Sarajevo
 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 54

 

legalize it!!

Είναι μόνο η κακώς εννοούμενη “ηθική” και ο συντηρητισμός που εμποδίζει την εξέλιξη και τον “αληθινό φιλελευθερισμό”; Όχι, δεν είναι μόνον αυτό. Υπάρχουν πάντα και συμφέροντα, δηλαδή φράγκα, που παίζουν σημαντικότερο ρόλο.
Πάρτε για παράδειγμα το “στήσιμο” των αγώνων ποδοσφαίρου (και κάθε άλλου αθλητικού event που πουλάει). Γενιές επί γενεών έχουν μεγαλώσει με το παραμύθι της “ευγενούς άμιλλας” στα γήπεδα· και πρόκειται για τις ίδιες γενιές που, στο μεγαλύτερο μέρος τους τουλάχιστον, δεν ήταν και δεν είναι καθόλου ευγενείς όποτε χρειάστηκε ή χρειάζεται να ανταγωνιστούν κάποιον, στη ζωή τους. Απ’ τον στίβο του έρωτα μέχρι τον επαγγελματικό.
Το “έντιμο και καθαρό” πρωτάθλημα (στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στο ράγκμπι, στο μποξ, στην κολύμβηση...), δηλαδή η “έντιμη και καθαρή” αναμέτρηση εταιρειών επίσημων ή ανεπίσημων, με έσοδα, έξοδα, προϋπολογισμούς, διαφημιστές κλπ (για να πάρουμε την πιο αθώα εκδοχή αυτής της μπίζνας) δεν είναι δυνατόν να είναι περισσότερο έντιμη και περισσότερο καθαρή απ’ τον μέσο όρο των επιχειρηματικών αναμετρήσεων γενικά. Μπορεί να είναι λιγότερο· περισσότερο όμως αποκλείεται. Συνεπώς αυτή η συγκεκριμένη εντιμότητα και το αντίστοιχο fair play είναι υποσύνολο των γενικών ηθών και εθίμων, και καθόλου βέβαια δεν δεσμεύονται απ’ την τυπική νομιμότητα. 
Ακόμα και μην υπήρχε χρήμα στη μέση (αλλά κάτι άυλο, ας πούμε “δόξα”) και πάλι το ίδιο ισχύει. Καμία αναμέτρηση που τραβάει την προσοχή τρίτων δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ προοιμίου “καθαρή”, σε στυλ μονομαχιών μεταξύ αριστοκρατών (για τις οποίες ξέρουμε μόνο απ’ τις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις τους, και φυσικά ο καθένας δικαιούται να έχει τις αμφιβολίες του για την πραγματική “αξιακή” απαγόρευση της χρήσης αθέμιτων μέσων εκείνους τους καιρούς...). Υποθέτουμε ότι για τους ξεροκέφαλους ή τους παθολογικά εύπιστους οι αποδείξεις αυτών των απλών αληθειών δεν έχουν σημασία. Για χάρη όμως της ιστορίας αξίζει να θυμηθούμε ότι αν υπάρχουν σήμερα ποδοσφαιρόφιλοι που υποστηρίζουν ότι το “παλιό”, ή το “αγγλικό”, ή το “παλιό αγγλικό” ποδόσφαιρο (η περιβόητη “μαμά” του αθλήματος) ήταν καθαρό, τότε απλά έχουν μόνιμα το κεφάλι τους μέσα σ’ έναν κουβά άμμο.

... Το αρχειακό υλικό δείχνει ξεκάθαρα και με επιμονή ότι ορισμένοι από τους μεγαλύτερους παίκτες της εποχής έλεγαν ότι το βρετανικό ποδόσφαιρο των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 ήταν, ενίοτε, βαθιά διεφθαρμένο. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται ο Μπράιαν Κλαφ, ο Τρέβορ Φορντ, ο Κεν Τσίσχολμ και ο Χάρι Γκρεγκ. Ο Φορντ, ο Κλαφ και ο Γκρεγκ εκπροσωπούν την Ουαλία, την Αγγλία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Όλοι τους αγωνίστηκαν στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας, και όλοι τους έχουν γράψει για τα στημένα παιχνίδια εκείνης της εποχής.
Ο Τρέβορ Φορντ ήταν ένας γοητευτικός και χαρωπός άνθρωπος. Διεθνής κυνηγός με την Ουαλία και θιασώτης από παλιά ενός πιο μαχητικού συνδικάτου ποδοσφαιριστών, υπήρχε μαχητής σε κάθε πτυχή της ζωής του. Ο Φορντ είχε επίσης το ελάττωμα να είναι έντιμος. Το 1957, έγραψε την αυτοβιογραφία του, με τίτλο “Ο Ηγέτης της Επίθεσης”, η οποία βασιζόταν στην επαγγελματική του καριέρα. Το πρώτο κεφάλαιο (με τίτλο “Κάτω απ’ το τραπέζι”) προκάλεσε αίσθηση.
... Από τη στιγμή που αποφάσισα να ακολουθήσω καριέρα στο ποδόσφαιρο, συνάντησα πάνω κάτω όλων των ειδών τις απάτες. Μπλέχτηκα σε μερικές κι ο ίδιος και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό. Όπως και εκατοντάδες άλλοι, με οδήγησε στην απάτη η μίζερη στάση των αρχών, ειδικά όσον αφορά στο τι θεωρούσαν δίκαιη αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσφέραμε....
Ο Φορντ ισχυρίστηκε ότι η “γάγγραινα του λαδώματος” ήταν διαδεδομένη στους κόλπους των επαγγελματικών ομάδων... Μετά την έκδοση του βιβλίου του αποβλήθηκε από το πρωτάθλημα, γι’ αυτό αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Ολλανδία...
(Declan Hill, “τα στημένα: ποδόσφαιρο και οργανωμένο έγκλημα", εκδ. πολύτροπον.)

Αν κάποιος βλέπει μια καρέκλα και λέει “να ένα τραίνο” θα θεωρηθεί αρχικά ηλίθιος· κι αν επιμένει, ίσως καταλήξει σε κάποια ψυχιατρική κλινική. Αν όμως κάποιος βλέπει εδώ και δεκαετίες ποδόσφαιρο ή άλλο σπορ υψηλής θεαματικότητας και λέει “να ένα καθαρό ματς”, δεν ανήκει στους φρενοβλαβείς. Ποιά είναι η διαφορά; Αν πολλοί λένε “να ένα τραίνο” δείχνοντας μια καρέκλα, είναι εντάξει. Τραίνο θέλετε; Τραίνο! Και πληρώνουν όμορφα κι ωραία εισιτήριο για να ταξιδέψουν στο πουθενά - καθώς πάντα υπάρχουν εκείνοι που ξέρουν τι είναι τι, και πως θα επωφεληθούν απ’ την στραβωμάρα των πολλών.

Που βρίσκεται η δυσκολία στο να αναγνωρίσει κάθε ποδοσφαιρόφιλος, και μάλιστα εκ των προτέρων, ότι κάθε ματς είναι στημένο, χωρίς να απαιτεί αποδείξεις “διαφθοράς” των παικτών, των διαιτητών ή των παραγόντων; Βρίσκεται στη διαχείριση των διανοητικών και συναισθηματικών παραχωρήσεων (που κάνουμε) σε τρίτους, υποθέτοντας ότι αυτοί αναπαριστούν δημόσια, κάτω απ’ τα μάτια εχθρών και φίλων, τις δικές μας δυνατότητες. Κάθε θεσμισμένη αναμέτρηση ομάδων είναι (λένε) αναπαράσταση (αναίμακτη υποτίθεται) πολέμου... Και, υποτίθεται, εκχωρώντας οι θεατές και οι οπαδοί το προνόμιο της “μάχης” σε μια μικρή ομάδα ικανών / ειδικών “αντιπροσώπων” τους, απολαμβάνουν κι αυτοί την ένταση της μάχης, μεσολαβημένη όμως, έμμεση. (Οι χουλιγκάνοι όχι και τόσο...) Αυτή η συγκεκριμένη συναισθηματική μεσολάβηση λέγεται μέθεξη - και κατάγεται από παμπάλαια ήθη και έθιμα, κυρίως όμως απ’ το θέατρο και την κοινωνική λειτουργία του.
Κι ενώ, λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή σκέψη πάνω στο πως και γιατί γίνεται κανείς οπαδός μιας ομάδας και για το πως λειτουργούν στον ψυχισμό του οι αγώνες της, που να μην ξεκινάει και να μην καταλήγει στη σχέση θεάτρου - θεατή, (και στη συνέχεια κινηματογράφου - θεατή, εδώ δεν υπάρχει διαφορά, οι διαδικασίες “ταύτισης” και “απόρριψης” είναι οι ίδιες παντού), υπάρχει εξαιρετική αντίσταση στην αναγνώριση ότι η ποδοσφαιρική (για παράδειγμα) μάχη δικαιούται να είναι σκηνοθετημένη!
Γι’ αυτό μιλάμε για “διαχείριση”. Επειδή συμβαίνει ότι οι ίδιοι άνθρωποι επιλέγουν να κάνουν τα εξής δυο αντίθετα μεταξύ τους πράγματα: η αθλητική μάχη (αναπαράσταση του αιώνιου πολέμου) ΔΕΝ πρέπει να είναι σκηνοθετημένη· αλλά η κινηματογραφική μάχη (που είναι αναπαράσταση του ίδιου πράγματος και προκαλεί εξίσου έντονα συναισθηματα) ας είναι. Πρόκειται για μια κατανομή του είδους οι μισές καρέκλες είναι καρέκλες και οι άλλες μισές τραίνα!! Που στο τέλος κάνει λίγους πλούσιους και ρίχνει πολλούς σε σύγχιση.

Όχι μόνο δεν θα έχανε τίποτα σε ενδιαφέρον κάθε ποσοσφαιρικό μάτς εάν θεωρούνταν εκ των προτέρων στημένο (κι ακόμα καλύτερα, αν ήταν υποχρεωτικά τέτοιο!) αλλά αντίθετα θα μπορούσε να κερδίσει.
Ας αρχίσουμε από μερικά βασικά που ήδη συμβαίνουν. Αυτά που ακολουθούν ένας σύντομος κατάλογος του τι κάνουν οι στημένοι παίκτες ποδοσφαίρου:

... Ένας καλός “στημένος” τερματοφύλακας δεν χρειάζεται να κάνει σαν ηλίθιος· δεν είναι ανάγκη να χαζολογάει έξω απ’ το τέρμα. Ο Σάαντ [φιλανδός ποδοσφαιριστής που έστηνε ματς στην πρώτη κατηγορία της φιλανδίας το 2004] μιλάει για έναν τερματοφύλακα που “απλώς παίρνει λάθος θέση”. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι στέκεται ένα μέτρο μακριά απ’ την σωστή του θέση. Όταν σουτάρει ο επιθετικός, ο τερματοφύλακας κάνει μια γενναία, αλλά μάταιη, βουτιά και η μπάλα περνάει ξυστά από τα τεντωμένα χέρια του...
...
Σ’ ένα ρεπορτάζ της του 1960 η Daily Mail αποκάλυψε μια βρώμικη τακτική: την Πάσα Αυτοκτονίας. “Ένας αμυντικός γυρνά την μπάλα στον τερματοφύλακα με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι αδύνατο ο τελευταίος να την προλάβει, να την πιάσει ή να την διώξει, αλλά και εύκολο για τον αντίπαλο επιθετικό να την κλέψει και να βάλει ένα γκολ - δώρο”.
...
Οι στρατηγικές του Σάαντ είναι πιο κοινότοπες:
- τα πλάγια μπακ δεν βοηθούν τον λίμπερο όταν δέχεται επίθεση·
- ο λίμπερο δεν βοηθά τα πλάγια μπακ όταν δέχονται επίθεση·
- η άμυνα αφήνει εσκεμμένα τους επιθετικούς να περάσουν.
...
Οι επιθετικοί μπορούν να ακολουθήσουν διάφορες στρατηγικές:
- μπορούν να “κουράζουν” την μπάλα, επιτρέποντας στους αμυντικούς να τους την κλέψουν·
- μπορούν να “πέφτουν” πάνω στους αμυντικούς, αφήνοντάς τους να τους πάρουν την μπάλα·
- μπορούν να χάνουν ευκαιρίες με επίτηδες κακότεχνα σουτ.
...
Ο Σάαντ περιέγραψε μια παρόμοια σειρά κινήσεων για τους “στημένους” μέσους:
- ο μέσος κρατά την μπάλα πολλή ώρα, επιτρέποντας στους αντιπάλους να του την κλέψουν·
- ο μέσος χαλάει την ανάπτυξη της ομάδας πασάροντας πίσω στους αμυντικούς του·
- ο μέσος κάνει μια διεκδικούμενη μπαλιά, έτσι ώστε να κλέψουν την μπάλα οι αντίπαλοι·
- ο μέσος κρατάει την μπάλα κάτω απ’ την σέντρα, μην αφήνοντας το παιχνίδια να ανοίξει.
(Declan Hill, “τα στημένα: ποδόσφαιρο και οργανωμένο έγκλημα", εκδ. πολύτροπον.)

Η πρώτη αντίδραση του έλληνα ποδοσφαιρόφιλου ασχέτως συμπαθειών, απ’ αυτή τη λίστα, είναι ότι περιγράφει το 100% αυτών που βλέπει στα ελληνικά γήπεδα! Εκείνο που στη φινλανδία ήταν σκηνοθεσία στην ελλάδα είναι “φυσιολογικό” - λόγω ανικανότητας ίσως... Ή μήπως όχι;
Αν πάντως βάλουμε στο λογαριασμό οξύθυμους ποδοσφαιριστές (που επιδιώκουν δηλαδή να αποβληθούν) και διαιτητές που κάνουν ανθρώπινα λάθη, μαζί με τα πιο πάνω, καταλήγουμε σε ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα:
- η τεχνική της ποδοσφαιρικής σκηνοθεσίας έχει μια γκάμα επιμέρους καθηκόντων (ανάλογα με τον “στημένο” και την θέση του μέσα στο τεραίν), αλλά αυτή η γκάμα δεν είναι πολύ μεγάλη·
- επειδή η ποδοσφαιρική σκηνοθεσία είναι παράνομη, υποχρεώνεται να μιμείται “φυσιολογικές πράξεις” για να μην προκαλεί υποψίες, και φαίνεται ότι το καταφέρνει αρκετά καλά σε πολλές περιπτώσεις·
- ένας καλός γνώστης της τρέχουσας παράνομης ποδοσφαιρικής σκηνοθεσίας μπορεί να αμφιβάλλει επί 90 λεπτά εάν εκείνο ή το άλλο “ανθρώπινο λάθος” οποιουδήποτε ήταν πράγματι τυχαίο.
Φαίνεται λοιπόν αμέσως τι συμβαίνει εφόσον (και για όσο καιρό) η ποδοσφαιρική σκηνοθεσία, δηλαδή το “στήσιμο”, είναι στην παρανομία:
- είτε ο θεατής είναι πανάσχετος, οπότε μπορεί ίσως να κατανοήσει χοντροειδή λάθη σαν απόδειξη δόλιας συμπεριφοράς, χωρίς αυτή υποχρεωτικά να είναι τέτοια, κατηγορώντας κάποιον με “λάθος στοιχεία”·
- είτε ο θεατής είναι επαρκώς ενημερωμένος (για τις τεχνικές) οπότε αιωρείται στο όλο στεναχώρια κενό της μόνιμης δυσπιστίας·
- τελικά όλοι προσπαθούν να βγάλουν συμπέρασμα (για το αν το ματς ήταν “στημένο” ή όχι) απ’ το σκορ! Τι αφέλεια!!! Η επικράτεια του τζόγου έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα (κι αυτό είναι μεν διεθνώς γνωστό αλλά δεν πολυλέγεται) στο στήσιμο αγώνων όπου έρχεται εντελώς “φυσιολογικό αποτέλεσμα”! Εκεί, φυσικά, η σκηνοθεσία δεν μόνο το ακριβές τελικό σκορ (καθότι “φυσιολογικό” μπορεί να είναι και το 1 - 0 όπως και το 3 - 0), αλλά το λεπτό που θα μπουν τα γκολ, το ποιός παίκτης θα τα βάλει, το πως θα τα βάλει, κλπ κλπ.

Τι θα συνέβαινε όμως εάν γινόταν αποδεκτό απ’ τους πάντες ότι κάθε ματς μπορεί να είναι στημένο, και ακόμα καλύτερα ότι οφείλει να είναι στημένο; Τι θα συνέβαινε εάν κάθε πρωτάθλημα ήταν διαγωνισμός στημένων παιχνιδιών (με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το “στήσιμο” το ξέρουν μόνο οι άμεσα εμπλεκόμενοι κάθε ομάδας), κάτι σαν τους ετήσιους κινηματογραφικούς διαγωνισμούς;
Πρώτα πρώτα οι τεχνικές του στησίματος θα απελευθερώνονταν απ’ τα δεσμά της παρανομίας, θα απελευθερώνονταν απ’ την προσπάθεια απομίμησης “φυσιολογικών, ανθρώπινων λαθών”, και θα αποκτούσαν πολύ μεγαλύτερο εύρος, ευρηματικότητα, ποικιλία. Το κοινό, με τη σειρά του, δεν θα ήταν πια ο αφελής φύλακας των “ανθρώπινων λαθών” (που κάνουν ζημιά στην ομάδα) αλλά σκληρός κριτής των σκηνοθετικών ευρημάτων. Είναι αυτή η συγκεκριμένη φάση, έτσι όπως εξελίχτηκε έξυπνη (εκ μέρους του ποδοσφαιρικού σκηνοθέτη) και άξια ενός ζεστού χειροκροτήματος, ή μήπως είναι ένα χιλιοπαιγμένο βαρετό κλισέ που αξίζει μόνο γιουχάισμα;
Δεύτερον, μαζί με την ποδοσφαιρική σκηνοθεσία θα απελευθερώνονταν και τα σκορ. Αν και έχουν γίνει κάποια βήματα διεθνώς τα τελευταία χρόνια, προς τα μεγάλα σκορ, υπάρχει ακόμα μεγάλο περιθώριο - μιλάμε για 90 λεπτά αγώνα και πληρωμένης θέασης, όχι για διαφημιστικά τρέιλερ! Είναι πολύ άγονο να σκηνοθετηθεί παράνομα ένα ματς για να έρθει 3 - 2, για παράδειγμα, και πολύ πιο γόνιμο το να σκηνοθετηθεί νόμιμα για να έρθει 11 - 10. Ή 14 - 5. Στην πρώτη περίπτωση ο θεατής θα “κρατήσει την ανάσα” του πολύ λιγότερες φορές απ’ ότι στη δεύτερη· εννοείται, επειδή ξέρει μεν ότι είναι στημένο, αλλά δεν ξέρει το τέλος (όπως ακριβώς ο θεατής του σινεμά).
Τρίτον, μαζί με την απελευθέρωση του σκορ θα έλθει και η απελευθέρωση των υποκριτικών αλλά και τεχνικών δυνατοτήτων των ίδιων των ποδοσφαιριστών. Ποιός δεν έχει βαρεθεί το θέαμα του “χτυπημένου” που σφαδάζει στο χορτάρι; Η μόνιμη επανάληψη αυτής της σκηνής (“παίζει θέατρο” λέγεται όμως!) που έχει σκοπό να αποβληθεί ο αντίπαλος, άρα συνιστά πράξη αλλοίωσης αποτελέσματος οφείλεται, κατά την γνώμη μας, στο ότι το θέατρο θεωρείται παράνομο στο ποδόσφαιρο, εξοβελιστέο. Συνεπώς ζητούνται ελάχιστα θεατρικά προσόντα· και επιπλέον επιβραβεύονται συχνά κάκιστοι ηθοποιοί. Εάν όμως όλα είναι νόμιμα, τότε θα αναζητηθούν σιγά σιγά ποδοσφαιριστές των οποίων οι ικανότητες μπορούν να κάνουν πράγματι την πειστική διαφορά σε ένα προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Ψηλοί που πηδάνε τρία και τέσσερα μέτρα πάνω απ’ τους υπόλοιπους· χορευτές που μαγκώνουν την μπάλα στα πόδια τους και περνάνε τους αντιπάλους με διαρκείς τούμπες· ισορροπιστές που στέκονται (και σπρώχνονται) πάνω στο οριζόντιο δοκάρι όταν κτυπιέται το κόρνερ, για να δώσουν την πρώτη κεφαλιά - πάσα· και άλλα που δεν μπορούμε να φανταστούμε.
Τέταρτον, μαζί με τις προηγούμενες απελευθερώσεις θα αλλάξουν (προς το θεαματικότερο) οι κανονισμοί. Μάλιστα είναι εφικτό πλέον να συμμετέχει και το κοινό στην απονομή της “δικαιοσύνης” σε φάσεις που είτε από ικανότητα είτε από ανικανότητα εμφανίζονται σαν “επίμαχες”. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να είναι μέσα στους κανονισμούς ότι σε κάθε ματς θα γίνονται από 2 έως 5 διακοπές (ανάλογα με την ένταση της πλοκής) ώστε το κοινό να ψηφίζει μέσω sms πάνω σε συγκεκριμένες φάσεις: να δώσει ο διαιτητής κόκκινη κάρτα (τουτέστιν, ο υποκριτής τραυματίας σας πείθει;) ή όχι; Να τιμωρηθεί το τάκλιν στην καρωτίδα σαν κακούργημα ή να τιμηθεί σαν σπουδαία έμπνευση; Το ποδόσφαιρο (το πραγματικό ποδόσφαιρο) θα γίνει interactive (αυτό δεν είναι σπουδαίο;) και σιγά σιγά το κοινό θα βελτιώσει το κριτικό του πνεύμα.
Πέμπτον, οι προπονητές, στις δηλώσεις τους, θα κόψουν αυτές τις βλακώδεις κοινοτοπίες που λένε τόσα χρόνια. Και, φυσικά, οι αθλητοδημοσιογράφοι θα σταματήσουν να κάνουν τις ίδιες ηλίθιες ερωτήσεις. Θα πρέπει να αλλάξουν τα πρόσωπα· αλλά το επίπεδο του “λόγου για το ποδόσφαιρο” θα ανέβει στο σημείο της κριτικής της τέχνης (που δεν είναι και σπουδαίο, αλλά οπωσδήποτε είναι ανώτερο απ’ την κριτική αγώνων!)
Έκτον, η Μπαρτσελόνα θα συνεχίσει να είναι “διαστημική ομάδα” και μετά τη νομιμοποίηση της ποδοσφαιρικής σκηνοθεσίας (θα ανήκε σα να λέμε στην κατηγορία science fiction), ενώ απ’ την άλλη ο Μουρίνιο θα βρει επιτέλους την δουλειά που του ταιριάζει, να προπονεί καμιά ομάδα φραγκισκανών καλόγερων (στην κατηγορία iamthegod fiction).

Έχουμε αραδιάσει ήδη μερικά σημαντικά οφέλη της νομιμοποίησης του “στησίματος”... Δεν έχουμε πιάσει όμως τις πιο σημαντικές πλευρές. Την “ψυχολογία” του φιλάθλου, που θέλει να πιστεύει ότι οι φάσεις που βλέπει δεν ήταν “μιλημένες” μεταξύ των αντιπάλων (αφού κάτι τέτοιο θα του χάλαγε την “αντιπαλότητα”)· και, φυσικά, την βιομηχανία του τζόγου.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται πράγματι στην “ψυχολογία”. Αλλά στην καθημερινή ζωή ο καθένας μπορεί να αλλάξει “ψυχολογία”, άλλοτε ευκολότερα κι άλλοτε πιο δύσκολα, εάν καταλαβαίνει ότι η “καινούργια” θα του είναι σαφώς πιο ωφέλιμη. Η ανοικτή και δημόσια παραδοχή (έως διακήρυξη) χιλιάδων οπαδών ότι “θέλουμε πρόεδρο με λεφτά κι ας είναι ο χειρότερος μαφιόζος” δεν ήταν η ανέκαθεν “ψυχολογία” των οπαδών· δημιουργήθηκε σαν τέτοια και αντικατέστησε την προηγούμενη, κάτω από ορισμένες συνθήκες. Εάν, λοιπόν, η προβολή των πλεονεκτημάτων που έχει η αναγνωρισμένα στημένη αναμέτρηση γίνει σωστά, τότε μπορούμε να ελπίζουμε σε μια ακόμα αλλαγή “ψυχολογίας”. Προς το καλλιτεχνικότερο! Εν πάσει περιπτώσει υπάρχει και η μεγάλη εμπειρία των αγώνων κατς και των οπαδών τους, που μπορεί να διδάξει πολλά. Απ’ την άλλη μεριά οι χουλιγκάνοι θα ελευθερωθούν κι αυτοί: θα πλακώνονται, όχι σαν οπαδοί της μιας ή της άλλης ομάδας, αλλά σαν παρέα εναντίον παρέας, συμμορία εναντίον συμμορίας, απλά και τίμια.
Όσο για το στοίχημα, εκεί θα δημιουργούνταν ίσως ένα πρόβλημα για τις σχετικές εταιρείες: ενώ δεν υπάρχει λόγος για να μην στοιχηματίσει κανείς για το “τέλος μιας ταινίας” που δεν έχει ακόμα προβληθεί, συν τω χρόνω οι ποδοσφαιρόφιλοι θα απογαλακτίζονταν απ’ την (ψευδή, έτσι κι αλλιώς) “μαγεία της έκπληξης”, αφού θα χώνευαν ότι ακόμα κι αν δεν ξέρουν το τελικό σκορ ή τις επιμέρους φάσεις, τίποτα δεν είναι “έκπληξη”. Κι αυτό θα σήμαινε μειούμενα έσοδα για τις εταιρείες (ποδοσφαιρικού) στοιχηματισμού.
Αλλά δεν είναι για πένθος! Δεν είναι αυτές το μοναδικό είδος καπιταλιστικού επιχειρείν· υπάρχουν χίλιοι δυο τομείς να επενδύσει κανείς τα λεφτά του. Ούτε για τους τζογαδόρους το ποδόσφαιρο δεν είναι η αρχή και το τέλος του πάθους τους για την “τύχη”. Μπορούν να παίζουν μονά - ζυγά στο δρόμο. Ή να ποντάρουν στο ποια συμμορία θα δείρει ποιά.
Όταν γίνουν και τέτοιες αναμετρήσεις στημένες, ε, θα (προτείνουμε να) νομιμοποιηθούν...

 

Υ.Γ. 1: Πάνω στο κλείσιμο της ύλης μάθαμε για ένα 8 - 2 (Γιουνάιτεντ - Άρσεναλ)... Εύγε! Στο σωστό δρόμο!!! (Και η Άρσεναλ σε κάποιον θα ρίξει 10, θα δείτε...)

Υ.Γ. 2: Τι καλύτερο απ’ το να έχουν οι κερκίδες το ελεύθερο να (αυτο)χορογραφούνται, με ό,τι μέσα γουστάρουν;. Πυρσούς, καπνογόνα, λέιζερ, κωλόχαρτα, πανιά, κροτίδες, ακόμα και πυραύλους εδάφους - αέρος άμα γουστάρουν. Και με βραβεία (από μια επιτροπή καλλιτεχνών, και φυσικά απ’ το κοινό): καλύτερη κερκίδα αγωνιστικής, μήνα, πρωταθλήματος, 10ετίας... Να κόψει ο Παπαιωάννου (“τελετή έναρξης 2004") τις φλέβες του!
Αλλά όχι! Οι κύριοι φοβούνται!!! Φοβούνται την δημιουργικότητα. Φοβούνται μη χάσουνε πρεζάκηδες, νταραβεριτζήδες, μαχαιροβγάλτες, πιστολάδες - απ’ τα γήπεδα. Και απαγορεύουν. Απαγορεύουν και τιμωρούν. Στην πίεση, στην πιέση, στην πίεση, να τρέχει ο κόσμος στην “αγκαλιά” τους.
Μια φορά μπάτσος, πάντα μπάτσος!,,,

 
       

Sarajevo 2020