Sarajevo
 

 

 

 

Sarajevo 56
Ιππουργικό (συμβούλιο)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 56

... Κι ένα πανί εναντίον αυτών των κρατικής προέλευσης “blue κάτι” παρακαλούμε!...

 

τι έχει η έρμη και δεν πέφτει;

Άλλη μια μεγάλη προσπάθεια (;) να πέσει η κυβέρνηση, στις 19 και στις 20 του Οκτώβρη που πέρασε. Κι άλλη μια μεγάλη αποτυχία. Τι έχει αυτή η κυβέρνηση (με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της μαζί) που την κάνει ακλόνητη; Μήπως δεν μπαίνει στο ελικόπτερο που τόσοι έχουν φαντασιώσει επειδή είναι μια κυβέρνηση - ελικόπτερο; Ένας θίασος, σα να λέμε, που παίζει την παράστασή του στεκόμενος στον αέρα; Ή μήπως (αυτό ακριβώς θα κοιτάξουμε να τεκμηριώσουμε στη συνέχεια) η ως τώρα σταθερότητά της οφείλεται ακριβώς και μόνο στο γεγονός ότι τόσοι και τέτοιοι προσπαθούν να την “ρίξουν” με τέτοιον “ορθόδοξο” τρόπο;
Συμβαίνουν για καιρό και σε μεγάλη κλίμακα μερικά διανοητικά στραμπουλήγματα που κανείς δεν παραδέχεται αλλά μπορεί να έχουν μεγάλη πολιτική αξία. Για παράδειγμα: οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι “η χώρα βρίσκεται υπό κατοχή” και ότι “το Βερολίνο ή οι Βρυξέλες κάνουν κουμάντο στην ελλάδα”, προσπαθούν να ρίξουν μια κυβέρνηση θεωρώντας την κατ’ εξοχήν ένοχη των “αποφάσεων” και των “μέτρων”. Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν και τα δύο, δηλαδή και ο θίασος να είναι απλό ενεργούμενο και να είναι υπεύθυνος του κακού; Δεύτερο παράδειγμα: οι ίδιοι άνθρωποι που δηλώνουν διατειμένοι να ξεφορτωθούν αυτήν την προδοτική, σκληρή κι απάθρωπη κυβέρνηση, είναι σίγουροι ότι και η όποια επόμενη “τα ίδια θα κάνει”. Άλλη αντινομία: γιατί να θέλεις να ξεφορτωθείς κάτι όταν ξέρεις ότι και το επόμενο θα είναι ίδιο; Εδώ η σατανική αριστερά (πλην κ(ορ)κ(ον)ε) έχει μια εξαιρετικά σατανική απάντηση, που δείχνει μεγάλο βάθος πολιτικής στρατηγικής σκέψης. Ναι λέει αυτή η αριστερά τα ίδια θα κάνουν και οι επόμενοι, αλλά επειδή θα ξέρουν ότι ρίξαμε τους προηγούμενους θα είναι αναγκαστικά πιο μαζεμένοι. Μάλισταααα! Αυτή προτείνεται σαν η αξία του “ρίχνω την κυβέρνηση”: για να είναι η επόμενη “πιο μαζεμένη”.... Πατρική σοφία: ρίχνω ένα ξεγυρισμένο χαστούκι στον “μεγάλο” γυιό, για να μαζευτεί ο “μικρός”...
Τρίτο παράδειγμα: αυτοί οι (δήθεν) έρμοι βουλευτές του πα.σο.κ. υποφέρουν. Απ’ την μια η “συνείδησή” τους... απ’ την άλλη το “καλό της πατρίδας”... Νοιώθουν έναν εκβιασμό λένε, και τον ισχυρισμό τους τον επιβεβαιώνουν και οι ομιλούσες κεφαλές της κοινοβουλευτικής αριστέρας... Όμως εάν είναι έστω και στο ελάχιστο αλήθεια ότι το “ελληνικό δημόσιο χρέος” είναι ένα κόκκαλο που έχει κάτσει στο λαιμό του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτισμού, της ευρωπαϊκής ένωσης και της ζώνης του ευρώ, “εάν” λέμε συμβαίνει έτσι (και κανείς απ’ τους 300 δεν το αμφισβητεί), τότε είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι τέτοια σοβαρά ζητήματα, στα οποία μια κάποια ελληνική χρεωκοπία ή ημιχρεωκοπία παίζει ακόμα κάποιο ρόλο, έχουν αφεθεί στα χέρια του κυρίου Ταδούπουλου και της κυρίας Δεινοπούλου, ελλήνων βουλευτών; Είναι δυνατόν, δηλαδή, να πιστεύει κανείς - για να το πούμε συγκεκριμένα - ότι η “6η δόση” ή η 7η (και, κατά συνέπεια, η εσωτερική στάση πληρωμών) εξαρτιέται απ’ την ψήφο του, και όχι από άλλους, σημαντικότερους λογαριασμούς; Είναι δυνατόν, τελικά, να είναι τόσο ψώνια όλοι αυτοί ησυνειδησημουσπαραζειαλλααμαρτανωγιατοπαιδιμου ώστε να νομίζουν ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές, και ότι εάν (για παράδειγμα...) καταψήφιζαν το “άρθρο 37” όλοι, την άλλη μέρα θα συνέβαιναν αλυσιδωτά η χρεωκοπία της ελλάδας, η κατάρρευση των γαλλικών τραπεζών και η διάλυση του ευρώ; Έτσι φαίνεται... Ακριβώς: "φαίνεται”.
Πάντως, οποιοσδήποτε πρακτικός άνθρωπος καταπιανόταν με κάτι και έβλεπε ότι δεν μπορεί να το κάνει, απ’ την πρώτη κιόλας φορά, θα ασχολιόταν με το τι δεν κάνει σωστά. Αλλά η πολιτική, σαν τεχνική της εξουσίας, στην ελληνική εκδοχή της σίγουρα, δεν φαίνεται να ανήκει στην κατηγορία των πρακτικών ενεργειών. Ούτε καν το ρίξιμο μιας κυβέρνησης δεν είναι πρακτική δουλειά. Είναι μεταφυσική, με ιστορική έννοια: ας κάνουμε (και ας ξανακάνουμε, κι ας ξανακάνουμε) αυτό που πριν 30 ή 40 χρόνια θα μπορούσε να ρίξει μια κυβέρνηση...  Αλλά γιατί αυτό να έχει τώρα πια αποτέλεσμα;

Θα είμασταν ανακόλουθοι εάν παριστάναμε τους κατόπιν εορτής και εκ του ασφαλούς “προφήτες”. Έχουμε όμως διατυπώσει έγκαιρα ορισμένες βασικές σκέψεις για την δομή του επίσημου συστήματος εξουσίας στην ελλάδα. Και προκύπτει σταθερά ότι οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά μας είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα απ’ ότι οι “πόθοι” και η “απελπισία” εκατοντάδων χιλιάδων υπηκόων. Δεν θα ήταν βέβαια εφικτό αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες να ξέρουν τα βασικά περί Θεάματος και “ενσωματωμένου ψέμματος”, ακόμα και στους θεσμούς· πολύ περισσότερο που τόσο το Θέαμα όσο και τα ψέμματα τα έχουν απολαύσει για καιρό. Απ’ την άλλη όμως δεν γίνεται να παρακάμπτουμε τα βασικά. Και το βασικό είναι αυτό, εδώ και χρόνια: εκεί που νομίζουν οι υπήκοοι ότι “λαμβάνονται οι αποφάσεις” και ότι “εδράζεται η κυβέρνηση”, στο πρώην ανάκτορο της πλατείας Συντάγματος, δεν γίνεται τίποτα περισσότερο από απλή επικύρωση. Αξίας ίδιας με την επικύρωση του γνήσιου της υπογραφής σε οποιοδήποτε συνοικιακό αστυνομικό τμήμα. Οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού! Όχι μόνο ή κυρίως στο Βερολίνο, στο Λονδίνο, στο Παρίσι ή όπου άλλου φαντασιώνουν τα “υπο κατοχήν” μυαλά. Αλλά στην Εκάλη, στην Γλυφάδα, στη Μύκονο ή στη Ρόδο· σε καλοεπιπλωμένα πολιτικά ή/και δικηγορικά γραφεία στο κέντρο των μεγάλων πόλεων, σε ακριβά εστιατόρια και ξενοδοχεία, σε κότερα και σε επαύλεις. Μακριά απ’ τα φώτα και τις υποδείξεις της δημαγωγίας και της μηντιακής μεσολάβησης, μακριά απ’ την ένταση και την δραματοποίηση που προορίζονται για τους υποτελείς. 
Τα στερεότυπα των κοινοβουλίων, των υπουργικών συμβουλίων και συσκέψεων, και τα υπόλοιπα, είναι μόνο για μαζική κατανάλωση. Και αποπροσανατολισμό. Δεν πρόκειται για καινούργια εξέλιξη. Συνέβαινε (και όχι μόνο στην ελλάδα) για καιρό, τις “καλές εποχές”, πολύ πριν την τελευταία όξυνση της κρίσης. Συμβαίνει και τώρα. Καθόλου δεν πρόκειται για κάτι του είδους “συγκέντρωση της εξουσίας”, “παγκόσμια διακυβέρνηση” και τα παρόμοια - αυτά είναι άλλα παραμυθάκια του συρμού, φτηνά και παρανοϊκά, για να χάσκουν οι υποτελείς με τις συνωμοσίες των δυνατών. Όχι. Πρόκειται για τους υποχρεωτικούς μετασχηματισμούς των συστημάτων καπιταλιστικής διεύθυνσης (στα οποία συστήματα περιλαμβάνονται και οι εκλογές, τα κόμματα, τα συνδικάτα, τα κοινοβούλια, οι υπουργικές καρέκλες... - αλλά όχι μόνον αυτά) που οφείλονται στη γενική ταξική απάντηση των αφεντικών, στη γενική καπιταλιστική αναδιάρθρωση των τελευταίων 3,5 δεκαετιών. Αν δεν λαμβάνονται υπ’ όψη ούτε καν τα βασικά αυτών των μετασχηματισμών, κι αν η διανοητική αδράνεια και η συναισθηματική ρουτίνα στρέφονται εναντίον κάποιας “θέσης” που κάποτε κατοικούσε η εξουσία αλλά όχι πια, τότε, όσοι και να “βαράνε”, βαράνε τον αέρα. Ότι πολλοί και διάφοροι επωφελούνται απ’ την καθήλωση και τον αναχρονισμό, δεν αλλάζει τίποτα: το να βαράς τον αέρα είναι μια καλή εκτόνωση, μικροαστικά λειτουργική ως ένα σημείο - ταξικός ανταγωνισμός πάντως δεν είναι. Όπως κι αν βαφτίζεται. Γιατί ο ταξικός ανταγωνισμός έχει ανάμεσα στα άλλα κι αυτό το κουσούρι: είναι πρακτικός.

Να ένα άλλο βασικό. Ούτε ο Σημίτης, ούτε ο Καραμανλής ο Β, ούτε ο Παπαντρέου ο Γ έφτασαν στην κορυφή της νόμιμης “πολιτικής εξουσίας”, έγιναν πρωθυπουργοί δηλαδή, επειδή “αυτό αποφάσισε ο λαός”. Καθόλου έτσι δεν συνέβη, κι ας νομίζει ο “λαός” ό,τι γουστάρει, και ανάμεσα στα υπόλοιπα ας νομίζει ότι αποφασίζει. Και οι τρεις τους προωθήθηκαν από μηχανισμούς και κυκλώματα του βαθέος ελληνικού κράτους - και το ήξερε / ξέρει ο καθένας τους πολύ καλά. Γιατί πριν γίνουν πρωθυπουργοί έπρεπε να γίνουν “αρχηγοί των κομμάτων τους” - απλό δεν είναι; Αλλά τι ήταν αυτά τα κόμματα (όπως, άλλωστε, όλα τα κόμματα, μεγάλα ή μικρά ή μικρότατα) ήδη απ’ την δεκαετία του ‘80 αν όχι συνθέσεις και αντιθέσεις μηχανισμών και κυκλωμάτων, εν πολλοίς (αλλά όχι απόλυτα...) φανερών; Ο “λαός” κλήθηκε - και αναφερόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 κι όχι στο 2009, ε; - να επικυρώσει αυτές τις επιλογές των μηχανισμών και των κυκλωμάτων. Ήδη λοιπόν, από τότε, η “εκλογή κυβερνήσεων” ήταν πράξη επικύρωσης αποφάσεων που λαμβάνονταν πολύ νωρίτερα και αλλού - κι αυτό δεν ενοχλούσε κανέναν. Επειδή το πράγμα δούλευε, και μάλιστα δούλευε με τον εξής πολύ χρήσιμο τρόπο: εάν ο - όποιος - αξιότιμος - κύριος - πρωθυπουργός έπασχε από κανά μεγαλειώδες και βοναπαρτιστικό σύνδρομο “εκσυγχρονισμού”, διοικητικού / κρατικού ή παραγωγικού / καπιταλιστικού, (συμβαίνουν και τέτοια, παίρνουν τα μυαλά των ανθρώπων της εξουσίας αέρα) τότε οι μηχανισμοί και τα κυκλώματα φρόντιζαν είτε να εμποδίσουν είτε να τροποιήσουν είτε να προσαρμόσουν αυτές τις ονειρώξεις. Πριν γίνουν “κυβερνητικές αποφάσεις”, αλλά και μετά, στην “εφαρμογή”.
Δεν αποκαλύπτουμε κρατικά μυστικά, ούτε παραβιάζουμε ανοικτές πόρτες. Σποραδικά, κομματιασμένα, αρκετά είναι γνωστά - μόνο που καμιά πολιτική ανάλυση με την δέσμευση να υπηρετήσει τον ταξικό ανταγωνισμό στην ελλάδα δεν τα λαμβάνει υπ’ όψη της. Βολεύει το “αφηρημένο”, το σχηματικό, το κλισαρισμένο, το εύπεπτο - γιατί “πουλάει”. Ποιούς βολεύει; Και πάλι μηχανισμούς και κυκλώματα.
Να ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα. Ένας δημοσιογράφος (ο Κώστας Βαξεβάνης), που εάν βρισκόταν εκτός μηχανισμών και κυκλωμάτων απλά θα δούλευε σαν κούριερ ή εργάτης οικοδομής, θυμίζει στον νυν υπ.οικ. την πλούσια και καίρια “νομοθετική παραγωγή” του απ’ τις διάφορες υπουργικές θέσεις της καριέρας του. Λέει (δήθεν θυμωμένος) ο δημοσιογράφος με ταραγμένη διατύπωση:
Στα υπουργεία που υπηρετήσατε, τα νομοθετήματά σας (ναι, ξέρω είναι της Βουλής, αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ) τα συναντώ συνεχώς σε έρευνές μου, ως “απσίδα προστασίας” του πολιτικού συστήματος και του ζωτικού του χώρου.
Και συνεχίζει (ο δημοσιογράφος) απαριθμώντας μερικά απ’ αυτά τα νομοθετήματα: α) το νόμο “περί ευθύνης υπουργών”, που προστατεύει τα μεγάλα υπουργικά φαγοπότια από κακά συναπαντήματα· β) το νόμο για την λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, που παίζοντας με τις “προσωρινές άδειες” στρώνει όλο το πεδίο για κάθε είδους δοσοληψίες· γ) το νόμο για “τα χρέη των παε” που χάρισε σε διάφορους “ιδιοκτήτες” (αδαμάντινοι κύριοι όπως ξέρετε) διάφορα όχι ασήμαντα “χρέη”· δ) την σωτηρία της proton bank, του μυστηριώδους επιχειρηματία Λαυρεντιάδη δηλαδή. Δεν αναφέρει (ο δημοσιογράφος) τις σχέσεις του συγκεκριμένου πολιτικού άνδρα με την ελληνική εκκλησία, ίσως επειδή τους σχετικούς με την περιουσία της νόμους, τους φροντίζουν άλλοι.
Ενώ λοιπόν θα ήταν λάθος, απ’ την σκοπιά του πραγματικού καταμερισμού εξουσίας, να πει κανείς “η βουλή αποφάσισε” όλα αυτά τα σπουδαία και πολλά άλλα παρόμοια (όχι· η βουλή επικύρωσε), θα ήταν πάλι λάθος να πει “ο Βενιζέλος αποφάσισε”. Όχι· ο σύζυγος της κυρίας Μπακατσέλου μπορεί (ίσως) να αποφασίζει το τι θα φάει και τι θα φορέσει, όχι όμως τι θα γίνει με τις πολιτικές προσόδους, με τα μήντια, με τις παε ή με τις τράπεζες. Το σωστό είναι ότι αποφάσισαν οι ενδιαφερόμενοι (πίνοντας τα ουίσκια τους ή σνιφάροντας τις κόκες τους) και ανέθεσαν στο νομομαθή υπουργό να δώσει μορφή νόμου στις αποφάσεις τους. Αυτό συνέβαινε πριν την κρίση, συμβαίνει και τώρα. Ο υπουργός ακούει τις απαιτήσεις “κάποιων” (εντόπιων 100%) και πορεύεται. Το ίδιο κάνει άλλωστε και η περιβόητη “τρόικα” - εκτός εάν νομίζετε ότι αυτοί οι ανώτεροι υπάλληλοι του δντ και της ε.ε. είναι ακατάδεκτοι καλόγεροι, και δεν συμμετέχουν σε πάρτυ, βεγκέρες, χοροεπερίδες, tea meetings, γεύματα, δείπνα, οργιάκια με βοϊδόνυχα α λα κρεμ, κλπ... Η διαφορά τους με τον υπουργό είναι ότι πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψη και τις απαιτήσεις των δανειστών, που δεν είναι τίποτα τυχαίοι.
Εάν παραθέσουμε “συλλογικά υποκείμενα” του είδους σεβ, τραπεζίτες, εφοπλιστές, βιομήχανοι, έμποροι μεγάλου μεγέθους κλπ στη θέση αυτοί αποφασίζουν (και, στη συνέχεια, η κυβέρνηση “διαμορφώνει” και το κοινοβούλιο “επικυρώνει”), θα έχουμε την τυπική μορφή η αστική τάξη και οι πολιτικοί υπάλληλοί της. Αλλά το πράγμα δεν είναι τόσο απλό. Η εκκλησία (σαν οικονομικό μέγεθος / επιχειρηματίας) δεν ανήκει στην αστική τάξη· όπως δεν ανήκουν σ’ αυτήν οι υπάλληλοι της βουλής, οι ιδιοκτήτες ταξί, οι μισθωτοί των ελ.πε., οι ιδιοκτήτες φροντιστηρίων, οι δεσμοφύλακες των ελληνικών φυλακών. Δεν ανήκουν στην αστική τάξη (τουλάχιστον με την ιστορική έννοια της λέξης) ούτε οι ναρκοβαρώνοι, οι έμποροι λευκής σαρκός, οι αξιωματικοί της αστυνομίας ή οι “μικροϊδιοκτήτες” πλυντηρίων χρήματος. Το φάσμα των ντόπιων αφεντικών που θα μπορούσε να ενταχθεί στην καρδιά του όρου “αστική τάξη” έχει μεν συγκεκριμένα και αυστηρά συμφέροντα, δεν καλύπτει όμως σε καμία περίπτωση το σύνολο των “αποφάσεων” κρατικής διοίκησης. Μέσα σ’ αυτές τις αποφάσεις υπάρχει άφθονος χώρος κινήσεων και δράσεων (ή αδρανειών) για πλήθος άλλων υποκειμένων, που μπορούν να φτάνουν ως μεγάλα τμήματα των μισθωτών.
Μέσα σ’ αυτόν τον “άφθονο χώρο” ήταν που διαμορφώθηκαν απ’ την δεκαετία του ‘80 και μετασχηματίστηκαν μεγαλώνοντας απ’ την δεκαετία του ‘90 και του ‘00 άλλου είδους μηχανισμοί και κυκλώματα - που έχουν αποφασιστική ικανότητα και ισχύ, σε ότι αφορά τα δικά τους επιμέρους συμφέροντα. Δεν είναι μια “σκιώδης” ή “παράλληλη” κυβέρνηση· αλλά αυτό που έχουμε ονομάσει βαθύ κράτος, του οποίου η έκταση και οι αρμοδιότητες φτάνουν απ’ το οργανωμένο έγκλημα ως τις μικροδιευθετήσεις και μικροπαροχές σε διάφορες περιοχές και θέσεις του κοινωνικού εργοστάσιου, απ’ την οργάνωση των κομμάτων και των συνδικάτων μέχρι τις μυστικές υπηρεσίες και την “εξωτερική πολιτική”.
Έχουμε γράψει και ξαναγράψει στο παρελθόν επ’ αυτού. Για την πολιτική πρόσοδο, για την κρατικοποίηση του εγκλήματος... Το βασικό είναι ότι πρόκειται για “δομές” που δεν εμφανίζονται ποτέ και πουθενά ολόκληρες, “δομές” που ενώ είναι πανταχού παρούσες στην καθημερινή ζωή, αναγνωρίζονται πάντα μόνο εν μέρει, και μόνο ανάλογα με την θέση που βρίσκεται ο κάθε παρατηρητής. Είναι δομές και συμπαγείς αλλά και ρευστές, και “δικτυακές” αλλά και συγκεντρωτικές, στην εντέλεια προσαρμοσμένες στην μεταμοντέρνα συνθήκη και σ’ όλο το εύρος της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, όποιες ιδιαιτερότητες κι αν έχει αυτή από κράτος σε κράτος. Σαν αυτόνομοι χρησιμοποιούμε τον όρο σύμπλεγμα γι’ αυτές τις “δομές”, με πρώτη χρήση του όρου στο σύμπλεγμα της ασφάλειας.

Για την πολιτική ανάλυση, κι ακόμα περισσότερο για την προλεταριακή ανάλυση και κριτική, η αναγνώριση του γεγονότος ότι αυτές οι “δομές”, αυτά τα “συμπλέγματα”, δεν έχουν δευτερεύοντα ρόλο στην εκμετάλλευση της εργασίας, στην άσκηση της εξουσίας (των εξουσιών πιο σωστό) και στην διανομή των οφελημάτων απ’ αυτές, αλλά, αντίθετα, αποτελούν το πραγματικό κράτος, αυτή η αναγνώριση είναι κομβική. Τα αναλυτικά μας εργαλεία δεν έχουν διαμορφωθεί σ’ όλο το απαιτούμενο εύρος, όμως θεωρούμε βέβαιο πως οποιοσδήποτε παρακάμπτει, αγνοεί ή υποτιμά τους μηχανισμούς και τα κυκλώματα, ακόμα κι αν το κάνει χωρίς δόλο (δεν ανήκει, δηλαδή, σ’ αυτές τις δομές), κάνει μια τρύπα στο νερό. Όσο δίκιο και να έχει, όσος θυμός κι αν τον πνίγει. Εν τέλει, η στοχοποίηση μιας “κυβέρνησης” που δεν αποφασίζει αφού, απλούστατα, μορφοποιεί και επικυρώνει είτε τα συμφέροντα της αστικής τάξης, είτε τα συμφέροντα (συμμαχικών ή εμπόλεμων) μηχανισμών και κυκλωμάτων, είτε και τα δύο μαζί, είναι υπεκφυγή τεράστιας κλίμακας.
Αλλά αυτή η θέση (μας), περί πραγματικού κράτους, είναι μόνο μια αρχική θέση. Στην “παραδοσιακή” δόμηση του αστικού κράτους (που, παρεπιπτόντως, στην ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ) τα πράγματα μοιάζουν σαφή όταν πρόκειται να πολεμήσει κανείς εναντίον, ας πούμε, “μέτρων λιτότητας”. Διαμορφώνονται αντιπαλότητες που μοιάζουν καθαρές. Καθόλου δεν ισχύει το ίδιο όταν υπάρχουν σε τέτοια έκταση και πυκνότητα μηχανισμοί και κυκλώματα, αλλοσυμπληρούμενα και αλληλοαποκλειόμενα συμπλέγματα εξουσιών, προσόδων, και εκμετάλλευσης. Στην ουσία του ο σχηματισμός είναι πάντα καπιταλιστικός. Αλλά οι αρθρώσεις αυτού του σχηματισμού, τα “δυνατά” και τα “αδύνατα” σημεία του, δεν είναι δημόσια εκτεθειμένα· ούτε οι συνδέσεις μεταξύ τους· ούτε οι αντιθέσεις τους. Ένα καλό τμήμα της “κοινωνίας” (ένα τμήμα διαταξικό, άρα ένα τμήμα στο οποίο συμπεριλαμβάνεται πλήθος μισθωτών) υπάγεται σ’ αυτά τα συμπλέγματα· τα συμφέροντα και οι συμπεριφορές αυτού του τμήματος δεν έχουν ούτε τα κίνητρα ούτε την σκοπιμότητα που φαίνεται από πρώτη ματιά· υπάρχουν δεύτερα, τρίτα και τέταρτα “επίπεδα”, αν και η λέξη “επίπεδο” δεν ταιριάζει για κάτι που είναι πολυμορφικό. Ο σχηματισμός λοιπόν παραμένει καπιταλιστικός, όπως παραμένουν καπιταλιστικές και οι λειτουργίες· ό,τι, όμως, εμφανίζεται σαν “ανταγωνιστικό” (π.χ.: συνδικάτα, ή “αγανακτισμένοι”, ή “κόμματα της αριστέρας”) δεν είναι τέτοιο.
Απέναντι στην πολυπλοκότητα, την πλαστοπροσωπία, τις διπλές και τριπλές “ηθικές” που αποτελούν μερικές απ’ τις λειτουργικές αρχές των μηχανισμών και των κυκλωμάτων, θα έλεγε κανείς πως ο (ταξικός) αντίπαλος των σύγχρονων προλετάριων είναι δυσδιάκριτος. Και πως προκειμένου να ψάχνουμε “ψύλλους στ’ άχυρα”, προσανατολισμοί του είδους να πέσει η κυβέρνηση (ή κάτω ο καπιταλισμός...) έχουν, τουλάχιστον, το πλεονέκτημα της απλότητας και της αμεσότητας. Ακριβώς αυτό υποστηρίζουμε, ανάποδα: η “απλότητα” και η “αμεσότητα” είναι ψευδή πλεονεκτήματα για όσους και όσες θέτουν εαυτούς στη μεριά του προλεταριακού συμφέροντος· και πως εν όψει της αντικειμενικής δυσκολίας να αναλυθεί ο πραγματικός αντίπαλος, η “απλότητα” και η “αμεσότητα” που χρησιμοποιούν τα καθεστωτικά κυκλώματα και οι καθεστωτικοί μηχανισμοί συγκαλύπτουν τον πραγματικό αντίπαλο, έως του σημείου να του ανοίγουν μεγάλα περιθώρια μέσα στις γραμμές του ανταγωνισμού. Που δεν είναι πια παρά ένα φάντασμα, ένα τερατώδες ψέμα.

Στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί μας ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, που βρίσκεται το “να πέσει η κυβέρνηση”; Βρίσκεται στον γαλαξία (και στην μαγεία) του απλού και άμεσου ... αποπροσανατολισμού. Προσοχή!!! Όχι επειδή είναι γενικά λάθος το να πέφτουν οι κυβερνήσεις! Αλλά επειδή για να θέσει ένα συλλογικό υποκείμενο (και) έναν τέτοιο στόχο, πρέπει να πατάει σε σταθερό, ακλόνητο, δικό του έδαφος. Αυτό ίσχυε πάντα, ισχύει και τώρα. Μόνο που το σημερινό σταθερό κι ακλόνητο προλεταριακό έδαφος δεν είναι καθόλου το ίδιο μ’ εκείνο πριν 40 ή 100 χρόνια. Δεν υπάρχει καν έτοιμο - πρέπει να κατασκευαστεί.
Για να μπορεί κανείς να σπάσει τον καθρέφτη δεν πρέπει να αγαπάει το είδωλό του σ’ αυτόν. Για να μπορεί να απειλήσει κανείς έναν θεσμό “μεσολάβησης / επικύρωσης” όπως είναι οι ελληνικές κυβερνήσεις εδώ και δυο δεκαετίες, πρέπει να έχει αυτονομηθεί απόλυτα, όχι απ’ τα επιφαινόμενα του θεσμού (του είδους “δεν τους ξαναψηφίζω”) αλλά απ’ τα ουσιαστικά λειτουργικά του στηρίγματα: τα κυκλώματα και τους μηχανισμούς υπεξαίρεσης, διαμεσολάβησης, ακύρωσης. Είναι η έξοδος από, και η γενικευμένη (εργατική) αντιπαλότητα απέναντι και σ’ αυτά ακριβώς τα “αόρατα” συμπλέγματα, που, καθώς θα έδειχνε ότι οι αληθινοί δημιουργοί του πλούτου αρνούνται την πραγματική χειραγώγησή τους, θα αποσταθεροποιούσε το σύστημα ελέγχου. Αφού, για να κλονιστεί οποιαδήποτε κυβέρνηση πρέπει να έχει προχωρήσει η αποσάρθρωση των αληθινών (η λέξη με το ιστορικό της νόημα) εξουσιών στη βάση τους. Η εκ μέρους των εργατών πραγματική και πρακτική αποδιάρθρωση προηγείται της εκ μέρους των εργατών αποσταθεροποίησης [1]. Αλλιώς, την όποια κυβέρνηση την “ρίχνουν” (δηλαδή: την αντικαθιστούν) κυκλώματα και μηχανισμοί όταν τους βολεύει.

Είναι όμως αλήθεια. Θέλει δουλειά, πολύ, έξυπνη και συλλογική δουλειά σε μεγάλη κλίμακα, για να αναλύσει και να χαρτογραφήσει η τάξη μας το σύνολο των μηχανισμών και των κυκλωμάτων που μεσολαβούν και εποπτεύουν τόσο την εκμετάλλευση όσο και την πειθάρχησή της. Δεν είναι πάντως όλα άγνωστα - πολλά είναι γνωστά, αλλά “ασύνδετα”. Απ’ την άλλη μεριά η αυτοτελής πολιτική ανασύνθεση της τάξης μας δεν περνάει υποχρεωτικά απ’ τον επίλογο της ανάλυσης. Δεν είναι προϋπόθεση το να ξέρουμε τα πάντα, μέχρι τελευταίας κεραίας, περί του πραγματικού κράτους στην ελλάδα, για να συγκροτηθούμε και να δράσουμε για τα δικά μας συμφέροντα και μόνο. Οι προϋποθέσεις είναι ελαφρά διαφορετικές. Πρώτον, να έχουμε την βασική επίγνωση του γενικού χαρακτήρα του ντόπιου καπιταλισμού και κράτους· μέσα σ’ αυτήν την βασική επίγνωση περιλαμβάνεται και η γνώση ότι ο προσοδισμός είναι ένας δόλιος “φίλος”, ένας μασκαρεμένος εχθρός. Δεύτερον, να ενισχύσουμε και να διευρύνουμε την ενστικτώδικη προλεταριακή καχυποψία μας απέναντι σε όλα τα “ενωτικά”, διαταξικά (δηλαδή μικροαστικά) προτάγματα. Τρίτον, να έχουμε εκείνη την στοιχειώδη ταξική αυτοπεποίθηση που (μας) συμβουλεύει πως είμαστε πράγματι ικανοί, αν δείξουμε την απαιτούμενη επιμονή και υπομονή, να δημιουργήσουμε “ακόμα και εκ του μηδενός” τόσο τα σωστά (για την τάξη μας) πολιτικά περιεχόμενα, όσο και τις κατάλληλες οργανωτικές μορφές. Και τέταρτον, να απαλλαγούμε οριστικά τόσο απ’ τις μεσσιανικές προσδοκίες όσο και απ’ την τυρρανία του “εδώ και τώρα”.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Οι έννοιες αποδιάρθρωση και αποσταθεροποίηση προέρχονται απ’ την θεωρητική, αναλυτική εργαλειοθήκη της ιταλικής αυτονομίας, στα ‘70s. Η αποδιάρθρωση αφορούσε την διάλυση των σχέσεων κοινωνικής ηγεμονίας του καπιταλισμού· η αποσταθεροποίηση αφορούσε το σύστημα πολιτικής διεύθυνσης (το “πολιτικής” με την έννοια των τεχνικών της εξουσίας). 
Λεζάντα

 
       

Sarajevo 2020