Sarajevo
 

   

η νοημοσύνη των τεχνικών

Sarajevo 56

“ο άνθρωπος είναι υπολογιστής”

... Το ζήτημα όμως προχωρεί βαθύτερα: αν πραγματικά η Τεχνητή Νοημοσύνη σχετίζεται λίγο μόνο με την τεχνολογία των υπολογιστών και πολύ περισσότερο με αφηρημένες αρχές της νοητικής οργάνωσης, τότε φαίνεται ότι εξαλείφονται οι διακρίσεις ανάμεσα στην Τεχνητή Νοημοσύνη, την ψυχολογία, ακόμα και την φιλοσοφία της νόησης. Είναι δυνατόν κάποιος να μελετήσει αυτές τις βασικές αρχές χρησιμοποιώντας εργαλεία και τεχνικές από την  επιστήμη των υπολογιστών, ή με τις μεθόδους της πειραματικής ψυχολογίας, ή με παραδοσιακούς φιλοσοφικούς όρους - αλλά, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για το ίδιο θέμα. Επομένως, μοιάζει να επίκειται ένα μεγάλο διεπιστημονικό “πάντρεμα” και, πράγματι, αρκετά ενθουσιώδεις ήδη ζητωκραυγάζουν. Για το νέο τους “ενοποιημένο” γνωστικό κλάδο επινόησαν το όνομα γνωσιακή επιστήμη (cognitive science).... Η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ψυχολογία, όπως επίσης και τμήματα της φιλοσοφίας, της γλωσσολογίας και της ανθρωπολογίας, δεν είναι τώρα πια παρά “υποειδικότητες” μέσα σε ένα μοναδικό πεδίο μελέτης της γνωσιακής ικανότητας, της ευφυΐας και της νόησης: δηλαδή του χειρισμού συμβόλων.
...
Όπως και αν είναι, ο μόνος θεωρητικός λόγος για να αντιμετωπίσουμε την σύγχρονη Τεχνητή Νοημοσύνη πιο σοβαρά από την επιστημονική φαντασία είναι η ισχυρότατη υπόθεση πως η νόησή μας εργάζεται βάσει υπολογιστικών αρχών. Με άλλα λόγια, μας ενδιαφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη ως μέρος της θεωρίας ότι οι άνθρωποι είναι υπολογιστές - και όλοι ενδιαφερόμαστε για τους ανθρώπους.
...
Και να πως ο Χομπς αναπτύσσει αυτή τη θέση του στο σημαντικότερο έργο του, τον Λεβιάθαν:
Όταν ένας άνθρωπος λογίζεται, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συλλαμβάνει ένα σύνολο από την πρόσθεση των μερών, ή να συλλαμβάνει ένα υπόλοιπο αφαιρώντας ένα άθροισμα από κάποιο άλλο... Αυτές οι πράξεις δεν σχετίζονται μόνο με αριθμούς αλλά με όλα τα είδη πραγμάτων που μπορεί να προστεθούν μαζί, ή να αφαιρεθούν το ένα από το άλλο. Γιατί, όπως οι επιστήμονες των αριθμών διδάσκουν πως να προσθέτουμε και να αφαιρούμε τους αριθμούς, έτσι και οι γεωμέτρες διδάσκουν το ίδιο για τις ευθείες, τα σχήματα ... τις γωνίες, τις αναλογίες, τους χρόνους, τις ταχύτητες, τη δύναμη, την ισχύ και τα παρόμοια. Οι επιστήμονες της λογικής κάνουν το ίδιο για τους ειρμούς των λέξεων, προσθέτωντας δύο ονόματα για να σχηματίσουν μια κατάφαση, και δύο καταφάσεις για  να κάνουν ένα συλλογισμό, και πολλαπλούς συλλογισμούς για να κάνουν μια απόδειξη...
Χωρίς αμφιβολία, ο Χομπς παρατραβάει τη μεταφορά της “πρόσθεσης”, αυτό όμως μπορούμε να το παραβλέψουμε έπειτα από τόσα χρόνια. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ότι συμπεριλαμβάνει το χρόνο, την ταχύτητα, τις δυνάμεις κ.α. στη δικαιοδοσία των γεωμετρών - προφανώς σκέφτεται τον Γαλιλαίο.
Ο Χομπς θαύμαζε πολύ τον Γαλιλαίο, και το 1634 έκανε ολόκληρο ταξίδι ως την Ιταλία μόνο και μόνο για να τον συναντήσει. Ιδιαίτερα η ανακάλυψη του μεγάλου Ιταλού πως η φυσική μπορεί να συνοδευτεί απ’ όλη τη μεθοδολογική αυστηρότητα των γεωμετρικών αποδείξεων, υπήρξε η άμεση πηγή έμπνευσης της ιδέας του Χομπς για τη διανοητική μέθοδο γενικά. Επομένως, η μεγαλοφυής του υπόθεση πως η σκέψη αυτή καθ’ εαυτήν είναι βασικά υπολογισμός, προέρχεται καθαρά από την επεξεργασία της ιδέας του Γαλιλαίου πως η μελέτη της κίνησης είναι κατά βάση γεωμετρία. Και η κύρια φιλοσοφική εργασία του ίδιου του Χομπς ήταν (όσο υπερβολικό και αν φαίνεται) μια προσπάθεια να κάνει για την πολιτική ό,τι έκανε ο Γαλιλαίος για τη φυσική... [1]

H υποστηρίξη ενός θεωρήματος με επιχειρήματα αρχαιολογίας είναι ένα απ’ τα αγαπημένα διανοητικά κλισέ της σύγχρονης καθεστωτικής παραγωγής: γιατί ο τάδε ή δείνα ισχυρισμός είναι “σωστός”; - μα επειδή ένας παρόμοιος είχε γίνει και πριν 200 ή 500 ή 1000 χρόνια. Μ’ αυτή την μέθοδο η αίγλη (και η σκοπιμότητα) των ρομπότ μπορεί να επικαλεστεί την καταγωγή της απ’ το εργαστήριο του θεού Ήφαιστου ή τον Τάλω. Είναι νόμιμη τότε και η αντίθετη σκέψη. Εάν ο “άνθρωπος / μηχανή” (με ό,τι μπορούσε να είναι η “μηχανή” ανά ιστορικές περιόδους ή πολιτισμούς) ήταν κάποτε μια ολοφάνερη μυθολογία, έπαψε άραγε ποτέ να είναι τέτοια; Τα τεχνικά κατορθώματα στην κατασκευή μηχανών είναι αρκετά για να μετατρέψουν τον “άνθρωπο / μηχανή” από Μύθο σε Αλήθεια; Έχουν καταφέρει άραγε ποτέ οι “θεωρητικοί” (και οι ιδεολόγοι) της υπεροχής των μηχανών τίποτε παραπάνω απ’ την μυθοποίηση του εαυτού τους και των έργων τους;

 

ο “ειδικός” είναι υπολογιστής

... Γιατί εύκολα μπορούμε να φανταστούμε μια μηχανή κατασκευασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να προφέρει λέξεις· και ακόμα, σε λίγες περιπτώσεις, λέξεις που αναφέρονται συγκεκριμένα σε κάποιες ενέργειες που επηρεάζουν τη φυσική της κατάσταση. Για παράδειγμα, αν αγγίξετε μία σε συγκεκριμένο σημείο, μπορεί να σας ρωτήσει τι θέλετε να πείτε, ενώ αν την αγγίξετε σε ένα άλλο να διαμαρτυρηθεί πως την πονάτε, κ.ο.κ. Όμως, ποτέ μια παρόμοια μηχανή δεν θα μπορούσε να διευθετήσει τις λέξεις της με πολλούς διαφορετικούς τρόπους έτσι ώστε να αντιδράσει στην έννοια των όσων λέγονται παρουσία της - πράγμα που και οι πιο ανόητοι άνθρωποι μπορούν να κάνουν...

Αν, διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, υποθέσετε ότι ο συγγραφέας του είναι κάποιος τωρινός που έχει υπ’ όψη του τις οθόνες αφής, κάνετε λάθος. Δεν είναι καν ο Turing της δεκαετίας του 1940, με τις τολμηρές ιδέες του για τις δυνατότητες μηχανοποίησης του υπολογισμού σαν διανοητικής δραστηριότητας. Το απόσπασμα αυτό είναι σκέψη Καρτέσιου, γραμμένο το 1637. Και, κατά συνέπεια, μπορεί κανείς να είναι σίγουρος ότι ο πληθυντικός του ρήματος “μπορούμε” ήταν απλά πληθυντικός μεγαλείου. Η γόνιμη σε αφαιρετικότητα σκέψη του Καρτέσιου μπορούσε να φανταστεί (αφηρημένα) πολλά, όπως μια μηχανή - που - προφέρει - λέξεις, τον 15ο αιώνα... Και, φυσικά, σ’ αυτήν την φαντασίωση, μπορούσε ο Καρτέσιος να βάλει τα δικά του αυθαίρετα όρια για το τι δεν θα μπορούσαν να κάνουν τέτοιες ομιλούσες μηχανές: δεν θα μπορούσαν μερικά που και οι πιο ανόητοι άνθρωποι μπορούν.
Το συγκεκριμένο απόσπασμα του Καρτέσιου λοιπόν δεν έχει αξία προφητείας. Ούτε έχει αξία “αυτονόητης γενεαλογίας” της (εξίσου αυτονόητης) πορείας της ανθρωπότητας προς τις υπολογιστικές μηχανές. Πρέπει να προσέξει κανείς το τρίγωνο που στήνει. Στην μία κορυφή, την ψηλότερη, είναι ο διανοούμενος (φιλόσοφος). Στη δεύτερη, στη βάση, είναι η (ομιλούσα) μηχανή. Στην τρίτη, πάλι στη βάση και απέναντι απ’ την δεύτερη, ο “άνθρωπος”, ακόμα και ο πιο ανόητος τέτοιος. Η κορυφή του διανοούμενου είναι που συλλογίζεται, φαντάζεται  - και συγκρίνει. Οι άλλες δύο κορυφές (η μηχανή και ο “όχι φιλόσοφος” έως και ο “πιο ανόητος” άνθρωπος) υπόκεινται στις παρατηρήσεις της. Που σημαίνει ότι υπόκεινται στον διανοητικό (και, αργότερα στον πολιτικό) έλεγχο της.
Υπάρχει ένας υπολογισμός που νομιμοποιεί αυτό το τρίγωνο, όχι “μαθηματικός” ή αναγώγιμος σε αριθμούς όμως. Ο υπολογισμός αφορά τον κοινωνικό καταμερισμό ικανοτήτων και αρμοδιοτήτων. Αδιάφορο εάν οι φίλοι - της - σοφίας ζούσαν πλούσια ή ταπεινή ζωή, δεν εννοούσαν τους εαυτούς τους “απλούς ανθρώπους”. Αλλά κάτι ανάμεσα στην τετριμένη (;) καθημερινότητα και στους θεούς· αισθητά ψηλότερα απ’ την πρώτη, κάπως χαμηλότερα απ’ τους δεύτερους. Απ’ αυτήν την θέση των φίλων της σοφίας η μηχανή / machina (για όσους πολιτισμούς αξιολογούσαν σημαντική την ύπαρξή της) είναι μεν σαφώς υποδεέστερη απ’ αυτούς, όχι όμως από κάθε άλλον “απλό άνθρωπο”.
Γιατί αυτό; Οι φίλοι - της - σοφίας εμφανίζονται (δηλαδή γίνονται αποδεκτοί σαν τέτοιοι) στην κοινότητα αφού πρώτα έχει εδραιωθεί ένας ορισμένος καταμερισμός εργασίας που χωρίζει τον “πνευματικό / διανοητικό” κόπο απ’ τον “σωματικό / χειρωνακτικό”. Που σημαίνει ότι το “πνεύμα” (προσωποποιημένο στον “σοφό”, τον “ιερέα” ή τον “μάγο”) τρέφεται απ’ το (εθελοντικά ή δια της βίας εξασφαλισμένο) πλεόνασμα της σωματικής / χειρωνακτικής κοινότητας. Και ενόσω την υπηρετεί (ή τέτοια είναι η άρρητη σύμβαση) πρέπει να επιβεβαιώνει τακτικά την διαχωρισμένη ανωτερότητά του, έτσι ώστε να απαλλάσσεται απ’ την κούραση, την φθορά και τους κινδύνους της σωματικής / χειρωνακτικής εργασίας για να γεμίσει το στομάχι του.
Απ’ την στιγμή που αυτός ο καταμερισμός / διπολισμός έχει εγκαθιδρυθεί, η μηχανή / machina, αυτός ο (εξελιγμένος) “μοχλός”, πολώνεται επίσης. Δεν είναι πια το εργαλείο που η σωματική / χειρωνακτική κοινότητα εφευρίσκει, κατασκευάζει, βελτιώνει, για να διευκολύνει την δουλειά και τη ζωή της. Εάν το εργαλείο έμενε στην πλήρη δικαιοδοσία της σωματικής / χειρωνακτικής κοινότητας, αυτή θα γινόταν επίφοβη για την υπεροχή (και την εξουσία) του φίλου - της - σοφίας. Όχι λοιπόν. Η μηχανή (απ’ τον θεατρικό γερανό του ελληνικού θεάτρου μέχρι τα “αυτόματα” του Ήρωνα απ’ την Αλεξάνδρεια, μέχρι...) είναι ένα εργαλείο πάνω απ’ τα εργαλεία, επειδή έχει και έναν δεύτερο πόλο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η διαχωρισμένη σοφία / σκέψη του “πνευματικού ανθρώπου”, και μόνο ή κυρίως η δική του σκέψη, την έχει φανταστεί. Την έχει “προβλέψει”, “προσχεδιάσει” (ακόμα και εντελώς αφηρημένα), ασκώντας ικανότητες και γνώσεις που η σωματική / χειρωνακτική κοινότητα δεν έχει. Ή δεν τις αναγνωρίζονται. Σε χρόνους που η κοινότητα δεν διαθέτει. Μ’ άλλα λόγια: η μηχανή γίνεται επίδειξη και επιβεβαιώση της πρακτικότητας και της άνεσης χρόνου της (διαχωρισμένης απ’ τον σωματικό κόπο) διάνοιας· συγγενεύει με το εργαλείο, που υπόκειται πάντα στον έλεγχο της σωματικής κοινότητας, αλλά είναι πάνω απ’ αυτό. Το εργαλείο είναι του “απλού ανθρώπου”. Η μηχανή είναι του διανοητικά “σύνθετου ανθρώπου” - και στον καπιταλισμό της διανοητικής διεύθυνσης των “απλών ανθρώπων”. [2]
Ας το διατυπώσουμε με την μορφή συμπέρασματος. Η φαντασία του Καρτέσιου για την ομιλούσα μηχανή δεν είναι ένα παλιό περιστατικό της αδιάκοπης αναζήτησης απ’ το ανθρώπινο είδος μηχανών που να του μοιάζουν, ή και να το ξεπερνούν. Είναι, αντίθετα, ένα επεισόδιο στην διαμάχη για τον έλεγχο των εργαλείων, μια διαμάχη που διεξάγεται σταθερά, με διάφορες μορφές και αφορμές στο εσωτερικό της πόλωσης μεταξύ (ανώτερου) πνεύματος και (κατώτερου) σώματος. Σ’ αυτήν την διαμάχη (που είναι διαμάχη κοινωνικής εξουσίας) η διαχωρισμένη σκέψη, για να διατηρήσει τα προνόμιά της, είναι “υποχρεωμένη” να παράγει μηχανές (όχι υποχρεωτικά ξύλινες ή μεταλλικές, αλλά επίσης διατάξεις, συλλογισμούς, εκπομπές, εκροές, κλπ) δηλαδή εργαλεία - που - μοιάζουν - στον - δικό - της - διαχωρισμό / ανωτερότητα. Και, αμέσως μετά, είναι “υποχρεωμένη” η διαχωρισμένη σκέψη να προσδιορίζει (και να ξαναπροσδιορίζει, απ’ αόριστον) τι απ’ την δική της “δουλειά” δεν μπορούν να κάνουν αυτές οι μηχανές. Σ’ αυτό το μοτίβο, η καπιταλιστική χρήση των μηχανών σήκωσε την δική τους γωνία του τριγώνου ψηλότερα απ’ την γωνία των “απλών ανθρώπων”, και έκανε (ή θέλει να κάνει) την τριγωνική διάταξη του Καρτέσιου μια απλή όρθια σκάλα: στην κορυφή η σκέψη της τεχνικής διανόησης, στη μέση η μηχανή, στη βάση ο “απλός άνθρωπος”.
Αυτό λέμε είναι ένας πολύ συγκεκριμένος (ως προς τα κίνητρα και τους σκοπούς του) υπο-λογισμός.

 

αυτόματη σκέψη;

Μπορεί η “cyberφιλοσοφία” να “ανακαλύπτει” χαρούμενα ότι η σκέψη είναι υπολογισμός (άρα και το αντίστροφο!), αλλά θα ήταν τόσο εύκολο να αποδείξουμε ότι κάνει σκόπιμα λάθος ώστε δεν χρειάζεται να το κάνουμε. Αλλού μας φαίνεται το ενδιαφέρον, και είναι ένα ενδιαφέρον ιστορικό. Πριν υπάρξει οποιαδήποτε απόφανση ειδικών για το - τι - είναι - σκέψη, έχει γίνει, με ειδικό τρόπο, το αντίστοιχο ερώτημα. Κι αυτός ο ειδικός τρόπος έχει όνομα: λέγεται πρόβλημα. Δηλαδή: το τι - είναι - η - σκέψη διατυπώνεται σαν “πρόβλημα”.
Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, από απροσεξία, ότι το να ανακύπτει μια ερώτηση - σαν - “πρόβλημα” είναι το ίδιο με το να ανακύπτει μια ερώτηση - σαν - απορία. Είναι όμως τεράστια η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο τρόπους αναρώτησης. Το “πρόβλημα” και η κατασκευή του (δηλαδή: η προβληματοποίηση) υπάγεται πάντα σε μια ορισμένη προ-διαμόρφωση του ερωτήματος έτσι ώστε να εμπίπτει στις δυνατότητες διαχείρισής του από κάποια τεχνική μέθοδο. “Προβλήματα” υπάρχουν στα μαθηματικά, και - κατά πάσα πιθανότητα - γεννήθηκαν μαζί με την γεω-μετρία. Ύστερα, τα “προβλήματα” επεκτάθηκαν στην φυσική. Και, αργότερα, χάρη στην ειδική οργάνωση της αστικής σκέψης, σχεδόν στα πάντα. [3]
Η αφηρημένη μορφή του “προβλήματος” ανήκει στην κοινότητα της σωματικής / χειρωνακτικής εργασίας: είναι ο κόμπος· γι’ αυτό και το “πρόβλημα” λύνεται ή μένει άλυτο. Με κάποια τόλμη θα υποστηρίζαμε ότι η ιδέα του “προβλήματος” είναι η υπεξαίρεση, απ’ την μεριά της διαχωρισμένης (και, προφανώς ανώτερης) σκέψης, μιας βασικής σωματικής / χειρωνακτικής εμπειρίας. Συνεπώς, ενώ η δημιουργία μιας ερώτησης σαν απορίας δεν επιβάλει προκαταβολικά στην ερώτηση κάποιους κανόνες, η δημιουργία μιας ερώτησης σαν προβλήματος προϋποθέτει ότι στην ίδια την ερώτηση υπάρχουν (όλα ή αρκετά από) τα υλικά της απάντησης· μόνο που αυτά τα υλικά είναι “μπερδεμένα” και πρέπει να τακτοποιηθούν.
Μας είναι εύλογο ότι η προβληματοποίηση, σαν η “ιθύνουσα σκέψη” των μαθηματικών και της φυσικής, κατασκευάζει ή/και αναγνωρίζει μόνο τις ερωτήσεις που οι ειδικοί θεωρούν πως μπορούν να απαντήσουν· ακόμα κι αν δεν τα καταφέρνουν πάντα στον βαθμό που θα ήθελαν. Μέσα σ’ αυτήν την διαδικασία, η ανανέωση της ερώτησης / προβλήματος “τι - είναι - η - σκέψη” είναι το κυνήγι της ουράς κάθε καινούργιου τεχνολογικού Παραδείγματος. Που σημαίνει: η ερώτηση / το πρόβλημα διαμορφώνεται προκαταβολικά έτσι ώστε να απαντιέται / λύνεται, έστω εν μέρει, με βάση τις κυρίαρχες (και ήδη διαμορφωμένες) πεποιθήσεις των τεχνικών.
Δεν βρίσκουμε τίποτα αξιοζήλευτο σ’ αυτόν τον κύκλο όπου οι βασικές προϋποθέσεις των απαντήσεων έχουν ακροβολιστεί πριν μπουν στο στόχαστρό τους οι ερωτήσεις. Η τεχνική νοημοσύνη (δηλαδή η νοημοσύνη των τεχνικών) θα πρέπει να ανακηρυχθεί επιεικώς μέτρια, οσονδήποτε εντυπωσιακά κι αν εμφανιστούν μπροστά μας τα αποτελέσματά της, δηλαδή η τεχνητή νοημοσύνη.
Όμως θα πρέπει να το ξέρουμε. Όσο περισσότερο οι απαντήσεις - περιμένουν - τις - ερωτήσεις κι όσο περισσότερο οι ερωτήσεις γίνονται ένα άγγιγμα επί της μηχανής, τόσο περισσότερο το “πρόβλημα” του “τι είναι η σκέψη” θα λύνεται de facto. Ένα αυτόματο θα είναι, και τίποτα δεν θα την κάνει άξια και αξία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - John Haugeland, Τεχνητή Νοημοσύνη.
[ επιστροφή ]

2 - Απ’ τον Μάρξ ως τον Βέμπερ και τους πρώτους επιγόνους τους τονίζεται με κάθε τρόπο η σημασία του διαχωρισμού του εργάτη απ’ τα εργαλεία του, υπέρ του ελέγχου και της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτός ο διαχωρισμός δεν επιτεύχθηκε ποτέ οριστικά· γι’ αυτό στην καπιταλιστική ιστορία επιχειρείται ξανά και ξανά, κατά κύματα. Κάθε κύμα κάνει συνθετότερο το “εργαλείο”, εμφανίζοντάς το σαν μηχανή δυνατότερη, ικανότερη (και, πλέον, “έξυπνη”). Το κέντρο βάρους των πλεονεκτημάτων κάθε μηχανικού κύματος, το αν δηλαδή οι μηχανές είναι “δυνατότερες”, “γρηγορότερες” ή “εξυπνότερες”, δείχνει αντεστραμένα τα χαρακτηριστικά του πεδίου της μάχης κατά της εργασίας. Φυσικά, σε κάθε κύμα, μαζί με την επίδειξη του “τι μπορούν να κάνουν οι μηχανές” υπάρχουν και ορισμένες σημειώσεις του “τι δεν μπορούν να κάνουν”. Αυτές οι σημειώσεις αφορούν και περιλαμβάνουν πάντα τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες μιας μειοφηφίας ειδικών, ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία, οι οποίοι φυσικά δεν σκοπεύουν να αυτοκαταργηθούν.
Μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον ιδεολογικό ρόλο της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών μπορείτε να διαβάσετε στο Γιατί οι μηχανές δεν παράγουν αξία, του G. Caffentzis, σε πρόσφατη επανέκδοση απ’ την Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα.
[ επιστροφή ]

3 - Ψυχολογικά προβλήματα, συναισθηματικά προβλήματα... σα να λέμε “μπερδέματα”. Των οποίων, όμως, τα ξεμπερδέματα έχουν απαλλοτριωθεί απ’ τα πρόσωπα και τις κοινότητές τους, και έχουν ανατεθεί στους ειδικούς. Προς “λύση”.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020