Sarajevo
 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 54

 

εργατική τάξη: και να μην υπήρχε θα έπρεπε να εφευρεθεί - αλλά υπάρχει!

Φέτος οι δουλειές της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας πήγαν καλούτσικα. Αλλά αυτό το λένε οι βιομήχανοι (και οι μικρομεσαίοι) - όχι οι εργάτες της βιομηχανίας. Αυτοί κι αυτές έχουν φάει πολύ σκατό· ακόμα περισσότερο από πέρυσι, αφού μεσολάβησε η με την βούλα του κράτους επίσημη υποτίμηση της δουλειάς που κάνουν κατά 20% (αν δεν κάνουμε λάθος). Πριν το καλοκαίρι. Κι αυτοί οι σκοτωμένοι μισθοί ήρθαν να προστεθούν στα προηγούμενα κόλπα της τουριστικής βιομηχανίας, κυρίως στη “μαύρη” δουλειά.
Η άλλη επίσημη απόφαση, ότι κάτω των 25 χρονών ο βασικός μισθός είναι 500 κάτι ευρώ, πέρασε κι αυτή προ πολλού - σαν “αόρατη”. Οι πεντάμηνες ή εξάμηνες προσλήψεις στους δήμους μερικών χιλιάδων άνεργων με μισθό 625 ευρώ “μικτά” (δηλαδή “καθαρά” μια ιδέα πάνω απ’ τα 500) είναι κι αυτές δρομολογημένες κατά πως λένε τα μήντια· άλλο μαζικό πάτημα στο κεφάλι. Όσο για την αύξηση του φπα στα φαγάδικα από 13% σε 23% μπορεί να μην περάσει στις τιμές, θα περάσει όμως (ανάποδα) στους μισθούς και στα μεροκάματα του “κλάδου” - μην έχετε αμφιβολία.
Αυτά είναι ουσιαστικά, είναι και ενδεικτικά. Είναι ουσιαστικά γιατί αφορούν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες. Και είναι ενδεικτικά γιατί άγνωστο πόσες εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες βρίσκονται σήμερα σε κάποια απ’ τις πιο κάτω καταστάσεις, ή σε περισσότερες από μία:
- δουλεύουν και δεν πληρώνονται, εδώ και μήνες· ή πληρώνονται “έναντι”...
- δουλεύουν υποχρεωτικά “μαύρα”, και λένε και “ευχαριστώ”...
- δουλεύουν φουλ υπερωρίες (ότι πει το αφεντικό) και δεν τις πληρώνονται σαν τέτοιες...
Και, βέβαια, κάποιοι απ’ αυτούς κι αυτές μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι ψάχνουν για δουλειά. Για μια γαμημένη δουλειά.

Δεν περιγράφουμε τον κατακλυσμό. Ούτε μας αρέσει η θυματοποίηση. Αυτή η κατάσταση είναι συνέπεια πολύχρονων δικών μας λαθών και παραλείψεων, σαν εργάτες και εργάτριες. Αν αυτό δεν το συνειδητοποιήσουμε, το ανάστημά μας δεν θα το σηκώσουμε ποτέ. Δεν είναι καθόλου υπεύθυνο να ρίχνουμε όλες τις ευθύνες σε άλλους· μόνο όσες έχουν πραγματικά πρέπει να τους αποδίδουμε. Αφού όμως πρώτα αναλάβουμε τις δικές μας.
Το δηλητήριο του μικροαστισμού έκανε την μεγαλύτερη ζημιά. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής του μικροαστισμού είναι το άτομο. Συνεπής με το γενικό πνεύμα του αστισμού, ο μικροαστός νοιώθει σούπερ και με λιγότερα απ’ ότι ο μεγαλοαστός - αρκεί η δική του περιουσία να είναι μια “μικρογραφία” εκείνης του αστού. Με εκατό τετραγωνικά, ένα εξόχικο (αυθαίρετο), δυο χιλιάδες κυβικά και δυο μέτρα διαγώνιο τηλεοπτικής οθόνης ο μικροαστός είναι ο βασιλιάς του πολύτιμου σύμπαντός του. Στην πραγματικότητα είναι βασιλιάς και με μικρότερα μεγέθη. Ακόμα και με τίποτα. Αρκούν λίγα σύμβολα (επιτυχίας) ή απλές, σκέτες ελπίδες. Το βασίλειό του: ένα μπούνκερ, σε μόνιμο πόλεμο με όλα τα υπόλοιπα παρόμοια βασίλεια.
Φταίει η ιδιοκτησία; Η ατομική ιδιοκτησία είναι πάντα η βάση του μικροαστισμού, αλλά τα τελευταία 40 χρόνια του καπιταλισμού απέδειξαν ότι αρκούν και μόνες τους οι “υποσχέσεις”. Το φάντασμα του “βασίλειού μου”, η προκαταβολή του, κινεί, παρακινεί, διαμορφώνει συνειδήσεις. Αυτό το δηλητήριο το ήπιαν με χαρά χιλιάδες, χιλιάδες χιλιάδων· άντρες και γυναίκες μισθωτοί, και μάλιστα όχι “υψηλόμισθοι”.
Αναρωτήθηκε άραγε ποτέ κανείς τους εάν οι ιδέες, τα “όνειρα”, ο πόθος της ατομικής ανόδου, όλα αυτά τα στολίδια του μικροαστισμού, σπρώχνουν στα τάρταρα; Αναρωτήθηκε κανείς αν η εμπιστοσύνη ή η καχυποψία, η αλληλεγγύη ή ο εγωκεντρισμός, η αλληλοβοήθεια ή η δολιότητα επενεργούν πάνω στο ποσό που λέγεται “μισθός”, ανεβάζοντας ή κατεβάζοντάς το; Όχι. Δεν αναρωτήθηκε κανείς, γιατί “δεν χρειαζόταν”.
Κι όμως, τίποτα δεν πήγαινε κατ’ ευχήν για αρκετές χιλιάδες, πολύ πριν την “κρίση”. Τα όνειρα και τα μεγαλεία παρέμεναν πάντα γερά καρφωμένα στην ψηλή τους θέση στους μικρούς προσωπικούς και οικογενειακούς ορίζοντες· αλλά γινόταν όλο και δυσκολότερο να τα πλησιάσουν όλο και περισσότεροι. Εμφανίστηκε βέβαια ο απο μηχανής θεός, τα δανεικά. Κατασπαράσσοντας το μέλλον σου στήνεις τον μικρούλη θρόνο του παρόντος σου - τι υπόσχεση!!!
Να λοιπόν. Τα 500κάτι ευρώ “βασικός μισθός”, η όλο και πιο γενική ανασφάλιστη δουλειά, το (μη) έλεος του εργοδότη, το “ψάχνε και παρακάλα για κανά μεροκάματο”, όλα αυτά τα προετοιμάζαμε σαν εργάτες επί χρόνια. Δεν είναι ούτε η τρόικα ούτε η “κρίση” που τα έφτιαξε. Τα αφεντικά μετακίνησαν και μετακινούν τα τεθωρακισμένα τους κατά πάνω μας, αυτό είναι αλήθεια· αλλά τον δρόμο τον ανοίξαμε και τον στρώσαμε εμείς. Πως; Με τα παραμύθια του μικροαστισμού. Με την σιγουριά ότι ο καθένας μπορεί (και πρέπει) να τα βγάλει πέρα μόνος του. Και η συνέχεια των παραμυθιών και των ψευδαισθήσεων παίρνει τώρα οδυνηρές μορφές.

Φαίνεται παράξενο σε μια κοινωνία 5 εκατομμυρίων μισθωτών (στους οποίους περιλαμβάνονται βέβαια προσωπάρχες, προϊστάμενοι και διευθυντές, στελέχη, υπουργοί και πρωθυπουργοί) να μην υπάρχει υπολογίσιμη εργατική τάξη με υπολογίσιμη ΔΙΚΗ ΤΗΣ δύναμη, με κατ’ αρχήν ξεκαθαρισμένη αντίληψη για το τι (της) συμβαίνει σήμερα, με τα δικά της μέσα, την δική της δύναμη, την δική της αποφασιστικότητα να πολεμήσει. Όμως όλα είναι δυνατά στον καπιταλισμό! Ειδικά όταν, μετά την ελπίδα των “μικρών βασιλείων”, έχουν απομείνει όλα τα απόνερα του μικροαστισμού. Απ’ το “δεν γίνεται τίποτα” μέχρι την μοναξιά, απ’ τους υπόγειους (ή όχι και τόσο υπόγειους) μικροπανικούς μέχρι τα μπαλώματα (των δεινών), από την απαισιοδοξία μέχρι την ευπιστία πως “κάπως”, με κάποιον μαγικό τρόπο, τα πράγματα θα γίνουν όπως πριν...
Η ύπαρξη (ή η ανυπαρξία) συλλογικής εργατικής συνείδησης δεν είναι κοινωνιολογικό φαινόμενο. Όλοι οι βάτραχοι του βάλτου μπορούν θαυμάσια να νομίζουν ότι είναι μαγεμένα βασιλόπουλα (ο καθένας για τον εαυτό του) και να διάγουν έτσι την ζωή τους. Η υπάρξη συλλογικής εργατικής συνείδησης, δηλαδή η επίγνωση του εργάτη Τάδε και της εργάτριας Δείνα ότι ανήκει σ’ ένα μεγάλο σύνολο που δημιουργεί τον πλούτο παγκόσμια, και το οποίο υφίσταται (σε ατομική αλλά και σε συλλογική κλίμακα) αυτά που υφίσταται επειδή δέχτηκε να διαλυθεί, να κομματιαστεί, και να ακολουθεί λαμπερά άθλιες σημαίες, η υπάρξη λοιπόν αυτής της συναίσθησης είναι πολιτική πράξη. “Πολιτική” σημαίνει αυτό: πολεμική. Όχι εύκολα τέτοια... Όχι κατά φαντασίαν τέτοια... Όχι με καβάτζες και εγγυήσεις τέτοια... Οι ευκολίες και οι εγγυήσεις (κομματικές ή συνδικαλιστικές) πέθαναν εδώ και πολύ καιρό.
Το ότι δεχτήκαμε σαν εργάτες να μας υποτιμούν πριν αρχίσουν να μας κλαδεύουν, και τώρα μας κλαδεύουν πριν μας θάψουν ζωντανούς, δεν αντιστρέφεται ούτε με μαγικά κόλπα, ούτε με τα ψέματα. Ούτε με σπασμωδικές κινήσεις, ούτε με συναισθηματισμούς. Ούτε σε μια βδομάδα, ούτε σε δύο. Δεν είναι μόνο οι στάνταρ εχθροί απέναντί μας. Είναι και όλοι οι “σωτήρες” μας. Κάνουν την παραχώρηση, στα λόγια, να “μιλάνε" για “εργαζόμενους”, με την εξής συμβουλή, παρότρυνση, διαταγή: για το δικό μας το καλό (λένε...) δεν πρέπει να υπάρχουμε σαν τάξη, σαν εργάτες, αυτοτελώς, με τα δικά μας συμφέροντα και τους καταδικούς μας στόχους, αλλά πρέπει να “συμμαχήσουμε” με τα “μικρο” και “μεσαιο” αφεντικά, που έχουν κι αυτά προβλήματα. Μας χαϊδεύουν με συμπάθεια το κεφάλι, τα αυτιά, το μυαλό· το δικό τους μυαλό είναι στις μικροαστικές και μεσοαστικές ψήφους, που δεν σκοπεύουν να χάσουν.
Δεν μας φοβούνται σαν τάξη, γιατί “δεν υπάρχουμε”. Κι αφού δεν μας φοβούνται ούτε μας σέβονται. Κι ωστόσο αυτό είναι το πιο επείγον απ’ τα επείγοντα για την “τύχη” μας, ακόμα κι αν δεν κάνει αύριο κάποιο “θαύμα”: να ανατιμηθούμε, με τον μόνο τρόπο που εξαρτιέται απ’ την αρχή ως το τέλος του αποκλειστικά από εμάς. Να ανατιμήσουμε τους εαυτούς μας πολιτικά - σαν εργάτες, σαν τάξη, κι όχι βέβαια σαν “κόμμα”, γκρουπούσκουλο ή “πλήθος”. Να ανατιμήσουμε τους εαυτούς μας πολεμικά. Που σημαίνει να επιλέξουμε εκείνους τους λίγους μεν αλλά πεντακάθαρα εργατικούς στόχους (εκείνες τις καθαρόαιμα εργατικές απαιτήσεις) που θα μας επιτρέψουν να ανασυντάξουμε τις προλεταριακές μας δυνατότητες, ώστε να γίνουμε συλλογικά ξανά αυτό που πάψαμε εδώ και τριάντα χρόνια: επίφοβοι!
Θα αλλάξει έτσι αύριο ή μεθαύριο κάτι σε σχέση με τον μισθό, την διάρκεια της εργασίας, την ανεργία; Ναι: θα αρχίζουμε να ξηλώνουμε τα θεμέλια πάνω στα οποία η σημερινή εκμετάλλευσή μας πατάει γερά. Πρέπει, επιβάλλεται, να ξεθεμελιώσουμε την “υπομονή” και τους κατευθυνόμενους απ’ το σύστημα θυμούς. Πρέπει, επιβάλλεται, να ξεθεμελιώσουμε τις ατομικές ασκήσεις σωτηρίας, τα “ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται”. Πρέπει, επιβάλλεται, να ξεθεμελιώσουμε την συνήθεια των συμβιβασμών και των “μη ζητάς πολλά”. Πρέπει, επιβάλλεται, να ξεθεμελιώσουμε την βιασύνη, τους εύκολους ενθουσιασμούς και τις ακόμα ευκολότερες απογοητεύσεις. Αυτά και άλλα βρίσκονται ήδη, σα βαρίδια, στο ζύγι της υποτίμησής μας· αυτά μας μετράνε και μας βγάζουν “λίγους” - όχι ποσοτικά αλλά ποιοτικά.

Ακόμα και η πιο έντιμη μοναχικότητα στις γραμμές μας, δεν θα αντέξει. Είναι καλή αφετηρία, αλλά αφετηρία μόνο. Δεν είναι να βάλουμε στόχο ή “ανατρέπουμε τον καπιταλισμό” ή τίποτα· αυτή η σοφιστεία βολεύει θαυμάσια τ’ αφεντικά που, τουλάχιστον, έχουν μια καλή ιστορική εμπειρία και γνώση για το πότε πραγματικά κινδυνεύουν... Το “ή ανατροπή ή τίποτα” είναι σήμερα το επιτήδειο κλείσιμο του ματιού στο “τίποτα”. Ύστερα από τόσες δεκαετίες ιδιωτικών “επιτυχιών” και δημόσιων χαντακωμάτων, η συλλογική δύναμή μας σαν εργάτες και εργάτριες πρέπει να πυρακτωθεί σε φωτιές πιο “ταπεινές” μεν αλλά με γερές και σταθερές. Αυτή η δύναμη είναι τώρα μια ασχημάτιστη μάζα μετάλλου, θαμένη βαθιά στο χώμα - και δεν θα γίνει ξανά ξίφος με διακηρύξεις, αναγγελίες και προσμονή κάποιας “δευτέρας παρουσίας”.
Ακόμα κι αν “δεν υπήρχαμε” σαν τάξη, θα έπρεπε να την εφεύρουμε· πρακτικά και εν δράσει. Ένα καλό παράδειγμα: στην πρώτη εκδήλωση για την ανεργία και τους ανέργους (στις 27 Ιούνη) η συνέλευση του πλάνου 30/900, ανάμεσα στα υπόλοιπα σοβαρά που παρουσίασε αναλυτικά, έφερε ξανά στην επιφάνεια κάτι όχι άγνωστο μεν, κουκουλωμένο και παραπεταμένο δε. Η ανεργία (η “εργασία μηδέν”...) δεν είναι μια διαχωρισμένη κατάσταση έκπτωσης, αλλά η άκρη ενός φάσματος τρόπων εκμετάλλευσης των εργατών στου οποίου την άλλη άκρη βρίσκεται, τώρα, “μέσα στην κρίση”, η δουλειά 50 και 60 ωρών την εβδομάδα. Αυτό δεν είναι μια καινούργια κατάσταση, συνέβαινε ήδη εδώ και 15 ή 20 χρόνια. Αλλά η “κρίση” και η “διαχείρισή” της περνάει μέσα απ’ την όξυνση αυτών των δύο τυπικά ακραίων καταστάσεων: “καθόλου δουλειά” (για χιλιάδες) και “δουλειά όσο πάει” (επίσης για χιλιάδες).
Δεν πρόκειται για θεωρητική κατασκευή ούτε για μαγικό εύρημα. Το “μεγάλο αφεντικό”, το κράτος, κάνει ανοικτά και στο φως της ημέρας αυτήν ακριβώς την ρύθμιση. Απ’ την μια μεριά αυξάνει κατά 2,5 ώρες την εβδομάδα (από 37,5 σε 40) το βασικό ωράριο χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων. Αυτή είναι μια αύξηση του χρόνου εργασίας (χωρίς αύξηση μισθών, και στην πραγματικότητα με σημαντική μείωση) κατά 6,6%. Ταυτόχρονα μεθοδεύει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απολύσεις (δημοσίων υπαλλήλων) που μπορεί να είναι 8% ή 10% του συνόλου. (Στα σχολεία όπου φέτος οι προσλήψεις είναι ελάχιστες και τα “κενά” πολλά μην παραξενευτεί κανείς εάν αυξηθεί κατά 2 ή 3 ώρες το εβδομαδιαίο ωράριο καθηγητών και δασκάλων...).
Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Κάτι στρατηγικής σημασίας για τον καπιταλισμό σα σύνολο και κάθε εργοδότη χωριστά. Η διαχείριση και η κατανομή του γενικού (διαθέσιμου κοινωνικά στο σύνολό του) χρόνου εργασίας γίνεται αποκλειστικά απ’ τ’ αφεντικά, με τέτοιο τρόπο ώστε στη μια άκρη να εμφανίζεται κάτι σαν “περίσσευμα εργασίας / εργατών”, να “μηδενίζεται” εκεί λοιπόν το “κόστος” ύπαρξης αυτών των χιλιάδων, και να επικυρώνεται ύστερα σ’ ολόκληρο το φάσμα η μαζική υποτίμηση... Ως το άλλο άκρο: της δουλειάς μέχρι τελικής πτώσης.
Επαληθεύεται εμπειρικά κάθε μέρα, από εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες, το ότι αυτό που είναι στρατηγικής σημασίας για τα αφεντικά (επειδή είναι σημαντικό εργαλείο υποτίμησης), δηλαδή η γενική κατανομή του κοινωνικά διαθέσιμου χρόνου εργασίας, [1] είναι εξίσου στρατηγικής σημασίας για εμάς, όλους και όλες, σαν τάξη. Η συνέλευση του πλάνου 30/900 βάζει σαν “στόχο” την γενική μείωση του βασικού ωραρίου στις 30 ώρες (από 40) την εβδομάδα· αλλά το ίδιο σημαντικό με το νούμερο αυτό καθ’ εαυτό είναι ο προσανατολισμός. Γι’ αυτό το ζήτημα (του χρόνου εργασίας και της γενικής κατανομής του), όπως και για την “κατώτατη τιμή” του εμπορεύματος εργασία (“βασικός μισθός”) είναι που πρέπει να μιλήσουμε, να σκεφτούμε, να κατέβουμε και να ξανακατέβουμε και να ξανακατέβουμε στο πεζοδρόμιο· έως εκείνο το σημείο που θα αποκτήσουμε την δύναμη για περισσότερα, πάντα σε σχέση μ’ αυτά τα ζητήματα.
Αυτό όμως που επαληθεύεται εμπειρικά κάθε μέρα δεν γίνεται ακόμα κατανοητό σα “γενική κατάσταση”. Απ’ τους ίδιους, εμάς. Και τα εμπόδια είναι τα γνωστά. Αφ’ ενός ο ατομισμός / μικροαστισμός, το “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”, που εμποδίζει να βλέπει ο καθένας την “κατάστασή” του όχι σαν “προσωπική” αλλά σαν μια στατιστικά τυχαία θέση μέσα σ’ έναν ευρύ ορίζοντα εκμετάλευσης και υποτίμησης. Αφ’ ετέρου ο επιτήδειος βομβαρδισμός μας απ’ τους “σωτήρες” μας, με κάθε είδους συμβιβασμό και αποπροσανατολισμό, ώστε να μην βάλουμε τα δάκτυλά μας στις δικές μας πληγές.

Το ξαναλέμε: ακόμα κι αν δεν υπήρχαμε σαν τάξη θα έπρεπε να μας εφεύρουμε. Αλλά υπάρχουμε διάολε!!!

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 - Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, επειδή πάντα καιροφυλακτούν διάφοροι καλοθελητές: ο "κοινωνικά διαθέσιμος χρόνος εργασίας” είναι σαφώς “μεγαλύτερος”, με την έννοια του “περισσότερος”, απ’ τον “κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας”. Αλλά η μείωση του ωραρίου για τους πάντες δεν λαθεύει ως προς το ποιό είναι το “νοήμά” της. Θα μπορούσαμε να τσιτάρουμε Μαρξ επ’ αυτού, για το πόσο καίριας σημασίας (για την εργατική τάξη και την συνειδήσή της) είναι οι αγώνες για μείωση του χρόνου εργασίας (εντός καπιταλισμού) - αλλά έχουμε πήξει από αυτοσχέδιους μαρξιστές, και δεν έχει ιδιαίτερη αξία.
[ επιστροφή ]
 
       

Sarajevo 2020