Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 59 - 02/2012

Οι 35.000 εργάτες και τεχνίτες που θα δουλέψουν (πιθανόν...) με 5μηνα συμβόλαια στους δήμους, το 2012, θα πληρώνονται 625 ευρώ για 40 ώρες δουλειά τη βδομάδα. Εκατό ευρώ κάτω απ’ τον βασικό, με κρατική απόφαση...
Πώς το λέει η κυρά τράπεζα; Πως εμποδίζει το παλιοκράτος την υποτίμηση των εργατών είπαμε;

 

πολεμικό εμβατήριο

Χρήσιμο είναι, τουλάχιστον για τα μυαλά που κουβαλάμε όσοι και όσες την εργατική μας θέση δεν την έχουμε ούτε για ντροπή ούτε για κρέας στο στόμα των σωτήρων μας, να ρίχνουμε καμιά ματιά για το τι λένε τα ντόπια αφεντικά για εμάς.
Στις 19 του Γενάρη (2012) η “διεύθυνση οικονομικών μελετών” της alpha bank εξέδωσε την εβδομαδιαία ανάλυσή της για την κατάσταση της “ελληνικής οικονομίας”. Ένα τμήμα της ανάλυσης είναι αφιερωμένο στο θέμα ανταγωνιστικότητα και κόστος εργασίας. Θα αναδημοσιεύσουμε στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος αυτού του τμήματος, και ύστερα θα το εξερευνήσουμε. Οι τονισμοί και οι πίνακες είναι του πρωτότυπου:

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Τις τελευταίες ημέρες και με αφορμή τη νέα επίσκεψη της Τρόικα στην Ελλάδα έχει τεθεί με μεγαλύτερη έμφαση το θέμα της προώθησης σημαντικών αλλαγών όσον αφορά το θεσμικό πλαίσιο προσδιορισκού των μισθολογικών αμοιβών και γενικότερα των εργασιακών σχέσεων στις ΔΕΚΟ και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Ήδη έχουν υπάρξει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που επηρεάζουν τη λειτουργία της αγοράς εργασίας στη χώρα και σημαντικές περικοπές μισθών στις ΔΕΚΟ και στον δημόσιο τομέα γενικότερα, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Οι αλλαγές αυτές έχουν συμβάλλει στη σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, κατά περίπου 9,0% στη διετία 2010 - 2011, ενώ αναμένεται και νέα βελτίωση κατά περίπου 5,0% το 2012 (Διάγραμμα 1).
Ωστόσο, παραμένουν ακόμη νομοθετικές ρυθμίσεις που περιορίζουν ουσιαστικά την ευελιξία της αγοράς εργασίας στις ΔΕΚΟ και στις πρώην ΔΕΚΟ και δεν εξασφαλίζουν ακόμη σε ικανοποιητικό βαθμό την αναγκαία σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα της εργασίας ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα. Με βάση τις μετρήσεις του World Economic Forum η Ελλάδα κατατάχτηκε το 2010 - 2011 στην 122 θέση (μεταξύ 142 χωρών) όσον αφορά το κριτήριο αυτό. Οι νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας όχι μόνο εμποδίζουν την προσαρμογή των επιχειρήσεων στις συνθήκες ύφεσης και μειωμένης ρευστότητας μέσω μείωσης των μισθών και αύξησης της παραγωγικότητας, αλλά και οδηγούν σε μείωση της απασχόλησης. Αποτπέλεσμα είναι η μεγάλη αύξηση της ανεργίας στο 18,2% του εργατικού δυναμικού τον Οκτώβριο του 2011 και οι επίσης συχνές αναφορές για έξοδο από την αγορά ενός μεγάλου αριθμού σχετικά μικρών και λιγότερο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.
...

Sarajevo 59 - 02/2012


Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος είναι μια σύνθετη μεταβλητή που προσδιορίζεται από το ύψος των μισθών και από την παραγωγικότητα της εργασίας. Όσο υψηλός και αν είναι ο μισθός ενός εργαζόμενου, αν η παραγωγικότητά του (στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που έχουν υψηλή ζήτηση από τους καταναλωτές ή από άλλες επιχειρήσεις) είναι εξίσου υψηλή, τότε το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος που προκύπτει από αυτόν τον εργαζόμενο είναι σχετικά χαμηλό. Επιπλέον, η παραγωγικότητα της εργασίας για μια επιχείρηση ή για μια χώρα προσδιορίζεται από την παραγωγική δυναμικότητα του ήδη εγκατεστημένου παραγωγικού της εξοπλισμού.
Με αυτή την έννοια είναι πολύ σωστός ο ισχυρισμός ότι αν και οι μισθοί στη Γερμανία είναι πολύ υψηλότεροι απ’ ότι στην Ελλάδα, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας είναι υψηλότερη από αυτή της Ελλάδος. Αυτό, ωστόσο, συμβαίνει διότι στη Γερμανία οι μισθοί προσδιορίζονται κατά κύριο λόγο από την παραγωγικότητα στο πλαίσιο αποτελεσματικής συνεννόησης των κοινωνικών εταίρων. Στην Ελλάδα, οι μισθοί προσδιορίζονταν έως σήμερα σε μεγάλο βαθμό από το κράτος, με νομοθετικές ρυθμίσεις και με την ενίσχυση του σημαντικού δανεισμού της χώρας από το εξωτερικό, σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα. Παράλληλα οι κοινωνικοί εταίροι εμπλέκονται πολλές φορές σε άγονες μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις εργατικών συνδικάτων των οποίων οι πολιτικές επιδιώξεις δεν συμπίπτουν απαραίτητα με την προάσπιση των συμφερόντων των μελών τους. Ειδικότερα, τα τελευταία έτη της δημοσιονομικής εκτροπής έως και το 2009 οι μισθοί στην Ελλάδα, ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα, επηρεάστηκαν αυξητικά από τις μεγάλες αυξήσεις μισθών στο δημόσιο τομέα και γενικά από το υψηλό επίπεδο διαθέσιμης ρευστότητας στην οικονομία. Ιδεολογήματα του τύπου “οι μισθοί δεν φταίνε για την χαμηλή ανταγωνιστικότητα”, ή του τύπου “η μείωση των μισθών θα έχει ως συνέπεια την μεγαλύτερη πτώση της εγχώριας ζήτησης και την χαμηλότερη ανάπτυξη”, μας οδήγησαν στην αύξηση της μισθοδοσίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα στα 31 δισ. ευρώ το 2009, από 15 δισ. το 2001. Και, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 2, το 2009 (2ο τρίμ. 2009 έως 1ο τριμ. 2010) δεν ήταν μόνο η χρονιά του δημοσιονομικού εκτροχιασμού που οδήγησε τη χώρα στη μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση της ιστορίας της, αλλά και η χρονιά όπου το εργατικό κόστος εκτοξεύτηκε στα ύψη ως αποτέλεσμα προεκλογικής αποσύνθεσης και μετεκλογικής αβελτηρίας.

Sarajevo 59 - 02/2012


Ωστόσο, σήμερα βρισκόμαστε σε μια άλλη συγκυρία όπου πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα ομαλής λειτουργίας όχι μόνο εξαιτίας της μειωμένης εγχώριας ζήτησης αλλά και λόγω της σημαντικά μειωμένης ρευστότητας στην οικονομία. Με αυτά τα δεδομένα, η μισθολογική πολιτική των επιχειρήσεων δεν μπορεί το 2012 να είναι ίδια (ή να προσδιορίζεται από τους ίδιους παράγοντες) με το 2009.
Σε αυτό το πλαίσιο η ύπαρξη νομοθετημένου κατώτατου μισθού, που έχει προσδιοριστεί με Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους εργαζόμενους όλης της χώρας και μάλιστα σε υψηλότερο επίπεδο το 2012 από ότι ήταν το 2009 (Διάγραμμα 3), αποτελεί πράγματι σοβαρό εμπόδιο στην ομαλή λειτυουργία της επίσημης αγοράς εργασίας στη χώρα, κυρίως όσον αφορά στην ένταξη των νέων εργαζόμενων, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία της βαθειάς ύφεσης στην οικονομία όπου η ανεργία των νέων κυμαίνεται στο 45% του αντίστοιχου εργατικού δυναμικού. Ο ισχύον κατώτατος μισθός, λαμβάνοντας υπόψη και το κόστος των ασφαλιστικών και άλλων εισφορών, είναι εξαιρετικά υψηλός για μια οικονομία σε κρίση όπως η ελληνική. Αποτελεί τον βασικό παράγοντα που οδηγεί και στην παράνομη απασχόληση χωρίς ασφάλιση (προσωρινή ή μη), στην παράλληλη οικονομία. Έτσι οι νέοι περιθωριοποιούνται καθώς οι διάφορες νομοθετημένες ρυθμίσεις και ανελαστικότητες αποτελούν πραγματικό εμπόδιο στην είσοδό τους στην αγορά εργασίας, στερώντας τη δυνατότητα να αποκτήσουν την αναγκαία εμπειρία και τις αναγκαίες γνώσεις που προκύπτουν από την εργασία, για να χτίσουν αποτελεσματικότερα την καριέρα τους.

Sarajevo 59 - 02/2012


Όταν πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω της μεγάλης κρίσης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα ή λόγω του ανταγωνισμού από άλλες ισχυρότερες επιχειρήσεις, είναι αδιανόητο η πολιτεία να συνεχίζει να επιβάλλει με νόμους κατώτατους μισθούς και μονιμότητες στην απασχόληση, όπως κάναμε όταν είχαμε τη δυνατότητα να τα χρηματοδοτούμε όλα αυτά με δανεικά από το εξωτερικό. Σε κάθε περίπτωση, η κάθε επιχείρηση σήμερα μπορεί να πληρώσει τους εργαζόμενούς της μόνο με τα χρήματα που κερδίζει από την πώληση των προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών) που παράγει. Και στην πράξη έχει χαθεί πλέον η σύνδεση μεταξύ νομοθετικά προσδιορισμένου κατώτατου ημερομισθίου και πραγματικής αμοιβής στην αγορά (Διάγραμμα 3), καθώς οι οικονομικοί νόμοι δεν μπορούν να καταργηθούν νομοθετικά. Σήμερα, επίσης, κανείς δεν μας δανείζει. Οι επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό και τα δανεικά από τις τράπεζες (πολλές φορές με εγγύηση του δημοσίου) τελείωσαν. Τα δικαιώματα που έχουν οι εργαζόμενοι ισχύουν και γίνονται ισχυρότερα και η ασφάλεια της εργασίας τους ενισχύεται όσο η επιχείρηση στην οποία εργάζονται λειτουργεί αποδοτικά, αυξάνει την ανταγωνιστικότητά της και εδραιώνει την ανταγωνιστική της παρουσία στις αγορές (εγχώριες και ξένες). Τα δικαιώματα και η ασφάλεια εργασίας χάνονται όταν η επιχείρηση κλείσει ή αν μεταφερθεί σε μια γειτονική χώρα με ευνοϊκότερο γι’ αυτήν εργασιακό καθεστώς.
...

Μα γιατί δεν βγαίνουν οι μέτοχοι και οι διοικητές και τα καλοπληρωμένα στελέχη των τραπεζών να τα πουν όλα αυτά αυτοπροσώπως στους προλετάριους υπηκόους, να καταλάβουν οι ανόητοι πόσο πολύ πήραν στο λαιμό τους την πατρίδα με την μισθολογική ακολασία τους, και την φορτώνουν (την δουλειά της νουθεσίας) στους “τροϊκανούς”; Και, εν πάσει περιπτώσει, ποιά είναι η σχέση μισθού προς μονάδα οικονομολογικής / καπιταλιστικής σοφίας;
Έχετε, όμως, ακούσει πιο γοερό κλάμα απ’ το πιο πάνω της alpha bank; Για τους άνεργους νέους που “δεν” το ένα και το άλλο - αν και “με απόφαση της πολιτείας” κοστολογούνται ήδη ένα 500ρικάκι οι (τουλάχιστον) 160 ώρες δουλειάς τους το μήνα (3 ευρώ την ώρα έρχεται...), κι αυτό σαν επίσημο και όχι αληθινό εργασιακό κόστος - ε; Τι κλάμα! Και για την εθνική οικονομία φυσικά. Και την μισθολογική ασωτία των χρυσών εποχών - η οποία παραδόξως εμφανίζεται σε ένα μονάχα κομματάκι των διαγραμμάτων 2 και 3, και καθόλου στο πιο πανοπτικό νο 1 - ε; Τι κλάμα! Τώρα τ’ αφεντικά πρέπει να πληρώνουν με βάση το τι πουλάνε· ενώ μέχρι το 2009 σκόρπιζαν λεφτά στους εργάτες τους... Τα τρελλόπαιδα! Τώρα τ’ αφεντικά “ζορίζονται”, “δεν έχουν”, ενώ μέχρι το 2009 στην πρόσληψη σε ρωτούσαν “πόσα θες;” και ό,τι κι αν ζητούσες σου απαντούσαν “δίνω τα διπλά - είμαι large εγώ!”... Επίσης δεν συσσώρευσαν κέρδη ξανά και ξανά· μήνας έμπαινε, μήνας έβγαινε, και τα ντόπια αφεντικά κυκλοφορούσαν με τα ίδια, τριμμένα απ’ την επιχειρηματική αγωνία, ρούχα.
Ας δούμε όμως λίγο σοβαρότερα τις αρκούδες του παραμυθιού.

 

παραγωγικότητα

Όπως είχαμε την ευκαιρία να πούμε λίγο παλιότερα, αυτό το περιβόητο μέγεθος που λέγεται “παραγωγικότητα της εργασίας” είναι μια εξαιρετική ιδέα των αφεντικών, διεθνώς. Γιατί ενώ θα περίμενε κανείς σαν “παραγωγικότητα” να μετριέται το “πόσα κομμάτια βγάζει” (από αντικείμενα μέχρι υπηρεσίες) σε μία ώρα συγκεκριμένης δουλειάς αυτός που δουλεύει σ’ αυτήν, τ’ αφεντικά και οι στατιστικολόγοι τους κάνουν κάτι άλλο. Υπολογίζουν το πόσο πουλιούνται αυτά τα “τόσα κομμάτια” της μιας ώρας δουλειάς. Αυτό λέγεται λογιστική και στατιστική αλχημεία, αλλά είναι ιδιαίτερα βολική για τ’ αφεντικά, και θα εξηγήσουμε πιο κάτω γιατί. Το σίγουρο είναι ότι η “παραγωγικότητα της εργασίας” σε μια επιχείρηση βγαίνει με την διαίρεση των (δηλωμένων) πωλήσεών της επιχείρησης (σε χρήμα) με το (δηλωμένο) σύνολο των ωρών εργασίας όσων δουλεύουν εκεί. Στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο χρόνος εργασίας επιτήρησης των εργατών, κλπ. Αυτό το κολπάκι έχει σα συνέπεια, για παράδειγμα, ότι εάν οι τιμές των εμπορευμάτων της επιχείρησης πέφτουν, Θα εμφανίζεται “μειωμένη η παραγωγικότητα της εργασίας” - ενώ είναι πιθανό (και αυτό συμβαίνει συχνά) τα “τόσα κομμάτια” να έχουν αυξηθεί.
Επιπλέον, επειδή αυτές οι λογιστικές / στατιστικές αλχημείες γίνονται σε “εθνική κλίμακα” κάθε καπιταλιστικού κράτους, τον ρόλο των πωλήσεων σ’ αυτό το επίπεδο τον παίζει το αεπ. Αλλά το αεπ είναι ένα κολασμένο νούμερο από μόνο του, επειδή πάλι τρέφεται από (δηλωμένους) λογαριασμούς, και ποτέ δεν περιλαμβάνει την “μαύρη οικονομία”.
Ενώ, όμως, αυτό το φοβερό και τρομερό μέγεθος που λέγεται “παραγωγικότητα της εργασίας” έτσι όπως το μετρούν και το σερβίρουν τ’ αφεντικά, είναι μια φτηνή απάτη, έχει μεγάλη ιδεολογική και πολιτική χρησιμότητα. Την οποία απέκτησε διεθνώς από τότε (δεκαετία του 1980 και μετά ας πούμε χοντρικά) που τα αφεντικά, μεθοδεύοντας την μεγάλη τους αντεπίθεση στους εργάτες, εμφάνισαν σαν μεγάλη τους καλωσύνη την σύνδεση “των μισθών - και των αυξήσεων σ’ αυτούς - με την παραγωγικότητα”. Η προηγούμενη παραδοχή τους (στα πλαίσια της υποχρεωτικής πολιτικής αναγνώρισης της εργατικής τάξης για την οποία γράφουμε χωριστά) ήταν ότι οι αυξήσεις των μισθών θα συνδέονται με τον πληθωρισμό (άλλο κολασμένο και χειραγωγημένο νούμερο αυτό...) έτσι ώστε “τουλάχιστον” οι πραγματικοί μισθοί (δηλαδή η αγοραστική / καταναλωτική δυνατότητα των εργατών) να μην μειώνονται λόγω της ανόδου των τιμών.
Όπως συμβαίνει με τον πληθωρισμό έτσι και η παραγωγικότητα της εργασίας είναι ένα μέγεθος που δεν μπορούν να το μετρήσουν εύκολα οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, δηλαδή οι προλετάριοι, είτε από επιχείρηση σε επιχείρηση είτε συνολικά. Το πράγμα είναι ακόμα δυσκολότερο στον τριτογενή τομέα. Πράγμα που σήμαινε (και σημαίνει) ότι αυτή η σύνδεση κόβεται και ράβεται στα μέτρα των αφεντικών, αρκεί να “πειράζουν” το μέγεθος της (πραγματικής) παραγωγικότητας της εργασίας. Το πείραγμα έγκειται στο ότι με τον τρόπο που το μετράνε η “παραγωγικότητα της εργασίας” είναι το ίδιο σχεδόν πράγμα με την κερδοφορία του αφεντικού! Η οποία, όμως, δεν εξαρτιέται απ’ το πόσο “παραγωγικοί” ή τεμπέληδες είναι οι εργάτες του, αλλά απ’ τον ανταγωνισμό του με άλλα αφεντικά στην αγορά εμπορευμάτων. Το πράγμα όμως δεν τελειώνει εκεί.
Είναι εύκολα κατανοητό πως το αληθινό μέγεθος του “πόσα κομμάτια βγάζει” μια γραμματέας, μια σερβιτόρα, ένας εργάτης σε βιοτεχνία ή μια καθαρίστρια (τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά) εξαρτιέται σε μεγάλο βαθμό απ’ τα εργαλεία (μηχανήματα) που χρησιμοποιεί. Ένας υπολογιστής που σέρνεται ή ένα μισοχαλασμένο φωτοτυπικό θα βγάλουν την ψυχή σε μια γραμματέα, και θα ρίξουν στα σοβαρά το “πόσα κομμάτια βγάζει”, σε σχέση με καινούργια, καλοσυντηρημένα και αξιόπιστα μηχανήματα. Αυτό, στη γλώσσα των οικονομολόγων, λέγεται “επενδύσεις παγίου κεφαλαίου” ή “χρήση νέων τεχνολογιών” - και, όταν δεν δημαγωγούν, αυτοί οι τεχνικοί της εξουσίας ξέρουν καλά πως πρόκειται για πολύ σημαντική παράμετρο της “παραγωγικότητας της εργασίας”. Που, όμως, επιβαρύνει σαν έξοδο τ’ αφεντικά.
Ο ελληνικός καπιταλισμός τώρα (μιλώντας με μια γενίκευση που είναι εύλογη στα συμπεράσματά της) απ’ την δεκαετία του 1980 κιόλας, δηλαδή τα ντόπια αφεντικά, δεν ήταν καθόλου του είδους “έντασης παγίου κεφαλαίου” ή “γερής βελτίωσης του μηχανολογικού εξοπλισμού”, κλπ κλπ. Ήταν, αντίθετα, του είδους “ένταση εργασίας”. Δηλαδή: χρησιμοποιώ ότι παλιατζούρα διαθέτω από μηχανές μέχρι να μην δουλεύουν με τίποτα, και ξεκολιάζω τους εργάτες μου εντατικοποιώντας την δουλειά που κάνουν· πληρώνοντάς τους φυσικά όσο το δυνατόν λιγότερα. Αυτό το μοντέλο είναι πολύ βολικό για τα αφεντικά όταν θέλουν να κρατάνε και να αυξάνουν τα κέρδη τους χωρίς “περιττά έξοδα”, μόνο με το περιθώριο να έχουν χαμηλότερες τιμές απ’ τους ανταγωνιστές τους. Αλλά κατέρρευσε σχεδόν στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Και θα είχαν βγάλει πολλούς σκασμούς όλοι οι ειδικοί και οι λακέδες του καπιταλισμού αν δεν “γλύτωναν” αυτό το μοντέλο, άθελά τους και με το ίδιο τους το αίμα, οι χιλιάδες άντρες και γυναίκες μετανάστες εργάτες απ’ το πρώην ανατολικό μπλοκ. Οι μισθοί και τα μεροκάματά τους πατήθηκαν στο χώμα, δούλευαν υπό τον έλεγχο της αστυνομίας, τους έκλεβαν τα λεφτά και τη ζωή· οπότε η μαζική φτηνή εργασία διατήρησε στη ζωή αυτό το μοντέλο της “έντασης εργασίας”, το τόσο ελληνικό και τόσο εθνικά υπερήφανο.
Αυτή η τεράστια ποσότητα εργασίας δεν μετρήθηκε ποτέ, φυσικά, ως προς την “παραγωγικότητά” της, αφού ήταν σα να μην υπήρχε. Προσθέσθε τώρα και τις ιδιαίτερες δυσκολίες πραγματικής μέτρησης της παραγωγικότητας στις υπηρεσίες (οι χιλιάδες εσώκλειστες “οικιακές βοηθοί” πόσο “παραγωγικές” να ήταν άραγε;) και έχετε το ποθητό αποτέλεσμα αν είστε αφεντικό: χαμηλή παραγωγικότητα.
Η ντόπια παράμετρος “εργασία” ωστόσο, ιδωμένη με βάση τα καπιταλιστικά κριτήρια, δεν έχει κανένα κουσούρι ώστε να είναι “χαμηλής παραγωγικότητας”, κι ούτε κανένας απ’ τους απατεώνες της στατιστικής βρήκε ποτέ να δείξει κάποιο! Υπάρχει κανένας καραγκιόζης ανάμεσά τους που να υποστηρίζει ότι οι προλετάριοι που μπήκαν τα 30 τελευταία χρόνια στην ελληνική αγορά εργασίας είναι αναλφάβητα αγροτόπαιδα που μεγάλωσαν σε φτωχικές καλύβες χωρίς ρεύμα; Με τυπικά, συμβατικά κριτήρια η ντόπια εργατική τάξη (και το ίδιο ακριβώς ίσχυε για την συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστών του πρώτου κύματος, απ’ τα κράτη των βαλκανίων και της ανατολικής ευρώπης) είναι και εκπαιδευμένη [1], και κοινωνική, και επιτήδεια. Από που ως που, λοιπόν, θα ήταν “χαμηλότερης παραγωγικότητας” σε σύγκριση με την γερμανική ή την αγγλική εργατική τάξη;
Αντίθετα, η ελληνική παράμετρος “μηχανολογικός εξοπλισμός”, που βαραίνει σαν έξοδο τ’ αφεντικά, ιδωμένη και πάλι με βάση τα καπιταλιστικά κριτήρια, είναι πασίγνωστο πόσα και ποιά κουσούρια έχει. Οπότε, αυτό που έκαναν για πολλά χρόνια τα ντόπια αφεντικά, στην πλειονότητά της, ο καθένας μόνος του, το να μεταφράζουν δηλαδή σε “ελαττωματικότητα” των προλετάριων τις δικές τους οικονομίες σε έξοδα ή τα δικά τους “επιχειρηματικά σφάλματα”, το κάνουν τώρα για λογαριασμό του συνόλου τους τα γενικά λογιστήρια του ντόπιου καπιταλισμού - με σοφές εκθέσεις σαν αυτή της alpha bank.

Για να ξεμπερδεύουμε με τις λαθροχειρίες περί της παραγωγικότητας της εργασίας: είναι, απλά, άπειρη, συμπεριλαμβανόμενης της δημιουργικότητας και της εφευρετικότητας (μας) ως εργατών και εργατριών. Και είναι τέτοια επειδή είναι κοινωνική, όχι μόνο ως προς την έκταση των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και ως προς το ιστορικό της βάθος, το παρελθόν και το μέλλον της. Πόση, άραγε, ήταν η παραγωγικότητα του κάποτε πεταλωτή των αλόγων; Το πόσα πέταλα θα κάρφωνε ή θα αντικαθιστούσε, ή μήπως και ένα μέρος απ’ τις μεταφορές και τους πολέμους που θα έκαναν τα πεταλωμένα άλογα στη ζωή τους; Πόση είναι άραγε η παραγωγικότητα της καθαρίστριας; Τα τετραγωνικά που θα ξεσκονίσει ή και η ευχαρίστηση του καθαρού σπιτιού που θα δημιουργήσει για τους χρήστες του;
Θέλουμε να πούμε αυτό το απλό και μαζί κομβικό: οι δυνατότητες της εργασίας και της κοινωνικής συν-εργασίας είναι απεριόριστες, και πάντα τέτοιες ήταν τηρουμένων των ιστορικών παραμέτρων. Και όσο υπάρχουν εκείνοι που την σφετερίζονται, κανένας μισθός δεν θα είναι αρκετός η ανάλογος της αληθινής παραγωγικότητάς μας.

 

κόστος εργασίας

Αν η παραγωγικότητα της εργασίας είναι μια μαγική εικόνα που μαστορεύουν οι ειδικοί των αφεντικών για λογαριασμό τους, άλλη μια τέτοια είναι το “κόστος εργασίας”. Και πάλι οι στατιστικοί μέσοι όροι και οι πίνακες με τις γραμμές... Αν, τώρα, μια επιχείρηση έχει ένα στέλεχος / προσωπάρχη τον οποίο πληρώνει με 5 χιλιάρικα το μήνα και δέκα εργάτες που τους δίνει από ένα πεντακοσάρικο, το σύνολο βγάζει 10 χιλιάδες. Τα υπόλοιπα είναι εύκολα. Μια διαίρεση με τις “μονάδες προϊόντος” (εδώ μετριούνται;) και έχετε το “κόστος εργασίας”...
Δεν μας συγκινεί! Οι οφειλές των αφεντικών προς το ικα (ένα μέρος του έμμεσου μισθού, κατ’ αυτούς το περιβόητο “μη μισθολογικό κόστος της εργασίας”), νούμερα τεράστια, γράφονται ταυτόχρονα σε δυο λογαριασμούς. Στους δικούς τους σαν “κόστος / έξοδο” που δήθεν πληρώθηκε, ενώ είναι άλλη μια μορφή κλεμμένης αξίας· στους λογαριασμούς του ικα σαν έλλειμμα, που πρέπει να καλυφθεί με την επιμήκυνση του εργασιακού μας βίου. Το ίδιο ακριβώς που στη μια μεριά εμφανίζεται σαν παράμετρος “υψηλού κόστους της εργασίας” στην ελλάδα, στην άλλη μεριά εμφανίζεται σαν εργατικό χρέος προς τις επόμενες γενιές. Εννοείται ότι η διευρυμένη μαύρη εργασία ανήκει στα παραλειπόμενα.
Όμως, ίσως επειδή το θράσος των αφεντικών είναι πια τέτοιο (“συσχετισμοί δύναμης” λέγεται αυτό) που δεν χρειάζονται ούτε καν τα προσχήματα, στην ίδια ρητορική περί μείωσης του “κόστους εργασίας” εμφανίζεται ένας πίνακας και μια υπενθύμιση (...οι οικονομικοί νόμοι δεν μπορούν να καταργηθούν νομοθετικά) που σε απλά ελληνικά μεταφράζονται σε “σας έχουμε χεσμένους” (τους εργάτες). Το διάγραμμα 3 των χαρτιών και της πράξης δείχνει ότι απ’ τις αρχές του 2008, αυτό το περιβόητο μέγεθος μόνο για ένα εννιάμηνο ήταν πραγματικά ίσο ή μεγαλύτερο απ’ τον τυπικό κατώτατο μισθό. Έχουμε σοβαρούς λόγους να αμφιβάλλουμε ακόμα και γι’ αυτό, αν έχει πράγματι συμβεί τέτοια σύντομη “παρασπονδία”. Αλλά, σε τελευταία ανάλυση, η προλεταριακή βάση της αγοράς εργασίας έχει ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη γκρίζα και μαύρη ζώνη της υποτίμησης. Κι απ’ όσο ξέρουμε δεν κρατιούτναι αρχεία και μετρήσεις για την κόλαση: απλά πέφτεις εκεί και την βγάζεις όπως μπορείς. Οι δύο και τρεις ταυτόχρονες δουλειές και οι κακοπληρωμένες υπερωρίες ίσα ίσα για να τα φέρεις βόλτα είναι τόσο κοινότυπη πραγματικότητα για μεγάλο μέρος της σύγχρονης εργατικής τάξης ώστε πράγματι, είναι αλήθεια, οι “οικονομικοί νόμοι” (η πολιτική οικονομία των αφεντικών) κάνει ένδοξες παρελάσεις στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Για πολύ καιρό. Και γι’ αυτό δεν χρειάζεται (στους ειδικούς) να είναι πραγματικά και ακριβή τα δεδομένα που τους επιτρέπουν να σχεδιάσουν τις γραμμές “της πράξης”: απλά εικονογραφούν τις νίκες τους.
Πράγμα που σημαίνει (τίποτα καινούργιο εδώ) ότι αυτοί οι σιδερένιοι νόμοι της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού, όπως ας πούμε “ο νόμος της βαρύτητας της εργασίας” (πάντα προς τα κάτω η “τιμή” της...) μόνο με έναν τρόπο αντιμετωπίζονται. Πολεμικά. Προς το παρόν πάντως τα πολεμικά εμβατήρια τα παίζουν οι απέναντι.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Εδώ ο συνήγορος του διαβόλου (των καπιταλιτικών κριτηρίων δηλαδή) θα μιλήσει για “κακή ποιότητα” του ντόπιου εκπαιδευτικού συστήματος... Χμμμ.. Και έτσι νάναι για (συλλογικό) έξοδο των αφεντικών πρόκειται, μέσω του κράτους. Αλλά υπάρχουν επιπλοκές. Οι εθναμύντορες, επαγγελματίες ή απλά πρόθυμοι λακέδες της εθνικής μυθολογίας, προτιμούν μανιακά ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα διδάσκει για παράδειγμα την ιστορία του Παπαρηγόπουλου μέχρι τον τελευταίο τόνο· τα αρχαία ελληνικά απ’ το δημοτικό ως την τρίτη λυκείου· και τα θρησκευτικά συνέχεια. Οπότε δεν περίσσεψε ποτέ ούτε χρόνος ούτε πόροι για έναν μέτριο και υποτυπώδη εκσυγχρονισμό. Και ο καιρός πέρασε...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020