Sarajevo
 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 55

 

εφεδρεία - και εφύδρωση

Μοιάζει με αλλοπρόσαλλη, ασυνάρτητη - τουλάχιστον τέτοια είναι μία απ’ τις κατηγορίες εναντίον της. Μοιάζει ένας ερασιτεχνικός θίασος σε διαρκείς (και μάλλον αποτυχημένους) αυτοσχεδιασμούς. Αλλά αυτή η κυβέρνηση επιβεβαιώνει με τον τρόπο της την “μετα Κοσκωτά” αλήθεια του κυβερνάν στην ελλάδα. Και σ’ ένα τουλάχιστον σημείο, το θέατρό της έχει γίνει πειστικό: ότι τάχα, λόγω έκτακτων συνθηκών, έχει δώσει τα κλειδιά σε άλλους.
Η ιστορία με τον υπερτροφισμό του δημόσιου τομέα είναι παλιά. Παλιότερη ωστόσο είναι η παραδοχή ότι σε καπιταλιστικούς σχηματισμούς σαν τον ελληνικό (που δεν είναι η μοναδική περίπτωση του πλανήτη) το κράτος λειτουργώντας σαν εργοδότης είναι υποχρεωμένο να δρα και σαν ο εργοδότης “ύστατη λύση”. Αυτό η έκφραση σημαίνει ότι για περισσότερους του ενός λόγους ο περιβόητος “ιδιωτικός τομέας” δεν μπορεί να απορροφήσει (με το χαμηλό κόστος που θα τον βόλευε) το μεγαλύτερο μέρος της διάθεσιμης εντόπιας εργασίας· και αυτή την αδυναμία την καλύπτει το κράτος, για να μην φτάνει η ανεργία σε τέτοια μεγέθη που θα προκαλούσε κοινωνικές εκρήξεις και αστάθεια διοίκησης.
Είναι γνωστό ακόμα (είναι;) ότι η θέσμιση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων πιστώνεται στον πρώτο (αναγνωρισμένο) μεταρρυθμιστή του ελληνικού κράτους / καπιταλισμού στον 20ο αιώνα, τον Βενιζέλο (τον “μεγάλο”, για να μην γίνεται μπέρδεμα με άλλους συνώνυμους, “μικρούς”). Με την αναθεώρηση του συντάγματος (του 1864) που έγινε το 1911. Η μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων σκόπευε σε πολύ σοβαρότερους στόχους απ’ το να χαϊδέψει τ’ αυτιά τους - εξάλλου μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο μεγάλος και τι είδους ήταν ο δημόσιος τομέας το 1911. Η μονιμότητα λοιπόν σκόπευε να απαλλάξει την δημόσια διοίκηση - δηλαδή την κρατική εξουσία και τις λειτουργίες της - απ’ τις κομματικές εναλλαγές των διαδοχικών κυβερνήσεων. Γιατί ως τότε (αλλά και αργότερα, παρά την συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας) κάθε κόμμα που κέρδιζε τις εκλογές φρόντιζε να διώξει / απολύσει τους δημόσιους υπαλλήλους που ήταν ψηφόφοροι του εχθρού, και να διορίσει στις ίδιες θέσεις δικούς του. Και στην επόμενη κυβερνητική αλλαγή, φτου κι απ’ την αρχή. Ό,τι και να λέγεται ή να γράφεται λοιπόν, η μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων ήταν ο ων ουκ άνευ όρος για την ύπαρξη κράτους στην ελλάδα με εναλλαγή των κομμάτων στην κυβέρνηση. Για να το κάνουμε λιανά: η μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων ήταν η εγγύηση μιας κάποιας πολιτικής δημοκρατίας.
Απ’ το τέλος της κατοχής και μετά, επιλέχτηκε απ’ τα ντόπια αφεντικά και τους κοινωνικούς συμμάχους / λακέδες τους ένας διαφορετικός δρόμος. Το μονοκομματικό (ουσιαστικά) κράτος. Αφού ήταν εγγυημένη η μονοκρατορία της “δεξιάς” το ζήτημα της μονιμότητας δεν ήταν το ίδιο κομβικό. Τελικά, το σύνταγμα του 1975, ανανέωσε την μονιμότητα, στο μέτρο που η πολυκομματική δημοκρατία ήταν ξανά “ελεύθερη”.
Παρ’ όλα αυτά, εκείνο που η εκσυγχρονιστική ματιά των “φιλελεύθερων” του Βενιζέλου ήθελε να εμποδίσει το 1911, ύστερα απ’ το τέλος “του κράτους της δεξιάς”, εβδομήντα χρόνια μετά, το 1981, πήρε μια καινούργια τροπή. Αφού οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν ήταν δυνατόν να απολυθούν, η εξυπηρέτηση των “δικών μας παιδιών” σήμαινε όχι αντικατάσταση αλλά νέες προσλήψεις. Με συναίνεση αυτή η μέθοδος ακολουθήθηκε ... μέχρι αύριο.
Όμως θα ήταν “θεωρία συνωμοσίας” το να αποδόσει κανείς τον αριθμό των δημόσιων υπαλλήλων μόνο (ή κυρίως) στην αιώνια λαιμαργία των κομμάτων εξουσίας (και των μικρότερων, φανερών ή αφανών συνεταίρων τους) να ικανοποιήσουν την ζήτηση αξιοπρεπούς εργασίας απ’ τους ψηφοφόρους τους. Οι ίδιες οι αρμοδιότητες του κράτους / δημόσιου, και άρα το εύρος, η στελέχωση και η συνθετότητα των δημόσιων υπηρεσιών, παρακολουθούσαν ήδη απ’ τον Β παγκόσμιο πόλεμο και μετά την καπιταλιστική ανάπτυξη. Η προσφορά υπηρεσιών για τα νήπια παρακολούθηε την είσοδο χιλιάδων γυναικών στην “αγορά εργασίας”... Η προσφορά υπηρεσιών ψυχικής υγείας παρακολούθησε τις κοινωνικές (κινηματικές κατ’ αρχήν) αλλαγές σε ότι αφορά την τρέλα... Η προσφορά υπηρεσιών υγείας παρακολούθησε τις αλλαγές (ορισμένες φορές ριζικές) στην κοινωνική εννόηση της υγείας και της αρρώστιας... Και ούτω καθ’ εξής: το “δημόσιο μεγάλωνε” παντού, σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, όχι επειδή τα κόμματα ήθελαν να αποκαταστήσουν τους ψηφοφόρους τους, αλλά επειδή τα αφεντικά όφειλαν (ή παρίσταναν ότι οφείλουν) να φροντίζουν με μη εμπορευματικούς τρόπους μερικές βασικές ανάγκες των υπηκόων. Που στη διάρκεια του 20ου αιώνα πολλαπλασιάστηκαν. Περισσότερα παιδιά στο σχολείο (υποχρεωτική εκπαίδευση), περισσότεροι νέοι στο πανεπιστήμιο (άνοιγμα κοινωνικών προοπτικών / ανάγκες στελέχωσης της παραγωγής και της διοίκησης), μεγαλύτερος πληθυσμός στις πόλεις, άρα μεγαλύτερες ανάγκες μετακίνησης / συγκοινωνίας, πολυπλοκότερη φορολόγηση, κρισιμότερος ρόλος της κοινωνιολογίας και της χωροταξίας, κλπ κλπ. Τελικά, για να το πούμε απλά: είτε περισσότεροι είτε λιγότεροι, είτε τεμπέληδες είτε εργατικοί, ένα είναι βέβαιο για τους δημόσιους υπαλλήλους, στην ελλάδα και παντού: δεν ήταν ποτέ οι ίδιοι που αποφάσισαν για την κατασκευή των θέσεων (εργασίας) τους.

Αυτά είναι γνωστά και κοινότυπα, αλλά χρειάζονται. Χρειάζονται όταν ο μεγάλος εργοδότης εμφανίζεται επί σκηνής μ’ ένα μαχαίρι, και αρχίζει να κόβει. Δεν υπάρχει αμφιβολία (ούτε και επιχείρημα της προκοπής) ότι το τωρινό (και το αυριανό) πολιτικό προσωπικό του κράτους δεν έχει κανένα ορθολογικό σχέδιο “μείωσης των υπαλλήλων” έτσι ώστε η δημόσια / κρατική διοίκηση να συνεχίσει να δουλεύει, και μάλιστα να βελτιώσει την παραγωγή της. Η - υποτιθέμενα έξυπνη - κουβέντα του κομπλεξικού νυν υπουργού οικονομίας ότι καλά, σε 900.000 [υπαλλήλους] δεν υπάρχει ένα 3% που να περισσεύει; είναι της ίδιας τάξης και της ίδιας αξίας με την εξής: καλά, σε τόσα κιλά κρέας, δεν υπάρχει ούτε τόσο τοις εκατό λίπος; - κουβέντα που δεν αφορά τον ίδιο αλλά οποιοδήποτε χασάπικο. Φυσικά οι κυβερνώντες (και όχι μόνο οι φανερά τέτοιοι) δεν κρύβουν ότι δρουν σαν δρεπανηφόρο σε ό,τι αφορά την εργασία: ρυθμίζουμε τα ξυράφια, και ό,τι περισσεύει το τρώει το σκοτάδι. Κι ύστερα ξαναρυθμίζουμε τα ξυράφια, και ξαναορμάμε... Και ξανά και ξανά.
Ωστόσο η εφεύρεση της “εφεδρείας” είναι τόσο ακριβής, τόσο διεστραμμένα ακριβής, ώστε οι κατηγορίες περί “ασυναρτησιών” και “ερασιτεχνικών” των κυβερνώντων να πέφτουν στο κενό. [1] Ενόσω η μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων εξακολουθεί να ισχύει τυπικά (στο τυπικό σύνταγμα) είναι γνωστό ότι απ’ τον όγκο των εργαζόμενων στις κρατικές και δημόσιες υπηρεσίες ένα μόνο μέρος έχουν διοριστεί. Οι υπόλοιποι προσλαμβάνονται, εδώ και χρόνια, είτε σαν “αορίστου χρόνου” είτε σαν “συμβασιούχοι” - κατηγορίες μισθωτής εργασίας που υπάγονται στο ιδιωτικό δίκαιο (έστω κι αν οι εμπλεκόμενοι νομίζουν άλλο). Όμως ενώ η ορθολογική αντιμετώπιση του (υποτιθέμενου) πληθωρισμού υπαλλήλων θα σήμαινε απολύσεις, είναι ακόμα πιο βέβαιο ότι οι απολύσεις συνεπάγονται και αποζημιώσεις. Που σημαίνει ότι απ’ την σκοπιά του τεφτεριού “έσοδα έξοδα”, και σε κοντοπρόθεσμους λογαριασμούς, η απόλυση / αποζημίωση σημαίνει μεγαλύτερη “επιβάρυνση” απ’ ότι οι μισθοί.
Συνεπώς, η επινόηση της “εφεδρείας” είναι μια εκδοχή του κρατικού / καπιταλιστικού “δεν πληρώνω”. Δεν πληρώνω μισθό (παρά μόνο μια ελεημοσύνη λίγο μεγαλύτερη απ’ το επίδομα ανεργίας), δεν πληρώνω όμως ούτε αποζημίωση. Δεν είναι πάντως μόνο αυτό.
Η απόλυση είναι ζόρικη κατάσταση, ειδικά για μισθωτούς που (καλο)έμαθαν την σταθερότητα του (σχετικά καλού, καλού, ή άριστου) μισθού, της ανέλιξης, των αυξήσεων, των παροχών - και των κυκλωμάτων. Αλλά, σε τελευταία ανάλυση, επιτρέπει στον καθένα να ξαναλογαριάσει την ζωή και την πορεία του, σε δυσάρεστη και σκληρή “μηδενική βάση”, ενόσω η αποζημίωση μπορεί να τον καλύψει για κάποιο διάστημα. Εν τέλει μπορεί να πάρει των ομματιών του. Η “εφεδρεία” είναι κάτι που μόνο ψυχο-συναισθηματικά εμφανίζεται σαν “καλύτερο” απ’ την απόλυση· στην πράξη είναι πολύ χειρότερο, έστω κι αν χρειάζεται και οι ίδιοι οι θιγόμενοι να το καταλάβουν. Η “εφεδρεία”, μαζί με τις δόλιες υποσχέσεις ότι “μπορεί”, “ίσως”, “κάτι μπορεί να γίνει μελλοντικά” (με εσένανε...) σημαίνει βαρύ δέσιμο του καθενός και της καθεμιάς στους μηχανισμούς μεσολάβησης και εξασφάλισης προσόδων· μηχανισμούς εξαιρετικά οικείους για τους δημόσιους υπαλλήλους. Οι υποσχέσεις και οι ελπίδες σφυρηλατούνται λοιπόν ξανά σαν επίχρυσες αλυσίδες. Εν τω μεταξύ κανείς απ’ τους “εφέδρους” δεν θα μπορεί να τα βγάλει πέρα με τα ψίχουλα της εφεδρικής ανθρωπιστικής βοήθειας. Όμως εάν βρει οποιαδήποτε (συμπληρωματική) δουλειά, θα χάσει κι αυτά τα ψίχουλα· θα λογαριάζεται σαν παραιτημένος... Τι μένει λοιπόν; Η μαύρη δουλειά!... Αυτό ακριβώς κάνει η “εφεδρεία”, με ακόμα μεγαλύτερη κατηγορηματικότητα απ’ ότι η απόλυση: σπρώχνει τους χιλιάδες “εφέδρους” στην μαύρη (δηλαδή ωμά υποτιμημένη) εργασία. Που σημαίνει, με απλά λόγια: το κράτος φροντίζει (και μ’ αυτόν τον τρόπο) την τροφοδοσία των γραναζιών της άγριας εκμετάλλευσης.
(Χρειάζεται μια κάποια έμφαση εδώ. Τι χωρίζει το κράτος περιστολέα της ανεργίας απ’ το κράτος προαγωγό της μαύρης εργασίας; Πολλά ίσως, αλλά κατά την γνώμη μας δύο τουλάχιστον. Πρώτον, η εξαφάνιση της ταξικής συνείδησης απ’ τους υπαλλήλους του, και η γενίκευση της σχέσης “προστάτη / προστατευόμενου”, που ταιριάζει μια χαρά σε οποιαδήποτε μαφία. Και δεύτερον, η ακλόνητη ισχυρογνωμοσύνη του μικροαστισμού.)
Εν τέλει, δεν είναι καν μόνο αυτό. Με την μέθοδο της “εφεδρείας” το κράτος / εργοδότης σκοπεύει να “φάει” και τις αποζημιώσεις, όταν έρθει η στιγμή της απόλυσης. Γιατί “ο τελευταίος μισθός” (τα ψίχουλα του επιδόματος συντήρησης) θα ληφθεί υπ’ όψη. Το ίδιο ισχύει και για τους “έφεδρους” που είναι λίγο πριν την σύνταξη.

Αυτά όλα είναι οφθαλμοφανή. Οφθαλμοφανές όμως είναι κι αυτό: σε 900.000 δημόσιους υπάλληλους ΔΕΝ υπάρχει ένα 10% με εργατική συνείδηση! Που σημαίνει, δεν υπάρχει ένας αναγκαίος (αλλά σχετικά μεγάλος) αριθμός ανθρώπων ικανών και διατεθειμένων να ιεραρχήσουν μακράν πρώτο στην όποια αντί-δρασή τους την υπεράσπιση ενός συλλογικού δικαίου. Το “συλλογικό” εδώ δεν σημαίνει ούτε “υπαλληλικό” ούτε “δημοσιοϋπαλληλικό”. Σημαίνει νέτα σκέτα εργατικό. Εκείνο που στην πράξη συμβαίνει είναι ότι οι ίδιοι μηχανισμοί και τα ίδια κυκλώματα της πολιτικής προσόδου (υποθέτουμε ότι ξέρετε τι σημαίνει αυτό), υπερασπίζονται τώρα “υποσύνολα συμφερόντων”, εναντίον άλλων παρόμοιων υποσυνόλων. Όχι εμείς (στην εφεδρεία ή και στις απολύσεις) - οι άλλοι. Οποιοιδήποτε άλλοι· αρκεί “όχι εμείς”.
Και είναι ακριβώς σ’ αυτό το είδος “αντίδρασης” που οι κυβερνώντες επιβεβαιώνουν την ιστορική τους αλήθεια, για την οποία έχουμε μιλήσει αναλυτικά έγκαιρα. Ο ερασιτεχνισμός και η αλλοφροσύνη των αποφάσεών τους θα ήταν πραγματικά τέτοιες εάν είχαν να αντιμετωπίσουν εργατική τάξη. Αλλά δεν έχουν, και το ξέρουν. Δεν έχουν απέναντι τους ένα εργατικό υποκείμενο μαζικό, συντεταγμένο, αυτόνομο στις σκέψεις και στις δράσεις, και αποφασισμένο. Έχουν απέναντί τους μηχανισμούς, τμήματα μηχανισμών, δηλαδή ακριβώς εκείνο στο οποίο ανήκουν και οι ίδιοι. Συνεπώς εφαρμόζουν μια τακτική “θυελλωδών ελιγμών”, που απλά μετατοπίζει διαρκώς τα επίδικα διαπράγματευσης μεταξύ μηχανισμών και κυκλωμάτων (των δικών τους και των άλλων, των άλλων και των παράλλων) προκαλώντας ένα θέαμα αστάθειας, ασάφειας και ελεγχόμενων (τουλάχιστον αυτό επιδιώκουν) πανικών. Το ίδιο πράγμα που εμφανίζεται σαν ανικανότητα (απ’ την μεριά τους), μπορεί να είναι η ικανότητα ενός αμμοπόλεμου εναντίον πύργων στην άμμο.

Φυσικά, κοιτώντας τις φάτσες τους, τις γκριμάτσες τους, την φτηνή τους ρητορική, επιτρέπεται ο καθένας να σκεφτεί: μα αυτοί δείχνουν ολοφάνερα ανίκανοι. Κι όμως. Μια τέτοια παρατήρηση προϋποθέτει μια κρίσιμη παραδοχή: πως αυτό που φαίνεται είναι ό,τι υπάρχει. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν επιτρέπει την κατανόηση μερικών παράδοξων συμπτώσεων (στις αποφάσεις των “ανίκανων”). Για παράδειγμα, δεν είναι καθόλου ανικανότητα ο συνδυασμός ενός νόμου που καταργεί το “πόθεν έσχες” στην αγορά ακινήτων (όχι απλά “πρώτης κατοικίας”, αλλά γενικά), ενός νόμου λοιπόν που εξυπηρετεί το ξέπλυμα των κερδών του οργανωμένου εγκλήματος· και ενός άλλου αγχωμένου νόμου, που επιβάλλει μια ορισμένη φορολογία στα ακίνητα μέσω της απειλής της διακοπής ρεύματος. Οι μόνοι που δεν θα είχαν καμία αντίρρηση να πληρώσουν τέτοιο φόρο για τα πολλά τους ακίνητα είναι οι μαφιόζοι· κι αυτοί, επίσης, έχοντας “ρευστό”, θα είναι εκείνοι που θα αγοράσουν ακίνητα που θα βγουν στο σφυρί εξαιτίας αδυναμίας πληρωμής των πρόσφατων φόρων. Ο εξπέρ της προβοκάτσιας Πάγκαλος, το “έπαιξε” αυτό, σαν δήθεν προσωπικό του δράμα· νάναι καλά ο άνθρωπος αφού βρίσκει όποτε θέλει έναν ρόλο ή έναν ρολάκο. Ή, άλλο παράδειγμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί καθόλου ανικανότητα ο συνδυασμός μιας απόφασης που κόβει τα πόδια στα προγράμματα αποτοξίνωσης από την ηρωΐνη, με μια άλλη απόφαση που γενικεύει την παροχή της ακόμα πιο τοξικής μεθαδόνης (σαν υποκατάστατο δήθεν...) απ’ τα δημόσια νοσοκομεία (γι’ αυτό ελπίζουμε σε αναλυτικότερα προσεχώς). Τελικά τα παραδείγματα ανικανότητας και ερασιτεχνισμού παραείναι πολλά για να μην τα μαζέψει κανείς βάζοντας τα στην αφετηρία των πραγματικών τους συνεπειών. Η αύξηση της φορολογίας καπνού ευνοεί το λαθρεμπόριο· η αύξηση της φορολογίας καυσίμων το ίδιο... Ακόμα και η περιβόητη “εξίσωση φόρου” μεταξύ πετρελαίου θέρμανσης και πετρελαίου κίνησης, δεν θα εμποδίσει το σχετικό λαθρεμπόριο· απλά θα του αλλάξει μορφή.

Όμως το πραγματικό ζόρι δεν είναι απλά το τι κάνει το πολιτικό προσωπικό του κράτους. Το πραγματικό ζόρι είναι το τι καταλαβαίνουμε πως κάνει. Άρα σε ποιά θέση (αντίληψης) βρισκόμαστε. Σε ποιά κοινωνική θέση βρισκόμαστε, σε ποιά θέση βάζουμε εαυτούς. Η ατομική απόφυση ενός (συνδικαλιστικού, κομματικού ή μαφιόζικου) μηχανισμού που κατανέμει “εφεδρείες”, υποσχέσεις και παρηγοριές μπορεί να βιώνει σύγχυση, πανικό, άγχος - γιατί, προφανώς, δεν περιμένει μια “καλή τύχη” στη γωνία. Αλλά απ’ αυτή την οπτική γωνία βλέπει κανείς μόνο μηχανισμούς· φιλικούς ή/και εχθρικούς. Στο βάθος, τελικά, μπορεί να ελπίζει σε κάποιο δικαστήριο. Η θέση αυτή και η οπτική της γωνία είναι τόσο πολυπαιγμένες ώστε αποτελούν πια το mainstream.
Είναι αυτή η μόνη δυνατότητα; Και αυτό εδώ το έντυπο (αλλά όχι μόνο αυτό) υποστηρίζει πως όχι. Και πως μεσοπρόθεσμα αυτό δεν είναι καν δυνατότητα· είναι αυτοκαταστροφή. Εν τέλει, 30 ή 50 χιλιάδες “έφεδροι” μπορούν να είναι το ένα απ’ τα εξής δυο. Είτε 30 ή 50 χιλιάδες βουλιάγματα, είτε 30 ή 50 χιλιάδες καθημερινοί, επίμονοι, ανυποχώρητοι διαδηλωτές (όχι για “επαναπρόσληψη”, για περισσότερα). Πιο σωστά: δεν χρειάζεται καν να περιμένει κανείς εάν θα είναι στους “άτυχους” ή αν θα την γλυτώσει. Μόνο που αυτό απαιτεί μια ριζική μεταστροφή συνείδησης, υπέρ της οποίας κανένας δεν θα πόνταρε. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να βλέπεις την “καρέκλα” (με την έννοια της θέσης εργασίας “σου” στον τριτογενή), και εντελώς διαφορετικό πράγμα να βλέπεις την τάξη σου. Στην πρώτη περίπτωση ιδρώνεις εσύ. Στην δεύτερη ιδρώνουν αυτοί.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Λίγες ώρες πριν κλείσει η ύλη αυτού του τεύχους, η κυβέρνηση ανέβαλε την συζήτηση / απόφαση περί “εφεδρείας” σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου... Επειδή (έτσι είπαν τα μήντια) υπάρχουν προβλήματα νομικά, έως και αντισυνταγματικότητας. Ένα απ’ τα βασικά τέτοια “προβλήματα” είναι, λέει, το θέμα της αποζημίωσης.
Θα μπορούσαμε να αποσύρουμε αυτό το κείμενο, επειδή δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι πατέντα θα βρεθεί για να κρύψει τέτοιες τρύπες. Όμως προτιμήσαμε να το αφήσουμε, έστω κι αν προκύψει να είναι “ανεπίκαιρο”. Γιατί; Επειδή θα έπρεπε να αποφασίσουμε εάν α) διατελούν (οι κυβερνώντες) μόνιμα “υπό την επήρεια...” ή β) όταν κάποιος εκεί στα επιτελεία είπε “ρε σεις, υπάρχουν διάφορες τρύπες εδώ” (με την ‘εφεδρεία’)”, κάποιοι άλλοι απάντησαν “ρε, δε πα να γαμηθούνε;” Θέλουμε να πούμε: αν εμφανίζεται κάποια στιγμή ένα “πρόβλημα” στον Χ ή Ψ κυβερνητικό ελιγμό, αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν θα υπάρξει ένας ακόμα (του ίδιου “ύφους”), και ότι δεν υφίστανται εκείνοι που ωφελούνται. Any way...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020