Sarajevo
 
Sarajevo 59 - 02/2012  

ποιός φοβάται τον μισθό;*

Δεν είναι ούτε από εμμονή, ούτε από συνήθεια. Είναι (αν το θέλετε) κι από ένα είδος ασφυκτικής λύσσας. Μπορεί να είναι μοναχική (προς το παρόν) με την έννοια πως λίγοι / λίγες τη νοιώθουν έτσι. Αλλά είναι αυθεντική. Και εργατική.
Λοιπόν: πηγαίνουν οι σύνδεσμοι των ελλήνων εργοδοτών και λένε στους επισκέπτες της “τρόϊκας”: δεν λέτε τίποτα και για τον βασικό μισθό, τα δώρα, τα ένσημα; Πως θα γίνουμε “ανταγωνιστικοί” με τόσα περιττά έξοδα; Αυτό δεν είναι καινούργιο αίτημα των ντόπιων αφεντικών. Και στις “μικρές” επιχειρήσεις (που τόσο αγαπάει η ντόπια αριστερά) αυτά έχουν καταργηθεί εδώ και καιρό πολύ. Το καινούργιο είναι ότι “σα ζήτημα πρέπει να το θέσει η τρόικα” - να φανεί, δηλαδή, έτσι όπως πρέπει: έξω απ’ τους άμεσους και ντόπιους ταξικούς συσχετισμούς. Σα θέλημα θεού. Ή σαν απαίτηση της “δύναμης κατοχής”... Να επιτρέψει επίσης (στα ντόπια αφεντικά) να το παίζουν “ναι, ξέρετε, εμείς δεν θέλουμε, αλλά...” Να επιτρέψει τέλος και στον “Ειδικές Αποστολές - Κεραυνοί και λοιπά καιρικά φαινόμενα: ο Όλυμπος" πρωθυπουργό να πάρει το αυστηρό του ύφος γι’ αυτές τις μικρότητες και τις ιδιοτέλειες που ίσως περάσουν από κανενός το μυαλό (“κατώτατος μισθός”; μα ελάτε τώρα! μόνο τετρακόσιες χιλιάδες εργάτες τον παίρνουν - αν τον παίρνουν - μην το κάνουμε θέμα τώρα!.. δενβλέπετεεδωτιγινεται;) και να δηλώσει ότι η αποστολή του είναι “η σωτηρία της πατρίδας”. Κι όχι κάθε μαλάκα...
Συμβαίνουν αυτά.... Και, προσδιορίζοντας (το εργατικό κέντρο της Αθήνας) μια απεργία στις 17 Γενάρη, ποιόν έχει σα (δηλωμένο) στόχο; Τα πάντα - όλα! Ξανά. Από κοντά, φυσικά, κι όλοι οι “φίλοι των εργατών”: κουβέντες γενικά. Σα μια διανοητική παραλυσία να έχει απλωθεί παντού, και σα να είναι οι απεργίες γενική εκδήλωση “αγωνιστικού ήθους” κι όχι μάχες με πολύ πραγματικούς στόχους. Σα να είναι οι απεργίες στην κωλότσεπη, και όποτε θέλουμε τραβάμε κι από μία.
Αυτές οι κινήσεις είναι ο ορισμός και του θολώματος και της εκτόνωσης - αν υποθέσουμε ότι βράζει κάτι στα κοινωνικά υπόγεια. Όμως όσο περνάει ο καιρός κι όσο οι υποτελείς εργάτες και εργάτριες δεν καταλαβαίνουν τι είναι στον πάγκο του χασάπη (του “δημόσιου χρέους”) και γιατί, τόσο η λύσσα μας γίνεται πιο ασφυκτική. Όλοι οι ιδεολογικοί (ιδεο-πολιτικοί επίσης) δαίμονες που καλλιεργήθηκαν τους καλούς καιρούς έχουν βγει τώρα παγανιά, με τους κυρίους τους (τα κόμματα, τα μήντια, την βλακεία) να εισπράτουν τοις μετρητοίς. Και είναι τόσο ευκολότερο αυτό όσο ο “κόσμος της εργασίας” βουλιάζει σε πανικούς και “ψυχολογικά προβλήματα”.
Πάμε λοιπόν άλλη μια φορά, κρατώντας τη νηφαλιότητα και την ψυχραιμία μας.

 

η νεοφιλελεύθερη στρατηγική

Ο μισθός ούτε είναι ούτε ήταν ποτέ “σκέτα λεφτά”. Είναι η χρηματική διάσταση ενός γενικότερου πλέγματος σχέσεων που αφορούν την “εξαρτημένη εργασία”. Κάθε είδος δουλειάς όπου κάποιο αφεντικό ορίζει / επιβάλλει τι θα γίνει, πως θα γίνει, πότε θα γίνει. Και ακριβώς επειδή το πλέγμα των σχέσεων που αφορούν την εκμετάλλευση της εργασίας, όχι σαν ηθική αλλά σαν παραγωγική διαδικασία, είναι πολυδιάστατο, ακριβώς γι’ αυτό ο μισθός είναι μια διάσταση, σημαντική όσο και οι εξής: ο χρόνος, η ένταση, οι συνθήκες εργασίας.
Τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά όλα τα υπόλοιπα μπορούν να γίνονται και “τζάμπα”. Λέγεται δουλεία - κι αν αυτό φαίνεται κακόηχο, υπάρχουν και πιο light ονόματα. Όπως “οικογενειακή” εργασία, δουλειά στη φυλακή (με αντάλλαγμα την μείωση της ποινής), δουλειά στο στρατό (ή από τον στρατό), κ.α. Ο μισθός, λοιπόν, υπεισέρχεται στους καταναγκασμούς της εργασίας σαν αναγνώριση ότι αυτή (η εργασία) παρέχεται από τυπικά ελεύθερους ανθρώπους, που θα μπορούσαν να αρνηθούν να δώσουν τον χρόνο, την ένταση, το ενδιαφέρον, την προσοχή τους και ό,τι άλλο, χωρίς να κινδυνεύουν να εκτελεστούν. Να το πούμε διαφορετικά: ο μισθός σαν σχέση / τμήμα ενός γενικότερου πλέγματος σχέσεων είναι η αναγνώριση εκ μέρους του “αγοραστή” της εργατικής δύναμης ότι ο “πωλητής” της είναι ένα τυπικά ελεύθερο πρόσωπο που θέλει (ή δεν θέλει) να “πουλήσει” αυτήν την εργατική του δύναμη. Τον χρόνο του, τις γνώσεις του, τις ικανότητές του, την έγνοια του, την υπακοή του.
Ο μισθός, και γενικότερα η μισθωτή σχέση και η γενίκευσή της, είναι συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού. Έχουν υπάρξει, και υπάρχουν ακόμα, κι άλλοι τρόποι (άγριας) εκμετάλλευσης της εργασίας, χωρίς μισθό. Με ξύλο, με το πιστόλι (κυριολεκτικά) στον κρόταφο - οι μετανάστες και οι μετανάστριες ξέρουν. Όμως είναι ο καπιταλισμός που καθιέρωσε σα γενικό τύπο εκμετάλλευσης της εργασίας τον μισθό. Και, από ένα σημείο της εξέλιξής του και μετά (από ένα σημείο της γενίκευσης αυτής της ειδικής ιστορικά σχέσης), ο μισθός έπαψε να θεωρείται απ’ τα αφεντικά σαν ένα “εξωτερικό έξοδο”, και έγινε μέρος της εσωτερικής (καπιταλιστικής) διαδικασίας συσσώρευσης: μέσω της μαζικής, εργατικής κατανάλωσης εμπορευμάτων.
Ακριβώς επειδή το γενικό πλέγμα των σχέσεων γύρω απ’ την εκμετάλλευση της εργασίας είναι αυτό που ξέρουμε, και επειδή ο μισθός έχει την κεντρική μεν αλλά όχι αποκλειστική θέση μέσα σ’ αυτό, ο ταξικός πόλεμος μέσα στις δουλειές περνούσε, στηνόταν και φούντωνε (ή το αντίθετο) σα σύγκρουση συμφερόντων με πολύ απτές αφορμές και αιτίες. Κάθε επιμέρους σύγκρουση (η σύγκρουση για τον χρόνο εργασίας· η σύγκρουση για την έντασή της εργασίας· η σύγκρουση για τις συνθήκες εργασίας· και, last but not least, η σύγκρουση για τον μισθό) δεν έκανε το προλεταριάτο απλά “πλουσιότερο” από υλική άποψη, αν τέλειωνε (η σύγκρουση) με δική του νίκη. Το έκανε σοφότερο πολιτικά! Γιατί κάθε τέτοια σύγκρουση ήταν ξήλωμα του πρώτου πόντου· που συνεχιζόταν με ξήλωμα και άλλων: οι εργάτες καταλάβαιναν το Α και το Ω τόσο της καπιταλιστικής πολιτικής όσο και του δικού τους ανταγωνισμού. Καταλάβαιναν, δηλαδή, ότι κάθετι που σχετίζεται με την δουλειά, κάθε κανόνας και κάθε “ανταμοιβή”, είναι προϊόν των συσχετισμών δύναμης της δικιάς τους πλευράς απέναντι στην πλευρά των αφεντικών, του κράτους, κλπ.
Όπως, λοιπόν, οι εργάτες είναι “δεμένοι” κατά κάποιον τρόπο πάνω στο αφεντικό μέσω του μισθού, έτσι ακριβώς και τα αφεντικά είναι “δεμένα” πάνω στους εργάτες, με τον ίδιο τρόπο. Αυτή δεν είναι ακριβώς μια συμμετρική σχέση. Η εργατική δύναμη, η δυνατότητά μου / σου / του / της, δηλαδή, να είμαι δημιουργικός / παραγωγικός με το κοινωνικό νόημα της δημιουργικότητας / παραγωγικότητας, είναι σαν τέτοια ανεξάρτητη απ’ το αν κάποιος θα την εκμεταλλευτεί (μισθωτά ή με άλλο τρόπο) ή όχι. Αντίθετα, η εκμετάλλευση αυτής της εργατικής δύναμης (μισθωτά ή όχι), άρα η φιγούρα / θέση του αφεντικού, εξαρτιέται υποχρεωτικά απ’ την ύπαρξη τέτοιας δύναμης (και διάφορων δεδομένων ακόμα). Σίγουρα δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι αυτοτελής. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι κομμουνιστές, απ’ τον Μαρξ και μετά, συνέλαβαν θεωρητικά την δυνατότητα της εργασίας (με κοινωνική σημασία) να υπάρχει χωρίς καπιταλισμό.

Όμως αυτά είναι θεωρίες μπροστά στο αναντίρρητο ιστορικό γεγονός. Απ’ την δεκαετία του ‘70, και πιο δυναμικά απ’ την δεκαετία του ‘80 και μετά, τ’ αφεντικά, μην μπορώντας να “ξεφορτωθούν” το δέσιμό τους με τους εργάτες, και κινδυνεύοντας διαρκώς απ’ τις εργατικές αρνήσεις, οργάνωσαν (και πρέπει να το παραδεχτούμε: με επιτυχία) την φαινομενική απ-εξάρτησή τους. Πως; Μετατοπίζοντας την (απ’ τους εργάτες) εννόηση του μισθού προς την έννοια του εισοδήματος.
Κάποιος (αυτόνομος στην ιταλία) το είχε θέσει ως εξής: τα αφεντικά δεν θέλουν να εξαφανίσουν την εργατική τάξη· θέλουν να εξαλείψουν τον ανταγωνισμό της. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η μετατόπιση (διανοητική / ιδεολογική) απ’ την αντίληψη του μισθού στην αντίληψη του εισοδήματος, για τους ίδιους τους μισθωτούς, δεν ήταν εξαφάνιση της εξάρτησης των αφεντικών απ’ τους εργάτες, αλλά ριζική τροποποίηση της αναπαράστασης αυτής της εξάρτησης. Έτσι ώστε να μοιάζει (και απ’ τις δυο μεριές) σαν μικρότερη ή και καθόλου. Γιατί αυτή η μετατόπιση του κέντρου βάρους των εννοιών σχετικά με την εργασία, υπήρξε έκφραση της μετατόπισης απ’ τον εργάτη που ξέρει ότι είναι τέτοιος στον εργάτη που νομίζει ότι είναι “ελεύθερος επαγγελματίας” - “ανεξάρτητος” έμπορος των ικανοτήτων και της δουλειάς του.
Αυτό το είδος ιδεολογικής αλλαγής παραδείγματος σε ότι αφορά την εξαρτημένη, μισθωτή εργασία, υλοποιήθηκε με μια σειρά κινήσεις των αφεντικών, διεθνώς - και πήρε καιρό. Για παράδειγμα η περιβόητη εργασιακή ευελιξία - σε πρώτο χρόνο τα “ευέλικτα ωράρια”, κι αργότερα... Τι θα μπορούσε να είναι αυτή η “ευελιξία”, πέρα από μερικά στοιχειώδη, τυπικά, και τελικά δευτερεύουσας σημασία στοιχεία της; Η ευελιξία της εργασίας έναντι των εργοδοτών, δηλαδή η τεχνική και πολιτική βελτίωση των όρων διαπραγμάτευσης των εργατών, ή η ευελιξία των εργοδοτών απέναντι στους εργάτες, δηλαδή η ενίσχυση της δικής τους ισχύος; Αποδείχθηκε τελικά το δεύτερο - και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού δεν υπήρξε καινούργια όξυνση του προλεταριακού ανταγωνισμού, απ’ τα ‘80s και μετά.
Η μετατροπή του “μισθωτού” σε (κατά φαντασία) “εισοδηματία” ενόσω παρέμενε σφικτά δεμένος με τις αλυσίδες της εξαρτημένης εργασίας, υπήρξε λοιπόν μια διεθνής σύνθετη εκστρατεία, τεχνική και ιδεολογική, που περιλάμβανε πολλά. Απ’ τον πολλαπλασιασμό των μισθολογικών διαφοροποιήσεων (με επιδόματα, μπόνους, πριμ παραγωγικότητας) μέχρι τον πολλαπλασιασμό των “συμβατικών μορφών” αυτής της εξάρτησης. Απ’ την ακόμα πιο οργανική υπαγωγή των συνδικάτων και των κομμάτων στο κράτος και το κεφάλαιο, μέχρι την γενική προβολή των αρετών του ατομισμού και του μικροαστισμού. Απ’ την “επιδότηση” της κατανάλωσης μέχρι την γενίκευση της προγραμματισμένης μέθης (drugs για όλους). Απ’ την μαζική εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στην οργάνωση (της κλοπής) της εργασίας, μέχρι την γενικευμένη τριτογενοποίηση και την μετατροπή των εργατών σε “προμηθευτές” και “πελάτες” οι (κάθε είδους) μεν σε (κάθε είδους) δε.
Ήταν η εποχή (απ’ τα ‘80s και μετά) που κάθε καλός διανοούμενος ή δημαγωγός σε άλλο πόστο αποχαιρετούσε το προλεταριάτο, ανακοίνωνε το τέλος της εργατικής τάξης, πανηγύριζε για την “εξαΰλωση” της εργασίας, κορδωνόταν για την “ambience” των νέων σχέσεων και ειδών εργασίας - κανείς, πάντως, δεν το πήγε τόσο μακριά ώστε να αναγγείλλει και το τέλος του καπιταλισμού!! Αντίθετα επρόκειτο για την ολική επαναφορά της “ελευθερίας”.

Επιμένουμε στο ζήτημα του μισθού και της “εκτροπής” του σε εισόδημα. Έχει πολύ “ελευθερία” αυτή η εκτροπή στα γρανάζια της. Φαινομενικά έμοιαζε ότι αρκετοί, χωριστοί εργάτες (ειδικά στον φανταχτερό κόσμο των υπηρεσιών) σαν άτομα, θα μπορούσαν να έχουν “λιγότερη ή καθόλου ανάγκη” τ’ αφεντικά· εάν κατάφερναν να γίνουν “ελεύθεροι επαγγελματίες”, εάν νόμιζαν ότι είναι τέτοιοι υπό εκκόλαψη, εάν μπαινόβγαιναν στην αγορά εργασίας συχνότερα απ’ τους γονείς τους, αν έκαναν σποραδικά εργολαβίες εδώ κι εκεί (“σύμβαση έργου”) ανάμεσα ή παράλληλα με την μισθωτή σχέση ή στις περιόδους ανεργίας· ή αν είχαν απλά το όνειρο (και θεωρούσαν ότι έχουν και την προοπτική) της “δικής τους δουλειάς”. Στο σύνολό της ωστόσο η μισθωτή εξαρτημένη εργασία επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο, παντού, τόσο στον αναπτυγμένο όσο και στον υπό ανάπτυξη καπιταλιστικό κόσμο.
Εκείνοι που κατάφερναν να “απελευθερώνονται” με την πάροδο του χρόνου, ήταν οι εργοδότες. Η γενίκευση της νέας μηχανοποίησης (νέες τεχνολογίες στον τριτογενή) έκανε εφικτή μια πολύ μεγαλύτερη αναπαράσταση του ισχυρισμού τους ότι η απαιτούμενη (απ’ αυτούς) εργασία είναι συνήθως ανειδίκευτη, άρα διαθέσιμη παντού· την ίδια στιγμή η γενική κοινωνικοποίηση και η ώριμη αστικοποίηση έκανε αυτούς τους “γενικά διαθέσιμους” εργάτες και εργάτριες πολύ πλουσιότερους σε δυνατότητες και ικανότητες - σε σύγκριση με προηγούμενες γενιές. Η αντίληψη περί εξαρτημένης εργασίας (κι άρα η εννόηση του μισθού σαν κομβικού σημείου συλλογικής, ταξικής “τριβής” με τα αφεντικά) θόλωσε, λοιπόν, όχι επειδή εξαφανίστηκε σαν τέτοια αλλά επειδή τροποποιήθηκαν οι (παραδοσιακοί) καθορισμοί της.

Sarajevo 59 - 02/2012

 

απασχολήσιμοι - και εισοδηματίες

Αξίζει να προσέξει κανείς (και να αναλύσει) αυτό που περιγράψουμε στο προηγούμενο τεύχος υπό τον τίτλο one euro jobs. Είναι βέβαια ένα παράδειγμα· όμως μια “ρύθμιση” που αφορά πάρα πολλές χιλιάδες σύγχρονους προλετάριους και μάλιστα σ’ έναν καπιταλισμό τέτοιο όπως ο γερμανικός, είναι κάτι παραπάνω από δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Εν τέλει, βασικές εννοιακές, ιδεολογικές και λειτουργικές αναλογίες με το παράδειγμα αυτό υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια σε πολύ μεγάλη έκταση, σ’ όλους τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς.
Τι χαρακτηριστικά έχει λοιπόν η σύλληψη και η εφαρμογή του one euro jobs; Υπάρχει ένα μηνιαίο ποσό που ονομάζεται “επίδομα ανεργίας”. Το επίδομα ανεργίας, ιστορικά, είναι άμεσα συνυφασμένο με την εξαρτημένη μισθωτή εργασία και τον μισθό, ανήκει σ’ αυτό που ονομάζεται έμμεσος μισθός. Δεν χρειάζεται όμως και μεγάλη προσπάθεια να το αντιληφθεί κανείς όχι σ’ αυτήν την σχέση του, αλλά σαν απόδειξη της προνοιακής αντίληψης (και της καλοσύνης) του κράτους. Η γερμανική εκδοχή του πράγματος ίσως έχει μάλιστα μεγαλύτερη δόση απ’ αυτήν την μετατόπιση απ’ την εξαρτημένη εργασία (και την ανεργία με τις απαιτήσεις της) προς την κρατική πρόνοια, για ιστορικούς λόγους. Και υπάρχει κι ένα δεύτερο ποσό, μικρότερο απ’ το προηγούμενο, που συνιστά μεν “αμοιβή εργασίας” αλλά εμφανίζεται σαν όσο λιγότερο μισθός γίνεται. Όχι μόνο σαν ποσό χρημάτων αλλά και σαν σχέση. Δεν είναι μισθός αποφάνθηκε το ανώτατο γερμανικό δικαστήριο γι’ αυτό το ποσό, αλλά κίνητρο. Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί ως εξής: αν δουλεύεις, αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος εργοδότης (και άρα το συνολό τους) χρειάζεται την εργατική σου δύναμη (άρα τις δυνατότητες της τάξης σου)· μάλλον είναι για το δικό σου καλό που χρειάζεται να “ξεσκουριάζεις” προσφέροντας ένα κάποιο έργο... γι’ αυτό το λόγο δεν πληρώνεσαι για την δουλειά σου και σε σχέση μ’ αυτήν, αλλά “αμοίβεσαι συμβολικά” για τον κόπο σου, αφού άλλωστε το μεγαλύτερο όφελος είναι δικό σου. Εν τέλει (απο)λαμβάνεις και το προνοιακό ενδιαφέρον του κράτους - τι παραπάνω θες λοιπόν;
Αυτά τα δύο συστατικά, η “κρατική φροντίδα” και το “κίνητρο / ανταμοιβή” (ένα είδος εγκάρδιου κτυπήματος στην πλάτη...), μυθοποιούν εντελώς διαφορετικά τόσο την εξαρτημένη εργασία όσο και τον μισθό. Η πολιτική αναγνώριση των αφεντικών ότι χρειάζονται την εργασία (τους εργάτες / τις εργάτριες) τουλάχιστον όσο η εργασία (οι εργάτες / οι εργάτριες) αυτούς (στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο), έχει αποσυρθεί. Στη θέση της έχει εμφανιστεί μια πατερναλιστική φροντίδα, κάπως σκληρή ίσως αλλά πάντα παιδευτική / προτεσταντική, με τους όρους της. Κι ενώ στην πράξη υπάρχει εξαρτημένη εργασία πάντα, στη σφαίρα της ιδεολογίας και των αναπαραστάσεών (της) υπάρχει κάτι πολύ πιο ρευστό, άμορφο και καθόλου πολωμένο: απασχόληση. Σα να λέμε ασχολία. Δηλαδή “μη-τεμπελιά”...

Όταν ο χαρακτηρισμός “απασχολήσιμοι” μπήκε επίσημα στην σφαίρα της δημαγωγίας (απ’ τον τότε πρωθυπουργό Σημίτη αν δεν κάνουμε λάθος), όντας μετάφραση της διεθνούς ορολογίας των νέων σχέσεων εργασίας, υπήρχε ένα σαφές υπονοούμενο υποτίμησης (της εργασίας και των εργατών) αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο ήταν συγκεκριμένα το περιεχόμενο. Αρκετοί έδωσαν έμφαση σε διάφορες θεσμίσεις “ευελιξίας” (των ωραρίων κατ’ αρχήν), αλλά αυτό ήταν μόνο η τεχνική πλευρά του ζητήματος. Άλλοι πάλι, “φίλοι των εργατών”, μετέφρασαν το “απασχολήσιμοι” σαν “αναλώσιμοι”, καταφεύγοντας σε μια συγκινησιακή ηθικολογία. Το πραγματικό νόημα ήταν 110% πολιτικό - και αφορούσε την “άρση της αναγνώρισης” (αν μας επιτρέπεται μια τέτοια διατύπωση) της εργατικής τάξης σαν τέτοιας. Στην ελλάδα αυτή η απαγόρευση των εργατών - σαν - τέτοιων είχε βέβαια προηγηθεί (παραχθεί και χωνευτεί κοινωνικά) σε βάρος των μεταναστών και μεταναστριών απ’ τα βαλκάνια και την ανατολική ευρώπη: αυτοί κι αυτές δεν ήταν εργάτες, και δεν ήταν καν άνθρωποι... Ωστόσο το “απασχολήσιμοι”, διατυπωμένο από στόμα - κορυφής (της αναπαράστασης της εξουσίας), σήμαινε πια την ωριμότητα της μετατόπισης από εργάτες σε “παρόχους εργασίας” που απ-ασχολούνται εδώ ή εκεί· μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στην ιστορικά (και πολιτικά) αναγνωρισμένη εργασία και την τεμπελιά. Οι “απασχολήσιμοι” ήταν, με άλλα λόγια, ένα μέρος της δήλωσης των αφεντικών ότι αίρουν όλες τις “δεσμεύσεις” τους απέναντι στους εργάτες· και ότι επιπλέον είναι σε θέση να κρύβουν πως και πόσο εξαρτιώνται απ’ αυτούς. Όμως πριν η λέξη “εργασία” και τα παραγωγά της αντικατασταθεί, στο επίσημο καθεστωτικό λεξιλόγιο, με την λέξη “απασχόληση” και τα δικά της παράγωγα, είχε εξαφανιστεί απ’ τις συνειδήσεις. Ακόμα κι εκείνων που δούλευαν εξαρτημένα, μισθωτά.
πρόσοδοι εναντίον μισθού

Η πολιτική (το τονίζουμε για να μην γίνει μπέρδεμα: η πολιτική· όχι η χρηματική) υποτίμηση του μισθού σαν κρίσιμης άρθρωσης ενός πλέγματος ανταγωνιστικών μεταξύ τους σχέσεων και συμφερόντων που είναι όμως, σαν τέτοιο, στο κέντρο του καπιταλισμού, προχωρούσε και γινόταν κανόνας όσο αύξαναν (πραγματικά ή φανταστικά) οι δυνατότητες “εισοδημάτων” για τους μισθωτούς από άλλες πλευρές, εκτός αυτής καθ’ εαυτής της εξαρτημένης εργασίας: ενοίκια, τόκοι καταθέσεων, (κρατικά) ομόλογα, μετοχές και άλλα χρηματοπιστωτικά “προϊόντα”, ή έσοδα από τομείς του εγκλήματος. Η κορύφωση ωστόσο βρίσκεται στην ιδιαίτερα προσφιλή ιδέα, για μια τουλάχιστον δεκαετία, της συμπλήρωσης - του - εισοδήματος - μέσω - δανείων - και - καρτών.
Έχουμε εξηγήσει στο παρελθόν την “παράλογη” λογική αυτής της γενικευμένης έως πρόσφατα πρακτικής, απ’ την μεριά των αφεντικών. Δεν “μοίραζαν λεφτά” οι τράπεζες όπως ήθελαν να πιστεύουν εκατομμύρια πελάτες τους! Υποθήκευαν την μελλοντική εργασία, την αγόραζαν προκαταβολικά - και το τι σήμαινε και σημαίνει αυτό φαίνεται τώρα... Η απ’ την μεριά μας εργατική ανάλυση της γενίκευσης της κατανάλωσης - μέσω - δανεικών, και της πανηγυρικής κοινωνικής αναγνώρισης ότι το χρήμα - γεννάει - χρήμα (στη θέση του η εργασία παράγει τον κοινωνικό πλούτο) μπορεί να συμπληρωθεί τώρα μ’ αυτό το επιπλέον βασικό στοιχείο. Τον ρόλο που είχαν αυτές οι κοινωνικές δοξασίες και πρακτικές στην πολιτική υποτίμηση του μισθού.
Τα δυο πιο εύκολα στοιχεία αυτής της διαδικασίας είναι πολύ γνωστά. Πρώτον, ό,τι έλειπε (σε χρήμα) απ’ το μισθό με κριτήρια επιθυμιών κατανάλωσης δεν όξυνε καθόλου την αντιπαλότητα προς τα αφεντικά· αντίθετα συμπληρωνόταν χαρούμενα και εθελοντικά απ’ τα “δανεικά”. Και δεύτερον, οι μελλοντικοί μισθοί (δηλαδή η μελλοντική εργασία) που θα αποπλήρωναν τα σημερινά δάνεια, θεωρούνταν δεδομένοι. Βέβαιοι. Άρα μηδενικής ανταγωνιστικής αξίας: γιατί δεν γίνεται να λογαριάζει κανείς ταυτόχρονα τους μελλοντικούς μισθούς του και σαν βέβαιους, και σα συνέπεια σκληρών αναμετρήσεων!
Ήταν όμως σαφές (λέμε εμείς....) το γιατί οι μελλοντικοί μισθοί θεωρούνταν βέβαιοι. Πέρα απ’ την χαζοχαρούμενη αισιοδοξία, αυτή η βεβαιότητα στηριζόταν στην παραδοχή πως και οι κάθε φορά τρέχοντες μισθοί δεν περιλάμβαναν κανένα στοιχείο δομικής αντιπαλότητας (των εργατών προς τα αφεντικά)· ήταν, για να το θέσουμε έτσι, απόλυτα εγγυημένοι, απόλυτα α-πολιτικοί. Αυτό που ήταν το πιο ισχυρό τέχνασμα των αφεντικών, δηλαδή ο διαχωρισμός της “πολιτικής” μέσα στις καπιταλιστικές κοινωνίες απ’ τις αντιθέσεις σχετικά με την εργασία και την εκμετάλλευσή της, έγινε κοινωνική κοινοτυπία. Συνώμυμη της άλλης κοινοτυπίας, ότι δηλαδή ο καθένας οφείλει να κοιτάει τον εαυτό του: χωρίς αναμετρήσεις τάξης εναντίον τάξης και χωρίς την επίγνωση των αβέβαιων σημείων ισορροπίας τέτοιου είδους αναμετρήσεων, έμοιαζε εύλογο πως οποιαδήποτε αναφορά στον μισθό θεωρούνταν οικονομίστικη (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και σαφώς συμφεροντολογική (με την πεζή έννοια της λέξης), αφορούσε δηλαδή μόνο “λεφτά”. Που, ευτυχώς, υπήρχαν διαθέσιμα και έξω απ’ αυτόν.

Η πολιτική απογύμνωση του μισθού (και του χρόνου εργασίας, και της έντασης εργασίας: όλων των παραμέτρων του πλέγματος της εξαρτημένης εργασίας), η εξαφάνιση δηλαδή του ριζικού και ταυτόχρονα κεντρικού ανταγωνιστικού χαρακτήρα που έχει το “δουλεύω / δουλεύουμε”, έγινε σε όφελος της επέκτασης των προσοδικών εννοιών και πρακτικών σε ότι αφορά τις σχέσεις εργασίας (“ασχολίας”) και “αμοιβής”. Σε κοινωνικούς σχηματισμούς σαν τον ελληνικό, κάτι τέτοιο ήταν ακόμα ευκολότερο να συμβεί, εφόσον ο προσοδισμός είναι η πιο σταθερή στο χρόνο και την ιστορία βασική ιδέα τόσο για το κράτος και τη νομή του όσο και για την εργασία· περισσότερο αλλά όχι αποκλειστικά στον “δημόσιο” τομέα. Όμως ανάλογη πολιτική απογύμνωση των παραμέτρων της εξαρτημένης εργασίας έγινε απ’ όσο μπορούμε να καταλάβουμε στο σύνολο του αναπτυγμένου καπιταλιστικά κόσμου. Είτε το ζήτημα υποβιβάστηκε σε “συνδικαλιστικό”, και μάλιστα με τονισμένη πια την εθνική ευθύνη (κι εδώ αναφερόμαστε στις διάφορες συμφωνίες μεταξύ συνδικάτων και αφεντικών ακόμα και για μείωση των μισθών, σαν αυτές που έγιναν την προηγούμενη δεκαετία στη γερμανία), είτε ακόμα χαμηλότερα, περίπου σαν ανύπαρκτο. Για τον νεοφιλελευθερισμό, σ’ αυτόν τον κόσμο, “ο καθένας παίρνει ότι του αξίζει” - πράγμα που σημαίνει ότι τ’ αφεντικά δεν χρωστάνε τίποτα στους εργάτες. Στο βαθμό που το δόγμα υιοθετήθηκε από εκατομμύρια πρωτοκοσμικούς εργάτες, ήταν μαθηματικά σχεδόν βέβαιο ότι μετά από 2 (ή 3) χρόνια ακόμα πιο βίαιης επίθεσης / υποτίμησης της εργασίας, σήμερα, δεν θα υπήρχε (και δεν έχει υπάρξει) ούτε μισή γενικευμένη ταξική απάντηση, ένας προσανατολισμός που απ’ την μια να ενώνει την τάξη με ριζοσπαστικό τρόπο, κι απ’ την άλλη να σπρώχνει το μαχαίρι στο κόκκαλο. Ούτε καν εκείνου του είδους (που με τα σημερινά δεδομένα φαντάζει απλά alien) της στάσης των αμερικανικών συνδικάτων στη διάρκεια της προηγούμενης παρόμοιας κρίσης / επίθεσης / υποτίμησης της εργασίας, στη δεκαετία του 1930, όταν προώθησαν την απαίτηση της μείωσης του χρόνου εργασίας στις 30 ώρες την εβδομάδα χωρίς μείωση των μισθών.

 

η έκτακτη ανάγκη

Κάπως έτσι φτάσει στο εξής σημείο, που άλλες εποχές θα ήταν αδιανόητο. Ενώ η διαχείριση της κρίσης σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, κάτω απ’ τους εκβιασμούς πότε του “υψηλού δημόσιου χρέος” και πότε του “too big to fail”, έχει ολοφάνερα έναν και μοναδικό στόχο, τις παράλληλες (και ανταγωνιστικές με όρους κεφαλαίου) ανταγωνιστικές υποτιμήσεις της εργασίας σε κάθε κράτος, ενώ λοιπόν ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ - ΚΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ, έχει εξαφανιστεί απ’ τον ορίζοντα εκείνο το υποκείμενο που θα σήκωνε - το - γάντι με απόλυτα πολιτικό τρόπο, με πλήρη δηλαδή επίγνωση του πολέμου. Μοιάζει σα να έχει εξαφανιστεί η εργατική τάξη!!! Μαγική εικόνα;
Κι έτσι, τα ίδια τ’ αφεντικά, υπερφαλαγγίζουν επιδεικτικά τα υπολείμματα των παλιών συμβάσεων, τα υπολείμματα της παλιάς εκ μέρους τους πολιτικής αναγνώρισης των εργατών, ξεπερνούν ακόμα και την φάρσα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των “κοινωνικών εταίρων”, αναθέτοντας κατευθείαν στο κόμμα τους, το κράτος, να παίρνει διοικητικές αποφάσεις σε ότι αφορά μισθούς και χρόνους εργασίας... Εμείς εδώ, σαν αυτόνομοι, μ’ όλους αυτούς τους προσανατολισμούς που έχουν λοιδωρηθεί τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν, δεν πέφτουμε απ’ τα σύννεφα. Δεν πέφτουμε απ’ τα σύννεφα, για παράδειγμα, όταν η ελληνική κυβέρνηση απειλεί ότι θα νομοθετήσει η ίδια υπέρ ενός ακόμα γύρου βίαιης υποτίμησης της εργασίας! Έχει ξανακάνει άλλωστε κάτι παρόμοιο, το 1985, κάτω από διαφορετικές βέβαια συνθήκες, αλλά με το ίδιο επιχείρημα: το εθνικό συμφέρον.
Ορισμένοι εστιάζουν στην “αντισυνταγματικότητα” μιας τέτοιας κίνησης... Μάλισταααα.... Είναι σα να διαμαρτύρεται κάποιος που δέχεται άγρια επίθεση ότι ο αντίπαλός του χρησιμοποιεί “απαγορευμένα όπλα”... Μα εδώ - κι αυτό ήταν η κρίση ακόμα και πριν το τελευταίο ξέσπασμά της - τα αφεντικά έχουν βγάλει τα γάντια απ’ τα χέρια τους!! Ποιό είναι, λοιπόν, το σωστό για εμάς τους εργάτες; Να τους καταγγείλουμε (μεταξύ μας) για απρέπεια; Ή να ανασυνταχτούμε όπως πρέπει;
Στα λόγια η απάντηση είναι εύκολη. Όχι όμως και στην πράξη. Όταν η συνέλευση του πλάνου 30/900, για παράδειγμα, εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο, επιμένει και ξαναεπιμένει για το ποιό - είναι - το - θέμα - του - πολέμου, συναντάει διάφορες παιδικές αντιδράσεις που ξεκινούν απ’ το “δεν γίνονται αυτά...” (έτσι...) μέχρι το “κι αν ... δεν θα αφομοιωθεί μετά αυτό;” Είναι μια δομική επιφύλαξη, ένα ολέθριο “κούμπωμα” (διανθισμένο με διάφορες αμήχανες και απίθανες ελεεινολογίες που θα γίνουν μια ωραία συλλογή βλακειών) που το συναντούν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες του πλάνου μαζικά, σ’ όλο το φάσμα της αριστέρας, ως την αντι-εξουσία· και μάλιστα από ανθρώπους που δουλεύουν για να την βγάζουν. Σα να λέει κανείς στον υπνωτισμένο ότι πρέπει να καταλάβει την πραγματικότητα, κι αυτός να βρίσκει κάθε πιθανή κι απίθανη δικαιολογία για να μείνει στις ολέθριες αυταπάτες του.

Πώς όμως θα μπορούσαν οι σύγχρονοι εργάτες να επιβάλλουν την δική τους ατζέντα πάνω στ’ αφεντικά αν όχι συγκροτούμενοι στη βάση μιας στόχευσης τόσο πολιτικής ώστε να είναι αδιανόητη (και εχθρική...) για τους πολιτικάντηδες υπαλλήλους τους; Και ποιά στόχευση θα ήταν τόσο πολιτική ώστε να αντι-θέτει το γενικό εργατικό συμφέρον απέναντι στην επιδρομή διαρκείας των αφεντικών, αν όχι εκείνη για τον μισθό, τον χρόνο εργασίας, την ένταση της εργασίας· τις αρθρώσεις, δηλαδή, της καπιταλιστικής συσσώρευσης; Ρητορικές ερωτήσεις. Απέναντι στις οποίες εκτοξεύονται, σαν “απαντήσεις” υποτίθεται, τα περιττώματα του συνδικαλισμού, των κομμάτων, του κράτους, της εκκλησίας, του ανθρωπισμού, του εναλλακτισμού.
Ναι, είναι πολλοί εκείνοι που φοβούνται τον μισθό σαν πολιτικό (δηλαδή: εμπόλεμο) ζήτημα πρώτης γραμμής! Είναι πολλοί, κι όλοι στην ίδια μεριά: με το κράτος, τ’ αφεντικά, την “εθνική ενότητα”, το “εθνικό συμφέρον”, ό,τι παραμύθια και να σερβίρουν. Είναι όμως πολλοί, πάρα πολλοί, και μέσα στη δικιά μας τάξη. Φοβισμένοι, σε σύγχυση, σε πανικό, αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτό: δεν υπάρχουν “λεφτά”, και ποτέ δεν υπήρχαν!!! Γιατί πάντα υπήρχαν σχέσεις· σχέσεις εξουσίας και υποτέλειας, σχέσεις εκμετάλλευσης... Πάντα υπήρχε (και πάντα θα υπάρχει, όσο υπάρχει καπιταλισμός και κράτος) σύγκρουση αντίθετων δυνάμεων, θελήσεων, δυνατοτήτων· προσδιορισμένων με σκληρό, απτό ταξικό τρόπο, κι όχι κατά τις φαντασιώσεις (μας). 
Δεν έχει καμία σημασία, ούτε για την Ιστορία γενικά ούτε για την “μοίρα” καθενός, το τι δικαιολογίες θα βρει και θα εφεύρει ο Σπουδαίος Εαυτός για να υποχωρεί και να υποχωρεί και να υποχωρεί ατελείωτα. Σημασία έχει ότι τ’ αφεντικά ρίχνουν κατά βούληση στο ψαχνό. Σημασία έχει η επίγνωση έτσι όπως την συμπύκνωσε κάποτε ένας Μπένγιαμιν:
Είναι η παράδοση των καταπιεσμένων εκεί όπου εμφανίζεται η εργατική τάξη σαν η τελευταία υποδουλωμένη, σαν η εκδικήτρια και σαν η απελευθερώτρια τάξη. Αυτή η συνείδηση εγκαταλείφθηκε ευθύς εκ αρχής από τη Σοσιαλδημοκρατία. Εισήγαγε η τελευταία στην εργατική τάξη το ρόλο του λυτρωτή των μελλουσών γενεών. Της απέκοψε έτσι τον ιμάντα της δύναμής της. Η τάξη ξέμαθε σιγά - σιγά, με τέτοια διδασκαλία, και το μίσος και την ικανότητα αυτοθυσίας...
Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η “κατάσταση εκτάκτου ανάγκης”, που ζούμε, αποτελεί τον κανόνα. Οφείλουμε να προσεγγίσουμε μια αντίληψη της ιστορίας που να αντιστοιχεί στο παραπάνω. Θα αντιμετωπίσουμε τότε σαν καθήκον την προώθηση της πραγματικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης...

Sarajevo 59 - 02/2012

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Βασικά στοιχεία αυτού του κειμένου αποτελούν επεξεργασίες της συνέλευσης του πλάνου 30/900, και θα παρουσιαστούν (παρουσιάστηκαν) σε σχετική εκδήλωση στην Αθήνα, στις 30/1. Μερικά άλλα, όμως, είναι αποκλειστικά ευθύνη του Sarajevo.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020