οικονομίας. 3) Το διάχυτο αίτημα των εργαζόμενων, περί συμμετοχής στα κέρδη των επιχειρήσεων. 4) Η ανάγκη να περιοριστούν καταλυτικές προσωπικές δραστηριότητες. 5) Το πανεθνικό αίτημα για μια δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος. 6) Η ανάγκη αξιοποιήσεως του εμψύχου δυναμικού της χώρας με την συμμετοχή στη διοίκηση και 7) Η ανάγκη προσαρμογής στον σοσιαλίζοντα ευρωπαϊκό χώρο.
Δηλαδή, κοντολογής, το πείραμα της “Ε”, γίνεται σε μια περίοδο που οι παλιοί  φορείς της οικονομικής ζωής προσπαθούν με αναδιπλώσεις να κρατήσουν τα κεκτημένα και σε μια εποχή που η εθνική αστική Τεχνοκρατία διεκδικεί την σχεδιασμένη και λελογισμένη διοίκηση της οικονομικής ζωής. Αυτό σημαίνει ότι η “Ε” έχει στο πλευρό της τους Δεξιούς, Κεντρώους και Αριστερούς Τεχνοκράτες της χώρας, οι οποίοι πιέζουν αφόρητα το κεφάλαιο προς σύγχρονους σχεδιασμούς και λειτουργικότητες. Έχει ακόμη στο πλευρό της το σύνολο των εργαζομένων, που δεν ζητούν μόνο μεγαλύτερο μερίδιο από το αντικείμενο του μόχθου τους, αλλά και αποφασιστική γνώμη πάνω στη διοίκησή του.
Άρα το πείραμα της “Ε” έχει την πρόοδο σύμμαχο και την αντίδραση και συντήρηση πολέμιο. Και η μάχη θα δοθή στο ευρύ πεδίο των οικονομικών δομών. Έτσι, βραχυπροθέσμως η “Ε” πιθανόν ν’ αναδιπλωθή, να χάση. Μακροπροθέσμως, όμως, θα νικήση και το πείραμά της θα γίνη καθεστώς. Καθεστώς πανεθνικό.

Μια στο καρφί και μια στο πέταλο θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς (ειδικά με την δική μας άποψη) αυτήν την συνγορία προς την έκδοση της εφημερίδας ελευθεροτυπία εκεί, στα τέλη του 1975. Μια προσεκτικότερη ματιά όμως δείχνει αυτό που υπήρξε (και παρέμεινε για καιρό) η θολή μεν, υψωμένη δε σημαία της εντόπιας αριστεράς. Ένας “αστικός εκσυγχρονισμός” με “φιλολαϊκές προβλέψεις” - τι άλλο; Για τον συγκεκριμένο συνήγορο της ελευθεροτυπίας - στα - σπάργανα το συγκεκριμένο εγχείρημα είναι (τότε) η κλειδαρότρυπα απ’ όπου μπορεί να δει (και να ξεκλειδώσει) τον συνδυασμό εκσυγχρονισμού και λαϊκότητας. Συνεχίζει αμέσως μετά:

5. Συμφέρει; Θα βοηθηθή;
Να το κρίσιμο ερώτημα: Συμφέρει; Αλλά, εν προκειμένω πρέπει να διευκρινισθή για ποιό συμφέρον γίνεται λόγος. Ποιόν αν συμφέρη; Τους επιχειρηματίες ή το κοινωνικό σύνολο; Τους λίγους ή τους πολλούς; Το διπλό ερώτημα είναι απατηλό. Αν συμφέρη τους πρώτους, συμφέρει και τους δεύτερους. Αν συμφέρη την ολότητα, συμφέρει και την μειονότητα. Το σοσιαλιστικό πείραμα και άνοιγμα είναι εξ ίσου ζωτικό για το κεφάλαιο και για την εργασία. Είναι η χρυσή τομή, όπου μοιραία θα συναντηθούν και θα συνυπάρξουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας με το δικαίωμα κοινωνικού ελέγχου. Είναι η ύστατη καταφυγή του συστήματος, προτού παραδοθή στους ... “βαρβάρους”.
Όταν και όπου το “σύστημα” μπλοκάρεται, όταν και όπου το ιδιωτικό κεφάλαιο δυσχεραίνει αντί να διευκολύνη την πρόοδο, όταν και όπου οι ιδιωτικοί φορείς αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη, τα σοσιαλιστικά μέτρα κρίνονται απαραίτητα και λυσιτελή. Ήδη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι ζωτικοί τομείς οικονομίας (μεταφορές, υγεία, ενέργεια, μεταλλεία, ορυχεία, κλπ) εθνικοποιούνται ή καλούν τους εργαζόμενους σ’ αυτούς να αναλάβουν την ευθύνη της διοικήσεως και της παραγωγής τους. Η Φινλανδία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία, η Γερμανία, η Βρεταννία, η Γαλλία και τελευταία η Ιταλία πραγματοποιούν στην οικονομία τους τον περίφημο “Ιστορικό Συμβιβασμό” και τον μελετούν σοβαρότατα και για την πολιτική τους. Και ήδη ο Τύπος τους πρωτοταστεί στους κοινωνικούς αυτούς μετασχηματισμούς.
Εδώ, όμως, τι θα γίνη; Θα βοηθηθή το πείραμα; Θα υπάρξουν οι δημόσιοι εκείνοι άνδρες που θα συλλάβουν το “μήνυμα” και που θα ρίξουν το βάρος τους στην εδραίωση και επέκτασή του; Το πρόβλημα είναι ακανθώδες και καθαρά πολιτικό. Θα εξαρτηθή από το πόσο ανεξάρτητη θα φανή η πολιτική ηγεσία έναντι των ισχυρών συγκροτημάτων. Έναντι του τραστ του Τύπου που επηρεάζει την Κοινή Γνώμη και που νοθεύει εντέχνως τους κομματικούς και πολιτικούς προσανατολισμούς και σχηματισμούς. Θα εξαρτηθή από το πόσο η κυβερνητική παράταξη προτίθεται και μπορεί να συμμορφωθή προς τις επιταγές του Συντάγματός της προς κοινωνικοποίηση ωρισμένων ζωτικών τομέων της οικονομικής ζωής. Θα εξαρτηθή από το πόσο ισχυρό είναι το Πνεύμα της Αλλαγής που έφερε μαζί της η 24 Ιουλίου 1974. Και σε τελευταία ανάλυση θα εξαρτηθή από το πόσο ο Πρωθυπουργός είναι αποφασισμένος να ξεκαθαρίση τους λογαριασμούς του με τα μονοπώλια που ταλαιπώρησαν (και ταλαιπωρούν) την χώρα και τον ίδιο.
Ο οικονομικός (και πολιτικός) συντηρητισμός βέβαια θα παίξη όλα του τα ατού. Δεν θα διστάση μπροστά σε τίποτα. Θα χρησιμοποιήση όλα τα μέσα. Θα ασκήση όλες τις επιρροές του. Βασικά είναι ζήτημα γενναιότητος. Και το πείραμα της “Ε” θα αποδείξη αν κατοικούν ακόμα σ’ αυτή τη χώρα γενναίοι!!!

Μια στο καρφί και δυο στο πέταλο: ο πρωθυπουργός στον οποίο αναφέρεται ο γενναίος συγγραφέας ήταν ο Κ. Καραμανλής ο Α - ο και “εθνάρχης” αποκαλούμενος από τους οπαδούς του.

Εν τέλει:

Συμπεράσματα
Υπό συνθήκες ομαλού κοινοβουλευτικού βίαου θα είναι εξαρετικά δυσχερές να πνιγή το πείραμα της “Ε”. Ακόμη και εκείνοι που το εχθρεύονται, ακόμα κι’ εκείνοι που τους έγινε εφιάλτης, θα δυσκολευτούν να πάρουν αναφανδόν θέση εναντίον του. Είναι υποχρεωμένοι να τηρούν τα προσχήματα. Κι όσο τηρούνται τα προσχήματα, τόσο το πείραμα της “Ε” θα εδραιώνεται και θα διεκδική ... μιμητές.
Η κρίσιμη ώρα του - η ώρα που θα σημάνη ένας συναγερμός στο χώρο - θα είναι η ώρα της πρώτης διανομής των κερδών. Τα υπόλοιπα (συμμετοχή στη διοίκηση, ανεξαρτησία, κλπ) δεν είναι εμφανή στοιχεία της αλλαγής. Η διανομή των κερδών, απεναντίας θα γίνη ο οίστρος του επαγγέλματος. Θα κεντρίση σαν βουκέντρα τον δημοσιογραφικό κόσμο και θα τον προβληματίση πάνω στα καινούργια σχήματα. Από τη στιγμή εκείνη ο Τύπος - Επιχείρηση θα έχη μετρημένη ζωή. Θ’ αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.
Άρα: Το πείραμα της “Ε” δεν πρόκειται να μείνει πείραμα. Θ’ αποτελέση γρήγορα “σχολή” και μακροπρόθεσμα θα καταστή καθεστώς. Γιατί είναι το μόνο καθεστώς που μπορεί να υπάρξη ανάμεσα στην ασυδοσία και την ισοπέδωση.

Αληθινός επαναστατικο-μεταρρυθμιστικός οίστρος! Που αν δεν συνέβαινε να υποστηρίζεται απ’ τον εκδότη / διευθυντή του περιοδικού που ήταν κιόλας διεθυντής της εφημερίδας ελευθεροτυπία, θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπική γνώμη. Αλλά όχι. Σύμφωνα άλλωστε με το πνεύμα εκείνης της εποχής, “ο σοσιαλισμός σε μία μόνο εφημερίδα” θα μπορούσε να είναι το πρελούδιο του “σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα” - αν και, η αισιοδοξία της εποχής, έβλεπε κιόλας ένα κάποιο είδος σοσιαλισμού (βολικού για τον καπιταλισμό) σ’ όλη την (δυτική) ευρώπη.
Γενναίοι (αναγνώστες) πάντως υπήρχαν αρκετοί. Τον πρώτο μήνα της κυκλοφορίας της η ελευθεροτυπία σαν εφημερίδα πούλησε (κατά μέσο ημερήσιο όρο σε Αθήνα - Πειραιά) 55.000 φύλλα, πιάνοντας μονομιάς την τρίτη θέση πίσω απ’ τα νέα (πρώτα μακράν) και την απογευματινή (δεύτερη). Τους επόμενους μήνες είχε μια σταθερά ανοδική κυκλοφοριακή πορεία: 62.154 τον Αύγουστο, 79.569 τον Σεπτέμβρη, 76.622 τον Οκτώβρη, 73.168 τον Νοέμβρη. Με τέτοιο εντυπωσιακό άνοιγμα, το Νοέμβριο του 1975 οι δύο εκδότες της καθημερινής ελευθεροτυπίας σε συνεννόηση με τους συντάκτες της, θα προεκτείνουν την συμφωνία για διανομή του 80% των κερδών, σε μια κυριακάτικη έκδοση: την κυριακάτικη ελευθεροτυπία. Που τον πρώτο μήνα της κυκλοφορίας της (Δεκέμβρης του 1975), εκτινάσσεται μεταξύ δεύτερης και τρίτης θέσης, πίσω από την ακρόπολη και (κάποιες φορές πάνω, κάποιες φορές κάτω από) το βήμα. 

Sarajevo 59 - 02/2012
Ρεπορτάζ, 20 Ιούνη 1977...

 

Εκείνο που θα έκανε (και μάλιστα γρήγορα) την ελευθεροτυπία ένα είδος ιερού δισκοπότηρου της αριστερής δημοσιογραφίας στην ελλάδα (με αξιοσημείωτα κυκλοφοριακά / οικονομικά οφέλη απ’ τη δεκαετία του ‘80 και μετά) ήταν ότι τόλμησε, σε εποχές κάθε άλλο παρά ευνοϊκές για κάτι τέτοιο, να δώσει βήμα στην ε.ο. 17 Νοέμβρη. Η οργάνωση πρωτοεμφανίστηκε σαν τέτοια στα τέλη του 1975, με την εκτέλεση του “σταθμάρχη” της cia στην ελλάδα. Η ανάληψη ευθύνης απ’ την μεριά της “πνίγηκε” απ’ την αστυνομία, και μια ακόμα ανακοίνωση προς τον τύπο εκ μέρους της οργάνωσης δεν είχε καλύτερη τύχη. Όμως στις 24 Δεκέμβρη του 1976 η γαλλική liberation δημοσίευσε κείμενο της οργάνωσης, όπου εξηγούνταν με αναλυτικό (και, κυρίως, πειστικό) τρόπο το πως έγινε η εκτέλεση / δολοφονία του “σταθμάρχη” Γουέλς. Η περιγραφή σαν τέτοια ήταν απόδειξη εγκυρότητας και αυθεντικής ύπαρξης μιας ελληνικής οργάνωσης αντάρτικου πόλης· την ίδια μέρα το γαλλικό δημοσίευμα μεταφράστηκε απ’ τον ανταποκριτή της ελευθεροτυπίας στο Παρίσι Φ. Οικονομίδη, και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα. Από την σκοπιά των συντακτών και της ιδιοκτησίας της εφημερίδας η δημοσίευση εκείνη ήταν ένα σύνθετο πολιτικο/δημοσιογραφικό γεγονός πρώτης γραμμής. Η δημοσιοποίηση, μέσα από μια νόμιμη εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, των θέσεων μιας οργάνωσης αντάρτικου πόλης (σε μια εποχή που, ας το θυμήσουμε, η “ένοπλη πάλη” σαν επιλογή βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη διάφορων κινημάτων στην ευρώπη) σήμαινε έμμεση αλλά σαφή αναγνώριση της πολιτικής σημασίας τέτοιων οργανώσεων.
Με τον καιρό, και ειδικά απ’ τα ‘80s και μετά, η ευνοϊκή (προς την κυκλοφορία της εφημερίδας) απεύθυνση της 17 Νοέμβρη στην ελευθεροτυπία απέκτησε άλλα χαρακτηριστικά· πολλά ήταν, άλλωστε, εκείνα που άλλαζαν ραγδαία, τόσο στην “πολιτική” όσο και στην “δημοσιογραφία”. Αλλά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘70 ο “αριστερισμός” της ελευθεροτυπίας ήταν αυθεντικός και όχι εύκολος. Το να υπάρχει, για παράδειγμα, λεπτομερές ρεπορτάζ απ’ την ημιπαράνομη κηδεία των δολοφονημένων στο Σταμχάιμ ανταρτών της r.a.f. - άρα το να συμμετέχει σ’ αυτήν αυτοπροσώπως συντάκτης της εφημερίδας - δεν ήταν (κι όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα) μια απλή “δημοσιογραφική αποστολή”. Ή, το να έχει μόνιμη πρόσβαση στις στήλες της εφημερίδας οποιαδήποτε απεργία και οποιαδήποτε καταγγελία κατά της αστυνομικής βαρβαρότητας, δεν ήταν ρουτινιάρικη “πληροφόρηση”. Οφείλουμε να θυμίσουμε ότι τότε δεν υπήρχαν κινητά / ασύρματα τηλέφωνα ή φαξ· οι εφημερίδες ήταν μεγάλου σχήματος και ασπρόμαυρες· δεν υπήρχαν επίσης υπολογιστές και προγράμματα μηχανικής διόρθωσης κειμένων και σελιδοποίησης. Αυτό σήμαινε ότι απ’ την συγκέντρωση της ύλης (και των φωτογραφιών) ως την “παραγωγή” μιας καθημερινής εφημερίδας όλοι και όλες έπρεπε να “τρέχουν” πολύ. Το να “τρέχουν”, λοιπόν, για τέτοιου είδους ζητήματα (απεργίες, κλπ) σήμαινε πως ήθελαν να το κάνουν: η πρώτη φάση της ελευθεροτυπίας φαινόταν να είναι συνεπής προς την διακήρυξη μιας μαχητικής πολιτικής αντίληψης για τον ρόλο της δημοσιογραφίας.

 

τα γεμάτα μύθους ‘80s

Η συντριπτική εκλογική νίκη των σοσιαλιστών / πα.σο.κ. τον Οκτώβρη του 1981 αποδείχθηκε πολλαπλά καθοριστική για τον ελληνικό καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό. Το θέμα έχει πάμπολλες πλευρές και δεν είναι εδώ το μέρος να τις θίξουμε. Η ελευθεροτυπία έγινε de facto φιλοκυβερνητική - στην ίδια μεριά, δηλαδή, με τον ιστορικό διαχρονικό πυλώνα του καθεστώτος, το “ίδρυμα Λαμπράκη”. Ήταν διαφορετικό πράγμα να κινείται κανείς (μια καθημερινή εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, οι συντάκτες της, οι ρεπόρτερ και οι φωτορεπόρτερ της) σε συνθήκες κράτους - της - δεξιάς, μονοπωλώντας κατά κάποιον τρόπο την απεύθυνση από προς την αριστερά· και διαφορετικό να κινείται σε συνθήκες κράτους - της - αλλαγής - και - των - λοιπών - δημοκρατικών - δυνάμεων. Σύντομα η ελευθεροτυπία θα έβρισκε μπροστά της έναν ακόμα ανταγωνιστή, το έθνος του (φιλοσοβιετικού τότε) εργολάβου Μπόμπολα. Κι ύστερα έναν ακόμα: την αυριανή. Η διαφοροποίηση της ελευθεροτυπίας ήταν συμβολική: δεν στήριζε (μόνο) την κυβέρνηση, αλλά ήλεγχε και την εξουσία... Δηλαδή;
Πρακτικά η δυνατότητα της εφημερίδας να κρατάει ένα διακριτό (και χρήσιμο κυκλοφοριακά) στίγμα και μια προνομιακή σχέση με την ραγδαία αφομοιούμενη στην “αλλαγή” και τις ευκαιρίες της ιστορική αριστερά και άκρα αριστερά δόθηκε στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ‘80. Με την εξέγερση της άγριας νεολαίας· που κωδικά (και για κακό...) ονομάστηκε “Εξάρχεια”. Ο νεολαιΐστικος εξτρεμισμός απ’ το 1984 έως, χοντρικά, το 1986, έγινε για μεν την ελευθεροτυπία μόνιμη πηγή προνομιακής πληροφόρησης “από πρώτο χέρι”· για δε τους νεαρούς και τις νεαρές των “Εξαρχείων” μια πρώτης τάξης ευκαιρία να θαυμάζουν τους εαυτούς τους σε έναν έντυπο καθρέφτη μεγάλης κλίμακας. Τα “Εξάρχεια” πούλαγαν - κι αυτό έμοιαζε να είναι βολικό τόσο για τους “ελέγχουμε την εξουσία” όσο και για τους “κυνηγάμε την μπατσαρία”.
Δεν ήταν - για το δεύτερο! Μπορεί να μοιάζει παράξενο, αλλά ήταν η ελευθεροτυπία που ονόμασε και ξαναονόμασε αυτούς τους απείθαρχους και αντιμπάτσους νεαρούς και νεαρές αναρχικούς - όταν ακόμα η ιστορική αναρχία δυσκολευόταν να καταλάβει και να συννενοηθεί μ’ εκείνο το ultra violent φαινόμενο, που είχε περισσότερα κοινά με το γήπεδο παρά με την Κροστάνδη και την επαναστατημένη Βαρκελώνη. Ούτε καν οι ίδιοι οι πρωτεργάτες εκείνης της διαρκούς εξέγερσης δεν είχαν χαρακτηρίσει τους εαυτούς τους, αρχικά, “αναρχικούς”. Ήταν punks... ήταν “λύκοι της αιώνιας νύχτας”... ήταν βίαιο rock ‘n’ roll... ήταν “τζίνες”, τρυπάκια και “κόλες”... Έπρεπε να δουν και να ξαναδούν, να θαυμάσουν και να ξαναθαυμάσουν στην φιλική και ευνοϊκά διακείμενη ελευθεροτυπία τα ρεπορτάζ και τις φωτογραφίες των έργων τους, για να “μάθουν” ότι είναι αναρχικοί· εκτοπίζοντας και περιθωριοποιώντας πολιτιστικά και ψυχοσυναισθηματικά, αργά και σταθερά, τους αναρχικούς των ‘70s και την δικιά τους πολιτική κουλτούρα.

Sarajevo 59 - 02/2012

Πάνω: στις 20 Οκτώβρη 1977 η ελευθεροτυπία παίρνει ουσιαστικά θέση για την δολοφονία των ανταρτών πόλης της r.a.f. στις φυλακές του Σταμχάιμ, Α. Μπάαντερ, Γκ. Έσσλιν και Γ. Κ. Ράσπε.
Κάτω: στις 29 Οκτώβρη ρεπορτάζ απ’ την μισοαπαγορευμένη κηδεία των 3  δολοφονημένων κρατούμενων.

[ Η φωτογραφική τεκμηρίωση αυτής της αναδρομής θα ήταν αδύνατη χωρίς την βοήθεια της Λέσχης Κατασκόπων του 21ου Αιώνα ]

Sarajevo 59 - 02/2012


Συνεπώς, και πέρα απ’ τα υπόλοιπα (που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες αυτών εδώ των σελίδων πολύ περισσότερο, πλην όμως δεν είναι του θέματος) ο ρόλος και τα χαρακτηριστικά της “μαχητικής δημοσιογραφίας” α λα ελευθεροτυπία άλλαζαν, και άλλαζαν ραγδαία. Δεν ήταν τώρα ο ιδεολογικά και πολιτικά πρωταγωνιστικός ρόλος των υποκειμένων που αντανακλούνταν πειστικά στο χαρτί μιας καθημερινής εφημερίδας πανελλαδικής κυκλοφορίας, όπως στο δεύτερο μισό των ‘70s. Αλλά το ανάποδο: οι κυκλοφοριακές ανάγκες της εφημερίδας (του “μέσου” σα να λέμε...) παρήγαγαν μια ορισμένη “καθοδήγηση”, ακόμα κι αν επρόκειτο μόνο για την εύκολη και “αθώα” μηντιακή νομιμοποίηση των γεγονότων. Κοινωνία του θεάματος λέγεται αυτό, και συμβαίνει να είναι πολύ γλυκό το να γλυστρήσει κανείς και να μείνει καθηλωμένος στη ζεστή αγκαλιά της. Εν πάσει περιπτώσει, οι συντάκτες της ελευθεροτυπίας έκριναν λίγο αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, ότι “τα Εξάρχεια δεν πουλάνε” πια· κι όταν στις αρχές του 1991, με την υπόθεση της καμμένης Πρυτανείας στην Αθήνα, η εφημερίδα λειτούργησε όπως οι υπόλοιπες, σαν γραφείο τύπου της αστυνομίας δηλαδή, όλοι όσοι είχαν μεγαλώσει κάτω απ’ τις φτερούγες της ελευθεροτυπίας ένοιωσαν προδομένοι / ες. Κάπως έτσι (και έτσι) ράγησε το γυαλί και γεννήθηκε τότε το αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι.

Ας γυρίσουμε πίσω: αξίζουν δυο κουβέντες παραπάνω για τα ‘80s. Η δεκαετία αυτή υπήρξε η πλέον “χρυσή” για τις καθημερινές (αθηναϊκές) εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας. Τα 8 απ’ τα 10 χρόνια (από το 1982 ως το 1989) η συνολική μέση κυκλοφορία τους (πρωϊνές και απογευματινές) ήταν είτε λίγο κάτω είτε λίγο πάνω απ’ το 1 εκατομμύριο φύλλα. Ένα εκατομμύριο + / - φύλλα κάθε μέρα!
Ειδικά τώρα η ελευθεροτυπία (που δοκίμασε για 3 χρόνια, απ’ το 1978 ως και το 1980 και μια πρωϊνή έκδοση, παράλληλα με την απογευματινή, την πρωϊνή ελευθεροτυπία) η δεκαετία εκείνη ξεκίνησε δυσκολότερα απ’ ότι είχε κυλήσει το διάστημα 1975 - 1980. Στη πρώτη φάση της, στα ‘70s, η μέση πανελλαδική κυκλοφορία της ήταν πάνω (κάποτε αρκετά πάνω) απ’ τις 120.000 φύλλα. Με την εξαίρεση του 1981, που κρατούσε την “ταχύτητα” των προηγούμενων χρόνων, οι χρονιές ως και το 1986, είχαν έναν καθημερινό μέσο όρο γύρω στις 100.000. Και είπαμε ήδη το γιατί: το έθνος του αριστερού (κκε) εργολάβου είχε απ’ το ‘83 ως το ‘85 την διπλάσια κυκλοφορία, ενώ και τα νέα και η αυριανή ήταν σταθερά πάνω απ’ την ελευθεροτυπία. Τέσσερεις ανταγωνιστές εκδότες σπρώχνονταν μεταξύ τους για το ίδιο ιδεολογικο-πολιτικό τμήμα του πληθυσμού.
Αυτό σήμαινε πια πολύ κρισιμότερο ρόλο της πρόσβασης “στα κέντρα εξουσίας”. Με την εξαίρεση της παραγωγής γεγονότων απ’ τα “Εξάρχεια” (στα οποία, το είπαμε ήδη, η ελευθεροτυπία είχε προνομιακή έως αποκλειστική πρόσβαση) η κυριότερη μήτρα παραγωγής ειδήσεων ήταν πια, ακριβώς, η κεντρική εξουσία ή/και οι τοπικές απολήξεις της. Με δεδομένα α) τον σταθερά “κεντρικό ρόλο / πρόσβαση” του ομίλου / συστήματος Λαμπράκη (νέα, βήμα) σ’ αυτό που ονομάζεται σχηματικά κράτος· β) τις προνομιακές σχέσεις του Κουρή (αυριανή) με κυκλώματα και μηχανισμούς της κυβερνώσας σοσιαλδημοκρατίας· γ) τις μέσω κκε (και σοβιετικής ένωσης / ανατολικής ευρώπης) διευκολύνσεις του Μπόμπολα (έθνος)· δ) την γενική ιδεολογική, πολιτιστική και πολιτική αφομοίωση της “χύμα” αριστεράς, το άλλοτε ριζοσπαστικό έως αριστερίστικο εγχείρημα με το όνομα ελευθεροτυπία θα έπρεπε να προσαρμοστεί κατάλληλα.
Κι αυτό ακριβώς έκανε. Περιττό έως γραφικό πλέον να μιλάει κανείς για εφημερίδα των συντακτών. Παρά τους όρκους των ‘70s, o “τύπος - επιχειρήση” ήταν πια (απ’ τα ‘80s και μετά) το μοναδικό μοντέλο που θα μπορούσε να υπάρχει, με τις ευκολίες, το κύρος, τα έσοδα και την κλίμακα ενός αξιοσέβαστου “μέσου”.

Έχουμε περιγράψει αλλού (anti-media, εκδ. “αντισχολείο”) ότι η δεκαετία του 1980 συσσώρευσε στην ελλάδα ένα σημαντικό και δυναμικό “επικοινωνιακό κεφάλαιο”. Με τη λέξη “κεφάλαιο” δεν εννοούμε “χρήμα” - εννοούμε σχέσεις. Σχέσεις μεσολάβησης, σχέσεις μεσολαβήσιμες. Σχέσεις που μπορούσαν να αξιοποιηθούν καπιταλιστικά. Με σκοπό το κέρδος. Και η υψηλή κυκλοφορία των καθημερινών εφημερίδων πανελλαδικής κυκλοφορίας δεν ήταν, τελικά, μια διαδικασία “κοινωνικού εμπλουτισμού”. Ήταν, όμως, μια κερδοφόρα μπίζνα. Τον Ιούνιο του 1979 η τιμή των εφημερίδων αυξήθηκε κατά 50%, από 10 δραχμές σε 15. Το Αύγουστο του 1988 αυξήθηκε κατά 40%, από 50 δραχμές σε 70 - ενδιάμεσα είχαν γίνει κι όλες οι άλλες αυξήσεις που φαντάζεσθε. Μαζί με τα φύλλα πολλαπλασιάζονταν και οι τίτλοι (δηλαδή οι εκδότες / επιχειρηματίες) - το 1988 κυκλοφορούσαν συνολικά 21 αθηναϊκές εφημερίδες. Αυτό έδειχνε πως ο λεγόμενος “τύπος” (ή, κατ’ άλλους “4η εξουσία”) πέρα απ’ το να επηρρεάζει ιδεολογικά ή να αντανακλά ιδεολογικές και πολιτικές εξελίξεις ή να συσκοτίζει και να παραπληροφορεί, ήταν ένας δυναμικά κερδοφόρος καπιταλιστικός κλάδος πια. Και μέσα σ’ έναν τέτοιο κλάδο ακόμα κι ένα “χριστιανικό κοινόβιο” (όπως τα έλεγε το 1975 ο τότε αριστερός δημοσιογράφος) “κολάζεται” - πολύ περισσότερο αν έχει κάθε λόγο να το θέλει.
Ακριβώς σ’ αυτή τη βάση, του συγκεντρωμένου “επικοινωνιακού κεφαλαίου”, της αυξημένης δηλαδή δυνατότητας κερδοφορίας με όχημα “την ενημέρωση των πολιτών”, ήταν που προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 έμελλε να συμβούν σημαντικοί μετασχηματισμοί. Ως το 1987 όλα τα πλην χαρτιού μήντια, δηλαδή ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, ήταν υπό κρατικό έλεγχο - άρα, για να το θέσουμε έτσι, εκτός αγοράς και εμπορευματικής κυκλοφορίας. Υπήρχαν βέβαια οι μικρής εμβέλειας παράνομοι ραδιοφωνικοί σταθμοί· αλλά αυτοί δεν ήταν μόνο εκτός εμπορεύματος, ήταν και μια απ’ τις νεολαιΐστικές ανταρσίες των ‘70s - ‘80s. To 1987 έγινε η πρώτη “ηρωϊκή” προσπάθεια σπασίματος του κρατικού μονοπωλίου στον τομέα, απ’ τον δεξιο-φασίστα δήμαρχο της Αθήνας Μ. Έβερτ, με την δημιουργία του (παράνομου κατ’ αρχήν) ραδιοσταθμού 9,84fm. Μ’ όλη την (και εμπορική) δυναμική που θα μπορούσε να έχει η “ελεύθερη” (δηλαδή ενταγμένη στις εμπορευματικές ανάγκες) ραδιοφωνία, η μεγάλη μπίζνα ήταν η τηλεόραση. Οι πρώτοι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί φτιάχτηκαν το 1989: το συγκεντρωμένο “επικοινωνιακό κεφάλαιο” έμπαινε πια σαν το γάργαρο νερό στο αυλάκι του.

Το 1989 έχει υπάρξει από πολλές απόψεις μια ιδιαίτερα “γεμάτη” χρονιά, ανεξερεύνητη τόσο απ’ τους επαγγελματίες ιστορικούς όσο και απ’ το ανταγωνιστικό κίνημα. Το 1989, για παράδειγμα, οι καθημερινές  (αθηναϊκές) εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας πέτυχαν την μεγαλύτερη ever μέση ημερήσια κυκλοφορία τους: 1.112.000 φύλλα. Το περιβόητο σκάνδαλο Κοσκωτά (ένας σύνθετος και κεντρικής σημασίας “σπασμός” του ντόπιου πολιτικο - οικονομικού συστήματος που παραμένει μυστικοποιημένος) ήταν, ανάμεσα στα υπόλοιπα, κι ένα επικό sold out για τις ελληνικές εφημερίδες. Απ’ το 1990 και μετά θα άρχιζε η κυκλοφοριακή κατρακύλα τους· “ελεύθερη τηλεόραση” γαρ.
Ο ρόλος της ελευθεροτυπίας ήταν ιδιαίτερα σημαντικός στην “αποκάλυψη” - δηλαδή στη διεκπεραίωση - του “σκανδάλου Κοσκωτά”. Η άλλοτε “αριστερίστικη” εφημερίδα έκρυψε καλά πίσω απ’ το motto “ελέγχουμε την εξουσία” τα πραγματικά της κίνητρα. Ήταν, όπως μονότονα επαναλάμβανε η τότε μυθολογία, σύγκρουση εκδοτικών συμφερόντων εναντίον του (και εκδότη εφημερίδων και περιοδικών) τραπεζίτη Κοσκωτά; Καμμία σχέση. Η εφημερίδα 24 ώρες του Κοσκωτά, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1988, δεν συνιστούσε ιδιαίτερη απειλή, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, ιδεολογικοπολιτικά - στην απεύθυνσή της δηλαδή. Μάλλον σαν μια απογευματινή καθημερινή θα μπορούσε να την θεωρήσει κανείς. Άλλο ήταν το επίδικο του “φαινόμενου Κοσκωτά” και του “σκανδάλου” του: πολύ ευρύτερα επιχειρηματικά συμφέροντα, και ο ρόλος του σοσιαλιστικού κράτους υπέρ των “νέων τζακιών” και κατά των “παλαιών”. Το ότι μέσα σ’ αυτά περιλαμβανατόταν και ο αφανής πλην σταθερός τότε φίλος της ελευθεροτυπίας, ο όμιλος Βαρδινογιάννη, να μην είχε σημασία πολύ μεγαλύτερη απ’ τα “εκδοτικά συμφέροντα”; Να είχε... Ακόμα και η άλλοτε φιλική προς την ελευθεροτυπία ε.ο. 17 Νοέμβρη το ήξερε - όταν αποφάσισε ότι πρέπει να ασχοληθεί μ’ αυτόν τον επιχειρηματικό πόλεμο. Και κατηγόρησε την εφημερίδα γι’ αυτό, με έναν τρόπο γεμάτο υπονοούμενα.
Μια σύντομη και φιλική αφήγηση της ιστορίας της ελευθεροτυπίας λέει σε τρεις προτάσεις για τη σχέση ελευθεροτυπίας - σκανδάλου Κοσκωτά:

Η κριτική στο ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου έγινε εντονότερη, κατά την περίοδο του Σκανδάλου Κοσκωτά. Ο ιδιοκτήτης της, μάλιστα, Κίτσος Τεγόπουλος ήταν μάρτυρας κατηγορίας στην δίκη του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο. Ομως ανέκρουσε πρύμνα στο ακροατήριο και συνέβαλε με την κατάθεσή του στην αθωώσή του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ.

Η στροφή 180 μοιρών σε κάτι που έχεις παίξει κεντρικό ρόλο (και σχετίζεται με βαθύ κράτος και βαθύ καπιταλισμό) τι συνιστά αν όχι εκείνο το είδος διακανονισμών - κάτω - απ’ - το - τραπέζι που συναντάει κανείς στις μαφίες και τις μεταξύ τους αντιθέσεις; Μ’ άλλα λόγια: τελειώνοντας η δεκαετία του ‘80 αποδεικνυόταν περίτρανα σε όσους δεν το είχαν προσέξει ή δεν το είχαν καταλάβει νωρίτερα, ότι (και) η ελευθεροτυπία ανήκε πια στους μηχανισμούς και τα κυκλώματα του (πραγματικού) κράτους. Από διάφορες απόψεις λογικό: οι περισσότεροι απ’ τους παλιούς “αριστεριστές” αναγνώστες της, εκείνοι των ‘70s, είχαν πετύχει το ίδιο, ιδιωτικά. Για πολλά θα μπορούσε να κατηγορήσει κανείς αυτήν την δημοσιογραφική / μηντιακή μεταμόρφωση τότε (κρατώντας τις ρομαντικές αυταπάτες του) αλλά όχι και γι’ αυτό: η ελευθεροτυπία έμεινε συνεπής στη σχέση με τους αριστερούς αναγνώστες της. Όσο πιο “δεξιοί” (κι όχι σε σχέση με το τι ψήφιζαν αλλά με όλα τα υπόλοιπα) γίνονταν αυτοί, άλλο τόσο “δεξιά” γινόταν και η αγαπημένη τους “ανεξάρτητη” εφημερίδα.

 

τα με θριαμβευτικό τρόπο θλιβερά ‘90s - κι έπειτα αποσιωπητικά

Η πτώση της κυκλοφορίας των (αθηναϊκών) εφημερίδων άρχισε να παίρνει ρυθμό καταβαράθρωσης μόλις οι τηλεοράσεις άρχισαν να παίρνουν ιδιωτικό χρώμα και μορφή. Απ’ το κατά μέσο όρο 1,1 μύριο φύλλα κάθε μέρα του 1989, πήγαν στις 851 χιλιάδες το ‘90, στις 722 χιλιάδες το ‘91, στις 642 χιλιάδες το ‘92. Υπήρχε βέβαια ένας κάποιος επιχειρηματικός συνεταιρισμός / συμβιβασμός στην ιδιοκτησία του mega - αλλά τι θα γινόταν με το “χαρτί”; Η απάντηση δόθηκε γρήγορα και με επιχειρηματική ακρίβεια: το χαρτί (οι εφημερίδες δηλαδή) θα γινόταν περιτύλιγμα για τις “προσφορές” των εκδοτών / επιχειρηματιών, προς το διψασμένο και με αισθητική ρακοσυλλέκτη κοινό τους. Η ελευθεροτυπία δεν ήταν εξαίρεση σ’ αυτό το κόλπο. Κι ούτε κανένας απ’ τους “να σου πω εγώ ποιός είμαι” ριζοσπάστες (υποτίθεται) συντάκτες της, παλιότερους ή νεώτερους, αισθάνθηκε ότι προσβάλλεται ριζικά απ’ αυτήν την εξέλιξη, κι ότι καλύτερα να πουλάει μαϊντανό στις λαϊκές παρά να γίνει μαϊντανός των διαφημιστών και της κατανάλωσης. Όχι! Ο μετασχηματισμός, βαθύς, κοινωνικός, ηθικός, αξιακός, αισθητικός, μετασχηματισμός της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής αριστεράς και άκρας αριστεράς, είχε ολοκληρωθεί εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Πόσα χρόνια να είχαν περάσει απ’ τις ηρωϊκές υποσχέσεις και απειλές; 100; 200; Όχι. Ούτε 15. Η ίδια γενιά ακριβώς!
Η ελευθεροτυπία, μέσα στον ιδιαίτερο ενδο-εκδοτικό ανταγωνισμό, έπρεπε να βρει την δική της σταθερή θέση· χωρίς να διαφοροποιηθεί απ’ τον γενικό βούρκο. Γιατί τότε, απλά, δεν θα πούλαγε. Σ’ ότι αφορούσε το δεύτερο, το πράγμα ήταν εύκολο: ελληνοσερβική φιλία, “το όνομά μας είναι η ψυχή μας”, “μουσουλμανικό τόξο” κι όλα όσα έδεσαν τον άξονα Αθήνας - Βελιγραδίου και την σφαγή χιλιάδων βόσνιων αντρών και γυναικών. Σ’ ότι αφορούσε το πρώτο, η ιδιοκτησία της εφημερίδας εξασφάλισε (για το κοινό της) δυο δυνατά χαρτιά. Το πρώτο ήταν η δημοσιογραφική ομάδα του ιού. Το δεύτερο ήταν, λίγο αργότερα, ο (ακόμα άγνωστος τότε) Θέμος Αναστασιάδης.
Ουσιαστικά επρόκειτο για δύο “άκρα” που μόνο ο αριστερός μεταμοντερνισμός θα μπορούσε να τρώει, να χωνεύει και να αφοδεύει ταυτόχρονα. Για το υποτιθέμενο ελευθεριακό πνεύμα της ελευθεροτυπίας η συνύπαρξη του “ιού” και της “μαύρης τρύπας” ήταν πανηγυρική επίδειξη του “ανοικτόμυαλου ορίζοντα”. Τόσο της ιδιοκτησίας όσο και του στελεχικού δυναμικού: υποθέτουμε ότι η καθημερινότητα στα γραφεία του Ν. Κόσμου ήταν γενικά ειρηνική...
Όμως η “μαύρη τρύπα”, ο ορισμός της ξεφτίλας και της σαπίλας απ’ την πρώτη ως την τελευταία λέξη (συμπεριλαμβανομένου του σεξιστικού υπονοούμενου του τίτλου της “στήλης”) στο όνομα του “χιούμορ”, σταθερά στην τελευταία σελίδα για κάποια χρόνια, οδήγησε την ελευθεροτυπία σε μια παγκόσμια πρωτοτυπία: να διαβάζεται με τον αραβικό τρόπο, πρώτη σελίδα ανάγνωσης να είναι η τελευταία. Η “μαύρη τρύπα”, δηλαδή ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ο μισανθρωπισμός του λευκού πρωτοκοσμικού γαμιά, δεν διέφθειρε τους χιλιάδες αριστερούς (και αριστερές) φανατικούς της “στήλης”. Όχι. Τους πούλησε αυτό που ήθελαν σε light, υποτίθεται, εκδοχή. Χωρίς περιττά λιπαρά, κλπ. Ορισμένοι / ορισμένες βγήκαν απ’ τα ρούχα τους μόνο όταν το παχύ έντερο της περσόνας (πια, χάρη στην ελευθεροτυπία) Θέμος Αναστασιάδης πρόσβαλε τις γυναίκες του άλλοτε Ρήγα Φεραίου... Όλα κι όλα! Τους αλβανούς, τις ουκρανές, τις μολδαβές, τους τσιγγάνους, τις “ξανθιές”, τους αναρχικούς, ξανά και ξανά τους αλβανούς... αυτά εντάξει. Όχι όμως “κι εμάς”! Από δίπλα, αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας υποκουλτούρας, αλλά πιο “αθόρυβος”, “αναγεννημένος επιβήτορας” κι αυτός χάρη στα “δίμετρα ουκρανικά μωρά”, ένας άλλος αστέρας - παιδί της ελευθεροτυπίας: ο Α. Ρουμελιώτης.

Αν έχουν (ή, πιο σωστά, είχαν) μια σημασία αυτά είναι εν μέρει μόνο για το φαινόμενο ελευθεροτυπία στη διαχρονική του εξέλιξη. Κάτι παραπάνω απ’ το μισό της σημασίας αφορά (και αφορούσε) το “κοινό” της. Το οποίο δεν άλλαξε σαν φυσικά πρόσωπα. Απλά εξελίχτηκε. Αν με κάποιο μυστήριο και μεταφυσικό τρόπο βρυκολάκιαζε το (όχι μακρινό) παρελθόν αυτών των χιλιάδων της “ευρύτερης αριστεράς”, τότε, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘90, θα πήγαινε μονάχο του, ξυπόλυτο, ντυμένο με ό,τι κουρέλια έβρισκε πρόχειρα, και θα έκανε την “αγαπημένη εφημερίδα” στάχτη - για να τους εκδικηθεί. Θα ήταν ένα αισχρό τέλος για ένα ατελείωτο αίσχος. Ευτυχώς οι “ευαισθησίες” της “αριστεράς και της προόδου” ήταν ζόμπι μεν, καλοκάγαθα δε. Το ότι, όμως, η πλέον αριστερίστικη εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας (πιθανότατα σ’ όλη την ευρώπη) κατάφερε μέσα σε κάτι παραπάνω από 15 χρόνια να γίνει πιο σιχαμένη από οποιαδήποτε μέτρια και στοιχειωδώς σοβαρή συντηρητική εφημερίδα χωρίς να χάσει ούτε το κοινό ούτε τον ιδεολογικό της αέρα είναι κάτι ιδιαίτερα σοβαρό. Επειδή δεν αφορά μόνο (ή κυρίως) το είδος “μήντια” στην ελλάδα· αφορά το είδος “κοινωνία” και το υποείδος “αριστερά - αυτής - της - κοινωνίας”.
Για παράδειγμα (κι αυτό θα το θυμούνται τόσο οι παλιότεροι αναγνώστες της εφημερίδας όσο και το σύνολο των εργαζόμενων σ’ αυτήν) κάποτε ξέσπασε ένας “παράξενος πόλεμος” ανάμεσα στον διευθυντή της εφημερίδας (Φυντανίδη) και τον Σ. Κόκκαλη. Ο πόλεμος διεξαγόταν εκ μέρους του διευθυντή με δηλητηριώδη υπονοούμενα στα “παραπολιτικά”, όπου οι κόκες ήταν το πιο light που γράφτηκε / υπονοήθηκε, και μια τουλάχιστον δολοφονία το πιο hard core. Η διαπροσωπική διάσταση του πράγματος κατέληξε, όπως ήταν αναμενόμενο, στα δικαστήρια· όπου χάρη σε κάποια “πρύμνα ανάκρουση” κατέληξε σε συμβιβασμό. Όμως η διάσταση της δημόσιας σφαίρας και της θέσης της ελευθεροτυπίας σ’ αυτήν ήταν διαφορετική: πέρα απ’ το να είναι περιτύλιγμα για προσφορές και δώρα, η “αριστερή” εφημερίδα ήταν περιτύλιγμα μιας a la carte espresso. Σ’ αυτό το περιβάλλον οποιοδήποτε άλλο “χαρτί”, του είδους οι αντιεθνικιστές του “ιού”, έμοιαζε πάντα σαν κάτι ανάμεσα σε γελοιογραφία και πλυντήριο· εάν επέμενε κανείς να εννοεί την ελευθεροτυπία σα σύνολο, κι όχι σαν άθροισμα σελίδων που τυχαία βρίσκονται μαζί στα περίπτερα. [1]

 

η κρίση είναι (πάντα) κρίσιμη

Όταν η κάποτε ιδιοκτησία του ραδιοσταθμού flash (δηλαδή ο κύριος Κόκκαλης) άρχισε να κάνει νερά και να μην πληρώνει (εν όψει της πώλησης του σταθμού) οι δημοσιογράφοι και λοιποί συντελεστές του θύμωσαν και τον κατέλαβαν. Τότε - και για όσο διάστημα κράτησε η κινητοποίηση - άρχισαν τα στόματά τους να “λύνονται”. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να νομίζει κανείς πως εκεί πάντα συνέβαινε πόλεμος μεταξύ αφεντικού και μισθωτών· που απλά βρήκε την ευκαιρία να εξωτερικευτεί... Αλλά όχι. Δεν συνέβαινε κάνενας πόλεμος· κι ούτε συνέχισε...
Όσοι / όσες δουλεύουν σα μισθωτοί (ακόμα και με “μπλοκάκια”...) στους τομείς ιδεολογικής παραγωγής του προηγούμενου ή και του τωρινού Παραδείγματος καπιταλιστικής οργάνωσης, είχαν πάντα ένα πρόβλημα παραπάνω από άλλους μισθωτούς: το τι να κάνουν με τη συνείδησή τους. Γιατί όλες οι δουλειές είναι δυσάρεστες, κι όλα τ’ αφεντικά είναι εχθροί· τι συμβαίνει όμως όταν η “δουλειά σου” είναι να στραβώνεις άλλους;
Αυτόν τον επιπλέον μπελά τον είχαν πάντα οι δάσκαλοι και οι καθηγητές - οι παλιές φιγούρες εργαζόμενων στον άλλοτε μοναδικό ιδεολογικό μηχανισμό.  Όμως τα δικά τους περιθώρια πρακτικής καθημερινής αντίστασης μένοντας στη δουλειά είναι (δεν ξέρουμε τι γινόταν πριν 40 ή 50 χρόνια, αναφερόμαστε στις τελευταίες δεκαετίες) πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτά των δημοσιογράφων και λοιπών παραγωγών ή/και διαχειριστών “πληροφόρησης”. Τι κάνεις, λοιπόν, όταν πληρώνεσαι για να λες ψέμματα ή μισοαλήθειες - και πάντως αντίθετα ή διαφορετικά απ’ αυτά που οι γνώσεις σου, η ηθική σου και η συνείδησή σου θα σου επέτρεπαν να πεις; Η μία απάντηση είναι ότι αλλάζεις δουλειά. Η άλλη είναι ότι αλλάζεις συνείδηση.
Παρ’ όλα αυτά, είτε “κάνοντας τον μαλάκα” είτε γινόμενος τέτοιος, κανείς δεν εξασφαλίζει τον μισθό για πάντα! Αυτός είναι ο καπιταλισμός, αυτές είναι οι επιχειρήσεις - μυστικό δεν είναι. Όταν οποιοσδήποτε λοιπόν ζυγίζει απ’ την μια τα λεφτά και το κύρος κι απ’ την άλλη την ηθική, τη συνείδηση και την αξιοπρέπειά του, πρόκειται να πάρει μια εξαιρετικά σοβαρή απόφαση. Η σοβαρότητά της δεν έγκειται στο αν θα τον πουν άλλοι ρουφιάνο - όχι. Η σοβαρότητά της έγκειται ότι διακινδυνεύει να βρεθεί κάποια στιγμή, από κάποια περίεργη τροπή της ιστορίας, με διαψευμένες τις βεβαιότητές του. Χωρίς δουλειά αλλά και με κουρελιασμένη συνείδηση.

Το τι ήταν τα μήντια, όλα τα μήντια (χάρτινα και ηλεκτρονικά) τους καλούς καιρούς, μέσα στην ιδεολογική τους λειτουργία, ήταν πασίγνωστο. Απ’ την μια εξαπτέρυγα της διαφήμισης, των διαφημιστικών εταιρειών, της προώθησης εμπορευμάτων. Απ’ την άλλη “φίλοι” των τραπεζών, μ’ όλες τις πιθανές επιπλοκές που θα μπορούσε να έχει αυτό. Και, φυσικά, τόσο οι ιδιοκτήτες όσο και η διοικητική / ιεραρχική πυραμίδα και ο ρόλος της σε κάθε μήντιο χωριστά και σ’ όλα μαζί, δεν ήταν μυστικά. Εκείνοι κι εκείνες που δούλευαν εκεί τα ήξεραν αυτά από πρώτο χέρι.
Ο καλός καιρός όμως είχε το υπερόπλο. Λεφτά - ή ελπίδα λεφτών. Καριέρα - ή ελπίδα τέτοιας. Κι ενώ ο καθένας μπορεί να επικαλεστεί την “ανάγκη για μια δουλειά”, ακόμα πιο σημαντικό είναι το πόσο μακρυά είναι διατεθειμένος να πάει “για μια δουλειά”. Και ο φόνος μια δουλειά είναι - λοιπόν; Οι ηθικές ή οι διανοητικές ή οι συναισθηματικές δολοφονίες είναι βέβαια πιο light· γι’ αυτό όμως διαπράττονται και πιο μαζικά, πιο εύκολα, πιο χαριτωμένα, πιο απορυβα. Κι αν τα υποψήφια θύματα, τα media victims, αποφάσιζαν να κάνουν το σωστό εκεί στα ‘90s ή αργότερα στα ‘00s, αυτό λοιπόν δεν θα προκαλούσε άραγε μεγάλη ανεργία στον κλάδο των δημοσιογράφων και λοιπών συντελεστών των μήντια;
Δεν έγινε αυτό. Ο καπιταλισμός δούλεψε “από μόνος του”, οπότε συνέβη το άλλο: απ’ την μια οι τράπεζες βουλιάζουν οπότε δεν δίνουν τα δάνεια που έδιναν άλλοτε· απ’ την άλλη η κατανάλωση βουλιάζει, ακολουθεί ο διαφημιστικός κύκλος· και μαζί του οι θεραπαινίδες του. Είναι φρικτά κι απαίσια τ’ αφεντικά και οι προϊστάμενοι; Είναι - και πάντα ήταν. Ήταν φρικτά κι απαίσια κι όταν μαζί με τον (όποιον) μισθό έδιναν και την “γραμμή”: αυτό το λέμε, αυτό δεν το λέμε. Η ιδιοκτησία και το ανώτερο προσωπικό της ελευθεροτυπίας ήταν τέτοιοι κι όταν είχε ξεπλυθεί ο αριστερισμός (τους), ας πούμε στα ‘80s, κι όταν το ο βουλευτής Χ παρέσυρε και σκότωσε με το αυτοκίνητό του μια νεαρή γυναίκα απαγορευόταν να γραφτεί στις σελίδες της (όπως και σ’ όλες τις υπόλοιπες) - για να θυμηθούμε ένα απλό, υπαρκτό παράδειγμα. Το φρικτό και το απαίσιο δεν ήταν τότε βέβαια το τωρινό, οι απολύσεις και οι εκβιασμένες μειώσεις μισθών. Ήταν το ψέμα, η απόκρυψη - και η συναλλαγή πίσω της. Το φρικτό και το απαίσιο ήταν - κι έτσι συμβαίνει με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, απ’ την θρησκεία μέχρι τα μήντια - η παθητική ή/και ενεργητική συνενοχή.
Φαινόταν πως η συνενοχή μπορεί να πληρώνεται καλά ή καλούτσικα. Την ίδια σιγουριά την είχαν πολλοί, παρά πολλοί· μακριά απ’ τα μήντια, σ’ όλη την κοινωνία... Λάθος!! Όταν έχεις πουλήσει το μοναδικό που είναι στ’ αλήθεια δικό σου, το μοναδικό που πραγματικά σου ανήκει, την συνείδησή σου δηλαδή, θα έρθει καιρός που θα είσαι περιττός. Επειδή μπήκαν “στη δουλειά” καινούργιοι / καινούργιες· ή επειδή “η δουλειά ζορίζεται”. Είναι μια φορά κακό να σε απολύουν και να μένεις στον άσσο. Είναι δέκα φορές κακό να είσαι αξιολύπητος. Και είναι εκατό φορές κακό να σου συμβαίνουν αυτά όταν έχεις διατελέσει συνένοχος στο έγκλημα.
Το “πρόβλημα” της ελευθεροτυπίας δεν είναι μόνο η τωρινή της ιδιοκτήτρια, που δεν έχει ιδέα απ’ την δουλειά αλλά την κληρονόμησε... Όπως, ανάλογα, το “πρόβλημα” της ελληνικής αριστεράς δεν είναι εκείνοι στις γραμμές των στελεχών της που “δεν ξέρουν τη δουλειά” αλλά την έχουν κληρονομήσει. Το πρόβλημα είναι αυτοί που τις ήξεραν και τις ξέρουν αυτές τις δουλειές. Είναι βρώμικες - απλά. Βρώμισαν πριν πολύ πολύ καιρό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Είναι μάταιο, υποκριτικό και επίδειξη διπλών στάνταρ λοιπόν να μιλάει τώρα η κυρία Άντα Ψαρρά (της ομάδας του ιού) για τα συνεχή καπρίτσια της ιδιοκτήτριας που απαγόρευε ακόμα και ειδήσεις αν δεν ήταν της αρεσκείας της που κατηγορούσε τους ίδιους τους συντάκτες της Ε με μπιλιέτα - κείμενα στην εφημερίδα απαξιώνοντας το φύλλο. Από “καπρίτσια” και “μπιλιέτα” υπάρχει παράδοση· όσο για λογοκρισία; Μα δεν είχε “κοπεί” η αναφορά του “ιού” για τον Λάτση μετά το “δυστύχημα” στην petrola - και πέρασε ντούκου; Η διαφορά μεταξύ του ένδοξου μακρινού παρελθόντος και του μίζερου κοντινού είναι, βέβαια, ο μισθός. Όμως άλλο αυτός κι άλλο η “απαξίωση του φύλλου” - έτσι δεν είναι;
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020