Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 55

Καμένη γη...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 55

 

Είναι αμφίβολο εάν οι φίλοι και οι θαυμαστές των “αγανακτισμένων” θα κάνουν έναν πολιτικό απολογισμό του φαινομένου που ν’ αξίζει τον κόπο. Οι καιροσκόποι δεν ασχολούνται με τέτοιες λεπτομέρειες· περιμένουν την επόμενη φούσκα για να κάνουν παιχνίδι. Όμως εμείς εδώ, που απ’ την αρχή εκδηλωθήκαμε ανοικτά και καθαρά εναντίον αυτού του κόλπου, εμείς εδώ λοιπόν πρέπει να κάνουμε έναν σχετικό απολογισμό. Για εργατική χρήση.

ο μικροαστισμός σαν “πολιτική πλατφόρμα”

Έχουμε υποστηρίξει ήδη ότι οι “αγανακτισμένοι” (στο δίμηνο της δόξας τους) ήταν η πρώτη δημόσια εκδήηλωση του “ενιαίου εθνικού κόμματος”. Χωρίς ηγέτη ακόμα. Η διαταξική σύνθεση των αγανακτισμένων δεν κρύφτηκε καθόλου, εξ αρχής. Όχι μόνο δεν κρύφτηκε, αλλά αντίθετα επαινέθηκε, θεωρήθηκε προσόν. Στην πραγματικότητα δεν ήταν διαταξική πέρα ως πέρα αυτή η σύνθεση. Έλειπαν τα δύο άκρα του ταξικού φάσματος της ελληνικής κοινωνίας. Οι μετανάστες και οι μετανάστριες (το πιο προλεταριακό τμήμα της ντόπιας εργατικής τάξης) και οι μεγαλοαστοί. Για να είμαστε ακριβέστεροι λοιπόν, το ταξικό φάσμα των αγανακτισμένων ξεκινούσε απ’ τους μικροαστικοποιημένους μισθωτούς (περιλαμβάνουμε εδώ και τους συνταξιούχους), συνέχιζε στους αυθεντικούς μικροαστούς, προχωρούσεστους “μικρο-μεσό” και τέλειωνε στους ευαίσθητους” μεσοαστούς. Δεν θα ήταν λοιπόν ούτε άδικο ούτε ανακριβές να πούμε ότι η κεντρική φιγούρα των αγανακτισμένων ήταν ο μικροαστός, μαζί με τα ιδεολογικά ή/και διανοητικά “εν δυνάμει” του. Δηλαδή τον έμμονο προσανατολισμό του προς τα επάνω, προς την μεσαία τάξη.
Ο τελευταίος σπασμός της κρίσης, είτε απ’ το 2008 τον μετρήσει κανείς, είτε απ’ το 2009 είτε απ’ το 2010, δεν βρήκε την ταξική διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας απόλυτη, σταθερή, “μπετοναρισμένη”. Δεν είναι καν τέτοιου είδους ο ελληνικός (καπιταλιστικός) κοινωνικός σχηματισμός: η κοινωνική κινητικότητα (προς τα πάνω υποτίθεται, πάντα!) είναι βασικό του χαρακτηριστικό, είτε σαν πραγματικό γεγονός, είτε σαν ελπίδα ή ψευδαίσθηση. Συνεπώς, το να αναγνωρίζουμε τους μικροαστούς σαν την κεντρική φιγούρα του φαινόμενου των αγανακτισμένων, δεν σημαίνει ότι μιλάμε για μια μάζα με ακριβώς ίδια δεδομένα, τουλάχιστον από υλική άποψη. Η ενότητα αυτής της μάζας είναι ιδεολογική· η τραυματισμένη αλλά ακόμα κραταιά εκδοχή της ιδεολογίας που μεσορανούσε τις δεκαετίες της ευδαιμονίας. Συνεπώς, μέσα στους αγανακτισμένους, μπορούσαν να συνυπάρχουν άνθρωποι με ανοικτό στεγαστικό δάνειο για το πρώτο σπίτι τους και άνθρωποι με τρία, τέσσερα ή πέντα σπίτια· φοιτητές που βλέπουν τον ορίζοντα των προοπτικών “ανόδου” να έχει γίνει κατάμαυρος και ελεύθεροι επαγγελματίες με ή χωρίς υπαλλήλους (αν είναι το δεύτερο ονειρεύονται το πρώτο)· μαγαζάτορες (που χρόνια την βγάζουν εν μέρει ανακυκλώνοντας επιταγές αλλά πάντα κλέβοντας τους εργαζόμενούς τους) και υπάλληλοι αυτών των μαγαζιών· συνταξιούχοι που τους έκοψαν τη σύνταξη, και επαγγελματίες χασομέρηδες· ιδιοκτήτες μιας ή δύο αδειών φορτηγού ή ταξί (που απειλούνται με “απαξίωση κεφαλαίου”, της άδειας δηλαδή...) και άνεργοι που θα ήθελαν να γίνουν αφεντικά “για να μην έχουν κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι τους”· μισθωτοί του δημόσιου (συναρθρωμένοι γερά στους μηχανισμούς της πολιτικής προσόδου) και χαμηλά ή μεσαία “στελέχη” της οικονομίας του εγκλήματος.
Η ιδεολογική συνοχή εντός του μικροαστισμού είναι αποφασιστικός παράγοντας ισορροπίας του συστήματος. Ήταν τέτοια την εποχή της ευδαιμονίας, είναι τέτοια και σε εποχή κρίσης. Ο μικροαστός είναι, νοιώθει ότι είναι, “σε μεταβατική φάση”: κινείται προς τα πάνω, έχει μπει σ’ αυτήν την τροχιά, είτε το καύσιμό του είναι η παλιά πουριτανική ηθική της συσσώρευσης “φασούλι το φασούλι” (που δεν υπάρχει πια) είτε είναι το πολλών οκτανίων μίγμα ελπίδων, γνωριμιών, δικτυώσεων, μικρών καθημερινών εγκλημάτων και διαρκών ελιγμών. Αλλά ακριβώς εξαιτίας αυτής της θέσης μέσα στην κοινωνική πυραμίδα, και χάρη στην ισχυρή μονομέρεια με την οποία ο μικροαστός επενδύει την “κινητικότητά” του (στο “του” συμπεριλαμβάνονται και τα παιδιά του...), πάντα προς τα πάνω, ό,τι περισσεύει στους μικροαστούς από ιδεολογία και σκληρότητα τους λείπει από αίσθηση συλλογικότητας και ικανότητα “γενικού σχεδιασμού”. Οι μικροαστοί είναι από θέση ισχυρά και αδιαπραγμάτευτα ατομιστές ακόμα κι όταν παριστάνουν τους “συλλογικούς”: όπως παρατήρησε κάποιος, εάν το πιο βαθύ σημείο της μικροαστικής κόλασης χρειάζεται έναν ορισμό, αυτός είναι η  συνέλευση των ιδιοκτητών διαμερισμάτων οποιασδήποτε ελληνικής πολυκατοικίας. Πράγματι. Υπό ορισμένες πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, με πρώτη πρώτη ότι προέχει η προστασία της περιουσίας του καθενός, οι μικροαστοί μπορούν σε συγκεκριμένες καταστάσεις να εμφανιστούν ότι δρουν μαζί. Αλλά πρόκειται για οφθαλμαπάτη ή απλά εκδήλωση πανουργίας απ’ τον καθένα τους· κι αυτό αποκαλύπτεται γρηγορότερα απ’ ότι θα μπορούσε να φανταστεί ο άσχετος παρατηρητής.
Οι μικροαστοί λοιπόν, ενώ στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά κοινωνίες (και η ελληνική είναι μια τέτοια) είναι το πιο “μαζικό κοινωνικό υποκείμενο”, είναι ανίκανοι να συλλάβουν, να επεξεργαστούν, να βάλουν σε εφαρμογή και να φέρουν σε πέρας οποιοδήποτε σχέδιο “κοινωνικής διεύθυνσης” - “απελευθερωτικό” (από τι, άλλωστε;) ή μη. Αυτήν την δυνατότητα που ΔΕΝ έχουν οι μικροαστοί, μόνο δύο τάξεις διαθέτουν, κι εδώ η ιστορία (και όχι μόνον αυτή) είναι γεμάτη αποδείξεις. Οι εργάτες και οι αστοί. Οι αστοί είναι βέβαια επίσης εξαιρετικά ατομιστές, και συχνά σε πόλεμο μεταξύ τους. Αλλά απ’ την θέση που κατέχουν στις “οικονομικές” και στις “πολιτικές” δραστηριότητες εντός του καπιταλισμού, θέση υψηλής εποπτείας σα να λέμε, διαθέτουν και τα γνωσιολογικά εφόδια και τα υπαρξιακά περιθώρια να συσπειρωθούν και να συμπεριφερθούν πράγματι σαν ηγεμονική τάξη, για όσο χρειάζεται, εάν θεωρήσουν ότι αντιμετωπίζουν κοινό κίνδυνο. Αντίστροφα εμείς οι εργάτες, ευρισκόμενοι πάντα στον πάτο, είμαστε σε θέση (εάν δεν έχουμε μικροαστικοποιηθεί...) να βλέπουμε και να αντιλαμβανόμαστε τον (καπιταλιστικό) κόσμο συνολικά, στην γενικότητά του. Και εξ’ αιτίας του συνδυασμού θέσης και πανοπτικής - απ’ - τα - κάτω δυνατότητας, μπορούμε επίσης να συμπεριφερθούμε σαν τάξη, συλλογικά, για πολύ καιρό.
Είτε οι εργάτες, είτε οι αστοί, λοιπόν, μπορούν να σχεδιάσουν σε μεγάλη κλίμακα - οι μικροαστοί όχι. Ποτέ. Για την ακρίβεια οι μικροαστοί ένα μόνο “σχέδιο” είναι ικανοί να συλλάβουν, επειδή ταιριάζει ταυτόχρονα στον ατομισμό τους και στον προσανατολισμό στην “διαρκή άνοδο”: την άρθρωσή τους στο κράτος, ή σε οποιονδήποτε μηχανισμό δύναμης και εξουσίας μπορεί να τους προσφέρει απολαβές· στην γκάμα περιλαμβάνονται φυσικά και τα κυκλώματα του εγκλήματος. Ο κυκλοθυμικός κρατισμός των μικροαστών δεν συνιστά “αντίφαση”. Είναι οπορτουνιστικός, επειδή τέτοια είναι η “ελευθερία κινήσεων” που απαιτεί η “ενδιάμεση” (και συχνά αβέβαιη) θέση τους μέσα στην πυραμίδα. Αλλά είναι και σταθερός επειδή πάντα έλκονται απ’ την “μεγαλύτερη δύναμη”.
Αυτό το τελευταίο, η μικροαστική έλξη απ’ την “μεγαλύτερη δύναμη”, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διάφοροι επαγγελματίες συνήγοροι του μικροαστισμού επιδεικνύουν (όταν τους δοθεί η ευκαιρία) την συμμετοχή διάφορων μικροαστών (είτε ατόμων είτε και πλήθους) σε διάφορες κομμουνιστικές επαναστάσεις... Πράγματι, μια τέτοια συμμετοχή είναι πιθανή, αλλά μόνο εάν και εφόσον ένα άλλο, διακριτό κοινωνικό υποκείμενο (οι εργάτες δηλαδή) εκδηλώσει τον ανταγωνισμό και την δυναμή του για καιρό!!! Μόνο, δηλαδή, όταν η βασική, τυπική αντιπαλότητα μεταξύ προλετάριων και αστών, πολωνόταν ραγδαία, τότε και μόνον τότε το “μικροαστικό στρώμα” σκιζόταν, με ένα του μέρος (μάλλον το μικρότερο) να αποδέχεται τον σχεδιασμό, την μεθοδολογία, τους προσανατολισμούς και τους κινδύνους του μαχόμενου προλεταριάτου· και ένα άλλο μέρος (μάλλον το μεγαλύτερο) να συσπειρώνεται με τ’ αφεντικά, σαν οι στρατιώτες τους, οι ρουφιάνοι τους, το “κρέας” τους.
Το γεγονός είναι λοιπόν ότι οι μικροαστοί “από μόνοι τους” (που σημαίνει: χωρίς την γερή και εμπόλεμη εργατική τάξη να τους κόβει τα πόδια διαρκώς!) ένα πράγμα μόνο μπορούν να κάνουν σε καιρούς σαν τους τωρινούς: να προχωρήσουν την κυκλοθυμική συνάρθρωσή τους με το κράτος, το “μοναδικό σχέδιο” τους, ως τα όρια του πράγματος. Να υπονομεύουν το τωρινό, “κακό” επίσημο κράτος με όποιον τρόπο μπορούν· να λατρεύουν και να δένονται ακόμα περισσότερο με οποιονδήποτε μηχανισμό εγγυήσεων, διασφαλίσεων ή ελπίδων του παρακράτους· και να ονειρεύονται ένα “άλλο κράτος”, το οποίο ωστόσο είναι αδύνατο να περιγράψουν, εκτός ίσως από δυο του χαρακτηριστικά: ότι θα αποπνέει δύναμη, και ότι δεν θα τσακίσει τα συμφέροντα και τις προοπτικές τους.

Η εμφάνιση του φαινομένου των αγανακτισμένων ήταν το άνοιγμα, δημόσια, της “βίβλου των μικροαστών”. Βρέθηκαν στο κέντρο της “κοινωνικής διαμαρτυρίας” με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα κίνητρα που ορίζει η κοινωνική τους θέση· και έκαναν ακριβώς αυτά που θα περίμενε κανείς να κάνουν!!! Εκδήλωσαν την “αγανάκτισή” τους απέναντι στο πολιτικό τμήμα του κράτους, ακριβώς επειδή αυτό το πολιτικό προσωπικό είναι (στα μάτια τους) επι δεκαετίες ο “επίσημος φορέας” (ο τόσος ελκυστικός και χρήσιμος φορέας!!!) της δύναμης - που - τους - λείπει. Εκδήλωσαν ταυτόχρονα τη νοσταλγία τους για “τα παλιά” - τότε που οι σχέσεις τους μ’ αυτούς τους “φορείς της δύναμης” ήταν συμμετρική, σχέση ανταλλαγής, σχέση απόσπασης προσόδων. Έστησαν κρεμάλες, γιατί στον μικροαστικό ορίζοντα η δύναμη και η εξουσία έχουν λαιμό. Μούτζωσαν και ξαναμούτζωσαν, έβρισαν και ξαναέβρισαν το κοινοβούλιο, αφού σαν μικροαστοί είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι εκεί - βρίσκεται - η - εξουσία (που λατρεύουν, και λατρεύουν να μισούν όταν δεν τους ευνοεί). Κλαψούρισαν, φλυάρισαν, χάζεψαν, “κάνοντας κάτι” - οτιδήποτε. Εκστασιασμένοι απ’ το πληθυντικό είδωλο του εαυτού τους πίστεψαν ότι “θα ρίξουν την κυβέρνηση”, αδιαφορώντας για την συνέχεια, αφού κάποια άλλη θα βρισκόταν (απ’ τους αστούς..; απ’ τις “μεγάλες δυνάμεις”..; απ’ τον θεό...;). 
Όμως ενώ έκαναν αυτά που η κοινωνική τους θέση όριζε ότι “μπορούν να κάνουν”, έκαναν και κάτι ακόμα που δεν το είχαν προ-βλέψει ο καθένας απ’ αυτούς χωριστά, είναι όμως ένα είδος υποχρεωτικού αποτελέσματος της πανηγυρικής τους εμφάνισης. Έσπρωξαν απ’ την σκηνή της δημοσιότητας (της δημόσια εκφρασμένης “οργής”) τα τελευταία κουρέλια και αποκαΐδια μεσολάβησης του “κόσμου της εργασίας” (που λένε και οι αριστεροί): τα γνωστά συνδικάτα. Το πρώτο καιρό μάλιστα αυτό το σπρώξιμο είχε τον τόνο ανοικτής επιθετικότητας και χοντροκομμένης απώθησης. Συν τω χρόνω άρχισαν να γίνονται κάποιες παραχωρήσεις· και στο “κλείσιμο” (το διήμερο 28 / 29 Ιουνίου) υπήρξε ένα είδος συνύπαρξης: η συνδικαλιστική γραφειοκρατία κήρυξε απεργία, οι αγανακτισμένοι την “γέμισαν” στο κέντρο της πόλης.
Πρέπει να θεωρήσουμε τον λίγο-πολύ υποχρεωτικό συμβιβασμό του τέλους, μεταξύ “αγανακτισμένων” και “συνδικάτων”, σαν ένα σημείο μακρόκρονης ισορροπίας; Όχι! Μάλλον η αρχή, δηλαδή η επιθετικότητα, είναι πιο “χωνεμένη”. Τα συνδικάτα που έχουν απομείνει τα τελευταία 2 χρόνια να σέρνουν και να σέρνονται σε διάφορες ημερομηνίες σαν “έκφραση της οργής των μισθωτών” είναι εκείνα του “δημόσιου τομέα”. Οι μικροαστοί που βρίσκονται έξω απ’ αυτόν έχουν να ξεστομίζουν απεριόριστα μπινελίκια για τους δημόσιους υπαλλήλους· άλλη μια έκφραση της κυκλοθυμικής σχέσης τους με το κράτος και τους επίσημους μηχανισμούς του. Οι μικροαστοί που βρίσκονται μέσα στον δημόσιο τομέα, δεν ρίχνουν γενικά μπινελίκια· μόνον κλαδικά. Ο κοινός τόπος ωστόσο υπάρχει: ούτε νόημα έχει, ούτε χρειάζεται, ούτε αξίζει (και τελικά: ούτε επιτρέπεται) οτιδήποτε “θυμίζει” οργάνωση εργατική· επιτρέπονται όλα τα υπόλοιπα, ανεκτά ή και επιθυμητά μικροαστικώ τω τρόπω.
Μην γίνει καμιά παρεξήγηση!! Δεν εννούμε ότι έγινε κάποιου είδους ουσιαστική αντιπαράθεση ή αναμέτρηση μεταξύ μικροστισμού (αγανακτισμένοι) και εργατισμού (συνδικάτα)!!! Η αντιπαράθεση ήταν συμβολική. Στην ουσία κι απ’ τις δύο μεριές το ίδιο υποκείμενο βρισκόταν, ιδεολογικά και κοινωνικά· μόνο που ήταν σε δυο διαφορετικές εκφάνσεις του. Η μία μασκαρεμένη, η άλλη ωμή και καθαρή. Και η αντιπαράθεση, στην οποία θριαμβευτές βγήκαν οι αγανακτισμένοι (η ωμή και καθαρή μορφή), δεν αφορούσε σύγκρουση κοινωνικών τάξεων, αλλά την αποβολή, απ’ το ίδιο υποκείμενο (τους μικροαστούς) οποιασδήποτε έστω και έμμεσης αναφοράς σε εργασία, σαν απαραίτητης προϋπόθεσης για “δράση” μέσα στην κρίση: δημόσια συγκέντρωση, διαμαρτυρία, κλπ κλπ. Διότι αν θυμάστε (θυμάστε;) πριν τους αγανακτισμένους, όλες οι δημόσιες συγκεντρώσεις “κατά των μέτρων” κλπ ήταν όλες καλεσμένες στο φόντο μιας “γενικής απεργίας”.... Οι αγανακτισμένοι, σαν μικροαστοί καθαρά και μόνο, πέταξαν κι αυτήν την τελευταία προϋπόθεση, το τελευταίο πρόσχημα, το τελευταίο ιστορικό κατάλοιπο. Πριν απ’ αυτούς, για να διαμαρτυρηθείς έπρεπε να απεργήσεις (ακόμα και σαν φοιτητής ή μαθητής ΔΕΝ θα έπρεπε να κάνεις το συνηθισμένο ημερήσιο προγράμμά σου).... Μετά απ’ αυτούς κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται καθόλου κάτι τέτοιο· η “αγανάκτιση” εκφράζεται καλύτερα στον “ελεύθερο χρόνο” - και τα σαββατοκύριακα. [1]
Η αλήθεια είναι βέβαια ότι και στις θλιβερές παρελάσεις / διαδηλώσεις των “γενικών απεργιών” δουλευόταν και ωρίμαζε η διαταξική ενότητα, αφού μπορούσε να δει κανείς είτε οργανωμένα (με την μορφή ”μπλοκ” και πανό) είτε χύμα την ισχυρή παρουσία “μικρο”αφεντικών, ελεύθερων επαγγελματιών, κλπ κλπ. Απ’ αυτήν την άποψη η καθαρή μορφή του μικροαστισμού, οι αγανακτισμένοι, ήταν η “ολοκληρώση” και το “καθάρισμα” της νόθας μορφής του, που ήταν οι διαδηλώσεις των “γενικών απεργιών”. Ακόμα κι έτσι πάντως οι αγανακτισμένοι δημιούργησαν ένα καινούργιο στάνταρ, με κριτήρια “μεγέθους πλήθους”, που με τη σειρά του είναι κατευθείαν συνέπεια και αποτέλεσμα της καθαρής, χωρίς μασκαρέματα δημόσιας και μαζικής καταδήλωσης του μικροαστισμού: ποιοί μπορούν να ξεπεράσουν σε όγκο τις πρις τις διακοπές συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα; Οτιδήποτε άλλο, λοιπόν, πέρα απ’ την επανεμφάνιση του μικροαστισμού, θα είναι μικρό και λίγο - συνεπώς χαμένο από χέρι.

 

άμεση δημοκρατία

Πολλά άλλα απ’ τα επιμέρους χαρακτηριστικά ή περιεχόμενα των αγανακτισμένων φωτίζουν την ταξική λειτουργία του πράγματος. Αλλά σ’ εμάς έχει κολλήσει άσχημα το παραμύθι περί “άμεσης δημοκρατίας”. Ήταν το ιδεολογικό δήθεν ξεκάρφωμα της αριστεράς των μικροαστών, έναντι της ολοφάνερης και τελεσίδικης παράδοσής της στην δεξιά τους. Υποτίθεται ότι η καούρα περί “άμεσης δημοκρατίας” διαχώριζε τους “αριστερούς” αγανακτισμένους απ’ τους φασίστες... Κούνια που τους κούναγε!
Η φλυαρία περί “άμεσης δημοκρατίας” δείχνει έναν απ’ τους λόγους που οι μικροαστοί και ο μικροαστισμός είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι για τους εργάτες: είναι παμφάγοι. Μπορούν, σε συνθήκες αβεβαιότητας, να φάνε οτιδήποτε - παρότι στο τέλος το ίδιο πράγμα θα ξεράσουν. Η φαρσοκωμωδία έγκειται, μεταξύ όλων των άλλων, στο ότι τα δόγματα των μικροαστών είναι το τα εν οίκω μη εν δήμω και το απ’ έξω κούκλα, από μέσα πανούκλα. Το πρώτο αφορά τους εαυτούς τους, χωριστά τον καθένα, το δεύτερο όλους τους υπόλοιπους. Ο μικροαστός δεν θέλει να ελέγχεται από κανέναν και, έναντι αυτής της ασυλίας, δέχεται να μην ελέγχει κανέναν ανοικτά.
Η “άμεση δημοκρατία” λοιπόν, με μια διαγώνια κίνηση, εγκαταστάθηκε στο φαντασιακό των “κάτω αγανακτισμένων” του Συντάγματος σαν “προβληματισμός σε σχέση με την κεντρική εξουσία”, που υποτίθεται βρίσκεται στο μεγάλο κτίριο (πρώην παλάτι) της ίδιας πλατείας. Το πρώτο που θα έκανε εντύπωση σ’ έναν απλά λογικό άνθρωπο, θα ήταν η σχεδόν μαγική εξαφάνιση και επανεμφάνιση του “χώρου και του χρόνου” αυτής της “άμεσης δημοκρατίας”. Δεν συνωμοτούσε κανείς για κάποια “άμεση δημοκρατία” μέσα στα διαμερίσματα, στους δρόμους, στα μαγαζιά ή στις δουλειές... Όχι. Η “άμεση δημοκρατία” ήταν εκεί, στον τελευταίο (από άποψη αξίας τόπο): επί της πλατείας... Σαν πολιτική φαντασίωση - που μόνο μικροαστοί μπορούν να έχουν χωρίς να ντρέπονται. Και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε εδώ το πόσοι “ειδικοί” φρόντισαν να τους επιβεβαιώσουν αυτήν την πολιτική φαντασίωση, με σοφά πορίσματα του είδους ότι “άμα μαζεύουμε τα άδεια μπουκάλια του νερού τότε να η άμεση δημοκρατία!”
Η φυγή προς τον στοχασμό κάποιου παράδεισου την ώρα που (οι ενδιαφερόμενοι λένε, πάντα με την γνωστή ελληνική δραματικότητα) παντού είναι η κόλαση, θα μπορούσε να είναι ίσως μια δικαιολογημένη ψυχο-συναισθηματική αντίδραση σε κατάσταση μεγάλης στεναχώριας. Αλλά για τους μικροαστούς πρόκειται απλά για μπλόφα - και οι αγανακτισμένοι το ένοιωθαν ότι μπλοφάρουν, παριστάνοντας (γιατί περί παράστασης επρόκειτο) ότι ΕΚΕΙ, απέναντι απ’ τους “προδότες πολιτικούς”, αυτοί είχαν στήσει την προκαταβολή της οριστικής τους κατάργησης! Η μπλόφα είχε καθημερινό timing. Η “άμεση δημοκρατία” άρχιζε τάδε ώρα, τέλειωνε τάδε ώρα· ήταν τόσο πλούσια όσο ένα φοιτητικό αμφιθέατρο στη διάρκεια συνέλευσης· και ήταν τόσο πρακτική όσο ένα καλό χέσιμο: μπορούσε ο καθένας να νοιώθει ότι ξαλάφρωσε...
Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε εάν το θέμα δεν ήταν η “άμεση δημοκρατία” αλλά η “αυτοοργάνωση”. Αλλά υπάρχει μια διαφορά μεγέθους εφαρμογής του ενός και του άλλου. Η “αυτοοργάνωση” μπορεί να αφορά ακόμα και 5 ή 10 ανθρώπους. Συνεπώς πρέπει να την διαπράξουν γρήγορα, να δείξουν τα όποια αποτελέσματά της... Αντίθετα η “άμεση δημοκρατία” ήταν κάτι το καθολικό, κάτι που θα έπρεπε να απλωθεί απ’ την Αλεξανδρούπολη ως την Γαύδο. Συνεπώς μπορούσε ο κάθε αγανακτισμένος να είναι ευχαριστημένος που έθεσε το θέμα.
Τελικά φαίνεται ότι η αρχική ιδέα (“να ένα θέμα!!!”) ήρθε απ’ έξω. Απ’ την ισπανία, και τους εκεί αγανακτισμένους. Αλλά το ισπανικό κράτος είναι οργανωμένο σε κάπως αποκεντρωμένη, ομοσπονδιακή βάση· και η απαίτηση της πλήρους αυτονόμησης είναι έντονη τόσο στην Καταλωνία όσο (ακόμα περισσότερο) στη Βασκία. Εδώ, αντίστοιχα “ενδιάμεσα βήματα” (προς την “άμεση δημοκρατία”), είναι όχι μόνο ταμπού, αλλά κάτι περισσότερο. Είναι ανάθεμα! Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς όλους αυτούς τους ευφάνταστους όψιμους και βιαστικούς εραστές της “άμεσης δημοκρατίας” να αναγνωρίζουν, ακριβώς εντός των πλαισίων της, δικαίωμα απόσχισης (απ’ την ελληνική επικράτεια) στο νομό Κομοτηνής ή στην Κρήτη; Λέμε τώρα!... Άμεση - ξεάμεση η πολιτική φαντασίωση των αγανακτισμένων, κουβαλούσε (και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, το είπαμε: η κοινωνική θέση και η ιδεολογία τους μίλαγε, όχι η άρνησή τους!) την μικροαστική σφραγίδα της: κέντρο, κέντρο, κέντρο - και έθνος / κράτος!

 

και τι σημαίνουν όλα αυτά;

Ο απολογισμός του φαινομένου των αγανακτισμένων δεν είναι μεν πλούσιος, είναι όμως σημαδιακός. Δεν δημιούργησαν μεν κάτι καινούργιο, αλλά το ότι επικύρωσαν, σαν “πλήθος”, καταστάσεις και διεργασίες που ως τώρα έμεναν έξω απ’ αυτό που λέγεται “κεντρική σκηνή” της δημοσιότητας, έχει σημασία. Και ενώ απ’ την άποψη της αποτελεσματικότητας οι αγανακτισμένοι απέτυχαν παταγωδώς, σαν ένας ενδιάμεσος κρίκος της ενάντια στους εργάτες διαχείρισης της κρίσης, πέτυχαν.
Βρίσκουμε χαρακτηριστικό απ’ αυτήν την άποψη τον τρόπο που το αρχικό “δεν πληρώνω διόδια” εμφανίζεται τώρα σαν “δεν πληρώνω” σε άλλους τομείς, που έχουν όμως έντονα τα ταξικά χαρακτηριστικά του μικροαστισμού. Η καταπληκτική (και όπως συμβαίνει στα μέρη μας: αριστερή) ιδέα της μη πληρωμής των διοδίων προσπάθησε να μετατρέψει σε “υποκείμενο αγώνα” την πιο ενοχοποιημένη στο παρελθόν (από κινηματικές θέσεις) κοινωνική συμπεριφορά / φιγούρα. Τους γιωταχήδες! Οι (κατά την γνώμη πολλών) τύραννοι των πόλεων και των δρόμων τους, οι στην συντριπτική τους πλειοψηφία εκφραστές της αντικοινωνικότητας της ατομικής ιδιοκτησίας, οι “από θέση” εχθροί οποιουδήποτε “δημόσιου” και κοινωνικού συστήματος μετακίνησης και μεταφορών, έγιναν ξαφνικά “αγωνιστές”! Σχεδόν “επαναστάτες”. Ενώ η αντιπαλότητα απέναντι στις εταιρείες εκμετάλλευσης των δρόμων είναι κατά βάση σωστή, το κοινωνικό υποκείμενο στο οποίο δόθηκαν, με πανηγύρια και πύρινες διακηρύξεις, τα κλειδιά αυτής της αντιπαλότητας ήταν (στη γενικότητα του πράγματος) το πλέον προβληματικό, από πολλές και διαφορετικές μεριές. Και φυσικά (σκόπιμα υποστηρίζουμε) οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό των ιδιοκτητών αυτοκινήτων, ισοπεδώθηκαν. “Δεν πληρώνω” ο κάτοχος ενός σαράβαλου 30 χρόνων (υπάρχουν ακόμα τέτοια), “δεν πληρώνω” και ο κάτοχος δύο, τριών ή τεσσάρων ακριβών τελευταίων μοντέλων.
Εν πάσει περιπτώσει, για όσο καιρό το “δεν πληρώνω διόδια” ήταν χωρίς νομικές συνέπειες, ο “αγώνας” είχε πλάκα, και οι “αγωνιστές” πολλαπλασιάζονταν. Μόλις κατασκευάστηκαν αυτές οι συνέπειες, το πράγμα βούλιαξε. Με μερικές αυξήσεις σταθμών και τιμών, οι εταιρείες άρχισαν να ρεφάρουν... Είπαμε: αγώνας... αλλά μην το παραχέσουμε κιόλας!!!
Το καινούργιο, μαζικό, “δεν πληρώνω” αφορά τώρα τον “έκτακτο” φόρο ακίνητης περιουσίας, που σε στυλ far west εμπνεύστηκε και προσπαθεί να εισπράξει αυτός ο θίασος που λέγεται κυβέρνηση, παρακάμπτοντας του εφοριακούς... Ο φόρος αφορά και τον ιδιοκτήτη ενός μονάχα δυαριού, που μπορεί να χρωστάει ακόμα τις μισές δόσεις του στεγαστικού δανείου... αφορά και τους ιδιοκτήτες δύο, τριών, πέντε, δέκα, ή πενήντα διαμερισμάτων, μαγαζιών, εξοχικών, κλπ κλπ, τύπους δηλαδή που έχουν εκμεταλλευτεί επί μακρόν τα ακίνητά τους, έχουν συσσωρεύσει προσόδους, και τις έχουν αποθηκεύσει σε ασφαλή μέρη. Με απλές σκέψεις μάλιστα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι εάν η πρώτη, πληβειακή, ή και εργατική φιγούρα, έχει πράγματι σοβαρό πρόβλημα (: αδυναμία) πληρωμής, οι δεύτερες έχουν διαφορετικό “πρόβλημα”... Δεν θέλουν.
Η στοιχειωδώς ορθόδοξη απάντηση σ’ αυτόν τον φόρο θα ήταν ένα “δεν πληρώνω” αποκλειστικά και μόνο για την “πρώτη και κύρια κατοικία” [2] - ακόμα κι αν έτσι έμενε ένα κάποιο παράθυρο για τους μεσοαστούς και αστούς να “δηλώσουν” σαν τέτοια την πιο ακριβή απ’ τις ιδιοκτησίες τους, ή να αξιοποιήσουν το γεγονός ότι “έχουν γράψει” στα παιδιά τους ένα μέρος της περιουσίας τους. Θα πρόσθετε μάλιστα κανείς, ότι εάν οι ιδιοκτήτες παραπάνω από ενός σπιτιού δεν θέλουν να πληρώσουν τον φόρο για τις επιπλέον ιδιοκτησίες τους, όχι το ρεύμα θα έπρεπε να τους κοπεί, αλλά θα έπρεπε να λεηλατηθεί στο σπίτι στο οποίο μένουν οι ίδιοι. Αλλά όχι!!! Για τον ίδιο λόγο και σκοπό που ο μικροαστικοποιημένος εργάτης του ενός δυαριού θα έπρεπε να βρίσκεται δίπλα δίπλα στο Σύνταγμα με τον “μικρο-μεσό” των 3 διαμερισμάτων και των 2 μαγαζιών, σαν αγανακτισμένοι και οι δύο, να μουτζώνει το κοινοβούλιο (αντί ο πρώτος να δέρνει τον δεύτερο), για τον ίδιο ακριβώς λόγο και σκοπό πρέπει να εμφανιστούν ισοδύναμοι και “όμοιοι”, με ίδια συμφέροντα, στο “δεν πληρώνω τον φόρο ακίνητης περιουσίας”. Η συγκολλητική (και δηλητηριώδης) ουσία υπήρχε πριν τους αγανακτισμένους, τονώθηκε μ’ αυτούς, και συνεχίζει απερίσπαστη τη δουλειά της: δεν υπάρχουν αντίπαλες τάξεις· δεν υπάρχουν ταξικές αντιπαλότητες σχεδόν στα πάντα· όχι! Υπάρχει “ένα πράγμα”, ο “λαός” (ο μικροαστός στο κέντρο του), και “ένα συμφέρον”...
Η χαρά, ο ενθουσιασμός, που το σύνολο της ντόπιας αριστεράς, υπογράφει αυτήν την λαθροχειρία, τον “ταξικό συμψηφισμό” σε ότι αφορά την ιδιοκτησία, την εθνική ενότητα ξανά και ξανά, δεν κρύβεται. Το κ(ορ)κ(ον)ε είχε μείνει έξω απ’ τους αγανακτισμένους· αλλά όπως συμβαίνει πάντα με την κεντρική του επιτροπή, αν χάσει το πρώτο ή το δεύτερο τραίνο από αμηχανία ή δυσκολίες “εκτιμήσεων”, πηδάει στο τρίτο. Δεν του είναι καθόλου ξένη ή εχθρική, άλλωστε, η γραμμή της “ενότητας μισθωτών και “μικρο” - “μεσαιο” αφεντικών”, αφού την προωθεί με συνέπεια παντού όπου μπορεί. Το τσίρκο του συ.ριζ.α απ’ την άλλη είναι γνωστών προσανατολισμών και προδιαγραφών. Κάπου και κάποτε στα αραχνιασμένα “προγράμματά” τους, μπορεί να τα έλεγαν διαφορετικά. Αλλά τι σημασία έχει πια; Καμία.

Το πρόβλημα το έχουμε εμείς. Οι εργάτες που είμαστε εχθροί των αφεντικών, ακόμα κι αν “υποφέρουν”. Ανήκει και στα συμφέροντά μας και στα καθήκοντά μας το να αντιμετωπίσουμε τον μικροαστισμό μέσα στις γραμμές εκείνων που ζουν πουλώντας την εργατική δύναμή τους, είτε αυτή βρίσκεται στα χέρια τους είτε βρίσκεται στο μυαλό και τις γνώσεις τους. Όχι από κάποια αφηρημένη ιδεολογική έχθρα ή αισθητική αντιπάθεια, αλλά επειδή αυτή η “ιδεολογία της ‘μικρής’ ιδιοκτησίας” (πολύ περισσότερο απ’ το πραγματικό γεγονός του αν κάποιος έχει ένα σπίτι ή ένα αμάξι) είναι που διάλυσε την εργατική μαχητικότητα τα χρόνια της ευδαιμονίας. Κι αυτή η ιδεολογία είναι τώρα που διαβρώνει και εξουδετερώνει “προληπτικά” την ανασύνθεση αυτής της μαχητικότητας, παραδίδοντας τους πάντες (: εργάτες και εργάτριες) δεμένους χειροπόδαρα στις ορέξεις των αφεντικών και του κράτους.
Οι μικροαστοί δεν μπορούν να “φανταστούν” οτιδήποτε πέρα από μορφές εξουσίας αρκετά δυνατές ώστε να τους εξασφαλίζουν την πραγματική ή έστω την φαντασιακή κινητικότητά - προς - τα - πάνω· στη χειρότερη περίπτωση να τους προστατεύουν αυτά που ήδη κατέχουν. Υπό τις τωρινές συνθήκες ο μικροαστισμός είναι αυτό που μπορεί να είναι: μια πολιτική πλατφόρμα ακινητοποίησης των εργατών σαν τέτοιων. Σαν διακριτής τάξης, με τους δικούς της προσανατολισμούς και τις δικές της απαιτήσεις.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Η εμφάνιση των “αγανακτισμένων φοιτητών” που θέλουν “ανοικτές σχολές” (δηλαδή “όχι καταλήψεις” ή οτιδήποτε άλλο παρεμποδίζει την ομαλή καθημερινότητα του πανεπιστημίου) αποδεικνύει την ορθότητα της παρατήρησής μας. Φυσικά οι καταλήψεις και ο φοιτητικός συνδικαλισμός έχει εκφυλιστεί προ πολλού, όπως και ο συνδικαλισμός των μισθωτών. Αλλά οι αγανακτισμένοι είναι το δημόσιο ιστορικό ξεπέρασμα των περιττών πλέον φτιασιδιών και προσχημάτων του υποτιθέμενα “αγωνιζόμενου μικροαστισμού”. Και, φυσικά, ύστερα από διάφορα πέρα δώθε, αυτό το ξεπέρασμα γίνεται απ’ τα “δεξιά” (εάν μας επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή την τετριμένη έκφραση). Άσχετα που η αριστερά καραγουστάρει. Τέτοια που είναι!
[ επιστροφή ]

2 - Είναι προφανές ότι αυτό το “μέτρο” δεν απλώνεται κατά λάθος στους πάντες, με το τετραγωνικό! Κατ’ αρχήν για λόγους τεχνικούς: η δεη δεν μπορεί να ξέρει ποιό ακίνητο είναι τι, και δεν είναι καθόλου ο κατάλληλος μηχανσιμός για να κάνει αυτή τη διάκριση. Επιπλέον, αν η πρώτη κατοικία έμενε απ’ έξω, τότε τα αναμενόμενα έσοδα θα ήταν αισθητά μικρότερα. Κυρίως όμως η μη συγκέντρωσή τους θα εξέθετε τους “μεσαίους”, για άλλη μια φορά, σαν φοροφυγάδες. Αντίθετα τώρα εμφανίζονται σαν “αγωνιστές”!
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020