Sarajevo
 

 

 

 

 

Sarajevo 58 - 01/2012

 

διαχωρισμένη σκέψη

Τι είναι αυτό που κάνει κάποιον που μένει άνεργος, ή δουλεύει χωρίς να πληρώνεται, ή δουλεύει για πενταροδεκάρες, να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατάστασή του θα βελτιωθεί αν αλλάξει η κυβέρνηση; Τι είναι αυτό που κάνει κάποιον που με το ζόρι βγάζει το νοίκι του να πιστεύει ότι θα τα καταφέρει καλύτερα αν πληρώνεται σε δραχμές; Τι είναι αυτό που κάνει κάποιον που τρέμει μόνο με την ιδέα ότι θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά σε έκτακτα έξοδα για λόγους υγείας να πιστεύει ότι το ξεπέρασμα - του - κακού είναι η φαντασίωση πως δέρνει τους βουλευτές ή τους εκπρόσωπους της περιβόητης “τρόικας”;
Ερωτήματα τέτοιου είδους μοιάζουν (το λιγότερο) ιερόσυλα. Θα τα κάνουμε ακόμα περισσότερο τέτοια διατυπώνοντας τον γενικό τους τύπο: Ποιά είναι, σήμερα, σ’ αυτήν εδώ την κοινωνία, η σχέση ανάμεσα στα καθημερινά, απτά προβλήματα των μισθωτών και των συνταξιούχων που βρίσκονται στο πάτο του βαρελιού ή κοντά σ’ αυτόν, και στις “λύσεις” που εννοούν / φαντάζονται γι’ αυτά; Και πως έχει διαμορφωθεί αυτή η σχέση;
Η παραδοσιακή διανοητική διαστρέβλωση τα έχει τακτοποιημένα αυτά τα ζητήματα. Απ’ την μια μεριά είναι το “κοινωνικό”, απ’ την άλλη το “πολιτικό”. Συνεπώς - έτσι θα πήγαινε το πράγμα - το ερώτημα αφορά την σχέση του “κοινωνικού” με το “πολιτικό” - έτσι δεν είναι; Όχι! Γιατί σ’ αυτήν την όμορφη (βασικά: βολική) τακτοποίηση, οτιδήποτε χαρακτηρίζεται σαν “κοινωνικό” και οτιδήποτε χαρακτηρίζεται σαν “πολιτικό” έχουν προκαθοριστεί έτσι ώστε να εξυπηρετούν τις εξοχότητες του “πολιτικού”. Το χ ή το ψ “κοινωνικό πρόβλημα” είναι βέβαια σημαντικά στην ταπεινότητα ή στην μερικότητά τους· είναι όμως και λειψά, ανάπηρα, ατελή, οπότε χρειάζεται να επικάτσει πάνω τους το διαχωρισμένο απ’ αυτά “πολιτικό” (το κόμμα, οι κομματικοί του ενός ή του άλλου είδους, κλπ κλπ) έτσι ώστε να αποκτήσουν μια ολοκληρωμένη υπόσταση.
Το δικό μας ερώτημα όμως, εδώ, καθόλου δεν σέβεται την υποτιθέμενη αλήθεια αυτής της τακτοποίησης, την αλήθεια της υποτιθέμενης πολικότητας ανάμεσα στα “κοινωνικά” και στα “πολιτικά” ζητήματα. Όχι μόνο δεν σεβόμαστε αυτές τις αλήθειες αλλά, αντίθετα, τις θεωρούμε οργανικό μέρος της μακρόχρονης διανοητικής υποτίμησης, του ξεδοντιάσματος της μαχητικότητας των πληβείων, και βασικό στοιχείο της ευκολίας με την οποία τα αφεντικά διαχειρίζονται προς όφελός τους την “κρίση”. Με άλλα λόγια, ας το πούμε από εδώ, αυτές είναι αλήθειες των αφεντικών· μαζί με τα “αριστερά πρόσημα” που σέρνουν μαζί τους.
Ξανά, λοιπόν, το ερώτημα: πως είναι δυνατόν να σου πιάνουν τον κ... και, θυμώνοντας γι’ αυτό, να κάνεις ένα τεράστιο άλμα στο κενό και προσγειώνεσαι στο φανταστικό (και όλο υποσχέσεις...) έδαφος των τεχνικών της (κεντρικής) εξουσίας; Πως είναι δυνατόν να εξαφανίζεται κάθε πρακτική και εύλογη σχέση με την πραγματικότητα, ειδικά σε καταστάσεις κινδύνου; Είναι, τηρουμένων των αναλογιών, σα να βρίσκεται κανείς μπροστά σε μια κλειδωμένη πόρτα, με χαμένα ή ξεχασμένα κάπου τα κλειδιά του, κι αντί να καταγίνεται με το πως θα την διαρρήξει για να μπει, να βρίζει τους ξυλουργούς και να καταριέται τους αρχιτέκτονες... Πως συμβαίνουν λοιπόν τέτοια, σε τόσο μεγάλη κλίμακα σήμερα, σε ότι έχει βάσιμη σχέση με την περιβόητη κρίση;

Sarajevo 58 - 01/2012

 

Κατ’ αρχήν φαίνεται να αναβλύζει από πολλές μεριές μια διχοτομημένη, σχιζοειδής σχέση με τον έξω - από - εμένα κόσμο. Υπάρχει το πεδίο της καθημερινής απτής εμπειρίας, εκεί που ξεδιπλώνεται οτιδήποτε ευχάριστο ή δυσάρεστο, οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί “πρόβλημα”. Υπάρχει επίσης ένα άλλο πεδίο, ερμηνείας αυτών των καθημερινών, απτών εμπειριών, που είναι γεμάτο από οπτικά γνωστούς και ταυτόχρονα μακρινούς πρωταγωνιστές: πολιτικές περσόνες, μηντιακές περσόνες, μοχθηρούς δολοπλόκους ή καλοκάγαθους εν δυνάμει ευεργέτες. Αυτό το δεύτερο πεδίο δεν έχει απτή, καθημερινή σχέση με το πρώτο: ο πολιτικός, ο δημοσιογράφος, ο μηντιακός μαϊντανός δεν είναι ο εργοδότης μου / σου / του που τρώει τον μισθό και τα ένσημα· δεν είναι ο καθηγητής που σακατεύει διανοητικά και ηθικά τη νεολαία· δεν είναι ο γιατρός που με / σε / τον / την κοιτάει στην τσέπη· δεν είναι ο τροχόμπατσος που ψάχνει να βρει για πόσα θα με / σε / τον / την γράψει· δεν είναι ο ρουφιάνος εδώ γύρω· δεν είναι ο τραμπούκος ελεγκτής των εισητηρίων· δεν είναι ο (μικρο)έμπορος που κλέβει - στο  - ζύγι· δεν είναι ο φασιστοτσόγλανος της γειτονιάς... Τίποτα απ’ αυτά τα καθημερινά, τετριμένα (και τόσο πνιγηρά) δεν είναι ο πολιτικός, ο δημοσιογράφος, ο μαϊντανός, ο “ειδικός”: ζούν σ’ ένα μακρινό μεγασύμπαν, το οποίο όμως εμφανίζεται να έχει αιτιακή σχέση είτε με τα τραύματα της μικροκαθημερινότητας, είτε με την θεραπεία τους. Κυρίως με τα τραύματα, κάποτε όμως και με τα θαύματα, όσα προκύπτουν (ή έτσι εννοούνται) σα συνέπειες δικών τους αποφάσεων.
Η ιδέα ότι τα ζόρια και οι δύσκολες καταστάσεις της ζωής του καθενός και της καθεμιάς μας κινούνται (προς λύση, προς ανακούφιση...) σε μια περιοχή αυξημένου κύρους, που δεν έχει απτή σχέση με την καθημερινότητα και, κυρίως, με τις δικές μας δυνατότητες και αποφάσεις, δεν είναι, σαν τέτοια, πρωτότυπη. Ανήκει στον πατερναλισμό: το περιορισμένων ικανοτήτων παιδί χαίρεται ή λυπάται, ευχαριστιέται ή υποφέρει· ειδικά όμως για τα δυσάρεστα, πηγή λύτρωσης δεν είναι οι δικές του δυνατότητες αλλά ο παντοδύναμος “μπαμπάς” (μπορεί και η παντοδύναμη “μαμά”). Το έτσι διαμορφωμένο οικογενειακό σύμπαν είναι ένας κόσμος αξονισμένος πάνω σε “δυνάμεις”: η μικρή δική μου, καθότι παιδί (αρκετή πάντως όταν πρόκειται για παραβάσεις, ζαβολιές, κλπ) - η μυθικά ανώτερη των μεγάλων. Η μεταφορά αυτής της τακτοποίησης στη ζωή των ενηλίκων είναι εύκολη· ειδικά όταν δεν ενηλικιώνονται ποτέ: πάντα υπάρχει, πρέπει να υπάρχει μια μυθικά “μεγάλη δύναμη” που θα φροντίσει τα δικά μου ταπεινά προβλήματα. Περιττό να θυμίσουμε ότι αυτή η ιδέα, πέρα απ’ την οικογενειακή καταγωγή και επιβεβαίωση, έχει και μια μεγαεπικύρωση, μέσω της θρησκείας και του πατρικού / στοργικού / αυστηρού πλην δίκαιου θεού.
Θα ήταν λάθος όμως, σ’ αυτό εδώ το σημείο, να νομίσει κανείς ότι η σχέση μικρής αδυναμίας - μεγάλης δύναμης στην οικογενειακή της έκφανση είναι ... οντολογική. Το αντίθετο συμβαίνει: έχει κοινωνικές προδιαγραφές. Στις αγροτικές ή στις εργατικές οικογένειες του παρελθόντος (μιλώντας για τα μέρη μας) για παράδειγμα, ήταν πολύ πιθανό ότι τα παιδιά (θα) αναλάμβαναν καθήκοντα ή/και υποχρεώσεις με δύσκολες και δυσάρεστες επιπλοκές, όπου θα έπρεπε να τα βγάλουν πέρα μόνα τους. Απ’ το να αναστήσουν μικρότερα αδέλφια μέχρι να κάνουν κουμάντο στο σπίτι· μέχρι (και) να δουλέψουν. Είναι εύλογο ότι όταν δεν υπάρχει “μεγάλη δύναμη” διαθέσιμη ή όταν αυτή δεν θέλει ή δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ανακατευτεί, ξανά και ξανά και ξανά, η ανάθεση σ’ αυτήν της (όποιας) σωτηρίας εξασθενεί· κι αντίθετα δυναμώνει ο πρακτικός πραγματισμός της εκ των ενόντων ατομικής και της συλλογικής δυνατότητας, ακόμα και σε πολύ τρυφερές ηλικίες και των δύο φύλων. Συνεπώς η ανάθεση / μετάθεση που μνημονεύσαμε νωρίτερα σαν ισχυρό χαρακτηριστικό του πατερναλισμού, αφορά κυρίως την αστική και την σχετικά σύγχρονη μικροαστική οικογένεια, όπου οι σχέσεις εξουσίας οργανώνονται σαν καταμερισμός ευθυνών και μη ευθυνών, όπως επίσης και σαν καταμερισμός μεσολαβήσεων.

Είναι αλήθεια ότι απ’ την στιγμή μηδέν της διαμόρφωσης ελληνικού κράτους, η κοινωνία που του αντιστοιχούσε είχε σαν βασική προίκα αντίληψης του “πολιτικού” τις σχέσεις πατρονίας. Αυτήν, δηλαδή, την πόλωση ανάμεσα σ’ ένα πεδίο καθημερινότητας και σ’ ένα μακρινό μεν αλλά αποτελεσματικό πεδίο “επίσημης εξουσίας” και μεσολαβήσεων. Όμως πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός στο τι χωρούσε και τι όχι σε καθένα απ’ αυτά τα πεδία, με το πέρασμα του χρόνου. Για παράδειγμα εκείνοι κι εκείνες που έσκαβαν με τα χέρια τους χαντάκι χιλιομέτρων για να φέρουν νερό στο χωριό τους δεν περίμεναν τον πολιτευτή να τους λύσει το πρόβλημα ύδρευσης. Αντίστοιχα, οι εργάτες που απαιτουσαν αυτό ή εκείνο απ’ το αφεντικό τους δεν περίμεναν τον βουλευτή τους να “θέσει το θέμα” στη βουλή. Η αυτο-διάθεση εκείνες τις εποχές δεν ήταν μια έννοια φιλοσοφική· ήταν η πραγματική, πρακτική δυνατότητα να “λύνονται - τα - προβλήματα” με τα δικά μας μέσα - όσα περισσότερα, τέλος πάντων, μπορούσαν να λυθούν.
Συνεπώς, το διχοτομικό, σχιζοειδές σχήμα του πατερναλισμού, της ανάθεσης, των μεσολαβήσεων και, τελικά, των φαντασιώσεων (ως προς τι και πως μπορεί να “λυθεί” στο πεδίο της κεντρικής εξουσίας και των αναπαραστάσεών της) υπόκειται στην ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού. Όχι μόνο στον καταμερισμό εργασίας - και σ’ αυτόν, αλλά όχι μόνο σ’ αυτόν. Η ιδεολογία έχει εδώ πολλή δουλειά να κάνει: το σημαντικό δεν είναι το τι μπορεί να πράξει κάποιος ή κάποια κάθε δεδομένη στιγμή της ζωής του / της, κατά μόνας ή συλλογικά, αλλά κυρίως το τι νομίζει πως μπορεί ή/και δεν μπορεί να κάνει πρακτικά. Αυτός που θέλει να εξουσιάσει ακόμα και την πιο αυτόνομη κοινότητα ανθρώπων πρέπει στο γρηγορότερο να παράξει και να αναπαράξει την πρακτική της ανικανότητα· κι απ’ την μεριά της αυτή η κοινότητα θα πρέπει να μένει ευχαριστημένη κάθε φορά που χάνει μια ικανότητα ή αποδεικνύεται αδύναμη· θα πρέπει κάπως να ανταμοίβεται γι’ αυτό.
Εν τέλει η πρακτική αδυναμία στα ζητήματα της καθημερινής ζωής φρουρείται απ’ τον κατάλληλο τρόπο σκέψης, αντίληψης, αίσθησής τους: απ’ τον διαχωρισμό, όσο βαθύτερος είναι τόσο το καλύτερο (για την όποια μεγάλη δύναμη) της αντίληψης σε χωριστά πεδία δύναμης. Και, φυσικά, στον σφετερισμό των πιο “δυνατών” απ’ αυτά τα πεδία από μορφές της εξουσίας. Όσο πιο πετυχημένος είναι αυτός ο διαχωρισμός, τόσο περισσότερο τα μικρά (ή όχι - και - τόσο - μικρά) καθημερινά προβάλλονται σαν εκδηλώσεις αδυναμίας στις αναπαραστάσεις της κεντρικής εξουσίας. Που αυτή μπορεί, αν θέλει, να δώσει τις λύσεις.

 

φαντασιώσεις

Αυτή είναι η καθημερινή λειτουργία του Θεάματος - υποστηρίζουμε. Και δεν μιλάμε για κάτι χθεσινό, αλλά για κοινωνικές διεργασίες 4 δεκαετιών. Η παραγωγή και η εμπέδωση ενός μεταφυσικού πεδίου “δυνάμεων”, μέσα από αλλεπάλληλες (ακόμα κι όχι ομοειδείς μεταξύ τους) μεσολαβήσεις, επισκεύασε τον κοσμικό ουρανό που είχε ραγίσει ή στραπατσαριστεί εκείνα τα ηρωϊκά χρόνια των ‘60s και των ‘70s. Δεν φτιάχτηκε αυτή η μεταφυσική αντίληψη της εξουσίας ως “κεντρικής εξουσίας” μόνο με καινούργια υλικά. Έχει πολλή οικογένεια μέσα της, έχει πολλή θρησκευτική μεταφυσική (“πίστη”...), έχει πολύ απ’ την μορφή κόμμα, έχει πολύ απ’ τον παραδοσιακό μικροαστισμό. Στο χώνεμα και στην παραγωγική ανασυσκευασία αυτών των παλιών υλικών ήρθαν να προσθέσουν τον δικό τους δυναμισμό οι νεωτερισμοί της διαφήμισης, της γενικευμένης εμπορευματοποίησης / κατανάλωσης, και των μήντια. Οπωσδήποτε έπαιξε και παίζει σημαντικό ρόλο και ο καταμερισμός εργασίας· αυτό που έχουμε ονομάσει τριτογενοποίηση.
Το αποτέλεσμα είναι καλύτερο απ’ αυτό που θα ονειρευόταν ο Μπρεζίνσκυ και κάθε όμοιός του: ένας γενικευμένος παιδικός ναρκισσισμός. Πολύτιμες φούσκες ατομικής αυτάρκειας, που μπορεί να διαστέλλονται ή να συστέλλονται αλλά είναι αρκετά ελαστικές ώστε να μην σπάνε (μπορούν μάλιστα να χωράνε απεριόριστα με ψυχολογικά προβλήματα)· ενσωμάτωση μιας σχεδόν θεατρικής (συναισθηματικής αλλά όχι λογικής) σχέσης ανάμεσα σε αιτίες και αποτελέσματα· μετάθεση / ανάθεση δυνατοτήτων είτε στις μηχανές είτε σε δομές εξουσίας, συνήθως σ’ ένα μίγμα και των δύο· κατακλυσμός φαντασιακών ικανοποιήσεων· συνωμοσιολογική αντίληψη της ιστορίας... Και πολλά άλλα.
Δεν είναι καθολικός, απ’ άκρη σ’ άκρη, μέσα στις κοινωνικές σχέσεις αυτός ο γενικευμένος παλιμπαιδισμός. Είναι απλά ηγεμονικός· κι αυτό δεν είναι λίγο. Κι ούτε εκδηλώνεται σε κάθε ιδιαίτερη καπιταλιστική κοινωνία με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν κοινές βάσεις, αλλά και ιδιαιτερότητες - τα 2 ή 3 ή 4 τελευταία χρόνια, χρόνια της όξυνσης της κρίσης (ανάλογα απ’ το που αρχίζει κανείς να μετράει...) είναι χαρακτηριστικά. Αν, για παράδειγμα, οι έλληνες είναι πιο θορυβώδεις στην εκδήλωση του θυμού τους σε σχέση με άλλους μεσογειακούς ευρωπαίους, δεν είναι ούτε επειδή είναι πιο πρακτικοί, ούτε επειδή είναι πιο πραγματιστές απ’ τους ισπανούς ή τους πορτογάλους για παράδειγμα. Όχι. Είναι επειδή απ’ την μια κουβαλάνε τις αφηρημένες αλλά γερές βεβαιότητες 180 χρόνων πατερναλισμού της εξουσίας, και επειδή απ’ την άλλη τους “μπαμπάδες” και τις “μαμάδες” τους (βουλευτές, υπουργούς, δημοσιογράφους, παπάδες, ιδιοκτήτες ομάδων, δημαγωγούς, ειδικούς και απατεώνες κάθε είδους, στελέχη κομμάτων, εργατοπατέρες, δημάρχους και συμβούλους) τους θεωρούν πολύ δικούς τους ανθρώπους. Τις καλές εποχές αδιαφορούσαν γενικά· αλλά τώρα μιλάνε συνέχεια γι’ αυτούς, τους βρίζουν, τους κοροϊδεύουν, ανακαλύπτουν χτες την σωτηρία τους και απογοητεύονται αύριο απ’ τις φλυαρίες διάφορων τέτοιων... Με δυο λόγια ζουν ένα καλό μέρος της φαντασιωτικής αλλά ταυτόχρονα πραγματικής ζωής τους μαζί με δαύτους. Οι “occupy Wall Street” απ’ την μεριά τους, μοιάζουν και δεν μοιάζουν με τους έλληνες “αγανακτισμένους”. Διαφοροποιούνται επειδή δεν μουτζώνουν και δεν έχουν στοχοποιήσει τους “πολιτικούς” εκπροσώπους τους· μοιάζουν ωστόσο επειδή μιλούν κατηγορηματικά για μια αντίθεση “το 1% απ’ την μια και το 99% απ’ την άλλη”, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν την ίδια με τους έλληνες θεαματική / μεταφυσική αντίληψη για την κοινωνία στην οποία ζουν: προφανώς στο 99% συμπεριλαμβάνουν και τους οπαδούς του tea party, κι όσους κυνηγάνε λατίνους μετανάστες.

Η διαμόρφωση ενός εντελώς φαντασιωτικού σύμπαντος, όπου “όλα μοιάζουν εφικτά”, σαν καθημερινή δεύτερη ζωή είναι μια απ’ τις μεγάλες επιτυχίες του Θεάματος. Ήταν τέτοια και πολύ πριν την κρίση. Η ψυχανάλυση θα μιλούσε ίσως για ένα γενικό, καθολικό, αυτονόητο, καλά δομημένο, διαθέσιμο για “ατομικές παραλλαγές” (ψευδαίσθηση ατομικότητας μέσα στις φαντασιώσεις) ΥπερΕγώ που διαμορφώθηκε μέσα απ’ την έλξη και την φαντασμαγορία των εμπορευμάτων και της κατανάλωσης.... Το βέβαιο είναι πως οι υποτελείς ζούσαν σχιζο-φρενική ζωή πολύ πριν την κρίση, στις εποχές της ευημερίας. Η διάσταση ανάμεσα στο είμαι και στο μπορώ / θέλω να είμαι πρέπει να έφτασε για μεγάλα μέρη του πληθυσμού σε τέτοιο μέγεθος και, ταυτόχρονα, σε τέτοια σύγχυση ώστε μοιάζει βέβαιο πως πολλοί ζούσαν καθημερινά σαν ό,τι φαντάζονταν. Ζούσαν (σ)τις φαντασιώσεις τους δηλαδή.
Υπάρχουν δύο τουλάχιστον ασφαλείς δείκτες αυτής της εσωτερικευμένης καλπάζουσας διχοτόμησης, πριν το 2008. Ο ένας είναι η κατανάλωση μέσω δανεικών: η ηθελημένη (δηλαδή) υποθήκευση του μέλλοντος των καταναλωτών (εκατοντάδων χιλιάδων τέτοιων...) στην άμεση, “τωρινή” απόλαυση. Πέρα απ’ αυτές καθ’ αυτές τις οικονομικές διαστάσεις αυτής της μαζικής τελετουργίας (που δεν είναι καθόλου ασήμαντες, και οι συνέπειές τους έχουν αναδυθεί τον τελευταίο 1,5 χρόνο), αυτή η παράξενη (και παράξενα ανέμελη...) έλξη - του - μέλλοντος - στο - τώρα, η χωρίς ανησυχίες αυτο-υποθήκευση του μέλλοντος για λογαριασμό του παρόντος, ο πανηγυρικός ατομικός και συλλογικός κανιβαλισμός του αύριο με ταυτόχρονη απώθηση αυτού του αύριο, υπήρξαν εκδηλώσεις μιας ανομολόγητης μεν αλλά εξαιρετικά έντονης και γενικευμένης διαταραχής της λογικής, των συναισθημάτων και των αισθήσεων. Μιας διαταραχής που φύτρωσε και άνθησε στο ρήγμα ανάμεσα στην πρακτική αντίληψη της πραγματικότητας (άρα και των πραγματικών δυνατοτήτων μου / σου / του / της) και στην φαντασιωτική αναπαράσταση / προκαταβολή της.
Ο άλλος δείκτης είναι η γενίκευση της πλαστοποίησης μέσω της μόδας των social media.

 

mind the gap

Η εξαέρωση (ή, έστω, η δραματική συρρίκνωση) των φαντασιώσεων, του ΥπερΕγώ, πείτε το όπως θέλετε, λόγω της κατάρρευσης του “χρηματοοικονομικού” υποβαθρού τους, θα γέμιζε κατ’ αρχήν υποχρεωτικά με τους αντίποδες των συναισθηματικών καταστάσεων των καλών εποχών: απ’ την μανία στην κατάθλιψη. Απ’ την παλιμπαιδική αισιοδοξία στους παλιμπαιδικούς φόβους, πανικούς, κλπ. Αυτό (κατά την γνώμη μας, που σε γενικές γραμμές διατυπώθηκε δημόσια πολύ έγκαιρα) ήταν υποχρεωτικό να συμβεί αρχικά, επειδή τα διχοτομημένα, κομματιασμένα, σχιζοειδή Εγώ δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένα να αντιμετωπίσουν - και μάλιστα να αντιμετωπίσουν ψύχραιμα και λογικά - το ενδεχόμενο της μαζικής διάψευσής τους. Αλλά θα μπορούσε κανείς να ελπίζει ότι η “απότομη προσγείωση”, μετά τα πρώτα σοκ, θα άνοιγε τον δρόμο στη χειραφέτηση απ’ τις φαντασιώσεις, και σ’ έναν πρακτικό ρεαλισμό· συμπεριλαμβανομένων φυσικά των μαχητικών, ανταγωνιστικών δυνατοτήτων του. Ως τώρα μοιάζει ότι αυτή η εξέλιξη είναι, μιλώντας γενικά, μόνον ελπίδα... Στην πράξη, το ρήγμα ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο των πραγματικών δυσκολιών και προβλημάτων και στον φαντασιωτικό κόσμο των “λύσεων”πολιτικοποιήθηκε μεν (με όρους τεχνικών της εξουσίας) διευρύνθηκε δε. Όμως αυτή η διεύρυνση το χάσματος ανάμεσα στο “είμαι” και στο ”νομίζω πως είμαι” είναι ακόμα πιο επικίνδυνη σήμερα απ’ ό,τι στους καιρούς της ευδαιμονίας. Είναι επικίνδυνη όχι μόνο επειδή χειροτερεύει τις ατομικές καταστάσεις (την θλίψη / κατάθλιψη) αλλά και επειδή παράγει πολιτικά (πάντα με όρους τεχνικών της εξουσίας) γεγονότα. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι εκτός απ’ την κρατικοποίηση των χρεών, συμβαίνει κι άλλη μία: η μαζική κρατικοποίηση των σχιζοειδών Εγώ.
Βασικό στοιχείο αυτής της κρατικοποίησης είναι το απότομο άλμα στο κενό / φυγή απ’ την ταπεινή και δύσκολη καθημερινότητα στο “ζήτημα της εξουσίας”. Φυσικά, όλοι οι αριστεροί και αριστερούληδες που έχουν σπονσονάρει (αλλά όχι παράξει κατ’ αρχήν) αυτό το άλμα / φυγή, για δικό τους κομματικό / φαντασιωτικό όφελος, θα απαντούσαν, σαν κακοφωτισμένοι λενινιστές, με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου, ότι “μα το ζήτημα της εξουσίας δεν είναι το πρωτεύον σήμερα;” Έχουμε ξαναπει στο πρόσφατο παρελθόν, απ’ αυτές εδώ τις σελίδες, δυο κουβέντες για τον θεωρητικό, ανιστόρητο - και εν τέλει πολιτικό (με όρους αντιεξουσίας...) - πρωτογονισμό των νεονεολενινιστικών βεβαιοτήτων περί “εξουσίας”. Η πιο ταπεινή και στοιχειώδης λογική, ο πιο ταπεινός και μετρημένος πραγματισμός, θα έλεγε επιπλέον ότι οποτεδήποτε στην ιστορία η κοινωνική πόλωση έφτασε σ’ αυτό το σημείο, στο σημείο δηλαδή να έχουν στον ορίζοντά τους οι προλετάριοι και οι σύμμαχοί τους το “ζήτημα της εξουσίας”, είχε προηγηθεί μια μακρυά, πολύχρονη (και αιματηρή...) κατάσταση διπλής εξουσίας. Όπου η “δεύτερη” (εξουσία), ούσα εφαρμοσμένη αντιεξουσία, αφορούσε σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα των μικρών κι ασήμαντων ζητημάτων... Μ’ άλλα λόγια, για να το πούμε σχηματικά, έφοδος στα ανάκτορα (ακόμα και νόμιμη, μέσω εκλογών, όπως γουστάρουν οι ελευθερωτές της τάξης μας) χωρίς “σοβιέτ” δοκιμασμένα στην πράξη για χρόνια είναι απλά και μόνο μια ακόμα μικροαστική φαντασίωση. Μια ακόμα θλιβερή εκδήλωση της διαχωρισμένης σκέψης.
Το να εννοήσει ο καθένας, και πολλοί μαζί, ότι ενάντια σε όλες τις εκφάνσεις της (γενικευμένης) υποτίμησης της εργασίας (διαρκής μείωση των μισθών, αύξηση του χρόνου εργασίας για όσους δουλεύουν, αύξηση της έμμεσης φορολογίας σε βασικά είδη καθημερινής ανάγκης, μείωση του αφορολόγητου σε επίπεδο χαμηλότερο απ’ της “φτώχιας”, παροξυσμός εμπορευματοποίησης των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης - για να πούμε τα βασικά) αυτό που έχει να κάνει είναι “να ρίξει την κυβέρνηση” ή/και “να πλακώσει στο ξύλο τους υπουργούς”, θεωρήθηκε λογικό και αυτονόητο. Αυτός ο “αντι-κυβερνητισμός” ήταν και είναι ωστόσο βαθιά κυβερνητικός. Γιατί εξαφανίζει την σημασία όλων των άμεσων μορφών αντιπαράθεσης (άρα και οργάνωσης)· “άμεσων” όχι στα αποτελέσματά τους αλλά στη σχέση τους με τις εμπειρίες της υποτίμησης. Εξαφανίζει επίσης την απλή και πρακτική γνώση ότι (ακόμα κι αν η “λύση” είναι η “αλλαγή κυβέρνησης”) οι κυβερνήσεις πέφτουν όχι επειδή φυσάνε πολλοί μαζί τους τοίχους των υπουργείων, αλλά επειδή έχουν βγει έξω απ’ τον καθεστωτικό έλεγχο για καιρό οι δυνάμεις και οι δυνατότητες ενός ικανού και υπολογίσιμου μέρους της κοινωνικής βάσης. Χωρίς αυτήν την απώλεια ελέγχου (δύσκολο αλλά όχι ανέφικτο, και οπωσδήποτε πρακτικό έργο...), χωρίς δηλαδή την αποδιάρθρωσή του, το λογικό και αυτονόητο του “κάτω η κυβέρνηση” είναι τόσο λογικό και τόσο αυτονόητο όσο το πέτα τον μπαμπά απ’ το τραίνο για να τρέξει πιο γρήγορα.

Δεν είναι αστείο, και δεν θα κουραστούμε να το λέμε και να το δείχνουμε. Δεν έχει καμία μα καμία αξία να σκεφτεί κάποιος (ή να σκεφτούν χιλιάδες) το 2015 ή το 2020 κάτι του είδους “αααα, ναιαιαι μωρέεεεε... πριν 5 ή 10 χρόνια έπρεπε να είχαμε κάνει αυτό και όχι εκείνο που κάναμε”... Καμία αξία δεν έχει, ούτε καν συναισθηματικής αναπλήρωσης. Επί περισσότερο από ενάμισυ χρόνο οι φαντασιώσεις και η σχιζοειδής “αντίληψη” της πραγματικότητας, έχουν δώσει δωρεάν χρόνο στα αφεντικά. Και οι μεν αριστεροί, αριστερούληδες, ακροαριστεροί, υπεραριστεροί, wegonnaberevolutionaries και λοιποί συγγενείς, σα στελεχικό δυναμικό οργανώσεων μικρών και μεγάλων, έχουν επίσης ωφεληθεί απ’ αυτό. Είναι όμως κανείς άλλος που είδε προκοπή; Όχι.
Επί περισσότερο από ενάμισυ χρόνο έχουν παρελάσει οι πλέον “επαναστατικές”, “ριζοσπαστικές”, “λυτρωτικές” και “απελευθερωτικές” (κατά τη γνώμη των οπαδών και πιστών τους) ιδέες, προτροπές, προτάσεις· σκέτες παπαριές. Τι να θυμηθούμε, τι να ξεχάσουμε; Απ’ το “θα φύγουν με ελικόπτερο” μέχρι “ο αγωνιστής Φωτόπουλος”... Απ’ το “κοινωνική επανάσταση με τους όρους μας” μέχρι το “δεν αντέχει ο λαός, παρ’ την τρόικα και μπρος”... Είδε κανείς προκοπή με όλα αυτά;
Όλη αυτή η εκτόξευση στο υπερπέραν της ιδεολογίας και της καθεστωτικής πολιτικής δεν είναι μόνο άφθονος και δωρεάν χρόνος υπέρ των αφεντικών. Είναι το ολέθριο καρναβάλι των παρανοημένων - λυπούμαστε που εκφραζόμαστε έτσι ωμά (“φίλους” δεν πρόκειται να κάνουμε, το ξέρουμε), αλλά: ο ιστορικός χρόνος είναι αμείλικτος. Δεν κοιτάει ο ιστορικός χρόνος κανενός την μελαγχολία, και ακόμα λιγότερο κοιτάει φαντασιώσεις και παραμύθια. Και ο ιστορικός χρόνος είναι ως τώρα καλά χαλινωμένος· τα χαλινάρια του τα κρατάνε τ’ αφεντικά.
Με τόσο χρόνο χαμένο, ο χρόνος του πρακτικού, πραγματικού εργατικού ανταγωνισμού θέλει ακόμα μεγαλύτερο κόπο για να μαστορευτεί. Και μας γίνεται καθημερινά όλο και πιο καθαρό ότι η επανεθεμελίωση και η όξυνση αυτού του ανταγωνισμού θα περάσει υποχρεωτικά μέσα από κάποιου είδους διανοητική (και ηθική) επανάσταση των σύγχρονων μισθωτών / εργατών.

 
       

Sarajevo 2020