Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 58 - 01/2012

Πάνω: δίπλα στην είσοδο ακριβού ξενοδοχείου η αναγγελία μιας ακόμα συνάντησης “επενδυτών”...

Κάτω: ομιλητής σ’ ένα event της agivent. Πρόκειται για τακτικά συνέδρια ανά τον κόσμο, όπου ευσπλαχνικοί επενδυτές συζητούν πως θα λύσουν τα προβλήματα πείνας στον πλανήτη...

Sarajevo 58 - 01/2012

 

ένα ήσυχο τέλος: από πείνα

Sarajevo 58 - 01/2012

Οι ειδικοί της δημαγωγίας (και όχι μόνο) προειδοποιούν τακτικά: έρχεται “κρίση τροφίμων”. Οι τιμές των βασικών πρώτων υλών διατροφής ανεβαίνουν (μερικές φορές πέφτουν πριν ξανανέβουν) και οι ειδικοί έχουν να παραθέσουν αιτίες τόσο ακλόνητες ώστε τα “σκηνικά διατροφικής Αποκάλυψης” να μοιάζουν ακλόνητα σαν από ατσάλι - ενώ είναι φτιαγμένα από σκέτο χρήμα. Και τι αιτίες! Ιδού μια λίστα που μπορείτε να πετύχετε σε οποιοδήποτε μέσο προπαγάνδας, σε σχετικό θέμα:
- Ο πλανήτης χάνει το καλλιεργήσιμο έδαφός του (το πάνω πάνω στρώμα του χώματος) με πολύ γρήγορους ρυθμούς...
- Η αυξανόμενη ζήτηση βιοκαυσίμων (κυρίως αιθανόλης) μετατρέπει τις καλλιέργιες καλαμποκιού, που είναι βασική πρώτη ύλη διατροφής παγκόσμια, σε βιομηχανική παραγωγή. Στις ηπα το ένα τρίτο τουλάχιστον των καλαμποχώραφων καλλιεργείται για καύσιμα...
- Το στράγγιγμα, η μόλυνση ή η υπεράντληση των υδροφόρων οριζόντων οδηγεί σε “ερημοποίηση” εκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων παγκόσμια...
- Νέες αρρώστιες καταστρέφουν μεγάλες εκτάσεις καλλιεργειών...
- Η αστάθεια του κλίματος (το θρυλικό “φαινόμενο του θερμοκηπίου”) προκαλεί αλλού παρατεταμένες ξηρασίες κι αλλού εξίσου καταστροφικές πλημμύρες...
- Η υψηλή τιμή του πετρελαίου ανεβάζει τις τιμές παραγωγού...
- Προκύπτουν σημαντικές ελλείψεις σε λιπάσματα, για διάφορους λόγους...
- Επαναστάσεις, εξεγέρσεις, πολιτικές αναταραχές σε διάφορα σημεία του πλανήτη διώχνουν αγρότες απ’ την γη τους...
- Τα στόματα και τα στομάχια του πλανήτη εξακολουθούν να αυξάνονται ραγδαία...
Σαν κατάλογος με τις πληγές του φαραώ - τρομοκρατία “βιβλικού” τύπου. Η σκηνοθεσία είναι προσαρμοσμένη σε ζητήματα (και μεγέθη) που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει και να επιβεβαιώσει, και λίγες φωτογραφίες από ‘δω κι απο ‘κει είναι αρκετές για να πείσουν ότι “έτσι έχουν τα πράγματα”. Στο ρηχό βάθος αυτής της σκηνής η λογική συσχέτιση είναι αυτή: για όλους τους πιο πάνω λόγους αυξημένη ζήτηση, μειωμένη προσφορά.... άρα οι τιμές ανεβαίνουν “λογικά”... Λογικά; Ναι - αλλά με μια “λογική” που δεν είναι καθόλου εκείνη όσων ταϊζουν (συχνά “κουτσά στραβά”) το πεπτικό τους σύστημα κι όχι την τσέπη τους. 
Να ένα δείγμα τυπικής και “έγκυρης” δημαγωγίας που όμορφα κι απλά κρύβει την “λογική” της μεθοδευμένης χρήσιμης πείνας. Είναι απόσπασμα από αφιέρωμα του καθεστωτικού economist, με τίτλο το στοίχημα της επάρκειας: ο υπερπληθυσμός και τα τρόφιμα της επόμενης ημέρας (κυκλοφόρησε σαν ένθετο στην καθεστωτική “καθημερινή” τον Μάρτιο του 2011):

... Η εποχή των φτηνών τροφίμων βρίσκεται στο τέλος της. Ένας συνδυασμός παραγόντων - όπως η αύξηση της ζήτησης στην Κίνα και την Ινδία, η διατροφική μεταβολή από τα σιτηρά προς το κρέας και τα λαχανικά, η αυξανόμενη χρήση του καλαμποκιού ως καυσίμου, αλλά και μία σειρά εξελίξεων εκτός αγροτικού τομέα, όπως η πτώση του δολαρίου - σηματοδότησαν τον τερματισμό μιας περιόδου που ξεκίνησε στην αρχή της δεκαετίας του 1970, κατά την οποία η πραγματική τιμή των βασικών αγροτικών προϊόντων (ρύζι, σιτάρι και καλαμπόκι) σημείωνε σηνεχή πτώση χρόνο με το χρόνο.
Αυτή η εξέλιξη έχει προκαλέσει σοκ. Κατά τη δεκαετία του 1990, τα περισσότερα προβλήματα του αγροτικού τομέα φάνηκαν να έχουν επιλυθεί. Οι αποδόσεις αυξάνονταν, τα παράσιτα ήταν υπό έλεγχο και τα λιπάσματα αναζωογονούσαν το ταλαιπωρημένο έδαφος. Οι τομείς που προκαλούσαν ενθουσιασμό στη βιολογική έρευνα δεν ήταν πλέον τα φυτά, αλλά θέματα όπως το HIV/AIDS.
Το τέλος της εποχής των φτηνών τροφίμων συμπίπτει με την ενίσχυση του προβληματισμού για τις προοπτικές επισιτισμού του κόσμου. Στην περίοδο του 2011 - 2012 ο πληθυσμός προβλέπεται να ανέλθει στα επτά δισ., πυροδοτώντας εκ νέου μαλθουσιανούς φόβους. Για μια ακόμη φορά, η αύξηση των τιμών οδήγησε στη φτώχεια εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι ξοδεύουν, πλέον, περισσότερο από το 50% του εισοδήματος τους για τον επισιτισμό τους. Ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας (ήτοι με ημερήσιο εισόδημα 1,25 δολάρια), ο οποίος υποχωρούσε σταθερά κατά τη δεκαετία του 1990, αυξήθηκε ραγδαία τη διετία 2007 - 2008. Κάτι τέτοιο υποδεικνύει ότι ο πλανήτης δεν μπορεί να ταΐσει τον τρέχοντα πληθυσμό του, πόσο μάλλον το μελλοντικό πληθυσμό που θα ανέλθει στα εννιά δισ. το 2050. Σε αυτή την εξίσωση θα πρέπει, μάλιστα, να προσθέσουμε και την κλιματική αλλαγή, ένα πεδίο στο οποίο η γεωργία είναι ταυτόχρονα θύτης και θύμα. Κατόπιν τούτου, πώς θα καταφέρει ο κόσμος να ανταπεξέλθει την προσεχή 40ετία;

Συγκρατείστε τις χρονολογίες σ’ αυτό το μικρό κομμάτι οργανωμένου ψέμματος. Οι πληθυσμιακές προβλέψεις και η αναφορά σε “εξίσωση” είναι bonus track - με νόημα...
Η γεωργία (και η κτηνοτροφία) μπορεί να φαίνονται βουκολικές δουλειές, και μπορεί να εμπνέουν διάφορες ρομαντικές φαντασιώσεις για την ηρεμία της επιτροφής στη φύση· και της “αυτοφροντίδας για τα βασικά”. Αλλά εκτός από δύσκολες δουλειές είναι και ασταθείς ως προς το αποτέλεσμά τους. Ειδικά η αγροτική παραγωγή είναι, και πάντα ήταν, ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις παραξενιές του καιρού, στις αρρώστιες των φυτών· επιπλέον, σε καταστροφικές πυρκαγιές ή σε ξηρασίες.
Ακόμα και με αυτές τις παραδοχές πάντως δεν ολοκληρώνεται η “εικόνα” του θέματος. Μπορεί κανείς να καταλάβει, ακόμα και σε μικρή κλίμακα, το πως τέτοιες διακυμάνσεις μπορούν να επηρεάζουν τις τιμές του σταριού, του καλαμποκιού ή του ρυζιού, δημιουργώντας με “φυσικό τρόπο” περιόδους σπανιότητας ή περιόδους αφθονίας βασικών τροφίμων. Χωρίς αυτή η ανισορροπία να αλλάζει ουσιαστικά, το θέμα των τιμών (και της διαθεσιμότητας) τουλάχιστον των πιο βασικών πρώτων υλών, ομαλοποιείται σχετικά εφόσον είναι εφικτό το εμπόριο τους σε μεγάλη κλίμακα: μια καταστροφή της παραγωγής σταριού ή της πατάτας εδώ δεν θα οδηγήσει σε μαζική λιμοκτονία εάν είναι εφικτή η εισαγωγή τους από αλλού, όπου υπάρχει περίσσευμα. Τελικά, και χάρη σ’ αυτό το εμπόριο μεγάλης κλίμακας, οι βασικές τιμές δεν καθορίζονται γενικά σε τοπική κλίμακα, απ’ την τοπική παραγωγή και την τοπική ζήτηση / κατανάλωση, αλλά μάλλον παγκόσμια.
Έχει την σημασία της λοιπόν μια ορισμένη μεθοδολογία ελέγχου των τιμών και των ποσοτήτων των βασικών αγροτικών πρώτων υλών τροφίμων που διαμορφώθηκε στις ηπα μετά τον εκεί εμφύλιο πόλεμο. Τα εμπορικά χρηματιστήρια “μεγάλων σπόρων” του Σικάγο, της Μιννεάπολης και του Κάνσας Σίτυ καθιέρωσαν τότε τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης μεταξύ αγροτών και αλευροποιών απ’ την μια μεριά και εμπόρων απ’ την άλλη. Μ’ αυτά τα συμβόλαια οι συμφωνίες πώλησης και αγοράς, και μέσω αυτών οι τιμές, συμφωνούνταν πολύ πριν τα χωράφια φτάσουν στο θερισμό· και οι τιμές προσδιορίζονταν στη βάση μιας αμοιβαίας λογικής αντίληψης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι τιμές ήταν αισθητά λιγότερο ασταθείς· πράγμα που σήμαινε τελικά ότι το καρβέλι του ψωμιού στο ράφι του φούρναρη είχε γενικά σταθερή τιμή. Αυτό το είδος συμβολαίων δεν ευνοούσε μόνο τους εμπόρους αλλά και τους αγρότες: ξέροντας εκ των προτέρων τι θα εισπράξουν μπορούσαν να δανείζονται λογικά εν όψει της σοδειάς για τα έξοδά τους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στον 19ο και στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα η πραγματική τιμή του σιτάλευρου ήταν σταθερά πτωτική σε μικρό αλλά αξιοσημείωτο βαθμό. Εξαιτίας των υπόλοιπων τεχνικών εξελίξεων στη γεωργία, απ’ τα μέσα του 20ου αιώνα και μετά, η αγροτική παραγωγή των ηπα έγινε πλεονασματική, και οι εξαγωγές σιτάλευρων έγιναν ένα ακόμα εργαλείο στην εξωτερική πολιτική των ηπα (ακόμα και στον ανθρωπισμό τους...), επηρεάζοντας τελικά τις τιμές παγκόσμια. Εν τω μεταξύ, η λειτουργία των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, έγινε κεντρική και για τις πολυεθνικές τροφίμων, του είδους nestle, kraft, pissa hut ή mcdonald’s.

Αυτή η (καπιταλιστική) ισορροπία έμελλε να υπονομευτεί αθόρυβα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το 1991 τα χρηματοπιστωτικά λαγωνικά της αμερικανικής goldman sacks “μυρίστηκαν” ότι η εγγενής αστάθεια της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής και, κατά συνέπεια, η επίδραση τέτοιων διακυμάνσεων στις τιμές, θα μπορούσαν να γίνουν μια ακόμα πηγή κερδοφορίας. Τότε λοιπόν δημιούργησαν ένα καινούργιο “επενδυτικό προϊόν”, το οποίο στηριζόταν στο εμπόριο 24 διαφορετικών πρώτων υλών, από πολύτιμα μέταλλα και πετρέλαιο, μέχρι καφέ, κακάο, μοσχαρίσιο κρέας, καλαμπόκι, χοιρινό, σόγια και στάρι. Μελέτησαν τις μεταπτώσεις προσφοράς, ζήτησης και τιμών, τις “συσκεύασαν” σε εξισώσεις, διαμόρφωσαν ένα σύστημα 24 μεταβλητών, το απλοποίησαν σε μία μαθηματική φόρμουλα, και το έβγαλαν στην αγορά σαν “δείκτη εμπορευμάτων της goldman sachs” (goldman sachs commodity index - GSCI). Επρόκειτο για ένα χρηματο-οικονομικό “προϊόν”, προορισμένο να αγοράζεται και να πουλιέται όπως οι μετοχές ή τα ομόλογα, με την υπόσχεση ότι αποκλείεται ποτέ να πέσει η τιμή του, αφού ακόμα κι αν η τιμή κάποιων “συστατικών” του έπεφτε, κάποιων άλλων θα ανέβαινε... Αυτό ισχυρίζονταν τα μαθηματικά τζίνια.
Για δέκα περίπου χρόνια, αυτός ο GSCI έμεινε ένας σχετικά σταθερός επενδυτικός στόχος, εφόσον τράπεζες, funds, και λοιποί κυνηγοί του δόγματος το χρήμα - γεννάει - χρήμα είχαν πέσει με τα μούτρα σε άλλες περιοχές των (χρηματικοποιημένων) κοινωνικών σχέσεων που, έχοντας περισσότερους κινδύνους μεταπτώσεων, εμφάνιζαν ανάλογα μεγαλύτερες δυνατότητες για γρήγορα και μεγάλα κέρδη. Όμως το 1999 το αμερικανικό κράτος “απελευθέρωσε” τις αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης γενικά. Κι έτσι, από εκείνο το χρονικό σημείο και μετά, οι “παίκτες” θα μπορούσαν να παίζουν σε τέτοια συμβόλαια (που γενικεύτηκαν μαζικά) κατά βούληση, επηρεάζοντας όχι μόνο τις τιμές των “συμβολαίων” (που γίνονταν “απλά χαρτιά” με τιμές καθοριζόμενες απ’ την ένταση της προσφοράς τους και της ζήτησής τους) αλλά και (κυρίως) την τιμή των πρώτων υλών πάνω στις οποίες στηρίζονταν τέτοια συμβόλαια.

Αυτή η εξέλιξη, της οποία μήτρα ήταν ο δείκτης της goldman sacks αλλά εν τω μεταξύ απέκτησε πολλούς μιμητές, έβαλε στην καρδιά του εμπορίου πρώτων υλών διατροφής εντελώς καινούργιες φιγούρες. Τους διαχειριστές χρήματος και τους σπεκουλαδόρους του χρηματοπιστωτισμού. Αυτοί δεν είναι ούτε παραγωγοί πρώτων υλών ούτε αγοραστές· και τους είναι παντελώς αδιάφορες από υλική άποψη. Επιπλέον, η αγοραπωλησία συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (σε ένα, δύο ή τρία χρόνια) δεν απαιτούσε καν και καν να έχουν αποθηκευτικούς χώρους: η πρώτη ύλη σαν φυσικό αντικείμενο δεν υπήρχε και δεν υπάρχει στις αγοραπωλησίες, στις εκτιμήσεις, στις προβλέψεις, στα νταραβέρια. Μετά την κατάρρευση της “φούσκας” των dot.coms στο αμερικάνικο χρηματιστήριο, το 2000, έγινε η πρώτη μαζική και απότομη “επενδυτική στροφή” στην “αγορά” συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, τόσο γενικά όσο και πρώτων υλών διατροφής. Κατ’ αρχήν το πράγμα σταθεροποιήθηκε σχετικά γρήγορα, επειδή το πολύ χρήμα πήγε σε άλλα χρηματιστηριακά “παράγωγα”, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που στηρίζονταν στα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης, τα καταναλωτικά δάνεια, κλπ. Αλλά καθώς οι υπόλοιπες λογιστικές πυραμίδες κερδοφορίας άρχισαν να τρίζουν σοβαρά απ’ τα μέσα του 2007 και στο ξεκίνημα του 2008, οι πανικόβλητοι απ’ τις τρέχουσες και μελλοντικές χασούρες διαχειριστές χρήματος στράφηκαν στις χρηματιστηριακές αγορές εμπορευμάτων (συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων) και στους σχετικούς “δείκτες / προϊόντα”. Τους 2 πρώτους μήνες του 2008 55 δισεκατομμύρια δολάρια “κάθησαν” πάνω σ’ αυτήν την κατηγορία “επενδύσεων”, και ως τον Ιούλιο το νούμερο είχε εκτοξευτεί στα 318 δισ. Αυτή η εκτόξευση εμπορευσιμότητας συμβολαίων ανέβασε ανάλογα τις τιμές τους, συμπαρασύροντας ανάλογα προς τα πάνω τις τιμές των πρώτων υλών. Απ’ το πετρέλαιο μέχρι το στάρι και το κρέας. Το σκληρό πρώιμο στάρι παράδοσης την άνοιξη του 2009, για παράδειγμα, του οποίου η συνηθισμένη τιμή κυμαινόταν μεταξύ 7,5 και 11 δολάρια το πενηντόκιλο, άρχισε να σκαρφαλώνει, μέχρι που έφτασε τα 45 δολάρια.
Πρακτικά οι τιμές των τροφίμων παγκόσμια αυξήθηκαν μεταξύ 2005 και 2008 κατά 80% - κι ο λόγος ήταν αυτός. Καθώς τα λαγωνικά του χρηματοπιστωτισμού είχαν ανακαλύψει καινούργιες φλέβες κέρδους (μόνο o GSCI της standard & poor προσφέρει 219 διακριτές εναλλακτικές δυνατότητες “επένδυσης” στα εμπορεύματα που περιλαμβάνει, πράγμα που σημαίνει “χρηματικό πυρ κατά βούληση”) τα ποσά που κατευθύνθηκαν σ’ αυτόν τον τομέα αυξήθηκαν κατά 1.900% μεταξύ 2003 και 2008. Επειδή η αγροτική και η κτηνοτροφική παραγωγή είναι εκ των πραγμάτων σχετικά συγκεκριμένη σε όγκο παγκόσμια, η τεράστια αύξηση στη ζήτηση (και στο τζόγο) συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης είναι ένα είδος εικονικής αύξησης στη ζήτηση των ίδιων των πρώτων υλών. Και, κατά συνέπεια, προκαλεί την πραγματική αύξηση των τιμών. Η “ξαφνική κρίση” βασικών ειδών διατροφής στα μέσα του 2008, δηλαδή η εκτόξευση των τιμών τους, που προκάλεσε μια σειρά κοινωνικών / πληβειακών εξεγέρσεων σε διάφορα σημεία του πλανήτη, ήταν προϊόν αυτής ακριβώς της χρηματοπιστωτικής διαδικασίας.

Οι δημαγωγοί πουλάνε τέτοιες αυξήσεις στις τιμές με άλλα “επιχειρήματα”. Είτε χοντρική (σαν το απόσπασμα του economist πιο πάνω) είτε λιανική: πότε δεν πήγε καλά η σοδειά του σταριού στη ρωσία... πότε δεν πήγε καλά η παραγωγή μοσχαρίσιου κρέατος στην αργεντινή... πότε ανέβηκε η τιμή του πετρελαίου και άρα των λιπασμάτων, οπότε... πότε οι κινέζοι πληβείοι το έριξαν στην κρεατοφαγία... Αυτά είναι “κακά νέα”, που όταν δεν είναι εντελώς ψεύτικα μπορεί να έχουν μικρές πραγματικές συνέπειες στο παγκόσμιο εμπόριο πραγματικού σιτάλευρου, καλαμποκάλευρου ή κρεάτος· αλλά έχουν μεγάλη αξία στη σπέκουλα των αγοραπωλησιών των συμβολαίων και των σχετικών “σύνθετων προϊόντων”. Συμψηφίζοντας κατά βούληση οι δημαγωγοί μπορούν να φιλοσοφούν (μπροστά στα πλούσια τραπέζια τους) με κουβέντες του είδους (από άλλη έκθεση, στο ίδιο αφιέρωμα του economist):

... Έως το 2050, η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού θα έχει επιβραδυνθεί σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα, οι αλλαγές στη ζήτηση τροφίμων θα προέλθουν κυρίως από τη μεταβολή στις διατροφικές συνήθειες και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η αγροτική παραγωγή θα σχετίζεται με τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η ανακούφιση θα ήταν μεγάλη, αν αυτά τα εννιά δισ. μπορούσαν να επισιτιστούν χωρίς εκτεταμένες διακοπές στην προσφορά ή εκρήξεις των τιμών. Τα τρόφιμα είναι ο μυστικός “σταθεροποιητής” - ή “αποσταθεροποιητής” - του κόσμου. Όπως δήλωσε ο George Marshall το 1947, “η (τροφή) είναι η βάση ολόκληρης της ανοικοδόμησης· η πείνα και η ανασφάλεια είναι οι χειρότεροι εχθροί της ειρήνης”. Εντούτοις, θα υπάρξουν νικητές και ηττημένοι. Και η ένταση πιθανώς να πυροδοτήσει συγκρούσεις στην πορεία: για το νερό και το έδαφος, για τις πολιτικές, ανάμεσα στους αγρότες που επιθυμούν υψηλότερες τιμές και τους καταναλωτές που αντιτίθενται, και ανάμεσα στα κράτη ή σε ομάδες κρατών.
Το 2007 - 2008 και ξανά το 2010 - 2011, σχετικά μικρές αλλαγές στις αγορές τροφίμων προκάλεσαν απότομες αυξήσεις στις τιμές. Αυτό θα μπορούσε να είναι κατανοητό ως αντίδραση, για παράδειγμα, στην αύξηση της ζήτησης από την Κίνα και την Ινδία. Ωστόσο, όπως σημειώσει ο Schenggen Fan του IFPRI, οι δύο αυτοί “γίγαντες” δεν εισάγουν μεγάλες ποσότητες τροφίμων. Αντίθετα, οι τιμές εκτινάχτηκαν, αντιδρώντας σε πρόσκαιρους παράγοντες, όπως η πτώση του δολαρίου, οι απαγορεύσεις εξαγωγών και οι αθρόες αγορές τροφίμων εξαιτίας του πανικού...

Σταθερά τα ίδια παραμύθια. Και οι προειδοποιήσεις: νικητές και ηττημένοι. Χορτάτοι και πεινασμένοι. Και λίγο πιο πίσω το “ηθικό δίδαγμα”, για να μην ξεχνιόμαστε:

... Πάνω απ’ όλα, η πρόοδος στη γενετική των φυτών πρέπει να επιτρέψει στους καλλιεργητές να ανεβάσουν την ετήσια αύξηση της απόδοσης των καλλιεργειών βασικών αγροτικών προϊόντων...

Μεταλλαγμένα δηλαδή, εταιρείες δηλαδή...

 
       

Sarajevo 2020