Sarajevo
 

Sarajevo 58 - 01/2012  

οι οικονομολόγοι

Καθώς περνάει ο καιρός οι οικονομολόγοι επιβεβαιώνονται ξανά και ξανά σαν οι κατ’ εξοχήν γνώστες τόσο των “προβλημάτων” όσο και των “λύσεων”: τόσο για την ελλάδα, όσο και για την ευρώπη - ίσως και για τον κόσμο ολόκληρο. Εμφανίζονται στο θέαμα όχι πια ένας - ένας, αλλά από δυο μαζί και πάνω· ακόμα και σε εφτάδες, σαν αυγά. Λογική η προσήλωση στη “φωνή του ειδικού” (ακόμα κι αν η φωνή του ενός είναι το παράσιτο στη φωνή του άλλου) σύμφωνα με τον κυρίαρχο καταμερισμό γνώσεων και εξουσίας... Προσβλητικό όμως πάντα για την όποια “αριστερά”, στην ελλάδα και αλλού στην ευρώπη, αφού εκτός από κομφορμιστική αποδεικνύεται σταθερά κι επίμονα και αδιάβαστη και οκνηρή - οπωσδήποτε τα στελέχη της.
Τι θα σήμαινε άραγε εάν οι οικονομολόγοι, σπουδαγμένοι κατάλληλα σαν ειδικοί, είτε λένε (συνειδητά) ψέμματα, είτε (πάλι συνειδητά) κρύβουν τα πιο σημαντικά στοιχεία της παρούσας κρίσης, είτε λόγω ιδεολογίας αγκαλιάζονται απ’ τις εμμονές τους (στο βαθμό που βρίσκουν να τις πουλήσουν), είτε, τέλος, είναι απλά άσχετοι; Θα παραγόταν και θα αναπαραγόταν μια θαυμάσια θολούρα, που απ’ την μια θα χάιδευε τ’ αυτιά και τα μυαλά του διάχυτου μικροαστικού “ξέρω - γω”· κι απ’ την άλλη θα εξασφάλιζε στα αφεντικά απεριόριστο χρόνο και χώρο για ελιγμούς και μανούβρες, στον μονομερή ταξικό τους πόλεμο. Αυτό που συμβαίνει εδώ και πάνω από ενάμισυ χρόνο στα μέρη μας - δηλαδή.

Είτε εκείνοι που υποστηρίζουν ότι πρέπει να σφίξουμε τα δόντια και να δεχτούμε την τρέχουσα οικονομική θεραπεία, για το καλό του τόπου και της πατρίδας πάντα, είτε εκείνοι που λυσσάνε πίσω απ’ την καταπληκτική ιδέα ότι πρέπει να αλλάξει η κυβέρνηση (και να ξαναλλάξει και να ξαναλλάξει μέχρι να...) έτσι ώστε να απαλλαγούμε απ’ τους διεθνείς γιατρούς και να το ρίξουμε σε αυτοσχέδια γιατροσόφια, συμφωνούν σε πολλά. Ένα απ’ αυτά: το μεγάλο (;) δημόσιο χρέος είναι όντως κεντρικό πρόβλημα... Είναι ενδιαφέρον να προσέξει κανείς ότι τόσο αυτοί που ψάχνουν έναν “ανθρωπιστικό” τρόπο για να ξεχρεώσει η πατρίς και όλες οι άλλες πατρίδες στην ευρωζώνη (ας πούμε: ευρωομόλογα, ή να δανείζει η ΕΚΤ το EFSF για να δανείζει αυτό με τη σειρά του τα κράτη) όσο κι εκείνοι που υποστηρίζουν την καουμπόικη ακύρωσή του (με μονομερή στάση πληρωμών, ή - κι αυτό ακόμα έχει ειπωθεί, τι άλλο θα κατεβάσει η κούτρα των ειδικών; - με ένα νέο εθνικό νόμισμα σε ισοτιμία 1 δραχμή προς 1000 ευρώ!!!) αναγνωρίζουν ότι το “δημόσιο χρέος ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ”. Αυτού δοθέντος, οι μόνιμες χορωδίες περί “ανόδου των spreads” (τώρα πια όχι των ελληνικών αλλά των ιταλικών, των ισπανικών, των γαλλικών ομολόγων) συμπληρώνουν τα κενά της παράστασης, με back vocals.
Ας δοκιμάσουμε να απομυθοποιήσουμε ξανά, με κριτικό τρόπο, τις “αλήθειες” των ημερών.

 

πώς δανείζονται τα κράτη;

Οι όχι άγνωστες αλλά σκόπιμα αγνοούμενες τεχνικές λεπτομέρειες του πράγματος κρύβουν (κατά την ταπεινή μας άποψη) το γιατί κανένα “δημόσιο χρέος” δεν είναι το πρόβλημα.
Τα κράτη δανείζονται μέσω έκδοσης εντόκων γραμματίων (πρόκειται για δάνεια μικρής διάρκειας, τα δανεικά πρέπει να επιτραφούν σε 3, 6 ή 12 μήνες· αντίστοιχη είναι η διάρκεια των εντόκων γραμματίων) και μέσω έκδοσης ομολόγων. Αυτά αφορούν δάνεια διάρκειας από 3 χρόνια μέχρι ....100! Το ποσό του δανείου ορίζεται απ’ το ενδιαφερόμενο κράτος: ψάχνω για τόσα. Το κομβικό θέμα όμως, όπως συμβαίνει και με κάθε δάνειο, είναι το επιτόκιο. Το επιτόκιο γεννάει έναν ετήσιο τόκο που πληρώνει ο δανειζόμενος (εν προκειμένω το κράτος) και εισπράτει ο δανειστής κάθε χρονιά· στο τέλος της διάρκειας του δανείου ο δανειζόμενος επιστρέφει ολόκληρο το αρχικό ποσό. Το επιτόκιο των εντόκων και των ομολόγων είναι, λοιπόν, “όλα τα λεφτά” για τους δανειστές. Όσο ψηλότερο είναι τόσο το καλύτερο για δαύτους! Το επαναλαμβάνουμε τονισμένο για να το προσέξετε: είναι συμφέρον του δανειστή (κάθε δανειστή, κατά συνέπεια κι εκείνων που δανείζουν τα κράτη) το ψηλό επιτόκιο. Το ακριβώς ανάποδο ισχύει για τους δανειζόμενους. Και για τα κράτη - κατ’ αρχήν.
Αν τώρα νομίζει κανείς ότι το κάθε υπουργείο οικονομικών βγαίνει στη γύρα ψάχνοντας για δανεικά, κάνει λάθος. Κάθε έκδοση είτε εντόκων είτε ομολόγων, κάθε πράξη κρατικού δανεισμού, έχει ανάδοχους. Αυτοί είναι μεγάλες (και διεθνείς) τράπεζες, που αναλαμβάνουν εκ μέρους του προς δανεισμό κράτους, να βρουν τους δανειστές. Μ’ άλλα λόγια τα κράτη δεν δανείζονται απευθείας, αλλά μέσω μεσαζόντων - που είναι μεγάλες τράπεζες. Αυτοί οι ανάδοχοι αναζητούν (υποτίθεται...) τους επίδοξους δανειστές κανονίζοντας μαζί τους το επιτόκιο με το οποίο είναι διατεθειμένοι να δανείσουν... Απ’ την άλλη, η συνηθισμένη συμφωνία που κάνουν με το κράτος του οποίου την έκδοση / δάνειο διαχειρίζονται, είναι α) μια καλή προμήθεια για την δουλειά, και β) αν μείνουν απούλητα “χαρτιά” (έντοκα ή ομόλογα) να τα αγοράσουν αυτοί. Να γίνουν οπωσδήποτε δανειστές (αν χρειαστεί...), με το ίδιο επιτόκιο που αγόρασαν οι υπόλοιποι, για να καλυφθεί το ποσό του δανείου...
Ποιοί είναι, τώρα, αυτοί οι επίδοξοι δανειστές που οι ανάδοχοι αναζητούν και πληρώνονται καλά γι’ αυτό; Είναι άλλα μαγαζιά τραπεζικά, είναι πλούσιοι πελάτες τους, διάφορα funds με τα οποία έτσι κι αλλιώς συνεργάζονται, και βέβαια διάφορα ασφαλιστικά ταμεία... Με δυο λόγια οι ανάδοχοι κανονίζουν το επιτόκιο με το οποίο θα δανειστεί το Χ ή το Ψ κράτος κουβεντιάζοντας ενδοχρηματοπιστωτικά, με ομοίους τους. Προφανώς σ’ αυτές τις κουβεντούλες λαμβάνονται υπ’ όψη διάφοροι επιμέρους παράγοντες· πάντα όμως στη βάση των συμφερόντων των δανειστών. Στο κάτω κάτω και οι ανάδοχοι, παρότι υποτίθεται εκπροσωπούν τα συμφέροντα του δανειζόμενου (κράτους) είναι δανειστές οι ίδιοι!!!
Αντίθετα, λοιπόν, απ’ την μυθολογία και το θέαμα, το επιτόκιο έχει συμφωνηθεί αρκετά πριν την επίσημη ημέρα της έκδοσης! Είναι, φυσικά, εν γνώσει και του ίδιου του κράτους που θα εκδόσει τα έντοκα ή/και τα ομόλογα - και έχει συμφωνήσει... Όμως εδώ ακριβώς δημιουργούνται δύο ζητηματάκια, εάν δει κανείς την διαδικασία ψυχρά. Το πρώτο (το είπαμε) είναι ότι οι περιβόητοι ανάδοχοι ανήκουν, ουσιαστικά, στο κλαμπ των δανειστών· οπότε το ότι εμφανίζονται σαν “εκπρόσωποι των συμφερόντων” του κράτους είναι οπτική απάτη. Το δεύτερο είναι το εξής: κανονικά ο δανεισμός κρατών, επειδή αφορά πάντα πολύ μεγάλα ποσά, θα έπρεπε να έχει την μορφή μειοδοτικού διαγωνισμού σε σχέση με το επιτόκιο: ποιός (δανειστής) ζητάει το μικρότερο, αυτός θα δώσει και το μεγαλύτερο μέρος του δανείου. Αυτό προβλέπει (υποτίθεται) η “φιλελεύθερη” ιδεολογία και για τις αγορές χρήματος. Όμως εκείνο που συμβαίνει στην πράξη είναι η λειτουργία καρτέλ: όλοι οι δανειστές (και οπωσδήποτε οι τραπεζίτες, τα funds, κλπ), κάθε φορά, σε κάθε έκδοση εντόκων ή ομολόγων, οποιουδήποτε κράτους, έχουν προ-συνεννοηθεί και προ-συμφωνήσει στο ίδιο επιτόκιο. Αυτό είναι αρκετό στο να απαγορεύει στο δανειζόμενο κράτος να βρει φτηνότερα δάνεια - αν υποθέσουμε ότι θα ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο...

Sarajevo 58 - 01/2012

 

Βγαίνει απ’ τα προηγούμενα στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ακόμα κι αν υπάρχει κατά καιρούς ένας επιτοκιακός ανταγωνισμός μεταξύ τραπεζών όταν πρόκειται να δανείσουν ιδιώτες (η Χ τράπεζα έχει ελαφρά χαμηλότερο επιτόκιο δανεισμού απ’ την Ψ), αυτό δεν συμβαίνει καθόλου στα κρατικά δάνεια, τα οποία οι τράπεζες και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά μαγαζιά κανονίζουν μεταξύ τους. Αυτό ισχύει κι όταν τα επιτόκια που ζητάνε είναι ψηλότερα ή ψηλά, και όταν είναι χαμηλότερα ή χαμηλά: σε κάθε περίπτωση εκείνο που καθορίζει το ύψος του επιτοκίου, μέσα στο καρτέλ, είναι τα συμφέροντα και οι υπολογισμοί των δανειστών. Το αν ο δανειζόμενος (εν προκειμένω το κράτος) είναι “αξιόπιστος” και “καλοπληρωτής” ή όχι είναι μια απ’ τις πολλές φλυαρίες που χρησιμοποιούν τα φερέφωνα των δανειστών, κι έτσι εξηγείται εύκολα το γιατί ο ίδιος δανειζόμενος (το ίδιο κράτος) χτες ήταν αξιόπιστος κιαι καλοπληρωτής και σήμερα δεν είναι. Οι αιτίες που, προκειμένου περί κρατικών δανείων εδώ και δυο χρόνια, εμφανίζονται σαν τρομερές και φοβερές αλήθειες, είναι μεγέθυνση μέσω μήντια της θεμελιώδους εξαπάτησης εκείνων που βγάζουν απ’ την μύγα ξύγκι. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε όταν ανέβαιναν οι τιμές του πετρελαίου: ξαφνικά φταρνίστηκε ο Σαούντ ή έκλασε ο Καντάφι, ή η κίνα αγόρασε πιο πολύ πετρέλαιο.... να γιατί ακριβαίνει το πετρέλαιο! Ψέμματα επί ψεμμάτων λοιπόν, απλά και μόνο για να μην εκθέσουν οι έμποροι χρήματος (εν προκειμένων) τα συμφέροντα και τους υπολογισμούς τους. Αυτή η φιλολογία θα έπρεπε να είχε βουλιάξει από καιρό αν θυμόταν ο καθένας (και υπάρχουν πολλοί που έχουν λόγους να το θυμηθούν αυτό...) ότι πριν ελάχιστα χρόνια οι τράπεζες παρακαλούσαν να δανείζουν (και) τους υπηκόους αδιαφορώντας (επιφανειακά τουλάχιστον) για την “αξιοπιστία” τους!...
Δεν είναι, λοιπόν, ούτε το μέγεθος του κάθε κρατικού χρέους (σαν ποσοστό επί του αεπ του ή όπως αλλιώς υπολογίζεται) ούτε η αξιοπιστία πληρωμών των κρατών ο βασικός, ο αποφασιστικός παράγοντας που ανεβάζει ή κατεβάζει τα επιτόκια δανεισμού! Τα επιτόκια κατεβαίνουν ή ανεβαίνουν ανάλογα με τις διακυμάνσεις του εμπόριο χρήματος! Κατά συνέπεια δεν είναι το κρατικό χρέος (ελληνικό ή άλλο) ΤΟ θέμα! Αντίθετα είναι και παραείναι θέμα τα συμφέροντα και οι υπολογισμοί των χρηματοπιστωτικών κυκλωμάτων, κατά μόνας και σαν καρτέλ - χτες, σήμερα, αύριο. Γιατί είναι εύλογο και προφανές το εξής: σε περιόδους που αυτά τα κυκλώματα “γράφουν κέρδη από παντού”, έχουν τα περιθώρια να δίνουν φτηνά δάνεια (με χαμηλό επιτόκιο) στα κράτη / φίλους τους, αφού σφάζουν άλλους αλλού... Αν όμως έχουν βρεθεί (τα χρηματοπιστωτικά κυκλώματα, κατά μόνας και σαν καρτέλ...) σε ζόρια, αν γράφουν μεγάλες ζημιές, κι αν έχουν στενέψει τα περιθώρια να δανείζουν (δηλαδή οι πελάτες τους), τότε το συμφέρον τους είναι να δίνουν στα κράτη / φίλους τους ακριβά δάνεια. Πουλώντας με τον τόνο παραμύθια για τις αιτίες που αυτά τα δάνεια είναι με υψηλά επιτόκια.

 

αυτός ο ρημάδης ο ταξικός ανταγωνισμός - πάλι!

Γράψαμε και ξαναγράψαμε σ’ αυτό εδώ το περιθωριακό περιοδικό, ήδη απ’ τα τέλη του 2008, για το πως σκόπευαν τα καπιταλιστικά κράτη να αντιμετωπίσουν την συστημική χρεωκοπία του χρηματοπιστωτισμού διεθνώς. Παρακολουθώντας τα πρώτα βήματα “σωτηρίας” των μεγάλων αμερικανικών τραπεζών, ήδη το φθινόπωρο του 2008, μιλήσαμε για την κρατικοποίηση των χρεών. Και για την μετατροπή των κρατών σε εισπράκτορες - για λογαριασμό του χρηματοπιστωτισμού. Υπήρχε ένας κίνδυνος αλλά και μια μεγάλη ευκαιρία σ’ αυτήν την επιλογή των αφεντικών. Οι τράπεζες, και τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά μαγαζιά, δεν έχουν τον τρόπο να θερίσουν γενικά κι απρόσωπα τον κοινωνικό πλούτο εάν αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να μπαλώσουν τις τεράστιες τρύπες των ισολογισμών τους, κι αν αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να παραμείνουν ανταγωνιστικά έναντι των ομοίων τους. Στην περίπτωση των ιδιωτικών δανείων, μια τράπεζα μπορεί να κατάσχει τα όποια περιουσιακά στοιχεία έχει ο συγκεκριμένος οφειλέτης της που δεν πληρώνει τις δόσεις του δανείου του.... Μπορεί να κάνει το ίδιο άλλες εκατό φορές... Εάν, όμως, περάσει ένα κάποιο όριο, τότε ακόμα κι αυτές οι κατασχέσεις είναι σχεδόν κάρβουνο για άγνωστης διάρκειας και πάντως κρίσιμο χρονικό διάστημα: τα κατασχεμένα περιουσιακά στοιχεία (π.χ. ακίνητα, ή αυτοκίνητα, ή βιομηχανικός εξοπλισμός) γίνονται πια τόσα πολλά ώστε απαξιώνονται· δεν είναι, δηλαδή, δυνατόν να πουληθούν (απ’ την τράπεζα / τις τράπεζες) για να πάρει/ουν πίσω τα λεφτά “τους”. Αυτό ακριβώς συνέβαινε στις ηπα καιρό πριν από την κατάρρευση της Lehman Bros: οι κατασχέσεις σπιτιών απ’ τους κακοπληρωτές των subprime στεγαστικών είχαν γίνει τόσο πολλές (κι έγιναν ακόμα περισσότερες απ’ το 2008 και μετά...) ώστε οι μεν τιμές στην αγορά ακινήτων βούλιαξαν σε μεγάλα βάθη, οι δε τράπεζες ήταν αδύνατο να ρεφάρουν έτσι.
Σε τέτοιες περιπτώσεις δύο, μονάχα δύο δρόμοι υπάρχουν. Είτε το κράτος, σα συλλογικός εκπρόσωπος των αφεντικών, αφήνει τις τράπεζες να χρεωκοπήσουν, άσχετα από μέγεθος, εγγυώμενο μόνο τις καταθέσεις· γιατί ξέρει (το κράτος) ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να φτιάξει καινούργιες αμιγώς κρατικές τράπεζες... Είτε τρέχει να τις σώσει δανείζοντάς τες - στην ουσία κρατικοποιώντας τα δικά τους χρέη. Και δρώντας, απο ‘κει και ύστερα, σαν γενικός εισπράκτορας για λογαριασμό τους. Σα “θεριστής του γενικού κοινωνικού πλούτου”, προς όφελός τους. Αυτή η δεύτερη εκδοχή μπορεί να έχει διάφορες παραλλαγές (απ’ το “τυπώνω χρήμα” μέχρι το “αυξάνουν τα επιτόκια δανεισμού προς τα ‘κακά’ κράτη”....)· όμως στον πυρήνα τους βρίσκεται ο ίδιος στόχος.
Αμέσως αμέσως λοιπόν, κι αφού έχουμε βγάλει στην άκρη την ψευδαίσθηση ότι τα κρατικά χρέη και δάνεια είναι ΤΟ θέμα, μπορούμε να καταλάβουμε απλά και λογικά ότι τα ακριβά δάνεια (προς τα κράτη) δεν είναι μόνο προϊόντα της λυσσασμένης ανάγκης συντήρησης της χρηματοπιστωτικής κερδοφορίας· είναι και μια πολιτική παραδοχή των αντίστοιχων κρατών ότι θα την στηρίξουν με κάθε μέσο. Και το μέσο είναι σε γενικές γραμμές ένα και το αυτό, παντού όπου η συγχρορδία κρατών / τραπεζών κινείται χωρίς σοβαρά εμπόδια: ακόμα πιο βίαιη γενική υποτίμηση της εργασίας - και της ζωής. Αυτό είναι ΤΟ θέμα!!! Αυτό είναι το νο 1 θέμα, χωρίς νο 2 και 3 και 4!!!

Υποθέτουμε τώρα ότι γίνεται φανερή η πολιτική μας αναίδεια! Μόλις ψάξει κανείς στα σοβαρά όχι το πως δημιουργούνται, πως μεγαλώνουν ή μικραίνουν, πως είναι ή δεν είναι απεχθή τα χρέη των κρατών, αλλά το πως λειτουργεί ο χρηματοπιστωτικός βραχίονας του καπιταλισμού, σκίζονται οι έντεχνες και επίπλαστες εθνικές ενότητες, και οι ερμηνείες της κρίσης πολώνονται υποχρεωτικά πάνω σε καθαρά ταξικές αντιθέσεις. Είναι ένα πράγμα, δηλαδή, το να κάθεται κανείς πάνω στα καθεστωτικά παραμύθια, και να αναμασάει την σοφία ότι το χρέος είναι ΤΟ θέμα (ακόμα κι αν υποστηρίζει ότι πρέπει να γίνει καθολική στάση πληρωμών), και εντελώς διαφορετικό να υποστηρίζει ότι η υποτίμηση της εργασίας και της ζωής είναι ΤΟ θέμα.
Υπάρχουν ακόμα (και θα υπάρχουν στον αιώνα τον άπαντα!!!) διάφοροι που στραβομουτσουνιάζουν με αυτήν την θέση... Δεν τους κάθεται καθόλου καλά, και έχουν τους (φανερούς ή κρυμένους) λόγους τους. Γιατί η υποτίμηση της εργασίας είναι ΤΟ θέμα (λένε) και όχι το χρέος, το δντ, το ευρώ ή η κυβέρνηση; Επειδή το λέει η συνέλευση του πλάνου 30/900; Σιγά!!! Εμείς λέμε άλλο - και είμαστε περισσότεροι!... Θρίαμβος της μεταμοντέρνας βλακείας και του καιροσκοπικού σχετικισμού στην εποχή της καλπάζουσας παρακμής τους! Είναι έτσι λοιπόν, είναι δηλαδή η ακόμα πιο βίαιη και γενική υποτίμηση της εργασίας και της ζωής η καρδιά της τωρινής διαχείρισης της κρίσης απ’ το δίδυμο κράτη / χρηματοπιστωτισμός, και άρα είναι Η διακύβευση, όχι επειδή “το λέμε εμείς”.... αλλά επειδή το επιδεικνύουν τα τελευταία 30 χρόνια της καπιταλιστικής ιστορίας σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο· και επειδή το ξανα-αποδεικνύουν τα αλλεπάλληλα κύματα μέτρων έκτακτης ανάγκης που λαμβάνονται απ’ τα αφεντικά (και όχι μόνο στην ελλάδα), στο όνομα του κρατικού χρέους. Αυτές οι αποδείξεις είναι (θα έπρεπε να είναι) υπεραρκετές για όποιον δεν πάσχει από ιδεολογική (και πολιτική) τύφλωση - κι όποιον δεν έχει  αντι-προλεταριακά συμφέροντα.
Εμβόλιμα (θα επανέλθουμε στο θέμα του ταξικού ανταγωνισμού αμέσως μετά) να άλλη απόδειξη μια απ’ την μεριά των αφεντικών, απ’ αυτές που δεν φτάνουν ως τα μάτια και τ’ αυτιά (πολύ λιγότερο το μυαλό) όλων των ελευθερωτών μας:

Τίτλος: Οι ευρωπαίοι πρέπει να δανείζονται για να ζήσουν. Πηγή: financial times του Λονδίνου.
Χρονολογία: 11/12/2011.
Κείμενο: Οι αγορές και οι κυβερνήσεις είναι μπροστά σε μια σκληρή ανηφόρα για το επόμενο έτος καθώς βρίσκονται μπροστά σε ακραία αβεβαιότητα σε σχέση με την ευρωζώνη και την παγκόσμια οικονομία, καθώς νέα νούμερα δείχνουν ότι ο δανεισμός των βιομηχανικών κρατών εκτοξεύτηκε στα 10 τρισ. δολάρια φέτος, και υπάρχουν προβλέψεις για ακόμα μεγαλύτερη αύξηση το 2012.
Ο Hans Blommestein, επικεφαλής της διαχείρισης δημόσιου χρέους στον ΟΟΣΑ, δήλωσε: “[Αυτή τη στιγμή] τα όσα συμβαίνουν στην αγορά φαίνεται να αντανακλούν καταστάσεις όπου ζωώδη ένστικτα κυριαρχούν στη δυναμική της αγοράς, σπρώχνοντας προς τα επάνω τα επιτόκια δανεισμού των κρατών, με σοβαρές συνέπειες στην βιωσιμότητα τα κρατικών χρεών”.
Για το προβλεπόμενο μέλλον θα υπάρχει μια “μεγάλη πρόκληση” για μια μεγάλη γκάμα κρατών του ΟΟΣΑ, για να δανειστούν μεγάλα ποσά απ’ τις ιδιωτικές αγοτές, με τον λεγόμενο “κίνδυνο αναχρηματοδότησης” να γίνεται μεγάλο πρόβλημα για την σταθερότητα κυβερνήσεων και οικονομιών.
Ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης είναι η απειλή ότι μια χώρα δεν μπορεί να αναχρηματοδοτήσει ή να ανακυκλώσει το χρέος της, πιέζοντας την είτε να στραφεί στη βοήθεια της ΕΚΤ στην περίπτωση των κρατών της ευρωζώνης, είτε να ψάχνει τρόπους έκτακτης χρηματοδότησης σωτηρίας, όπως συνέβη με την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.
Ο ΟΟΣΑ λέει ότι οι καθαρές δανειακές ανάγκες των κρατών μελών του αναμένεται να φτάσουν τα 10,4 τρισ. δολάρια το 2011 και θα πάνε 10.5 τρισ. δολάρια το 2012 - αυξημένα κατά 1 τρισ. δολάρια σε σχέση με το 2007 και σχεδόν διπλάσια σε σχέση με το 2005.
...
Ο ΟΟΣΑ λέει ότι το μερίδιο των βραχυπρόσθεσμων ομολογιακών εκδόσεων στα κράτη μέλη του παραμένει στο 44%, πολύ υψηλότερο απ’ ότι πριν την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2007. Αυτό, σύμφωνα με κάποιους επενδυτές, είναι πρόβλημα, γιατί σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να δανείζονται συχνά, μερικές φορές ακόμα και κάθε μήνα, αντί να μπορούν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα δάνεια για πιο μακρόχρονες διάρκειες, κάτι που θα τους επέτρεπε να σταθεροποιήσουν τις οικονομίες τους.
Ο ΟΟΣΑ επίσης προειδοποιεί ότι ένα μεγάλο πρόβλημα είναι η απώλεια του επονομαζόμενου ακίνδυνου status που έχουν ακρετά κράτη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, και πιθανότατα ακόμα και η Γαλλία και η Αυστρία. Αυτά τα δύο τελευταία έχουν χαρακτηρισμό ΑΑΑ απ’ τους οίκους αξιολόγησης, αλλά οι επενδυτές λένε ότι πλέον δεν τα θεωρούν απαλλαγμένα κινδύνων.

Να τα κάνουμε λιανά αυτά που λένε κοτζάμ financial times; Να τα κάνουμε.
α) Πολλά απ’ τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη έχουν αυξήσει θεαματικά τα δάνειά τους, από τότε που μετράει η τελευταία φάση της κρίσης. Από το 2007. Βούτυρο στο ψωμί των αναξιοπαθούντων δανειστών τους, μεταξύ των οποίων είναι και οι ίδιες οι δικές τους τράπεζες.
β) Κάτι λιγότερο απ’ αυτά τα δάνεια είναι, και θα συνεχίσουν να είναι, βραχυπρόθεσμα. Μάλλον με την μορφή των εντόκων γραμματίων... Κι άλλο βούτυρο στο ψωμί των αναξιοπαθούντων βραχυπρόθεσμων δανειστών τους, στο να “τσιμπάνε” το επιτόκιο - δανειστών που είναι (σίγουρα σε ελλάδα και ιταλία) κυρίως οι δικές τους τράπεζες.
γ) “Ξαφνικά” θα γίνουν προβληματικοί δανειζόμενοι το Παρίσι και η Βιέννη - θα φροντίσουν οι οίκοι αξιολόγησης [1] γι’ αυτό... Που σημαίνει: θα αρχίσουν να ανεβαίνουν και τα δικά τους επιτόκια δανεισμού. Μα γέμισε η ευρώπη “ελληνική σπατάλη και αφροσύνη”; Όχι. Απλά, πολύ απλά:
δ) “Κυριαρχούν ζωώδη ένστικτα” στην αγορά κρατικών δανείων, δηλαδή στα παγκόσμια κυκλώματα του χρηματοπιστωτισμού. Και τι πάει να πει “ζωώδη ένστικτα” για όλους αυτούς τους γραβατομένους χρηματιστές και για τα μαγαζιά που υπηρετούν; Σημαίνει: όρμα, δάγκωσε, άρπαξε, σκίσε, φύγε· κατά μόνας ή, ακόμα καλύτερα, σαν αγέλη. Οι κυνόδοντες έχουν δύο ή τρία ονόματα: επιτόκια, ασφάλιστρα (cds), κι ίσως κάτι ακόμα που μας διαφεύγει.

Ο τόκος, λοιπόν, παραμένει η αρένα της καπιταλιστικής κερδοφορίας, που οξύνεται σε φάση “ζωωδών ενστίκτων” - έχει ξανασυμβεί, πριν καμμιά 70 και κάτι χρόνια. Και για τους τωρινούς καιρούς όμως δεν είναι κάτι καινούργιο ή απρόβλεπτο. Προφανώς ο τόκος προϋποθέτει δάνειο· και το δάνειο συνεπάγεται χρέος. Όμως το να παίρνει κανείς την ουρά αυτής της αλληλουχίας (το χρέος) και την τοποθετεί στη θέση του κεφαλιού, σημαίνει ότι αντιστρέφει την πραγματικότητα.
Ο τόκος ήταν λοιπόν το big game των αφεντικών παγκόσμια στη δεκαετία του ‘00, στην προηγούμενη, στην πιο προηγούμενη· χρόνο με το χρόνο πιο έντονο, πιο καλά (τεχνολογικά...) εξοπλισμένο, πιο πολύπλοκο, πιο αλαζονικό, πιο “λογιστικό”. [2] Αλλά όποιος μείνει στις εντυπώσεις είναι καταδικασμένος να καταλήξει σε εντελώς λάθος συμπεράσματα. Γιατί ο τόκος είναι σήμερα ένα απ’ τα πεδία της ενδοκαπιταλιστικής αναμέτρησης· είναι όμως και εργαλείο όλων των αφεντικών στον ταξικό τους πόλεμο. Στις χρυσές εποχές τα δανεικά (κάρτες, καταναλωτικά, διακοπών, σπουδών, υγείας, κλπ κλπ) κουκούλωναν την μεθοδική υποτίμηση (της παρούσας) και υποθήκευση της (μελλοντικής) εργασίας τόσο σαν άμεσος μισθός και σχέσεις (ωράρια, ένταση, κλπ), όσο και σαν έμμεσος· και “όλοι ήταν ευχαριστημένοι”. Μόλις η κερδοφορία μ’ αυτή τη μέθοδο βούλιαξε, άλλαξε πλευρά ο δίσκος, κι άρχισε να παίζει το ίδιο θέμα με άλλη ενορχήστρωση: γενική, καθολική υποτίμηση (για να γίνουμε “ανταγωνιστικοί” ρε brother...) με την επίβλεψη και την ευθύνη των κρατών· λόγων των “χρεών” τους. Αυτή είναι η πραγματική λειτουργία του κράτους / εισπράκτορα, επειδή αυτός είναι ο τρόπος να μεγιστοποιηθεί η κλοπή, η υπεξαίρεση του κοινωνικού πλούτου, άμεσα ή έμμεσα, και, έχοντας την μορφή του χρήματος, να πέφτει στο χωρίς πάτο βαρέλι του χρηματοπιστωτισμού. Από την δική μας, την εργατική ζωή και άποψη, είναι αδιάφορο το πόσο καιρό μπορεί να δουλέψει αυτό το κόλπο σε μεγάλη κλίμακα - δεν μπορεί για πολύ, το ξέρουμε, είναι μόνο ένα μεταβατικό στάδιο προς ακόμα μεγαλύτερη απαξίωση εργασίας και ζωών... Το σημαντικό είναι ότι αυτό συνέβαινε ήδη για καιρό, και τώρα συμβαίνει ακόμα πιο άγρια· χωρίς να έχουμε την εργατικά υποκειμενική γνώση και θέληση να το εμποδίσουμε. Αυτό είναι το καίριο.
Γίνεται, όμως, να εμποδίσεις, να πολεμήσεις οτιδήποτε, όταν δέχεσαι να διαθλάς την κατανόηση του περί τίνος πρόκειται σε τριτεύουσας σημασίας συνέπειες και λεπτομέρειες, όταν αποφεύγεις να εντοπίσεις το κέντρο του; Γίνεται να αντιμετωπίσεις το θηρίο όταν κυνηγάς πότε την ουρά του και πότε τις πατημασιές του, όταν βρυχάσαι ψεύτικα, όταν απειλείς θεούς και δαίμονες, όταν αποφεύγεις πρώτα να βρεις κι ύστερα να σημαδέψεις στην καρδιά του;

 

η ανάπτυξη...

Ας γυρίσουμε στην θολούρα της οικονομολογικής σοφίας. Άλλη μια κοινοτυπία μεταξύ τους (και μεταξύ των πολιτικών cartoon της κεντρικής σκηνής) είναι πως τίποτα (καμμιά “θυσία” δηλαδή) δεν θα είναι αποτελεσματικό χωρίς “ανάπτυξη”. Είτε δεξιοί είναι είτε αριστεροί καπιταλιστική ανάπτυξη εννοούν. Τέλεια!!! Γιατί δεν την σκιαγραφούν όμως στις αδρές της γραμμές αυτήν την “ανάπτυξη”, με προοπτική - ας πούμε - μιας πεντηκονταετίας; Μοιάζουν σαν άτομα και σαν είδος με κείνον τον γεροπόντικα του γνωστού ανέκδοτου, που αφού ενθουσίασε την συνέλευση των ποντικών με την σατανική του ιδέα να κρεμάσουν μια κουδούνα στο λαιμό του γάτου ώστε να τον ακούνε όταν πλησιάζει, μόλις ήρθε η ερώτηση, “ωραία, και ποιός θα του την κρεμάσει την κουδούνα;” απάντησε “αααα, εγώ έκανα την πρόταση, αυτό ας το αναλάβει άλλος”. Οι οικονομολόγοι και λοιποί ειδικοί έχουν την σπουδαία ιδέα περί “ανάπτυξης” - τα υπόλοιπα ας τα αναλάβουν άλλοι... Ναι, τέτοιους τύπους με τέτοιες σπουδαίες ιδέες περίμεναν τ’ αφεντικά (“να δεις τι πρέπει να κάνουμε... να δεις... εδώ στο στόμα το έχω αλλά μου διαφεύγει η λέξη”...) - και ειδικά οι τράπεζες, που υποτίθεται ότι μ’ αυτό ασχολούνται, την χρηματοδότηση της ανάπτυξης δηλαδή, αλλά τώρα τελευταία το έχουν ρίξει στο να δανείζουν κράτη μπας και σωθούν... Αστεία - αστεία ο τρικατάρατος πρώην πρωθυπουργός είχε ξεστομίσει περισσότερα “αναπτυξιακά” από δαύτους: πράσινη ενέργεια, και (όπως πάντα) τουρισμός. Σπουδαία!
Ποιά “ανάπτυξη” λοιπόν; Ο καπιταλισμός, σα σύστημα μηχανών και σαν γκάμα εμπορευμάτων (πραγμάτων και υπηρεσιών) έχει αναπτυχθεί ως σήμερα σε σημείο σκασμού· κι αυτό είναι η πίσω πλευρά της τωρινής φάσης του: πρέπει να “αναπτυχθούν” άγρια και οι υπηκοοί του (δηλαδή το σύνολο των κατοίκων αυτού του πλανήτη) ώστε να φτάσουν στο πριν μια δεκαετία “επίπεδο ανάπτυξης” του βιοτεχνολογικού Παραδείγματος· κι ύστερα, με μια ακόμα επιβεβλημένη προσπάθεια, να ξαναναπτυχθούν ώστε να εξασφαλίσουν το μέλλον της ζήτησης εκείνων των πολύ αναπτυγμένων εμπορευμάτων και υπηρεσιών που θα παράγουν. Οποιαδήποτε άλλη φλυαρία περί “ανάπτυξης” (καπιταλιστικής πάντα - τι άλλο;) κινείται στα όρια της γελοιότητας. Κοτζάμ αμερικάνος πρόεδρος (συμβούλους δεν έχει; έχει... - αλλά τι απάντηση να δώσουν κι αυτοί;) δυο φορές, μία αμέσως μετά την εκλογή του και μία πριν λίγους μήνες υποσχέθηκε “ανάπτυξη” για τις ηπα... Τι υποσχέθηκε; Να ξαναβάψουν τα σχολεία και να ξαναστρώσουν τους δρόμους...  Αν αυτό είναι το πιο “αναπτυξιακό” που μπορούν να δηλώσουν δημόσια στις κοτζάμ ηπα τι συγκεκριμένο έχουν να δηλώσουν οι σοφοί της φτωχής, τίμιας και (σύμφωνα με ορισμένους) κατεχόμενης ελλάδας; Τίποτα.
Υπάρχει βέβαια λόγος γι’ αυτήν την ανικανότητα / αδυναμία, και μάλιστα λόγος σοβαρός. Στην καπιταλιστική ορόλογία “ανάπτυξη” σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα. Σημαίνει σταθερά αυξανόμενη παραγωγική δυνατότητα και, αντίστοιχα, σταθερά αυξανόμενη καταναλωτική δυνατότητα. Ε, δεν είναι σημερινό: απ’ την δεκαετία του ‘90 κι όλας (χωρίς την κίνα και την ινδία στον παγκόσμιο λογαριασμό· και με την ρωσία και το υπόλοιπο ανατολικό μπλοκ ερείπια για καιρό) η παραγωγική δυνατότητα μεγάλωνε πολύ πιο γρήγορα απ’ την καταναλωτική δυνατότητα, ακόμα κι αν αυτή η τελευταία ντοπαριζόταν με δανεικά, και δανεικά επί δανεικών. Σα να λέμε, το ένα πόδι της “ανάπτυξης” μεγάλωνε πολύ γρηγορότερα απ’ το άλλο - και ξέρετε τι συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις: η κίνηση γίνεται περιστροφική, ένας ατέρμων (και φαύλος) κύκλος.
Υπάρχουν (ή υπήρχαν στους καλούς καιρούς) ορισμένες ομάδες ανθρώπων εδώ κι εκεί στον πρώτο και υπεραναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, που υποστήριζαν την απο-ανάπτυξη. Αν και με οικολογικές ή οικολογίζουσες αφετηρίες (ή, ίσως, ακριβώς εξαιτίας τους) η λίγο πολύ αφηρημένη ιδέα της απο-ανάπτυξης έγινε κατά καιρούς δημοφιλής σε ορισμένους κύκλους της κοινωνικής αριστεράς. Αλλά, πακέτο με τις αφετηρίες της και το έντονο άρωμα “επιτροφής στη φύση”, η αποανάπτυξη δεν είναι κάτι που συγκινεί τους οικονομολόγους - συμπεριλαμβανόμενων εκείνων της αριστεράς. Κρίμα: θα ήταν ενδιαφέρον να τους βλέπαμε να κάνουν ακροβασίες για “έξοδο απ’ την κρίση” με ταυτόχρονη μείωση του αεπ!

 

το μυαλό σου σημαδεύουν!

Το έγραψαν άλλοι έτσι: πρόσεχε, το μυαλό σου σημαδεύουν. Το γράψαμε κι εμείς αλλιώς: παλιά καίγαν τα βιβλία, τώρα καίνε τα μυαλά. Ήταν τότε ακόμα οι καλές εποχές, όπου όποιοι είχαν έναν σπασμένο πύργο ελέγχου κι ένα ραντάρ μεσ’ την καρδιά, αυτοί - και μόνον αυτοί - μπορούσαν να καταλάβουν. Αλλά η επιδείνωση της καθημερινής ζωής χιλιάδων προλετάριων, σε συνδυασμό με την διπλή φυγή τους, άλλοτε προς την κατάθλιψη κι άλλοτε προς τις ιδεολογικές μανίες (συχνά σ’ έναν συνδυασμό και των δύο) κάνει τραγική την ερώτηση: ποιός λεηλάτησε και λεηλατεί το μυαλό μας;
Η προλεταριακή ανάλυση για την κρίση, για την διαχείρισή της, και (αυτό έχει μεγάλη σημασία) για την μισοαρχινισμένη αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού κόσμου· η ανάλυση, δηλαδή, που εννοεί με τεκμηριωμένο τρόπο το γιατί στην καρδιά του θηρίου βρίσκεται ο μισθός, ο χρόνος εργασίας, η έντασή της και οι σχέσεις γύρω απ’ αυτήν σ’ όλο το κοινωνικό εργοστάσιο και την εξελισσόμενη αναδιαμόρφωσή του· αυτή η ανάλυση δεν είναι προτιμότερη απ’ τις βλακείες των ειδικών οικονομολόγων, των οπαδών τους και κάθε συνωμοσιολόγου κρετίνου, για “ιδεολογικούς λόγους”!!!! Δεν είναι καθόλου ιδεολογικά τα πλεονεκτήματα της προλεταριακής ανάλυσης (του είδους “ε, αφού λένε για εργάτες... ντάξει”!)· και διάφοροι που, μαθημένοι σε παραμύθια προσπαθούν να την υιοθετήσουν για ιδεολογική τους διευκόλυνση πέφτουν σε απίστευτες γραφικότητες. Όχι λοιπόν. Τα πλεονεκτήματα της προλεταριακής ανάλυσης είναι ότι επιτρέπουν να περάσουμε μέσα από κάθε δημαγωγική ομίχλη του προκαλούν τ’ αφεντικά κι απ’ τον αποπροσανατολισμό ειδικών και μη, με ακρίβεια και διαύγεια. Επιτρέπουν να κατανοήσουμε πλήρως ότι υποφέρουμε για λόγους 110% καπιταλιστικούς και όχι επειδή η τάδε κυβέρνηση είναι έτσι κι άμα την αλλάξουμε για γίνει κοκορέτσι. Επιτρέπουν να κατανοήσουμε τη λειτουργία της μεγαμηχανής και όχι τα καπρίτσια του ενός ή του άλλου προϊστάμενού της.
Εννοείται ότι η ανάλυση και η κριτική από προλεταριακές θέσεις δεν έχει ούτε 0,5% πιθανότητα διεισδυτικότητας σε ανθρώπους που ενώ βρίσκονται στη σχετική κοινωνική (δηλαδή εργατική) θέση και έχουν τις ανάλογες εμπειρίες, έχουν πουλήσει την σκέψη τους σε κάθε μαγεία των καλών καιρών. Απ’ τον διανοουμενισμό μέχρι την κομματική πειθαρχία. Όμως (καθόλου παράξενο) ακόμα κι αυτό το θέμα, το θέμα δηλαδή της σκέψης των σύγχρονων εργατών, είναι ένα απ’ τα βασικά στις μυλόπετρες της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης· ας μην ξεχνάμε ότι η μηχανοποίηση της σκέψης και των λειτουργιών της δεν είναι μόνο μια διαδικασία γεμάτη υπολογιστές και “έξυπνες μηχανές”, αλλά επίσης μια διαδικασία γενικευμένης αναπαραγωγής της α-νοησίας. Άλλο ένα μέτωπο αναμέτρησης, λοιπόν, κι εδώ.

Υπάρχει, πράγματι, απ’ τα κάτω, μεγάλη ζήτηση για πρόχειρες, απλοϊκές, σχηματικές “αλήθειες” - σε ότι αφορά το κοντινό και το μακρύτερο μέλλον. Ο φόβος ή/και η απελπισία έχουν δυναμώσει την διανοητική (και συναισθηματική) αποσάρθρωση, που ήταν ο χρυσός κανόνας των καλών καιρών.
Ξεκινάει το 2012, τ’ αφεντικά χρησιμοποιούν όλο και σκληρότερα τα μαχαίρια της, η υποτίμηση της εργασίας και της ζωής γίνεται όλο και περισσότερο καθημερινή κοινοτυπία... και τόσοι μοιραίοι γατζώνονται τόσο πιο σφικτά απ’ την ελπίδα κάποιου θαύματος...

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Για το ποιόν τους δες Sarajevo 54, Σεπτέμβρης 2011, “αγορές” εναντίον κυβερνήσεων: δεν είναι στημένο, είναι εικονικό.

2 - Θα διασκεδάσετε; Ή θα μελαγχολήσετε; Εμείς το δεύτερο - αλλά το ελέγχουμε (ακόμα)... Λοιπόν. Έτος: 1998. Μήνας: Ιούνιος. Περιοδικό: τρίτη γενιά (ε;). Αντιγράφουμε αυτολεξεί:

τίτλος: chaos in globalization.
σχόλιο: Το τελευταίο “κύμα” της καπιταλιστικής αρπακτικότητας, αυτό των τελευταίων 15 - 20 χρόνων, παρά τους ύμνους των ιερέων του, αποδεικνύεται ό,τι και τα προηγούμενα: η ανισόρροπη βαρβαρότητα ενός απάνθρωπου συστήματος. Στην ασία και στη ρωσία ηχούν εκείνα που ψυθιρίζονται στην ευρώπη και στην βόρεια αμερική: η κρίση υπερπαραγωγής έχει σπρώξει την “κερδοφορία” στις αγορές χρήματος, προκαλώντας έναν χωρίς ιστορικό προηγούμενο πληθωρισμό, που κρύβεται (;) στην virtual κυκλοφορία των χρηματιστηρίων. Αν αυτό είναι το σκοινί για να κρεμαστούν όλοι οι κύριοι του κόσμου δεν είναι βέβαιο. Αντίθετα αυτό είναι το σκοινί που πνίγει ήδη εκατομμύρια κεφάλια του παγκόσμιου προλεταριάτου.
Κάτω από το βάρος της γενικευμένης πλαστοποίησης, που έγινε όχι απλά το προπέτασμα καπνού της καπιταλιστικής “προόδου” αλλά το ίδιο της το καύσιμο, δεν υπάρχει τίποτα να εμποδίσει το ενδεχόμενα που κομψά οι “ειδικοί” ονομάζουν καταστροφή της πραγματικής οικονομίας. Εδώ ή εκεί, λίγο ή πολύ, παντού. Μόνο που αυτή η καταστροφή δεν θα γίνει η αφετηρία της μαγικής εφόδου της αταξικής κοινωνίας, από “μόνης της”. Αλλά θα είναι (και είναι ήδη) καταστροφή των ζωών μας.
Ακόμα κιαν οι δυνατότητές μας είναι απειροελάχιστα ασήμαντες για την αναμέτρηση σ’ αυτό το “επίπεδο”, δεν είναι το ίδιο και οι θελήσεις μας. Οφείλουμε κατ’ αρχήν: να μην αιφνιδιαστούμε. Οφείλουμε κατ’ αρχήν: να αιφνιδιάσουμε.
Και πάλι: τις τωρινές αναμετρήσεις τις χάσαμε χτες, πριν ένα χρόνο, πριν πέντε. Δεν ωφελεί να κλαίει κανείς γι’ αυτό - κι ας υπάρχουν χίλιοι γαμημένοι τρόποι για θρήνους δίχως δάκρυα. Κι ας υπάρχουν χίλιοι γαμημένοι τρόποι για ήττες χωρίς ηττημένους...

Στη χώρα των λωτοφάγων.... κραυγές και ψίθυροι.

 
       

Sarajevo 2020