Sarajevo
 

 

 

 

 

Sarajevo 58 - 01/2012

 

το άρωμα της ζωής:
οι γυναίκες, ο χρόνος και ο θάνατος

Ο ορίζοντας είναι ανοικτός. Παρότι σουρουπώνει (κι ύστερα νυχτώνει...) μπορεί κανείς (ή μήπως πρέπει;) να φανταστεί τον τόπο να χάσκει κάτω απ’ το φως και το σκοτάδι, εκτεθειμένος στην απεραντοσύνη του. Μπορεί κανείς να φανταστεί τον τόπο και τους ανθρώπους - στην έκθεσή τους και στις κρυψώνες τους. Τα υψίπεδα της κεντρικής τουρκίας είναι το ίδιο επαρχιώτικα όπως κάθε τόπος όπου μπορείς να δεις - και μπορούν να σε δουν - από μακρυά. Πολύ μακρυά.
Η ορατότητα ως εκεί που φτάνει το μάτι και οι μικρές ανθρώπινες κοινότητες διαμόρφωσαν από κοινού τις ημέρες και τις νύχτες, τα φανερά και τα κρυφά, τις αγωνίες και τα μυστικά, εντελώς διαφορετικά απ’ ότι οι urban συγκεντρώσεις, όπου τα πάντα είναι λίγο πολύ κρυμμένα εκτός εάν πηδήξουν ή συρθούν στο φως, και όπου το “υπάρχω” σημαίνει συχνά “επιδεικνύομαι”. Το φως και το σκοτάδι έχουν εντελώς διαφορετική έννοια, εντελώς διαφορετική υλικότητα, πλέκουν και πλέκονται εντελώς διαφορετικά (σ)τις ανθρώπινες σχέσεις απ’ ότι στις πόλεις. Το μάτι και το βλέμμα ήταν (ή είναι ακόμα σε τέτοια μέρη) εντελώς διαφορετικά. Τα μυστικά και τα κρυμμένα ήταν βέβαια υπόθεση και τοίχων· περισσότερο απ’ όλα όμως ήταν υπόθεση ψυχών.

Συνεπώς, όταν ο Nuri Bilge Ceylan αρχίζει τα πλάνα του έξω απ’ το τζάμι ενός επαρχιώτικου βουλκανιζατέρ κάπου στην κεντρική τουρκία, όποιος μπορεί να καταλάβει δεν περιμένει ένα ... road movie! [1] Τα road movies ήταν η αφήγηση της φυγής - της απόδρασης απ’ τους κλειστούς προς τους ανοικτούς ορίζοντες, με ό,τι υπονοεί και υπόσχεται η περιπέτεια αυτής της απελευθέρωσης... Αντίθετα, καθώς το μάτι του σκηνοθέτη (και του θεατή) παρατηρεί αργά, απ’ έξω, το παρεάκι που τα πίνει φλυαρώντας μέσα στην μισοπαράγκα στην άκρη κάποιας τουρκικής οτοστράντα, στο ξεκίνημα του Bir Zamaniar Anadolu’ da (“Κάποτε στην Ανατολία”), αυτό λοιπόν είναι προοίμιο και υπονοούμενο μιας πράξης αδιακρισίας του βλέμματος. Μια δεύτερη πράξη αδιακρισίας του βλέμματος θα ζευγαρώσει την πρώτη, στο τέλος, στο τραπέζι του νεκροτομείου.
Ενδιάμεσα το πράγμα ξεδιπλώνεται. Μέσα στο σούρουπο και ύστερα στη νύχτα, άντρες ζωντανοί - ψάχνουν - άντρα νεκρό, άντρες - νταραβερίζονται - με - άντρες· ή μήπως όχι μόνο αυτό; Το “αρσενικό” είναι βέβαια παρόν, μέσα στα αμάξια και κάτω απ’ τους προβολείς τους, ακόμα και γύρω από ένα χωριάτικο τραπέζι δειπνώντας· αλλά παντού είναι η νύχτα. Ό,τι “φαίνεται” είναι μόνο εν μέρει, κυκλωμένο απ’ το σκοτάδι· και το φανερό “αρσενικό” (οι πρωταγωνιστές του έργου) είναι μόνο επιφανειακά τέτοιο, ορατό, φανερό. Πιο πίσω, πιο μέσα, πιο βαθιά (μέσα τους), ζουν ή πεθαίνουν οι γυναίκες.
Οι γυναίκες ελάχιστα εμφανίζονται άμεσα στο Bir Zamaniar Anadolu’ da. Είναι, άραγε, πλάσματα μυθικά, μυστικά, της νύχτας; Είναι, άραγε, καταδικασμένες να μην πολυφαίνονται στον ορίζοντα των ανδρών; Ίσως. Αλλά καθώς λείπουν είναι παρούσες. Άλλη σα σύζυγος μέσω του τηλεφώνου... Άλλη σαν η γεμάτη κόμπους αφήγηση του ηθελημένου θανάτου της... Άλλη σαν κόρη - αντικείκενο της πατρικής διαταγής, κι ύστερα σαν θηλυκό - οπτασία καθώς περιφέρει τον λύχνο ή μαζεύει την μπουγάδα μέσα στη νύχτα... Άλλες μέσα απ’ το φευγαλέο κοίταγμα πίσω απ’ το ανοικτό κάσωμα μιας πόρτας...
Κι ο θάνατος είναι, επίσης, απών - παρών. Ένα πτώμα και η σχεδόν μάταιη αναζήτησή του είναι το βασικό εύρημα της ιστορίας. Αλλά ο θάνατος είναι επίσης απών - παρών σαν αφήγηση. Η αφήγηση μιας γυναικείας αυτοκτονίας (;), η αφήγηση για την αναγκαιότητα ενός καινούργιου νεκροταφείου... Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και μαζί τρομερός· είναι σκιά· έτσι ώστε μπορεί κανείς μόνο να τον εξευμενίσει (να φροντίσει τους νεκρούς) και να τον ξορκίζει διαρκώς στην άκρη των χειλιών του.

Αυτά όλα συμβαίνουν. Συμβαίνουν φυσικά και απλά, όπως ο άνεμος ή ο νόμος της βαρύτητας, χωρίς εντάσεις φανερές. Συμβαίνουν φυσικά και απλά, όπως το νερό στις πηγές - ο σιωπηλός χρόνος! Η αργόσυρτη αφήγηση όπου “τίποτα δεν συμβαίνει” (σύμφωνα με τους κινηματογραφικούς και κοινωνικούς ορισμούς της “δράσης” στις δικές μας πολιτιστικές και γεωγραφικές συντεταγμένες), κι όπου όλα μοιάζουν σαν άσκοπη ή προσχηματική περιπλάνηση, φτάνει στο ξημέρωμα. Το ξημέρωμα δεν είναι μόνο η είσοδος της μέρας· είναι και η έξοδος της νύχτας. Τώρα ίσως μπορεί τα μυστικά να φωτιστούν· μερικά βάθη των ψυχών να αποκτήσουν ένα κάποιο σχήμα. Ο δολοφονημένος άντρας βρίσκεται· η αυτοκτονία μιας γυναίκας ήταν πράγματι τέτοια· μια άλλη γυναίκα εμφανίζεται φευγαλέα σαν κάτι πιο στέρεο από προσωπική ανάμνηση, εμφανίζεται σαν φωτογραφία· μια τρίτη γυναίκα, στα μαύρα, αναδεικνύεται όσο πιο διακριτικά γίνεται σαν κόμπος μυστικών, θανάτου και έρωτα· μερικές φευγαλέες διηγήσεις εμφανίζουν τον φόνο σαν προδιαγεγραμένο... Στον αέρα μιας καινούργιας μέρας σα να αιωρείται η υπόδειξη ότι στους ανοικτούς ορίζοντες, υπό το σκληρό φως του θανάτου, η μοίρα μπορεί να είναι χειροπιαστή, το ίδιο όπως το χώμα. Εν τέλει ο γυιός του δολοφονημένου είναι στην πραγματικότητα γυιός του δολοφόνου· είναι λοιπόν μια γυναίκα η αιτία του φόνου;
Τα πιο σοβαρά απ’ αυτά που συμβαίνουν δεν φαίνονται. Στο τραπέζι του ανατόμου το σχολαστικό βλέμμα της ιατροδικαστικής κάνει τον δικό της έλεγχο ρουτίνας. Βρίσκει χώμα στα πνευμόνια του δολοφονημένου· θάφτηκε ζωντανός λοιπόν, και πέθανε από ασφυξία... Τι σημασία όμως έχει στον καμβά των ορατών και των αοράτων στα οροπέδια, μακριά απ’ τις πόλεις μια τέτοια “επιστημονική ανακάλυψη”; Καμία - το δικό της βλέμα περισσεύει. Αυτά που εξακολουθούν να έχουν αξία είναι, ακόμα και στο θάνατο, εκείνα που αφορούν τη ζωή. Μια σύζυγος που παρίσταται τυπικά, για την διεκπεραίωση της αναγνώρισης· ένας γυιός που λιθοβολεί τον φυσικό πλην παράνομο και άγνωστο πατέρα του· ένας πατέρας δολοφόνος που (η άκρη της αφήγησης λέει) πως έκλαψε πολύ γι’ αυτό· μια μπάλα που φεύγει απ’ το προαύλιο του σχολείου...

Το “Κάποτε στην Ανατολία” είναι ένα κινηματογραφικό ποίημα για τις υπόγειες εντάσεις, κάτω από ακίνητες επιφάνειες· τις φωτισμένες ή σκοτεινές επιφάνειες των τόπων και των λόγων. Αλλά αυτό το βάθος είναι περισσότερο ιστορικά παρά γεωγραφικά τοποθετημένο - σε μια κοινωνία σαν την τουρκική, που υφίσταται τους δικούς της μετασχηματισμούς καθώς αναπτύσσεται καπιταλιστικά. Είναι, ίσως, ένα νοσταλγικό ποίημα (και καθόλου μια συνηγορία) για τους παλιούς ορίζοντες, τα παλιά μυστικά, τα παλιά πάθη - των αγροτικών κοινοτήτων. Και δεν έχει “ευχάριστο τέλος”. Ίσως δεν έχει καν τέλος, πέρα από ένα (αόρατο επίσης) ερωτηματικό, μέσα στο χρόνο: μετά;;; Υπάρχει μετά;
Κανείς δεν ξέρει ποιό (θα) είναι. Ίσως το αδιόρατο μουρμουρητό των ορεινών πηγών.

 

Sarajevo 58 - 01/2012

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Οι επαγγελματίες κριτικοί σινεμά, όπως και γενικά το είδος κριτικοί τέχνης, ήταν πάντα κάτι παρασιτικό· μεσολαβητές ανάμεσα στη διαχωρισμένη τέχνη και το κοινό της· μισό κράχτες και μισο αποτυχημένοι καλλιτέχνες. Καθώς ο καιρός περνάει ξεπέφτουν όλο και περισσότερο, όχι μόνο οι παλιοί αλλά και οι καινούργιοι, που εμφανίζονται σε διάφορα media (blog, ραδιόφωνα, κλπ) με την αναίδεια γιάπι φιλότεχνου. Είναι μια απ’ τις άλλοτε κυριλέ δουλειές που πέφτει σε όλο και πιο βαθιά παρακμή, αφού η “κριτική τέχνης” και η κυκλοφορία της έχουν εκδημοκρατιστεί στο μέγιστο, σαν ένας ακόμα σκουπιδοτομέας του κυβερνοχώρου.
Δεν αντέχουμε λοιπόν στον πειρασμό, μια που μας δίνεται η ευκαιρία, να αντιγράψουμε μερικά απ’ τα σοφά πορίσματα τέτοιων κριτικών τέχνης για το Bir Zamaniar Anadolu’ da, από “έγκυρες” στήλες:

- περιοδικό “σινεμά”: ... στο "Κάποτε στην Ανατολία", τη νέα του ταινία και κατά τη γνώμη μας, το αριστούργημά του ... όπου ενορχηστρώνει το δικό του "σπαγγέτι γουέστερν" σε κάποιο σκονισμένο χωριό της Κεντρικής Τουρκίας. Το υπό αναζήτηση χρυσάφι των ταινιών του Λεόνε αντικαθιστά εδώ ένα θαμμένο πτώμα, τα άλογα ένα αστυνομικό όχημα που περιφέρεται νύχτα στις στέπες με μπαγλαρωμένο τον δράστη που δεν θυμάται πού ακριβώς το έθαψε, τους καουμπόηδες ένας αστυνόμος, ένας εισαγγελέας κι ένας γιατρός, και τις μεταξύ τους μονομαχίες οι λεκτικές ανταλλαγές και κυρίως, οι αναμετρήσεις που συντελούνται στα εσώψυχα του καθένα με το παρελθόν, τα λάθη, τα βαριά μυστικά του.

- “αθηνόραμα”: ... Αργών, τελετουργικών ρυθμών road movie, που εξελίσσεται υπομονετικά σε σκληρό υπαρξιακό δράμα...

- “lifo”: ... το Κάποτε στην Ανατολία του Τσεϊλάν, το στυλιστικό του αριστούργημα, το οποίο απλώνει την ερευνητική διαδικασία σ’ έναν εντυπωσιακό γεωγραφικό καμβά, ανακατεύοντας περίτεχνα το αστυνομικό, το νουάρ, το γουέστερν και τη μαύρη κωμωδία, χωρίς να καταφεύγει σ’ ένα απ’ αυτά τα είδη για να σωθεί ή να καθοριστεί...

Απύθμενες βλακείες μιας φιλότεχνης γραφειοκρατίας, της οποίας τα στελέχη και τα μέλη διασκεδάζουν με τις δωρεάν προσκλήσεις, και μπορεί ακόμα και να μην έχουν δει αυτό που κριτικάρουν - για να το έχουν καταλάβει κιόλας, ε, ας μην το κουβεντιάζουμε... Αν το Bir Zamaniar Anadolu’ da δεν είχε πάρει βραβείο στις Κάννες, θα μεγαλουργούσαν: βαρετό, αργό, με καλή φωτογραφία...
Προφανώς η αισθητική παρακμή πάει μαζί με την διανοητική και την ηθική, οπότε δεν πρέπει να περιμένουμε τίποτα καλύτερο απ’ τους ντόπιους ειδικούς, και τους ανά τον αναπτυγμένο κόσμο ομοίους τους αλλά και τους οπαδούς τους. Ας το σημειώσουμε ωστόσο: η λεπτότητα των σκέψεων, των συλλογισμών, των σχέσεων, των χρωμάτων, των ήχων, των αγγιγμάτων, των αρωμάτων, δεν χάθηκε απ’ αυτόν εδώ τον πλανήτη. Και μπορεί να φτάνει κι ως τα μέρη μας, σα μετανάστρια πεταλούδα. Πότε απ’ το νότο, πότε απ’ την ανατολή... Ίσως και από κάποια υπόγεια των μητροπόλεων.
Όσο για το “Κάποτε στην Ανατολία” (που μάλλον δεν προλάβατε να δείτε οι εν Αθήναις) δεν είναι βέβαια η ταινία που έλειπε απ’ την ζωή μας. Ούτε όμως είναι το είδος του σινεμά που χωράει στα κουτιά των tv και των pc.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020