Sarajevo
 

 

 

 

 

Sarajevo 56

πίνακας του Ando Keskkula, 1979

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 56

Ο πύργος του ρολογιού στον καθεδρικό του Στρασβούργου (σήμερα).

 

χρονο-μέτρηση (μια μικρή ιστορία)

Ένα δευτερόλεπτο. Ή δύο δευτερόλεπτα. Ή μερικά δέκατα του δευτερολέπτου. Τέτοιες είναι οι χρονικές διάρκειες - αν μπορούμε να μιλάμε καν και καν για “διάρκεια” - που χωρίζουν το ασήμαντο απ’ την παγκόσμια φήμη. Μιλάμε για τους / τις δρομείς των αγώνων ταχύτητας. Επαγγελματίες αθλητές που, μέσα απ’ την εξεδίκευσή τους, αναπαριστούν στο όριό της μια ορισμένη οικονομία του χρόνου.
Ένα δευτερόλεπτο ή δύο, ή μόνο μερικά δέκατά του. Τόσος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διαφέρει η απόδοση ενός ασήμαντου αθλητή της σειράς με έναν παγκόσμιο πρωταθλητή. Αυτός είναι ο ωφέλιμος χρόνος, για τον οποίο (αξίζει μας λένε...) να κουράζεται κανείς, να προπονείται επί μήνες και χρόνια, αποτραβηγμένος σε μοναστήρια γυμναστικής. Αυτός είναι ο χρόνος που επενδύεται με την ενασχόληση εκατοντάδων και χιλιάδων ειδικών του ανθρώπινου σώματος, εργονόμων, χημικών, βιολόγων, γιατρών. Αυτός είναι ο χρόνος στον οποίο επενδύουν τις ελπίδες τους για κέρδη μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του πλανήτη. Για ένα δευτερόλεπτο ή δύο (ή μόνο μερικά δέκατά του) χιλιάδες, εκατομμύρια θεατές και τηλεθεατές τεντώνουν την προσοχή τους, αγωνιούν, στοιχηματίζουν, καυγαδίζουν, ελπίζουν, γοητεύονται, θριαμβολογούν, θυμώνουν.
Για αυτό το ένα δευτερόλεπτο ανθούν και κυνηγιούνται εμπόρια παράνομα και νόμιμα, κινητοποιούνται ή εξαγοράζονται υπηρεσίες δημόσιας τάξης, μιλούν και παραμιλούν δημοσιογράφοι και λαοπλάνοι, ξεροσταλιάζουν εικονολήπτες, εμπνέονται χρονομέτρες και σκηνοθέτες... Γι’ αυτό το ένα δευτερόλεπτο πανηγυρίζουν ή γκρινιάζουν πολιτικοί και υπήκοοι· γι’ αυτό το ένα δευτερόλεπτο ξεσπάει σάλος, σκάνδαλα και πανηγύρια.. Γι’ αυτό το ένα δευτερόλεπτο φτιάχνονται ευρύχωρα γήπεδα και αρένες, εφευρίσκονται νέα υλικά για ταρτάν, παπούτσια και φανέλες... Για ένα δευτερόλεπτο σακατεύονται εκατοντάδες και χιλιάδες αθλητές - της - σειράς, ώσπου να ξεχωρίσουν οι λίγοι ή ο ένας που είναι ικανοί να το κατακτήσουν.
Αυτά συμβαίνουν στους λεγόμενους αγώνες ταχύτητας του στίβου, συμβαίνουν και στην αγωνιστική κολύμβηση. Αλλού, το “τεράστιο / ελάχιστο μέγεθος” είναι μερικοί πόντοι, ακόμα κι ένας· ακόμα και λίγα χιλιοστά μήκους ή ύψους (στις ρίψεις ή στα άλματα). Ή μερικά γραμμάρια (στις άρσεις βαρών). Ή τεχνικές λεπτομέρειες αόρατες δια γυμνού οφθαλμού - τόσο αόρατες ώστε να αμφιβάλει κανείς αν υπάρχουν ή εφευρίσκονται επί τούτου (διάφορα είδη αγωνιστικής γυμναστικής).
Όλα αυτά τα ελάχιστα μεγέθη, οι ελάχιστοι χρόνοι, τα ελάχιστα μήκη, τα ελάχιστα βάρη, οι λεπτομέρειες και οι λεπτομέρειες των λεπτομεριών, τοποθετούνται στο κέντρο μαζικών τελετουργιών με τεράστιες προεκτάσεις και επιπτώσεις στη ζωή των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών. Οι μαζικές τελετουργίες, στην προκειμένη περίπτωση, λέγονται αθλητισμός.
Και με την βαθιά, μεταφυσική συμμετοχή στον αθλητισμό, το ελάχιστο (του χρόνου, του χώρου, της διαφοράς ικανοτήτων) φτάνει να γίνεται απόλυτα μέγιστο. Ιερό.
Τι είναι λοιπόν το τόσο μαγικό δευτερόλεπτο; Υπάρχει στ’ αλήθεια; Γιατί “αξίζει” τόσο πολύ; Σε ποιές κοινωνικές σχέσεις, και για ποιόν λόγο, θα μπορούσε να “αξίζει” ένα δευτερόλπετο ή μερικά δέκατά του; Τελικά: τι σχέση έχει η μυστικοποίηση του χρόνου με την καθημερινή (μας) ζωή; Όταν ένα απειροελάχιστο “κλάσμα χρόνου” γίνεται αντικείμενο μαζικών συμπεριφορών, ποιός είναι και πώς είναι ο χρόνος, ο υλικός χρόνος της καθημερινότητάς μας;
Είναι κοινότυπο, τόσο πολύ ώστε το να το υπενθυμίσουμε μπορεί να θεωρηθεί προκλητικό: ακόμα κι αν νομίζουμε το αντίθετο, δεν φαίνεται να μπορούμε να καταλάβουμε τον “χρόνο” έξω από την μέτρησή του. Πιο σωστά: αυτό που καταλαβαίνουμε σα “χρόνο” γενικά είναι μόνο η μέτρησή του! Αιώνες, χρόνια, μήνες, μέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα: σ’ αυτήν την τακτοποίηση του χρόνου τα ημερολόγια, οι αριθμήσεις, οι ημερομηνίες, τα ρολόγια, δεν είναι απλά καταγραφές “κάποιου πράγματος” που μπορούμε να το ενοήσουμε και χωρίς τις καταγραφές του. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: μέσα απ’ αυτές τις καταγραφές εκπαιδευόμαστε στην εννόηση (και στην “αίσθηση”) του χρόνου· αυτές είναι που δίνουν νόημα στον χρόνο. Οι καταγραφές τέτοιου είδους είναι που οριοθετούν τις διάρκειες των πραγμάτων, ανθρώπινων ή κοσμικών, κατασκευάζοντας τον χρόνο. Τελικά το κοινότυπο κρύβει μια παράξενη αλήθεια: χωρίς “μονάδες μέτρησης” ο χρόνος δεν υπάρχει· ή, είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το συλλάβουμε με την τωρινή μας εκπαίδευση.

Οι αρχαιολόγοι των ανθρώπινων πολιτισμών υποστηρίζουν ότι έχουν βρει σημάδια που θα μπορούσαν να αφορούν μέτρηση του χρόνου ηλικίας γύρω στα 20.000 χρόνια. Είναι χαρακιές σε κόκκαλα ή ραβδιά, οι οποίες (σύμφωνα πάντα μ’ αυτούς τους ειδικούς) θα πρέπει να ήταν μέτρημα ημερών πριν (ή μετά) το καινούργιο φεγγάρι. Όμως αυτός ο ισχυρισμός από μόνος του είναι λειψός. Χαράζοντας κάποιος απλά ένα σημάδι κάθε μέρα στην άκρη ενός βράχου δεν μπορεί να μετρήσει χρόνο. Πρέπει να έχει ακόμα κάτι, πολύ σημαντικότερο απ’ τις χαρακιές τις ίδιες: έναν τρόπο μέτρησης και αριθμητικών πράξεων, τουλάχιστον πρόσθεσης. Πρέπει, δηλαδή, να μπορεί να σκεφτεί και να πει: ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε... Και όπως έχουν αποδείξει άλλα ειδικοί (ανθρωπολόγοι αυτοί) η αρίθμηση - ανά - μονάδα είναι εφεύρεση κάποιων πολιτισμών και καθόλου ένα πανανθρώπινο χαρακτηριστικό. Υπάρχουν πολιτισμοί και κοινωνίες που αδιαφόρησαν για τέτοιες ασχολίες και ποτέ δεν προχώρησαν σε ποσοτικές έννοιες πέραν εκείνων που εμείς θα λέγαμε “καναδυό”, “λίγα”, “πολλά”. Γιατί; Επειδή αυτές οι κοινωνίες δεν συσσώρευαν οτιδήποτε, και άρα δεν είχαν λόγο να μετρούν “με ακρίβεια” οτιδήποτε.
Να, λοιπόν, η ακόμα πιο παράξενη προϋπόθεση της “μέτρησης του χρόνου”: για να εφεύρει κανείς έναν (οποιονδήποτε) τρόπο χρονομέτρησης πρέπει να μετράει κι άλλα “πράγματα” ήδη. Πρέπει να έχει έτοιμο ένα σύστημα αρίθμησης των πραγμάτων. Πρέπει να μετράει συγκεντρωμένο πλούτο...

Ένα από τα πιο παλιά και επεξεργασμένα συστήματα μέτρησης του χρόνου είναι εκείνο των αρχαίων αιγυπτίων. Η πρώτη εκδοχή του τοποθετείται (χρονολογικά) περίπου 4.500 χρόνια π.Χ. Φαίνεται ότι οι αιγύπτιοι ιερείς επέλεξαν να δώσουν αφετηριακή αξία στην ηλιακή άνοδο του αστερισμού του Σείριου, που είναι η πρώτη εμφάνιση του αστερισμού στον ουρανό ύστερα από μια περίοδο στην οποία είναι τόσο κοντά στον ήλιο ώστε δεν διακρίνεται. Αυτή η άνοδος γίνεται (σήμερα) τον Ιούλιο. Οι αιγύπτιοι ιερείς όρισαν την επαναμφάνιση του Σείριου σαν “αρχή του έτους” - και το έκαναν σκόπιμα. Η εμφάνιση του Σείριου έγινε η αφετηρία μιας τακτοποίησης με κοινωνικό νόημα. Γιατί λίγο μετά από την άνοδο του Σείριου άρχιζαν οι πλημμύρες του Νείλου, πλημμύρες για τις οποίες η αγροτική παραγωγή του αιγυπτιακού βασιλείου έπρεπε να είναι απ’ τα πριν έτοιμη. Δυο γεγονότα εντελώς άσχετα μεταξύ τους (ένας αστερισμός και ένα ποτάμι) δέθηκαν λειτουργικά δημιουργώντας την υλική αξία (έννοια) του χρόνου. Μετρώντας τις ημέρες ανάμεσα σε δύο διαδοχικές εμφανίσεις του Σείριου οι αιγύπτιοι ιερείς όρισαν την χρονιά των 365 ημερών. Οι περίοδοι της σελήνης προσέφερεαν τους μήνες... Στην πράξη λοιπόν υπήρχαν δύο παράλληλα συστήματα μέτρησης του χρόνου για αιώνες στην αίγυπτο: ένα ηλιακό και ένα σεληνιακό.
Αυτή η αρχαία αιγυπτιακή τακτοποίηση, αυτό το είδος μέτρησης του χρόνου, μοιάζει φυσιολογικό και λειτουργικό. Κρύβει όμως - διακριτικά, αλλά κρύβει - την καταγωγή και την “λογική” της τελετουργίας: οι βασιλιάδες της αιγύπτου ανέθεσαν στους ειδικούς τους (τους ιερείς) το καθήκον της μέτρησης του χρόνου πρώτον επειδή ήταν κιόλας σε θέση να συσσωρεύουν πλούτο από την (αγροτική) παραγωγή της επικράτειας που ελεγχόταν από τον στρατό τους... Δεύτερον, επειδή είχαν κάθε λόγο να προστατέψουν και να αυξήσουν αυτόν τον πλούτο... Και τρίτον, επειδή είχαν ήδη εκλεπτυσμένους τρόπους μέτρησης: ποσοτικές έννοιες, καταγραφές, λίστες, υπολογισμούς, αποθήκες και κατάστιχα.
Εκείνο που έκαναν οι ειδικοί πριν 65 αιώνες πριν από τώρα, ήταν να παρατηρήσουν και να καταγράψουν την τάξη κοσμολογικών φαινομένων: την περιοδικότητα των εμφανίσεων της σελήνης, τις εποχιακές μετατοπίσεις της τροχιάς του ήλιου, την θέση των αστερισμών στο στερέωμα, την κυκλικότητα της εμφάνισης του Σείριου. Μέτρηση ήταν αυτές οι καταγραφές. Κατασκευή του χρόνου μέσα από την μέτρησή του ήταν οι “εξηγήσεις” που έδιναν οι ιερείς σ’ αυτά τα ουράνια φαινόμενα. Αλλά και (κυρίως...) η εκπαίδευση των υπηκόων στην ενόηση του έτσι μετρήσιμου χρόνου. Οι θρησκευτικές τελετές και οι φαραωνικές εμφανίσεις, οι γιορτές και οι θυσίες, οι διαταγές και οι οδηγίες, οι δοξασίες και οι φόβοι, όλα αυτά αραδιασμένα στο “μετρημένο έτος” με την ίδια στσθερή κυκλικότητα όπως η περιοδικότηα του Σείριου ή της σελίνης, κατασκεύαζαν τον κοινωνικό χρόνο. Τον χρόνο σαν κοινωνική πραγματικότητα, σαν κοινωνική ζωή. Τον χρόνο σαν βασική παράμετρο της εκμεταλλευτικής τάξης του φαραωνικού βασιλείου.
Μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια και, υποτίθεται, “εξέλιξη του πολιτισμού”, τα ποδοσφαιρικά σαββατοκύριακα, οι χριστιανικές γιορτές, το καθημέρινο ωράριο δουλειάς ή τα τηλεοπτικά σήριαλ θεσμίζουν, με ανάλογο τρόπο, τον κοινωνικό χρόνο και τις εννοήσεις του.

Γύρω στο 3.000 π.Χ. οι σουμέριοι, σε μια άλλη, ιδιαίτερα γόνιμη και πλούσια αγροτική περιοχή του κόσμου, την Μεσοποταμία (το σημερινό ιράκ) χώρισαν το μερόνυχτο σε 12 τμήματα, και κάθε ένα απ’ αυτά σε 30 μικρότερα. Χίλια χρόνια μετά οι βαβυλώνιοι, διάδοχοι των σουμέριων στην ίδια περιοχή, χώρισαν το μερόνυχτο σε 24 τμήματα, κάθε ένα απ’ αυτά σε 60 μικρότερα, και κάθε ένα απ’ αυτά σε 60 ακόμα μικρότερα! Οι κοινές, άδειες ή γεμάτες ώρες μας, τα πολύτιμα λεπτά μας και τα ιερά δευτερόλεπτα των δρομέων και των κολυμβητών του σημερινού κόσμου κατασκευάστηκαν πριν 4.000 χρόνια σ’ εκείνο το μέρος του κόσμου όπου σήμερα οι εντόπιοι στερούνται τον καιρό να ζήσουν...
Οι μετρήσεις του χρόνου και οι υποδιαιρέσεις των χρονικών μεγεθών ήταν ταυτόχρονα θρησκευτική και τεχνική υπόθεση· σε πολιτισμούς όπου η θρησκεία και οι αναβαθμισμένες τεχνικές γνώσεις βρίσκονταν στα μυαλά και στα χέρια των ίδιων ειδικών. Θρησκευτικό ζήτημα ήταν κατά το ότι η παρατήρηση των κοσμολογικών φαινομένων είχε να κάνει με εξηγήσεις για την “τελειότητα του κόσμου” - συμπεριλαμβανόμενης πάντα της τάξης και της ιερότητας της εξουσίας σ’ αυτόν. Θρησκευτικό ζήτημα ήταν ακόμα κατά το ότι οι τρόποι μέτρησης ήταν, στις πλέον λεπτεπίλεπτες εκδοχές τους, προνόμια ανθρώπων στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας - μίγματα φιλοσοφικών στοχασμών και πρακτικών καθηκόντων. Τεχνικό ζήτημα ήταν απ’ την άλλη μεριά η μέτρηση του χρόνου κατά το ότι οι πρακτικές καταγραφής κάθε χρονικής διάρκειας απαιτούσαν και στηρίζονταν σε γνώσεις εφαρμόσιμες.
Έτσι, η βαβυλωνιακή χρονομέτρηση (όπως εξάλλου και κάθε άλλη) ήταν κράμα μυστικιστικών επενδύσεων σε συγκεκριμένους αριθμούς και τεχνικών εφαρμογών. Ο διαβαθμισμένος “χάρακας” (γνώμονας) ήταν γνωστός από το 3.500 π.χ. Και από το 1.500 π.χ. μνημονεύεται η χρήση του ηλιακού ρολογιού - με όλες τις απαραίτητες (και πολύπλοκες) διορθώσεις εξαιτίας των μετατοπίσεων της τροχιάς του ήλιου στη διάρκεια του έτους. Οι κλεψύδρες με άμμο ή τα ρολόγια νερού (όπου ο χρόνος μετριέται με την κάθοδο της στάθμης του νερού που τρέχει σιγά σιγά από μια τρύπα χαμηλά σ’ ένα δοχείο) ήταν σε χρήση στα ανάκτορα των Φαραώ επίσης απ’ το 1.500 π.Χ. Ελάχιστη πρακτική αξία είχαν σ’ εκείνους τους πολιτισμούς οι μικρές ή οι ελάχιστες χρονικές διάρκειες. Όμως η γνώση και η τακτοποίηση της μέτρησης του χρόνου έως τις πλέον μικρές λεπτομέριες που όχι ο χρόνος ο ίδιος αλλά τα μέσα της μέτρησής του έκαναν εφικτές, είχε αξία καθ’ εαυτήν. Η όσο πιο λεπτομερής “μέτρηση του χρόνου” ήταν (σαν) η πολυτελέστερη κατασκευή του χρονόμετρου. Όπως κάθε επιμέρους πολύτιμο πράγμα ήταν - ανάμεσα στα άλλα - λεπτοδουλεμένο, απ’ τα κοσμήματα μέχρι τα ρούχα και από τα ανάκτορα μέχρι την ζωγραφική, έτσι και ο χρόνος σαν παράσταση (μέσα απ’ τον τρόπο μέτρησής του) έπρεπε να είναι όσο πιο λεπτοδουλεμένος γινόταν. Η κατοχή επ’ αυτής της “λεπτής εργασίας”(της χρονομέτρησης)  ήταν κατοχή μιας σημαντικής διάστασης του κόσμου.
Το βαβυλωνιακό δευτερόλεπτο ήταν ένα χειροποίητο πετράδι, η αραχνοΰφανση της μέτρησης. Εργασία!!

Πολλούς αιώνες μετά, η θρησκευτική κυριαρχική αίγλη της χρονομέτρησης παρέμενε ατόφια και ζωντανή. Οι τεχνικοί τρόποι της είχαν εξελιχθεί: ο οδοντωτός τροχός (το γρανάζι) και το αντίβαρο χρησιμοποιούνταν για να μετατραπεί το βάρος σε ελεγχόμενη κυκλική κίνηση· κι αυτή, με τη σειρά της, σε χρονομέτρηση. Τα γιγάντια στρογγυλά ρολόγια που φτιάχνονταν μ’ αυτόν τον τρόπο έμπαιναν στους καθεδρικούς της ευρώπης - υπενθύμιση της πεποίθησης ότι αληθινός ιδιοκτήτης του χρόνου του κόσμου είναι ο θεός (των χριστιανών). Που ορίζει, ανάμεσα σε άλλα, και τις “στιγμές” της λατρείας του.
Στα 1354 για παράδειγμα, φτιάχτηκε το ρολόι των Τριών βασιλέων στον καθεδρικό του Στρασβούργου. Ο πύργος του κωδωνοστασίου εγγυόταν ότι το αντίβαρο είχε 12 μέτρα διαδρομής για να κατηφορίζει σιγά σιγά ενόσω έδινε κίνηση στα γρανάζια του. Η διακόσμηση του ρολογιού ήταν μνημείο / σπονδή στη θεϊκή τάξη του κόσμου: στο χαμηλότερο εξωτερικό σημείο υπήρχε ένα ημερολόγιο· ψηλότερα ένας αστρολάβος· κι ακόμα πιο ψηλά “η παρθένος και το θείο βρέφος”. Κάθε 4 ώρες εμφανίζονταν μπροστά στη θεϊκή οικογένεια περιστρεφόμενοι οι 3 μάγοι· οι καμπάνες κτυπούσαν· κι ένας κόκκορας / αυτόματο τίναζε τα φτερά του. Ο χρόνος και η μέτρησή του δεν ήταν ένα αποστειρωμένο γεγονός καθημερινής βιασύνης. Ήταν μια μηχανή που αναπαριστούσε την σοφία που εμπιστεύτηκε ο (χριστιανικός) θεός στους πιστούς του.
Στα μέσα του 16ου αιώνα ο καθεδρικός του Στρασβούργου ανήκε στο προτεσταντικό δόγμα - και το ρολόι του, φθαρμένο, χρειαζόταν επισκευή. Ο Κρετιέ Χέρλιν, αστρονόμος και μαθηματικός, με βοηθούς δυο ακόμα μαθηματικούς, ανέλαβε όχι απλά να επισκευάσει αλλά και να βελτιώσει τον μηχανισμό της χρονομέτρησης. Εν τω μεταξύ η εκκλησία πέρασε στα χέρια των ρωμαιοκαθολικών - και η υπερβολική ενασχόληση των επιστημόνων με την θέληση του θεού (και τους χρόνους του) πάγωσε. Τελικά το 1571 το ρολόι του καθεδρικού του Στρασβούργου ξαναλειτούργησε, εφόσον η εκκλησία πέρασε οριστικά στους προτεστάντες. Όχι απλά θρησκευτικής τάξης η χρονομέτρηση· αλλά και επίδικο αντικείμενο διαφορετικών θεολογικών ερμηνειών μέσα στην ίδια θρησκεία!
Ο (για το βατικανό) αιρετικός Galileo Galilei έκανε θεμελειώδεις ανακαλύψεις για τα εκκρεμή στα 1583: διαπίστωσε ότι η περίοδος ταλάντωσης εξαρτάται από το μήκος του εκκρεμούς. Έκανε τους αναγκαίους χρονικούς υπολογισμούς αυτής της σχέσης χρησιμοποιώντας σα χρονόμετρο τους κτύπους της καρδιάς του. Και ύστερα σχεδίασε αυτό που ονόμασε “ακριβές ρολόι”, βάζοντας το εκκρεμές σαν δυναμικό παραγωγό της κίνησης των δεικτών. Δεν πρόλαβε να το φτιάξει. Το πρώτο ρολόι με εκκρεμές κατασκευάστηκε το 1656. Αυτή μέθοδος χρονομέτρησης, με διαδοχικές βελτιώσεις, έμελλε να είναι η μοναδική μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Με μια αξιοσημείωτη εξέλιξη: οι μηχανισμοί εκκρεμούς άρχισαν να γίνονται όλο και μικρότεροι. Τεχικές, και συνταρακτικές ιδεολογικές αλλαγές, επέτρεψαν να γίνει η χρονομέτρηση κτήμα όχι μια μόνο του θεού ή του βασιλιά. Αλλά μιας κοινωνικής τάξης. Των αστών. Η μέτρηση του χρόνου μπήκε στους οίκους τους.

Εν τω μεταξύ ο Νεύτωνας, αυτός ο μεγάλος εισηγητής της εκκοσμίκευσης της τάξης του σύμπαντος, είχε διατυπώσει ανάμεσα σε άλλα και το θεώρημα που επρόκειτο να αποκτήσει αδιαμφισβήτητη ισχυ, αν όχι μεταξύ των φυσικών σίγουρα στον “απλό κόσμο”, ως σήμερα. Ιχυρίστηκε ότι ο χώρος υπάρχει απόλυτα, δηλαδή ανεξάρτητα απ’ την οποιαδήποτε παρατήρησή του. Και ισχυρίστηκε ακόμα ότι το ίδιο απόλυτα υπάρχει και ο χρόνος - σαν “ουσία” καθ’ εαυτήν, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε σύστημα μέτρησής του. Ναι, μ’ αυτούς τους ισχυρισμούς ο Νεύτωνας μετέφερε μια ως τότε βασική ιδιότητα του θεού (την καθ’ εαυτην ύπαρξή του, ανεξάρτητα απ’ το αν κάποιος τον βλέπει ή όχι) σε κοσμικές έννοιες.
Μπορεί (ή πρέπει) να αντιληφθεί κανείς πίσω απ’ αυτό το θεώρημα (ανα)κατασκευής του χρόνου την ανάδυση μιας καινούργιας κατηγορίας ειδικών, των επιστημόνων της φυσικής. Μιας καινούργιας κατηγορίας ειδικών που, σε αντίθεση με την μακριά γενεολογική σειρά των προγόνων τους, ένοιωθαν ότι δεν χρειάζεται να νομιμοποιούν τα συμπεράσματά τους και τις υποθέσεις τους ούτε στο θέλημα των ιερέων (σαν εκπροσώπων του θεού), ούτε στο θέλημα του βασιλιά και των αξιωματούχων του. Είναι αλήθεια: η αστική τάξη ανακατασκεύασε όχι μόνο επιμέρους νοήματα και θεσμίσεις αλλά και τις βασικές εννοιακές κατηγορίες που κληρονόμησε απ’ την αριστοκρατία. Από τότε και μετά η μέτρηση του χρόνου θα έπρεπε να νοείται σαν μέτρηση ενός μεγέθους που υπάρχει καθ’ εαυτό! Σιγά σιγά αλλά σταθερά η μέτρηση του χρόνου θα γινόταν απόλυτο μέτρο του κόσμου. Κι όχι, όπως πριν, κατανόηση της τάξης του.
Την Νευτώνια επανάσταση (στον ορισμό του χρόνου) ακολούθησαν βελτιώσεις και νέες επαναστάσεις, φιλοσοφικές απορίες και θεωρητικά άλματα. Κάθε όνομα που μνημονεύεται σαν σπουδαίο στην εξέλιξη της φυσικής διατύπωσε μια θέση, έναν αφορισμό, μια απορία ή μια αίρεση σχετικά με τον χρόνο. Σημαντικός στην αυγή του 20ου αιώνα είναι ο Αϊνστάιν: η θεωρία (του) της σχετικότητας διδάσκεται πια στα λύκεια, προκαλώντας πάντα εμπειρικά αμηχανία. Εν τέλει το μέγεθος χρόνος δεν είναι απόλυτο και πέρα απ’ την μέτρησή του, αλλά σχετικό - την ίδια ιστορική στιγμή που η μέτρησή του προελαύνει σε νέα ύψη ακρίβειας και κατηγορηματικότητας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αϊνστάιν η βεβαιότητα του “τώρα” είναι αντιεπιστημονική. Το “τώρα” υπάρχει μόνο υπό προϋποθέσεις, ανάλογα με το “σύστημα αναφοράς”... Ανάλογα με την ταχύτητα που κινείται αυτός που υποδεικνύει το “τώρα” σε σχέση με άλλους...

Εν τω μεταξύ η τεχνολογία της χρονομέτρησης δεν έμεινε με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στα εκκρεμή και τους σπιτικούς κούκους. Το 1928 τα εργαστήρια της εταιρείας Bell κατασκεύασαν το πρώτο ρολόι χαλαζία (quartz) με βάση την ηλεκτρική συμπεριφορά ορισμένων κρυστάλλων. Οι κρύσταλλοι του χαλαζία ταλαντώνονται με σταθερή συχνότητα όταν βρεθούν σε ηλεκτρικό πεδίο. Το 1949 το “εθνικό γραφείο τυποποίησης” των ηπα έφτιαξε το πρώτο ατομικό ρολόι, χρησιμοποιώντας αμμωνία.
Και το 1967 η επιστημονικοτεχνολογική εξέλιξη επέτρεψε να οριστεί το δευτερόλεπτο όχι πια σαν υποδιαίρεση της αστρονομικής ημέρας. Εντελώς διαφορετικά. Σαν 9.192.631.770 ταλαντώσεις του ατόμου του καισίου.
Αναμοχλεύοντας την γενεαλογία της χρονομέτρησης καταλήγουμε κάπου απρόσμενα: απ’ το μεγάλο σύμπαν στον υπατομικό κόσμο. Απ’ τον Σείριο στο καίσιο...

Τι είναι λοιπόν το “ιερό” δευτερόλεπτο; Είναι, από επιστημονική άποψη, που είναι η μόνη “έγκυρη”, 9 δισεκατομμύρια (και κάτι ψιλά) αρμονικές ταλαντώσεις του ατόμου του καισίου. Κανείς μας δεν το ξέρει, ούτε μπορεί να διανοηθεί τόσες ταλαντώσεις... Τουλάχιστον όμως ένας αριθμός σαν τον 9.192.631.770 μπορεί να παραστήσει “κάτι ιερό”. Τι; Πλούτο!! Πλούτο μετρήσιμων ποσοτήτων κατ’ αρχήν - τόσο μεγάλο νούμερο! Έτσι, γενικά και αφηρημένα.
Μοιάζει τώρα να φωτίζεται κάπως το ερώτημα του γιατί ένα δευτερόλεπτο μπορεί να φτιάξει (και να καταστρέψει) έναν Μπεν Τζόνσον μαζί με τα μύρια όσα ακολουθούν επενδεδυμένα επάνω στο δευτερόλεπτό “του”. Ή έναν Κεντέρη (αν θυμάστε...). Γιατί ένα δευτερόλεπτο είναι αντικείμενο μαζικού θαυμασμού, απογοήτευσης, ιατρικών και βιοτεχνολογικών περιαματισμών, φθόνου, έπαρσης, εθνικού οίστρου, ανακρίσεων, διαφημίσεων, πολιτικών αντιπαραθέσων, ηθικολογικών εκστρατειών, γηπεδικών παρανοιών, κοινωνιολογικών αναλύσεων... τόσα πολλά για ένα δευτερόλεπτο! Ναι. Αυτή η αξιοθαύμαστη μονάδα χρόνου, το δευτερόλεπτο, δεν είναι το ασήμαντο συστατικό μιας άχαρης μέρας, δεν είναι το υποπολλαπλάσιο ενός φταρνίσματος ούτε η φευγαλέα αίσθηση ενός χαδιού... Όχι. Το δευτερόλεπτο για το οποίο μπορεί να γίνει τόσος ντόρος και κόπος είναι η απειροστή συνθήκη δουλειάς του ανθρώπινου σώματος - που αποδεικνύει αυτό (το σώμα), στην αθλητική του έκφανση και σα συλλογική φαντασίωση, ότι έγινε γρηγορότερο κατά 9.192.631.770 ταλαντώσεις καισίου!

Έτσι ήταν απ’ την αρχή, κι έτσι παραμένει. Η κατασκευή του χρόνου είναι ένα μέρος της επιχείρησης κατασκευής του κόσμου. Προκειμένου περί του ανθρώπινου κόσμου, πρόκειται για την επιχείρηση κατασκευής της αντίληψης των πραγμάτων και των σχέσεων. Το να γίνεται αντικείμενο λατρείας το ένα δευτερόλεπτο (η θρησκεία του αθλητισμού είναι δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα γι’ αυτήν την λατρεία: το μπάσκετ προσκυνάει και τα “δέκατα” του δευτερολέπτου) σημαίνει ότι έχει γίνει αντικείμενο λατρείας, ανάμεσα στα άλλα, η βία της επιτάχυνσης. Σημαίνει ότι η ταχύτητα και η επιτάχυνση έχουν γίνει κιόλας δεσπόζουσες “αγιότητες”, τόσο ώστε να παρωθούν τα ανθρώπινα σώματα στον θρίαμβο ή στον γκρεμό (και στα δύο) ενός (ακόμα) “κερδισμένου” δευτερόλεπτου. Το ότι τέτοιες λατρείες μορφοποιούνται στον αθλητισμό δεν δείχνει την αθώωτητά τους.
Στο όνομα και προς τιμήν του ενός δευτερολέπτου, το “τώρα” (δηλαδή: η στάση) δεν παρουσιάζεται μόνο σαν κάτι αντιεπιστημονικό, όπως έλεγε για άλλους λόγους ο Αϊνστάιν. Αλλά και σαν αντικοινωνικό - με την εξαίρεση, φυσικά, του “αιώνιου τώρα” κάθε εξουσίας και των ενσωματωμένων απ’ τους υποτελείς εκδοχών της. Πιο σωστά: το μόνο “τώρα” που επιτρέπεται είναι αυτό του χρονομέτρη.
Έτσι εξηγείται που σε τόσες χειραφετικές επαναστάσεις του παρελθόντος ο χρόνος και η μέτρησή του ήταν ένας απ’ τους στόχους.
Η επανακτάκτηση του κοινωνικού πλούτου του “τώρα” ενάνται σε κάθε dt: να κάτι που θα λεγόταν εξτρεμισμός...

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο midnight rebel - έκδοση δρόμου, νο 4,
τον Σεπτέμβρη του 2004)

 
       

Sarajevo 2020