Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 54

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 54

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 54

 

ζέστη στη γηραιά αλβιώνα

Sarajevo - Τεύχος 54

Ωραία λοιπόν. Και στην αγγλία έχει ενδιαφέρουσες εποχές ο χρόνος. Τον Απρίλιο, για παράδειγμα, που έχει δροσιά, παντρεύεται ένα βασιλικό παράσιτο. Τον Αύγουστο πάλι, που είναι πιο ζεστά, κάνουν το πανηγύρι τους οι μητροπολιτάνοι. Σ’ ένα χρόνο πάλι θα έχει (για αλλαγή) σπορ και θέαμα: ολυμπιακούς. Που είναι το παράξενο; Μήπως θα έπρεπε να συμπέσουν όλες οι τελετές;

Δεν υπάρχει παράξενο. Ειδικά όταν ανάβουν φωτιές στις πόλεις, η ρουτίνα (της “αντιμετώπισης της βίας” αλλά και της “εξηγησής” της) ξεδιπλώνεται κανονικά. Απ’ την άλλη δεν υπάρχει θέμα (ούτε χρειάζονται “εξηγήσεις”) όταν μια μπάτσικη δολοφονία δεν προκαλεί “επεισόδια”. Όπως, για παράδειγμα, εκείνη του 48χρονου ρέγκε τραγουδιστή και dj Smiley Culture (όνομα ταυτότητας: David Victor Emmanuel) που δολοφονήθηκε με κτύπημα στο κεφάλι, από μπάτσους, στη διάρκεια έρευνας στο σπίτι του, στις 15 του περασμένου Μάρτη. Ή, άλλο παράδειγμα, η εν ψυχρώ εκτέλεση του Jean Charles de Menezes, στις 7 Ιουλίου 2005, πάλι στο Λονδίνο. Αν οι διαμαρτυρίες είναι ήσυχες και κόσμιες τότε δεν υπάρχουν (στην αγγλία και πουθενά) τα εξής: “φτώχια”, “κοινωνικός αποκλεισμός”, “συμμορίες εγκληματιών”, κλπ κλπ. Θέμα στυλ, λοιπόν - όταν “η αστυνομία κάνει τη δουλειά της”.
Οι (κατά την γνώμη τους) πιο “ευαίσθητοι” απ’ τους παρατηρητές σπεύδουν (όλο και πιο βαριεστημένα είναι αλήθεια, και χωρίς καμία αξίωση πρακτικών συνεπειών) να δικαιολογήσουν ως ένα σημείο τους ταραξίες. Αλλά όλες οι διαγνώσεις τους είναι βγαλμένες απ’ την ηθική της εργασίας. Της - εργασίας - που - λείπει (απ’ τους λεηλάτες και τους εμπρηστές), οπότε... Η σύνθεση των συλληφθέντων φέτος τον Αύγουστο τους διαψεύδει βέβαια, ακόμα και στο τυπικό μέρος των “εξηγήσεών” τους. Σιγά τ’ αυγά!
Η αλήθεια βρίσκεται φυσικά στο στόμα (και στη σκέψη) των ίδιων των αυτουργών, αρέσει δεν αρέσει. Είναι ωραίο να σπάς, να καις, να βουτάς λένε και ξαναλένε - και πάντα ήταν (λέμε). Όμως πριν κάτι άλλο. Βρίσκεται πιο πίσω, πίσω απ’ τους καπνούς και τις σπασμένες βιτρίνες, και είναι πολλοί και διάφοροι εκείνοι που κάνουν ότι δεν το βλέπουν.

Λοιπόν: η νομιμότητα έχει απο-νομιμοποιηθεί σε μεγάλα μέρη των δυτικών κοινωνιών, και όχι μόνο στα γκέτο, όπου υπάρχουν τέτοια. Και δεν είναι ούτε οι “συμμορίες” (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ούτε οι “ταραξίες” που έχουν επιβάλει αυτήν την απο-νομιμοποίηση εδώ και τουλάχιστον δυο δεκαετίες. Είναι τα ίδια τα κράτη· αν και, για να είμαστε ακριβείς, όχι όλα, και όχι στον ίδιο βαθμό και με τους ίδιους πρακτικούς τρόπους και σκοπούς. Αυτή η απο-νομιμοποίηση συνίσταται στο σκίσιμο των περιβόητων “κοινωνικών συμβολαίων” (χρηστής εξουσίας) και, κυρίως, στο “ξεπέρασμα” της δέσμευσης του κράτους (δηλαδή των αφεντικών) να διαπραγματεύονται (ή να το παριστάνουν). Τελικά η “απονομιμοποίηση” είναι η επαναφορά του “νόμου” πίσω απ’ τις πηγές του. Στους συσχετισμούς δύναμης και στην βία· σωματική ή/και ψυχολογική. Τόσο σαν ιδέα όσο και σαν εφαρμογή αυτή η εξέλιξη συνιστά έναν απ’ τους σκληρούς πυρήνες του νεοφιλευθερισμού. Οι τελευταίοι που πρέπει να κατηγορηθούν γι’ αυτήν την εξέλιξη είναι οι πληβείοι. Αν όχι για άλλο λόγο, σίγουρα επειδή βρίσκονται (συχνά η μία γενιά μετά την άλλη) σε μόνιμη θέση αδυναμίας.
Κάποιο “κομμάντο” της αγγλικής αστυνομίας πυροβόλησε λοιπόν και σκότωσε τον Mark Duggan στο Τόττεναμ - κανένα “κομμάντο” δεν θα πυροβολούσε όχι τον πρίγκηπα Ουίλλιαμ, ούτε την πιο έξαλλη τρίχα στα γεννητικά του όργανα. Αυτό το έργο το έχουν δει οι πάντες, ο καθένας απ’ την κοινωνική του θέση, πριν ακουστεί ο ξερός κρότος του όποιου πυροβολισμού. Το έχουν δει, δηλαδή: άλλοι μεν το υφίστανται, άλλοι το επικροτούν, άλλοι αδιαφορούν. Το “έχουν δει” στους “σωματικούς ελέγχους” στο δρόμο - δεν είναι αρκετό αυτό; Οι “σωματικοί έλεγχοι” βέβαια είναι “νόμιμοι”, και θα μας πει κάποιος ότι δεν ενισχύουν την άποψή μας. Λάθος. Οι “σωματικοί έλεγχοι” είναι σκέτος ο τσαμπουκάς των “οργάνων της τάξης”, καθαρή έκφραση συσχετισμών δύναμης· αυτοί είναι που έχουν νομιμοποιηθεί (και) σ’ αυτήν την περίπτωση. Γιατί (αυτό ίσχυε με το παλιό κοινωνικό συμβόλαιο) δεν υπάρχει δικαστικό ένταλμα έρευνας· αρκούν οι “υποψίες” του οργάνου. Οι οποίες, δεν γίνεται αλλιώς, είναι ταξικά προσανατολισμένες: το όργανο (που όταν περιπολεί στο δρόμο είναι, γενικά, κατώτερης κοινωνικής προέλευσης) ούτε επιτρέπεται ούτε θέλει να “υποψιάζεται” οτιδήποτε και οποιονδήποτε. Το βλέμμα της επιτήρησης είναι πάντα από - πάνω - προς - τα - κάτω και όχι ανάποδα. Το ίδιο και η μήτρα της επιτρεπόμενης υποψίας.
Δεν λέμε μεν τίποτα καινούργιο, αλλά χρειάζεται πότε πότε να θυμίζουμε τα “παλιά”. Όπως, για παράδειγμα, το τι θεωρείται αξιοπρέπεια και το τι θεωρείται ταπείνωση. Η επιλογή των κρατών για “επιστροφή” της δημόσιας τάξης στους απλούς και καθαρούς συσχετισμούς δύναμης έχει πολλά ποδάρια. Ένα απ’ αυτά είναι η διατήρηση των πιο πληβειακών υποκειμένων μαζικά σε καθεστώς ταπείνωσης. Μπορεί αυτά τα υποκείμενα να είναι οι νεολαίοι των προαστείων. Μπορεί να είναι οι μετανάστες και οι μετανάστριες. Μπορεί να είναι ειδικά οι μουσουλμάνοι. Μπορεί να είναι ακόμα και έκπτωτα μεσοστρώματα. Πάντως για το ποιός έχει κηρύξει αυτόν ειδικά τον πόλεμο (όπως και το από πότε και γιατί τον κήρυξε) δεν υπάρχει καμία αμφιβολία.
Τα υπόλοιπα έπονται. Ποιά όμως είναι αυτά τα “υπόλοιπα”; Μήπως πίσω από κάθε έκρηξη κοινωνικής βίας κατά υλικών και εμπορευμάτων υπάρχει κάποιο, θολό έστω, “αίτημα”; Οι κοινωνιολόγοι (του κράτους) αυτό ακριβώψς υποστηρίζουν, με την αυθαιρεσία που χαρακτηρίζει την θέση τους. Η αριστερά μάλιστα είναι ακόμα πιο σίγουρη και κατηγορηματική: η ανεργία (και, συμπληρωματικά, η διάλυση των προνοιακών δομών) φταίει! Αυτή η σιγουριά, το ότι (δηλαδή) η “μη - εργασία” παράγει ταραχώδεις συμπεριφορές και γεγονότα, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στη σιγουριά ότι η “εργασία” παράγει το αντίθετο. Καλοκάγαθους υποτακτικούς και συμβιβασμένες συμπεριφορές. “Αν αυτή η παραπεταμένη εργατική δύναμη αξιοποιούνταν απ’ το κεφάλαιο, τότε το κράτος θα είχε λιγότερους μπαλάδες” - έτσι πάει η διάγνωση...

Τίποτα γελοιότερο! Οι καταστροφές και οι λεηλασίες στη διάρκεια (συνήθως αν και όχι αποκλειστικά) αντιμπατσικών εκρήξεων συμβαίνουν επειδή είναι ευχάριστες! Ναι, κι αυτό είναι υπεραρκετό για να συμβαίνουν!!! Βέβαια το να λέμε τέτοια πράγματα είναι σκάνδαλο: είτε πρόκειται για τους “κατώτερους” στην κοινωνική ιεραρχία, είτε πρόκειται για εκείνους που, προς στιγμήν, βγαίνουν τυπικά εκτός νομιμότητας απ’ την αστυνομία (σε μια απαγορευμένη διαδήλωση για παράδειγμα) όλα θα μπορούσαν να γίνουν ανεκτά, όλα θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο συζήτησης (“διαλόγου”, “στρογγυλών τραπεζιών”, “ερευνών”) εκτός απ’ αυτό: ότι οι “σπάστες” απολαμβάνουν ως το τελευταίο τους κύτταρο την χαρά της καταστροφής! Ειδικά μάλιστα οι προλετάριοι “απαγορεύεται” να χαίρονται εκτός εμπορεύματος και κατανάλωσης, απαγορεύεται να χαίρονται καταστρέφοντας... Εκτός (φυσικά!) εάν είναι στρατιώτες και τους έχει δοθεί η σχετική διαταγή. Να κάψουν, να βομβαρδίσουν, να σκοτώσουν.
Κι όμως αυτό είναι το πρώτο κίνητρο στις εκρήξεις των σχιζομητροπολιτάνων: η χαρά. Άγρια χαρά, η απόλαυσης της μαζικής, και άρα εξαιρετικά ηχηρής “παραβίασης της τάξης”, ακόμα κι αν η “κανονική ζωή” τους έχει πολύ απ’ αυτό: έγκλημα δρόμου, διαρκή παραβατικότητα, μικροκλοπές εμπορευμάτων, κλπ. Στην πράξη είναι αδύνατο να εμποδιστεί μια παρέα μητροπολιτάνων να σπάσει ή να κάψει ένα κάποιο αμάξι ή ένα κάποιο μαγαζί οποιαδήποτε νύχτα οποιασδήποτε χρονιάς σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου. Αλλά κάθε φορά που η επίδειξη των συσχετισμών δύναμης απ’ την μεριά των κρατικών οργάνων ξεπερνάει ένα όριο (όπου συνήθως, αν και όχι αποκλειστικά, το ξεπέρασμα του ορίου είναι δολοφονία) οι “από κάτω” βρίσκουν την ευκαιρία να απολαύσουν μαζικά την δική τους δύναμη, την δύναμη της καταστροφής. Αναποδογυρίζοντας συμβολικά αυτούς τους δημόσια προβλημένους δυσμενείς (γι’ αυτούς) συσχετισμούς.
Η “εξήγηση” της κρατικής κοινωνιολογίας (μάλλον αριστερής απόκλισης) ότι, για παράδειγμα, αυτοί κλέβουν και λεηλατούν τώρα επειδή είναι τόσο “φτωχοί” ώστε δεν μπορούν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, είναι μέρος της συστηματικής υποτίμησης των προλετάριων. Εκείνοι που για να ζήσουν, για να φάνε ή για να ντυθούν, πρέπει να κλέψουν, δεν περιμένουν κάποιον μπάτσο να σκοτώσει για να αρπάξουν την ευκαιρία!! Κλέβουν ότι και όποτε μπορούν διαρκώς. Οι λεηλασίες κατά τη διάρκεια “ταραχών” είναι εντελώς άλλης τάξης γεγονός, γι’ αυτό άλλωστε τραβούν και συγκινούν όχι μόνο “μόνιμα παραβατικές” φιγούρες αλλά και καθόλα “νομιμόφρονες” ή “μόνιμα φοβισμένες” απ’ τις απαγορεύσεις. Το πλιάτσικο είναι ειδικά ευχάριστο, όχι μόνο επειδή είναι συλλογικό στον μεγαλύτερο κατά το δυνατόν βαθμό, αλλά κυρίως επειδή (μέσω και της συλλογικότητας αλλά μέσω και της ίδιας της “ανακατασούρας”) είναι η πρακτική, υλική, χειροπιαστή, να-γεμίζει-τον-αέρα επιβεβαίωση ότι εδώ, τώρα, δεν υπάρχει κανένας (ιδιοκτήτης ή μπάτσος) να μας εμποδίσει· εδώ, τώρα, παίρνουμε ό,τι θέλουμε, καταστρέφουμε ό,τι θέλουμε, κάνουμε ό,τι γουστάρουμε. Αυτή η κατακτημένη δια της βίας και όχι παραχωρημένη απελευθέρωση, για την οποία υπάρχει εξαρχής η συναίσθηση ότι θα κρατήσει λίγο, ότι αποτελεί εξαίρεση, είναι τόσο δυνατή συναισθηματικά (πολύ πολύ δυνατότερη απ’ τις όποιες υλικές της αποζημιώσεις - τα λάφυρα!) ώστε μπορεί, όσο διαρκεί, να μεταμορφώσει τους ανθρώπους. Χαρακτήρες δειλοί, μαζεμένοι, γεμάτοι πλέγματα ενοχών και αναστολών, μπορούν να γίνουν για μια νύχτα και “κλέφτες”, και “εμπρηστές”, και “καταστροφείς”.
Τελικά ανάμεσα στους πρόσφατους καταστροφείς - περιουσιών, στην αγγλία, υπήρχε και άγνωστος αλλά ικανός αριθμός “μη περιθωριακών”! Άνθρωποι “με δουλειά”, άνθρωποι “με ενδιαφέροντα”, της διπλανής πόρτας που θα έλεγε η δημοσιογραφική μούσα. Γιατί; Λιγότερο, ίσως, επειδή είχαν υλική ανάγκη να κλέψουν· και περισσότερο επειδή και οι δικές τους “προοπτικές” καταστρέφονται (προοπτικές δίχως άλλο στηριγμένες και σε κάποιου είδους κρατική φροντίδα), άρα ζουν ήδη το δικό τους μερίδιο απ’ την “απονομιμοποίηση” που λέμε. Οπότε δεν χάνουν την ευκαιρία να απολαύσουν τις θεαματικές πλευρές της.

Έτσι είναι, και - ποιός θα το παραδεχόταν; - έτσι ήταν πάντα. Η συναισθηματική και ψυχολογική απόλαυση της καταστροφής έχει κάτι “πρωτόγονο” (αν με τον “πολιτισμό” εννοούμε όλο το λεπτοδουλεμένο πλέγμα των εσωτερικεύσεων του νόμου ή του εθίμου, και άρα των αντίστοιχων αυτοσυγκρατήσεων) και γι’ αυτό συχνά (αλλά όχι πάντα) αιωρείται επικίνδυνα προς την προέκταση (της καταστροφής) σε βάρος ανθρώπων. Στο βαθμό που το πλήθος ή κάποιο τμήμα του δεν περνάει σ’ αυτήν την σκοτεινή, την αβυσσαλέα μεριά της “χαράς της καταστροφής”, τον φόνο, τον βασανισμό, το λυντσάρισμα, τον βιασμό, το πράγμα διατηρεί τον εσωτερικό του έλεγχο. Έτσι ήταν ακόμα και σε εποχές μεγαλύτερης πολιτικοποίησης απ’ ότι σήμερα. Η διαφορά είναι πως τότε το “μπορούμε να δώσουμε τον δικό μας λόγο” λειτουργούσε όχι κατ’ ανάγκην ανασχετικά (στις καταστροφές και στα “επαναστατικά ψώνια”) αλλά μάλλον εκ των υστέρων, όταν ζητούνταν οι εξηγήσεις. Αλλά εκείνη η εποχή προϋπέθετε (ακόμα) την ύπαρξη ενός κάποιου κοινωνικού συμβολαίου· μιας κάποιας δέσμευσης απ’ την μεριά της όποιας (κεντρικής) εξουσίας ότι διατίθεται να διαπραγματευτεί. Αυτή η δέσμευση έχει εξαφανιστεί απ’ τον ορίζοντα εδώ και πολύ καιρό, και τα κράτη το δείχνουν με κάθε τρόπο. Συνεπώς, εκείνο που μένει (ή εκείνο που αναδύεται ξανά και ξανά), είτε στα γαλλικά προάστια, είτε στις “πρωτοχρονιές στο Στρασβούργο”, είτε στους δρόμους του Βερολίνου, είτε φέτος το καλοκαίρι στις αγγλικές πόλεις, είναι ατόφια, καθαρή, αυτή η πρωταρχική χαρά. Χωρίς διαμεσολαβήσεις, χωρίς προσχήματα.
Έπειδή ανάμεσα στ’ άλλα οι ειδικοί των αφεντικών πάσχουν από ιστορικισμό, στη διάρκεια και μετά τα μπάχαλα μερικοί θυμήθηκαν την εξέγερση στο Μπρίξτον, και έπειτα σε μια σειρά άλλες πόλεις, το 1981. Η απόλαυση της καταστροφής ήταν παρούσα και τότε· η διαφορά (αν υπάρχει καν και καν) είναι ότι τότε η κεντρική εξουσία έπρεπε να υποκριθεί ότι ενδιαφέρεται για τις “αιτίες”, ώστε να τις αμβλύνει. Σήμερα, και μάλιστα όχι ακριβώς “σήμερα” αλλά εδώ και δέκα ακριβώς χρόνια, το σύμπλεγμα της ασφάλειας διεθνώς (και οπωσδήποτε στα αγγλοσαξονικά κράτη και στους συμμάχους τους) δεν υποκρίνεται τίποτα. Είναι αρκετά ωμό, ώστε να ξεστομίζει τις προθέσεις του. Θα βγάλω και τον στρατό στους δρόμους διακήρυξε αυτό το γιάπικο περίττωμα που λέγεται Κάμερον, προφανώς για τα αυτιά εκείνων που αγνοούν ότι οι στρατοί των πρωτοκοσμικών στρατών εκπαιδεύονται εδώ και χρόνια για “καταστολή διαδηλώσεων και πλήθους”. θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι το στρατοαστυνομικό σύμπλεγμα παρακαλάει για οποιαδήποτε ευκαιρία “να βγει στους δρόμους” ακόμα πιο δυναμικά απ’ ό,τι ως τώρα.

Αυτό εδώ είναι το σκληρό όριο, όπου η χαρά ξαναμετατρέπεται στο αντίθετό της: συλλήψεις και τιμωρίες / καταδίκες πολύ σκληρότερες απ’ ότι θα προέβλεπε η “ιστορία” της αστικής δικαιοσύνης για παρόμοια “αδικήματα”· τιμωρίες / καταδίκες όμως που είναι ταιριαστές με το καθεστώς της (κρατικής) επίδειξης δύναμης. [1] Πράγμα που σημαίνει ότι η στρατιωτικοποίηση της “αντιμετώπισης των παραβάσεων” μάλλον επωφελείται παρά ενοχλείται απ’ τις σύντομες γιορτές των μητροπολιτάνων.
Αυτό μεταφέρει (ακόμα κι αν δεν γίνεται κατανοητό, ελλείψει των κατάλληλων οργανωτικών δομών) στη μεριά των κάθε φορά εξεγερμένων ένα συγκεκριμένο ζήτημα / βάρος. Απ’ την μια η απόλαυση της καταστροφής είναι δεδομένη έτσι κι αλλιώς· και επιπλέον δεν τίθεται κατ’ αρχήν ζήτημα “πολιτικής επικάλυψής” της με την παλιά έννοια, με την έννοια δηλαδή αιτημάτων: ο αντίπαλος είναι αδιάλακτος, το δείχνει με κάθε ευκαιρία. Απ’ την άλλη έχει τέτοια υπεροπλία ώστε κάθε ιδέα “στρατιωτικής αντιμετώπισής” του είναι απλά παρανοϊκή. Όμως θα έπρεπε να δυσκολεύεται η “τιμωρητική” λειτουργία του στρατοαστυνομικού συμπλέγματος· με άλλα λόγια οι συλλήψεις. Αυτό είναι δυσκολότερο απ’ ότι ακούγεται... Και θα μπορούσε να φτάνει μέχρι τον μετριασμό της χαράς της καταστροφής εάν ο τόπος, ο χρόνος, και η ανεπαρκής συλλογική αυτοπροστασία επιτρέπουν συλλήψεις.
Ένα τέτοιο ζήτημα, που δεν ανήκει στα περιεχόμενα της απόλαυσης - των - στιγμών, αλλά εισάγει μεθοδικά στη σκέψη το ζήτημα των συσχετισμών δύναμης, είναι μια διαφορετικού τύπου πολιτικοποίηση. Διαφορετικού σε σχέση με το παρελθόν· σε σχέση με την επιδίωξη νίκης επί του αντιπάλου (κράτος, αφεντικά). Τώρα δεν μιλάμε (στην περίπτωση αυτών των κοινωνικών εκρήξεων) για “επίθεση” - επίθεση σε τι άλλωστε; Μιλάμε όμως για την ανάγκη αποτελεσματικής άμυνας. Γιατί το να αποτυγχάνει η στρατιωτικοποίηση, το να αποδεικνύεται πρακτικά ατελέσφορη, το να μην φοβίζει (τους εξεγερμένους) στην έκταση και στην ένταση που τα αφεντικά θέλουν, ήταν και είναι πάντα μέρος του συμφέροντος των αδυνάτων· μέρος της δικής τους δύναμης.
Υπάρχει τέτοιο παρελθόν, αυτό είναι η ασυνεχής ιστορία των προλεταριακών εκρήξεων. Αντιγράφουμε:

... Όπως ακριβώς η επίθεση μέσω του αντι-μεταναστευτικού νόμου ήταν το όχημα για την γενική επίθεση στη βρετανική εργατική τάξη, έτσι ακριβώς η αντίδραση των ασιατών, των αφρικανών και των υπόλοιπων μεταναστών στην εισβολή των skinheads στο Southhall έγινε το μέσο για την απάντηση της εργατικής τάξης. Παρά την αστυνομική προστασία τους οι skinheads τη γλύτωσαν ζωντανοί στο τσακ. Αλλά η έκρηξη στο Southhall μεταφέρθηκε στο Liverpool, στο Manchester, στο Birmingham, από πόλη σε πόλη. Και από επίθεση στους φασίστες η εξέγερση μετατράπηκε σε μάχες με την αστυνομία. Στις 5 Ιουλίου η αστυνομία στο Toxteth απωθήθηκε από οργανωμένες ομάδες νεαρών. Όχι απλά απωθήθηκε, αλλά έπαθε πανωλεθρία. Όχι απλά έπαθε πανωλεθρία: η αστυνομία του Liverpool αποσυντονίστηκε, περικυκλώθηκε, υπερφαλλαγίστηκε, διαλύθηκε. Βρέθηκε σε τέτοια απόγνωση ώστε χρησιμοποίησε δακρυγόνα, για πρώτη φορά στην ιστορία της επί αγγλικού εδάφους πέραν, φυσικά, της Βόρειας Ιρλανδίας....
(The Wolf Report no 5, Οκτώβριος 1981).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - “Αυστηρότατες είναι οι ποινές στις οποίες καταδικάζονται όσοι συνελήφθησαν από την βρετανική αστυνομία για συμμετοχή στις ταραχές της περασμένης εβδομάδας. Η μέση ποινή φυλάκισης είναι κατά 25% βαρύτερη από τη συνήθως επιβαλλόμενη για παρόμοια αδικήματα... Το 70% των συλληφθέντων για τα επεισόδια παραμένουν υπό κράτηση, προκειμένου να δικαστούν από κακουργοδικείο... Οι 56 από τους 80 κατηγορούμενους που προσήχθησαν και καταδικάστηκαν από ειρηνοδικείο έλαβαν ποινές φυλάκισης. Υπό φυσιολογικές συνθήκες το ποσοστό των καταδικαστικών αποφάσεων σε φυλάκιση στα ειρηνοδικεία δεν ξεπερνά το 2%.
Περισσότεροι από τους μισούς που καταδικάστηκαν για κλοπή ή αποδοχή προϊόντων κλοπής έλαβαν ποινές φυλάκισης, κατά μέσο όρο, 5,1 μηνών, δηλαδή κατά 25% βαρύτερες απ’ την μέση ποινή (4,1) για τέτοια αδικήματα το 2010. Αναλόγως οι καταδίκες για επιθέσεις εναντίον αστυνομικών είναι κατά 40% βαρύτερες από αυτές που συνήθως επιφέρουν τέτοιες πράξεις... Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου δικαιοσύνης, που συγκεντρώβηκαν μέχρι την Τετάρτη το μεσημέρι, είχαν απαγγελθεί κατηγορίες σε 1.299 άτομα, εκ των οποίων τα 772 παρέμεναν σε κράτηση. Υπό φυσιολογικές συνθήκες το ανάλογο ποσοστό δεν ξεπερνά το 10%...”

(Guardian / Καθημερινή 20-8-2011)
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020