Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 54

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 54

Να πάνε κάτω τα φαρμάκια...

 

“αγορές” εναντίον κυβερνήσεων:
δεν είναι στημένο, είναι εικονικό

Αδύναμες, μικρότερες των περιστάσεων έως και ύποπτα ανίκανες αποδεικνύονται οι κυβερνήσεις των μεγάλων οικονομιών του κόσμου στην αντιμετώπιση της κρίσης που ξέσπασε μεσοκαλόκαιρο στις χρηματιστηριακές αγορές. Από την άλλη πλευρά το αντίπαλο δέος, οι πιστωτές τους και οι συμμετέχοντες στο χρηματιστηριακό παιχνίδι δείχνουν να συμπεριφέρονται ακόμα μια φορά με τον αγνωστό άπληστο, ανεξέλεγκτο, ανορθολογικό, και τελικά επικίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία τρόπο.Για κάποιους παρατηρητές, τα όσα είδαμε στις αγορές το πρώτο δεκαήμερο του φετεινού Αυγούστου δεν είναι τίποτα άλλο από μια επίδειξη δύναμης του χαϊδεμένου χρηματοπιστωτικού τομέα για το ποιός είναι το αφεντικό στην παγκόσμια οικονομία.
(“κυρ. ελευθεροτυπία”, 14/8/2001 - Μπάμπης Μιχάλης)

Να η παρουσίαση (στα ελληνικά) ενός διεθνούς show... Μιας φτηνής παραχάραξης (της πραγματικότητας) δηλαδή, που η επίδειξή της (και η “πειστικότητά” της...) εν μέρει οφείλεται σε δόλο και εν μέρει (ναι, κι αυτό είναι αλήθεια!) σε διανοητική νωθρότητα. Απ’ την μια οι κυβερνήσεις - απτές, συγκεκριμένες, όσο τέλος πάντων απτό και συγκεκριμένο είναι το πολιτικό προσωπικό των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών... “Αδύναμες”, “κατώτερες των περιστάσεων”, χωρίς την στοιβαρότητα άλλων πολιτικών ανδρών και γυναικών του παρελθόντος· κι εδώ, προκειμένου για την ευρώπη, τα ονόματα είναι βαριά: Μιττεράν, Κολ, Θάτσερ... Και απ’ την άλλη αυτές οι μυστηριώδεις “αγορές” που, χαϊδεμένες ή όχι, αλωνίζουν τον πλανήτη, βάζοντας σε κίνδυνο μια ακόμα μεταφυσική οντότητα: την “παγκόσμια οικονομία”.... Απ’ τη μια ο αδύναμος “καλός” ή, εν πάσει περιπτώσει, ο αδύναμος “καλύτερος”. Απ’ την άλλη ο παντοδύναμος “κακός”, σίγουρα ο παντοδύναμος “χειρότερος”. Τα “μαρμαρένια αλώνια” λείπουν, αλλά ο μανιχαϊσμός της καθεστωτικής ιδεολογίας δεν τα χρειάζεται. Άλλωστε όλο και μεγαλύτερο τμήμα του (καπιταλιστικού) κόσμου είναι πεδίο αυτής της “μάχης” - ποιά αλώνια;
Σε άλλες εποχές θα λέγαμε ότι αυτή η επίδειξη της “ανικάνοτητας διεύθυνσης έναντι των αγορών” (ή ολιγωρίας, ή οτιδήποτε παρόμοιο) γίνεται για να προκληθεί η νοσταλγία στο “στιβαρό κράτος” - και μπορεί να υποψιαστεί ο καθένας τι είναι αυτό. Τώρα, χωρίς να αποκλείεται το προηγούμενο, αυτή η παραχάραξη έχει σίγουρα και τρέχοντα οφέλη. Υπηρετεί την “διαχείριση της κρίσης” τοις μετρητοίς.
Ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα. “Ξαφνικά”, λίγο πριν τα μέσα του Αυγούστου, μερικές απ’ αυτές τις “αδύναμες” και “ανίκανες” ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανόμενης της ελληνικής) απαγορεύουν (άλλη για μια βδομάδα, άλλη για περισσότερο, άλλη για μερικές εταιρείες άλλη για περισσότερες, όχι όμως για πάντα και για όλες!) τις περίφημες “ανοικτές αγορές” μετοχών στα χρηματιστήρια. Τι είναι αυτό το κόλπο; Μια συνηθισμένη πρακτική της λογιστικής, εικονικής, φανταστικής παραγωγής “κερδών”, “χρήματος” κλπ στα χρηματιστήρια: κάποιος πουλάει το πρωί με το κιλό μετοχές, για να πέσουν οι τιμές τους, και τις αγοράζει ξανά (αισθητά φτηνότερες) το μεσημέρι, “γράφοντας” την διαφορά πώληση μείον αγορά σαν “κέρδος”. Υπάρχει και μια πιο προχωρημένη εκδοχή του κόλπου: η "γυμνή ανοικτή αγορά”. Σ’ αυτήν την περίπτωση αυτός που “πουλάει” δεν έχει καν και καν τις μετοχές· απλά δίνει μέσω υπολογιστών “εντολή πώλησης”. Και όταν η τιμή έχει κάτσει αρκετά, δίνει “εντολή αγοράς”, και πάλι χωρίς να γίνεται ιδιοκτήτης αυτών των μετοχών. Λογιστικά παιχνίδια με software και αέρα...
Τέτοια κόλπα είναι παλιά, δεκαπεντετίας ή εικοσαετίας, και καθημερινά σ’ όλα τα καθώς πρέπει χρηματιστήρια. Κι αν τα θυμίζουμε εδώ δεν είναι βέβαια για να καταραστούμε αυτούς τους παλιοχαρακτήρες τους χρηματιστές, που το παίζουν μικροί θεοί της καπιταλιστικής “κερδοφορίας” προκαλώντας μόνοι τους άλλοτε τρικυμίες κι άλλοτε μπουνάτσες. Αλλά επειδή αυτές οι “αδύναμες” και “κατώτερες των περιστάσεων” κυβερνήσεις επιτρέπουν αυτήν την ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτισμού, και μόνο εάν “παραγίνει” επεμβαίνουν απαγορεύοντας... Για λίγο... Που σημαίνει: μπορούν “εάν θέλουν”. Δεν είναι καθόλου “αδύνατες”. Αλλά “δεν θέλουν”. Και γιατί, δηλαδή, θα έπρεπε να συμβαίνει αλλιώς;
Εν τω μεταξύ, ποιές είναι αυτές οι μυθικές “αγορές” που περιγράφονται σαν “υποκείμενα”, που άλλοτε “πείθονται” και άλλοτε όχι, “εκνευρίζονται” και “ηρεμούν”, “πανικοβάλονται” και “αποφασίζουν”, και όλα τα υπόλοιπα τερατώδη; Είναι όλα τα κάποιου μεγέθους κυκλώματα του χρηματοπιστωτισμού: τράπεζες, hedge funfs, equity funds, ασφαλιστικές εταιρείες και ασφαλιστικά ταμεία μισθωτών, είτε “δημόσια” είτε “ιδιωτικά”. Πρόκειται για μηχανισμούς που σε μεγάλο βαθμό έχουν “εθνική” σημαία πάνω απ’ το κεφάλι τους (που σχετίζεται με το που φορολογούνται τα κέρδη τους, όχι όμως μόνο μ’ αυτό: περισσότερο σχετίζεται με το σε ποιές “περιοχές του παγκόσμιου ταξικού ανταγωνισμού” παρεμβαίνουν άμεσα ή έμμεσα)· υπάρχουν φυσικά και οι αμιγώς “πολυεθνικοί” τέτοιοι. Μηχανισμοί που διαχειρίζονται τεράστιες ποσότητες χρήματος (“πραγματικού” αλλά και “λογιστικού” - αν και, από ένα σημείο και μετά, τα όρια ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο τύπους συμβάσεων, το “πραγματικό χρήμα” και το “λογιστικό χρήμα”, γίνονται δυσδιάκριτα) και, το σημαντικότερο, αποτελούν εδώ και δυο δεκαετίες το “κυρίως όχημα” της καπιταλιστικής κερδοφορίας γενικά. Μηχανισμοί συνήθως “πολυμετοχικοί” μεν, που έχουν ωστόσο ο καθένας τους “κύριους” μετόχους τους, αυτούς που διορίζουν την διοικητική κορυφή. Αυτές είναι οι περιβόητες “αγορές”.
Τίποτα καινούργιο μεν, αλλά... Όταν το πράγμα γίνει λιανά, όπως είναι στην πραγματικότητα, τότε εμφανίζονται στον ορίζοντα όχι τα μυστήρια του κόσμου, αλλά - για παράδειγμα - οι τράπεζες· οι γερμανικές, οι αμερικάνικες, οι γαλλικές, οι ισπανικές, οι αγγλικές, οι ιταλικές - και οι ελληνικές! Είναι αυτές (και αυτές) μέσα στο “αντίπαλο δέος” των “ανίκανων” κλπ κυβερνήσεων!... Είναι όμως δυνατό να εξειδικευτεί έτσι ο πόλεμος του “κακού” εναντίον του “καλού”; Είναι δυνατόν να γίνονται μάχες μεταξύ γερμανικών, αμερικανικών, αγγλικών, η ελληνικών τραπεζών και των αντίστοιχων “αδύναμων” κυβερνήσεων τους; Όχι βέβαια!!! Αφού, λοιπόν, αυτό δεν είναι δυνατό, όλο το παραμυθάκι περί κυβερνήσεων - απ’ - τη - μια και αγορών - απ’ - την - άλλη, θα έπρεπε να έχει βουλιάξει προ πολλού. Αν δεν έχει συμβεί έτσι (και δεν έχει...) αυτό οφείλεται στη βλακεία ή/και στην ευπιστία των υποτελών. Που λατρεύουν τις αναπαραστάσεις του “εύκολου” και του “απλού” επειδή η “κατανόησή” τους δεν χρειάζεται κόπο.
Ωστόσο ενδοκαπιταλιστική ένταση υπάρχει. Μόνο που δεν είναι καθόλου του είδους που αγαπούν οι παραμυθάδες. (Τόσο το χειρότερο για τους πελάτες τους.)

 

οίκοι αξιολόγησης (πιστωτικών κινδύνων)

Τα τρία μεγαλύτερα (απ’ την άποψη της πελατείας) μαγαζιά “αξιολόγησης αξιοπιστίας οφειλετών” εμφανίζονται και εξαφανίζονται στη δημαγωγία, σαν μετερεωλόγοι. Οι δύο απ’ τους μάγους, η Moody’s (investor service) και η Standard & Poors είναι αμερικάνικες. Ο καθένας τους “ελέγχει περί το 40% της αγοράς εκτιμήσεων” και θα δούμε πιο κάτω τι σόι είναι αυτή η αγορά. Ο τρίτος και μικρότερος (περίπου το 14% της αγοράς), η Fitch (ratings) έχει μεν διπλή έδρα στη Ν. Υόρκη και στο Λονδίνο, αλλά ανήκει κατά 80% στη Fimalac (μια γαλλική εταιρεία με έδρα το Παρίσι) και στην Capital Intelligence που (για φορολογικούς οπωσδήποτε λόγους) έχει έδρα στη Λευκωσία, στη νότια κύπρο. Αυτή η τελευταία, η Capital Intelligence, είναι επίσης “οίκος αξιολόγησης”, που όμως δεν ασχολείται με δάνεια κρατών. Προτιμάει τις αξιολογήσεις τραπεζών, διεθνώς. (Το υπόλοιπο περίπου 6% της “αγοράς εκτιμήσεων” μοιράζεται σε διάφορους άλλους “οίκους αξιολόγησης”, μερικοί απ’ τους οποίους ασχολούνται και με τα κρατικά δάνεια - πλήν όμως δεν “ακούγονται” ιδιαίτερα στη δύση...)
Τι κάνουν λοιπόν αυτοί οι ιππότες της αποκάλυψης; Ποιά είναι η χρησιμότητά τους, και ποιός ο ρόλος τους στον (παγκόσμιο) καπιταλισμό; Τυπικά (υποτίθεται) ότι οι υπηρεσίες αυτών των μαγαζιών, που είναι κανονικές επιχειρήσεις με σκοπό το κέρδος, λειτουργούν σαν “ανεξάρτητες παγκόσμιες αρχές”, μαζεύοντας, αναλύοντας και εκτιμώντας τα οικονομικά δεδομένα καθενός που έχοντας μια κάποια καπιταλιστική υπόσταση ζητάει να δανειστεί. Στην “αγορά”. Κάνοντας, υποτίθεται, την δουλειά “οικονομικών ντετέκτιβ” οι “οίκοι αξιολόγησης” αποφαίνονται για την αξιοπιστία του (όπου νάναι) οφειλέτη Χ ή Ψ, εξυπηρετώντας τους (όπου νάναι) δανειστές τους. Σε ποιό σημείο; Στο επιτόκιο που θα ζητήσουν αυτοί οι τελευταίοι (οι δανειστές) απ’ τους δανειζόμενους, για να τους δανείσουν. Όλα αυτά, λοιπόν, τα ιερογλυφικά ΑΑΑ, Α+, ΒΒ, C, κλπ, αποτελούν την “βαθμολογία” που δίνει κάθε οίκος στον εξεταζόμενο δανειστή, στη βάση μιας κλίμακας “μέτρησης” της αξιοπιστίας του. Του κατά πόσον, δηλαδή, θα ξεπληρώσει στην ώρα τους τα δανεικά.

Σ’ έναν κόσμο, λοιπόν (τον καπιταλιστικό) που απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1970 δεν έχει κανένα “σταθερό μέτρο αξίας” για το πλέον άγιο των αγίων του, το χρήμα / νόμισμα (εφόσον τότε οι ηπα εγκατέλειψαν τον “κανόνα του χρυσού”), σ’ έναν κόσμο (τον καπιταλιστικό) πληθωρικής σχετικότητας ως προς το “τι αξίζει τι”, οι “οίκοι αξιολόγησης”, και οπωσδήποτε οι 3 μεγαλύτεροι ανάμεσά τους, παίζουν τον ρόλο του Μέτρου και της Αλήθειας! Γιατί, βέβαια, μπορεί μεν ο καπιταλισμός να είναι “υλιστικός” με τον τρόπο του, δεν μπορεί όμως να δουλέψει σε οτιδήποτε χρειάζεται εκτιμήσεις και προβλέψεις (ακόμα και για το πολύ κοντινό μέλλον, πολύ περισσότερο μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα) χωρίς τις εξόχως μεταφυσικές έννοιες της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης. Σε τελευταία ανάλυση η πίστωση (το δάνειο δηλαδή) είναι παράγωγο της πίστης.
Η ιστορία της ανάγκης για “αδιάβλητες / αντικειμενικές εκτιμήσεις επί της αξιοπιστίας των δανειζόμενων” (κυρίως εκείνων που δανείζονταν και δανείζονται με ομόλογα, είτε είναι επιχειρήσεις είτε κράτη) συμπίπτει με τον αμερικανικό 20ο αιώνα. Ύστερα από κάμποσες ταραγμένες και περιπετειώδεις περιπτώσεις (στον 19ο) μεγαλόπνοων επενδυτικών σχεδίων που χρηματοδοτήθηκαν μέσω (λαϊκών) ομολόγων (με τελευταίες τέτοιες εκείνες με τους σιδηροδρόμους) μόνο και μόνο για να καταλήξουν σε χρεωκοπίες και χάσιμο των δανεικών, ένας κάποιος Moody έφτιαξε το 1909 ένα μαγαζί που πήγαινε ένα βήμα πιο μακρυά απ’ την ως τότε διαμορφωμένη παράδοση της ειδησειογραφίας σε σχέση με το ποιόν της μιας ή της άλλης εταιρείας. Βασιζόμενος (ο Moody) στην τότε εντυπωσιακά πειστική “επιστήμη της στατιστικής”. Το 1941 η Moody’s (ασχολούμενη πάντα με επιχειρήσεις) έφτιαξε, μέσω συγχώνευσης με την Standard Statistics την Standard & Poor’s - η οποία αγοράστηκε στη δεκαετία του 1960 από τον τότε βαρώνο του τύπου McGraw Hill.
Ενώ ποτέ οι “αλήθειες” και η “αντικειμενικότητα” αυτών των υποτίθεται ανεξάρτητων οίκων δεν ήταν τόσο “αληθινές” και “αντικειμενικές” όσο οι ίδιοι διαφήμιζαν (και θα δούμε πιο κάτω γιατί), και ενώ οι παταγώδεις αποτυχίες τους είχαν πάντα το ίδιο σχήμα (ο άριστος οφειλέτης σήμερα χρεωκοπεί πανηγυρικά αύριο), μέσα στον 20 αιώνα υπήρξαν δύο “χρυσές” περίοδοι γι’ αυτούς. Απ’ το 1910 ως το 1930 (βασικά στις ηπα) [1]· και απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1970 (μετά την αποδέσμευση του δολαρίου απ’ τον χρυσό) ως το 2008, παγκόσμια αυτή τη φορά. [2] Ο κοινός τόπος σ’ αυτές τις καπιταλιστικές περιόδους βγάζει μάτι για να είναι δυνατόν να αγνοηθεί: αρκετό χρήμα διαθέσιμο να “επενδυθεί” σε δάνεια, έτσι ώστε να γεννήσει ακόμα περισσότερο χρήμα.
Είναι φανερό ότι αυτή η εξειδικευμένη καπιταλιστική λειτουργία, της “ασφαλούς εκτίμησης για το επιχειρηματικό μέλλον του δανειζόμενου”, μετατράπηκε νωρίς νωρίς στον 20ο αιώνα σε ζήτημα “πληροφοριών” και “αριθμών”, αρκετά πριν η πληροφοριοποίηση προταθεί σαν μοντέλο / διαδικασία γενικής, καθολικής εφαρμογής. Είναι επίσης φανερό ότι ακόμα και ο πλέον αδέκαστος εκτιμητής του παρόντος και του μέλλοντος οποιασδήποτε επιχείρησης θα είχε, σαν όριο, την “ειλικρίνεια των βιβλίων” της επιχείρησης, καθώς και μια σειρά άλλους παράγοντες πολύ μεγαλύτερης κλίμακας, απ’ αυτούς που μπορεί να μετατρέψουν και το πιο ανθηρό μαγαζί σε σκόνη, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο. Μ’ άλλα λόγια, το εμπόριο ασφαλών εκτιμήσεων για το ποιόν κάθε δανειστή και “αντικειμενικών” προβλέψεων για το μέλλον του μετά από 10 ή 20 χρόνια, ξεκίνησε απ’ την αρχή σαν εμπόριο ιδεολογίας. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Εκείνη η πανηγυρική κατάρρευση του 1929 και μετά έδειξε το γιατί η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη στον γαλαξία του καπιταλιστικού επιχειρείν δεν είναι στατιστικό ή λογιστικό ζήτημα, αλλά απ’ την αρχή ως το τέλος του πολιτικό. Με την έννοια των σχέσεων εξουσίας, των συσχετισμών δύναμης και των ισορροπιών, είτε μεταξύ τάξεων, είτε μεταξύ επιχειρήσεων, είτε μεταξύ κρατών.

Αλλά οι εκτιμητές και οι “οίκοι αξιολόγησης” δεν ήταν καν αδέκαστοι, για να υποστούν ένα είδος “υπαρξιακής” ήττας στα ‘30s - ή αύριο. Ήταν, και παραμένουν, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, εργαλείο των “καλών” επιχειρήσεων (ή εκείνων που μπορούσαν να προσποιηθούν ικανοποιητικά πως είναι τέτοιες) μέσα στην καπιταλιστική θάλασσα χρήματος, ελπίδων, “επενδυτικών ονείρων” και κύρους, ώστε “να έχουν πρόσβαση σε φτηνά δάνεια” - σε σχέση με τις λιγότερο “καλές” ή τις χειρότερες. Αφού και οι “οίκοι αξιολόγησης” ήταν απ’ την αρχή τους επιχειρήσεις, με σκοπό τον έναν και γνωστό, έπρεπε να πουλάνε “καλό πράγμα” - και όχι, φυσικά, Κασσανδρισμούς. Το “καλό πράγμα” (τα εγγυημένα ως την αποπληρωμή τους δάνεια) το προσέφεραν, φυσικά, οι “καλές επιχειρήσεις”. Υποτίθεται ότι προκειμένου οι “οίκοι αξιολόγησης” να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία της γνώμης τους θα δούλευαν με “συνδρομητές” και θα ανακοίνωναν τις εκτιμήσεις τους γι’ αυτούς μόνο σ’ αυτούς, μέσω ειδικών συνδρομητικών εκδόσεων. Όμως αυτό δεν έγινε, και δεν θα είχε νόημα να γίνει, εκτός απ’ το να μαθαίνει ο καθένας την εκτίμηση του οίκου για τους ανταγωνιστές του... Πολύ γρήγορα οι “οίκοι αξιολόγησης” άρχισαν να πληρώνονται (και αυτό παραμένει ως σήμερα η κύρια πηγή των εσόδων / κερδών τους) απ’ τους ίδιους τους αξιολογούμενους! Αυτό, από μόνο του, είναι αρκετό για να φανεί πως τα καπιταλιστικα κυκλώματα δεν έχουν τα “στεγανά” που διαδίδουν ότι έχουν.
Μπορεί να μιλήσει κανείς επίσης για “ασυμβίβαστο”: σε πληρώνει ο πελάτης για να πεις ότι είναι μπαγάσας; Όχι, εκτός αν αυτός ο πελάτης έχει τους δικούς του λόγους να είναι “κακός”... Οπότε; Οπότε μια χαρά ήταν η Enron (AAA) έως και τέσσερεις μέρες πριν βουλιάξει - παρότι οι “οίκοι αξιολόγησης” ήξεραν από μήνες ότι κάτι βρωμάει άσχημα στα λογιστήριά της. Και η Lehman Bros ήταν μια χαρά (Α) μια βδομάδα πριν την δική της χρεωκοπία... Και η Freddie Mac τα είχε όλα τα αλφάδια της, μέχρι που βγήκε αυτός ο Buffet στο CNBC και την κάρφωσε... οπότε την άλλη μέρα οι “οίκοι αξιολόγησης” την έριξαν στο πάτο των junk bonds...
Θα ήταν δυνατό, λοιπόν, να υποθέσει κανείς ότι σε κάθε πράξη δανεισμού ο δανειστής θέλει να ξέρει τι κουμάσι είναι ο δανειζόμενος· και πως υπάρχει μια κατ’αρχήν πραγματική, πρακτική ανάγκη (τέτοιου είδους) γνώσης στη βάση του χρηματοπιστωτισμού. Όμως οι μεγάλοι και επαγγελματίες δανειστές (για παράδειγμα οι τράπεζες) έχουν διάφορους τρόπους να κατοχυρώνονται έναντι μελλοντικής αδυναμίας του Χ ή του Ψ δανειστή, ακόμα κι αν δεν έχουν “βαθμολογήσει” το ποιόν του ή την μελλοντική κατάσταση της επιχείρησής του: οι “εμπράγματες εξασφαλίσεις” (οι υποθήκες δηλαδή) είναι ένας απ’ αυτούς. Η άνθηση του εμπορίου εκτιμήσεων / αξιολογήσεων δεν προέκυψε, λοιπόν, δυο φορές μέσα στον 20ο αιώνα, σαν μια “φυσιολογική ανάγκη” των δανειακών συναλλαγών, σαν “ων ουκ άνευ”. Προέκυψε σαν ειδική, ιστορική έκφανση μιας συγκεκριμένης καπιταλιστικής φάσης. Προέκυψε σαν στήριγμα, σαν εξάρτημα, του διευρυμένου (κοινωνικά και ποσοτικά) εμπορίου χρήματος· ή, για να το πούμε με τα συνηθισμένα σ’ αυτές τις σελίδες λόγια, σαν στήριγμα και εξάρτημα της “ανόδου” της χρηματοπιστωτικής κερδοφορίας σαν βασικού ή και κυριότερου μηχανισμού συσσώρευσης / κερδοφορίας. Μόνο μ’ αυτήν την έννοια θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια “αγορά πιστοποιήσεων” τέτοια ώστε να αποφέρει (στο εσωτερικό της) κέρδη για όσους τις πουλάνε.
Φυσικά υπάρχουν και αγοραστές - άμεσοι κατ’ αρχήν: αυτοί που πληρώνουν για τέτοιες αξιολογήσεις. Ανάλογα τώρα με την καπιταλιστική φάση, ανάλογα δηλαδή με την έκταση στην οποία πρέπει να “πουληθεί” (να διαδοθεί δωρεάν είναι η σωστότερη έκφραση) το “πνεύμα” του χρηματοπιστωτισμού, υπάρχουν και οι έμμεσοι αγοραστές. Αυτοί που τρώνε την ιδεολογία του συστήματος. Από βαρεμάρα, άγνοια, ή επειδή βολεύει την “απλότητα των εξηγήσεων”, μπορεί τα ιερογλυφικά των “οίκων” (όπως και άλλες μυστηριώδεις ορολογίες του χρηματοπιστωτισμού) να γίνουν μέρος της καθημερινής διακόσμησης του θεάματος. Για μαζική κατανάλωση.

Ας ανακεφαλαιώσουμε έως εδώ. Τα πορίσματα των “οίκων αξιολόγησης” είναι μέρος του οργανωμένου ψέμματος που έχει ανάγκη ο χρηματοπιστωτισμός και η δημιουργική / καταστροφική λογιστική του, όταν γίνονται η κυριότερη “πηγή κερδών”. Η έκφραση “οργανωμένο ψέμα” δεν σημαίνει ότι εμφανίζουν έναν “καλό” οφειλέτη σαν “κακό” - το ανάποδο ναι. Όμως κυρίως πρόκειται για κατασκευή ενός θεάματος αλήθειας που σερβίρεται σαν “αντικειμενικό” (ή, έστω, σχεδόν τέτοιο) την ίδια στιγμή που είναι εμπορικό· και ισχυρά ιδεολογικό, εάν οι ανάγκες το απαιτούν. Αν αυτά τα πορίσματα τα παρομοιάζαμε με τα συγχωροχάρτια που πούλαγε κάτι άλλους καιρούς το Βατικανό για να γεμίσει τα μπαούλα του, θα θεωρούσατε τον παραλληλισμό υπερβολικό. Όμως για κάτι τέτοιο πρόκειται: αυτές οι “εκτιμήσεις” ανεβοκατεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού (και των επιχειρήσεων και των κρατών - ο ντόρος τώρα γίνεται για τα δεύτερα) κι αυτή είναι η μόνη χρησιμότητά τους. Κατά συνέπεια είναι ένα βασικός μοχλός τόσο γενικά στην “τοκοφορία” όσο και στις αντιθέσεις και αναμετρήσεις μεταξύ αντίπαλων κυνηγών του τόκου.
Τώρα: μέρος της γενικής πλαστογράφησης της πραγματικότητας είναι ότι επειδή οι “3 μεγάλοι” είναι “αμερικάνικοι” (πράγμα που είναι λάθος - ο ένας είναι γαλλικός), τα πορίσματά τους “εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα”.... Και να που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (μεταξύ τους και η ελληνική) δυσανασχετούν κατά καιρούς! Απειλούν μάλιστα ότι θα φτιάξουν έναν “ευρωπαϊκό”...
Θέαμα, θέαμα, θέαμα!!! Αν ήθελαν τα ευρωπαϊκά αφεντικά να φτιάξουν κι άλλους “οίκους αξιολόγησης” θα μπορούσαν να το έχουν κάνει. Υπάρχουν ήδη αρκετές δεκάδες τέτοιοι σ’ όλο τον κόσμο· και (χάριν αστείου) ο μεγαλύτερος κινεζικός, η Dagong Global (credit rating), έχει ήδη “υποβαθμίσει” τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα στην κατηγορία (σκέτο) Α... Ε, και; Δεν είναι μόνο τα αμερικανικά αφεντικά αλλά και τα ευρωπαϊκά (τράπεζες, funds, ασφαλιστικά ταμεία, κλπ) που δεν θα ήθελαν να υπονομεύσουν την Αλήθεια και την Αξιοπιστία δημιουργώντας έναν πληθωρισμό “οίκων” και έναν πληθωρισμό αντικρουόμενων πορισμάτων. Είναι και τα ευρωπαϊκά αφεντικά “παίκτες” στον “μουτζούρη” του παγκόσμιου χρηματοπιστωτισμού· κατά συνέπεια αγοραστές “έγκυρων πιστοποιήσεων”. Με το να κατασκευαστεί άλλος ένας, ή δύο, ή τρεις “οίκοι”, ευρωπαϊκοί, αυτό δεν σημαίνει ότι θα αποκτούσαν την εικονική εγκυρότητα των 3 μεγάλων· μάλλον θα συνέβαλαν στη ακόμα μεγαλύτερη σχετικοποίηση της εικονικής εγκυρότητας όλων.

Εξάλλου υπάρχει μια ακόμα λεπτομέρεια. Όπως η “αγορά αξιολογήσεων μελλοντικής αξιοπιστίας δανειζόμενων” δεν είναι παρά ιστορικό τέκνο του γενικευμένου εμπορίου χρήματος, ιστορικό εγγόνι του ίδιου εμπορίου είναι και το εξής “παράδοξο”: δεν είναι οι “καλοί” δανειζόμενοι που παράγουν κέρδη (στους δανειστές τους) αλλά οι “κακοί”!!! Γιατί; Μα επειδή δεν είναι το μικρό επιτόκιο δανεισμού αλλά το μεγάλο (και οπωσδήποτε αισθητά μεγαλύτερο απ’ το “βασικό” επιτόκιο με το οποίο δανείζουν οι κεντρικές κρατικές τράπεζες) που επιτρέπει να γράφονται στους ισολογισμούς των δανειστών μεγαλύτερα (προσδοκώμενα) κέρδη! Σε ένα ορισμένο “επίπεδο ανάπτυξής” του το εμπόριο χρήματος δεν θέλει τόσο τους "καλούς" οφειλέτες όσο τους “κακούς”! Γιατί μ’ αυτούς τους τελευταίους είναι ευκολότερο να ανεβαίνει το επιτόκιο του δανεισμού (εν όψει, προφανώς, των “κινδύνων μελλοντικής χρεωκοπίας” του οφειλέτη) και άρα να εισπράττονται κάθε χρόνο σημαντικά μεγαλύτεροι τόκοι. Ποιός όμως θα τους υποδείξει αυτούς τους “κακούς”; Οι φήμες; Η ανθρώπινη κακία; Οι ρουφιάνοι του δρόμου; Όχι - κάποιος “αντικειμενικός”, φίλος της Αλήθειας και της Αξιοπιστίας....
Επειδή, λοιπόν, και στην ευρώπη (και στην ελλάδα, μην ξεχνιόμαστε...) υπάρχουν τράπεζες, funds και διαφόρων ειδών ταμεία που “δανείζουν” κράτη, είναι αναγκαίο και γι’ αυτούς τους “επενδυτές” να βρίσκουν “κακούς” για να τους δανείσουν. Όχι μεν τόσο “κακούς” ώστε να πάρουν τα λεφτά και να εξαφανιστούν (τα κράτη δεν εξαφανίζονται)· ούτε, έστω τόσο “κακούς” ώστε να πληρώσουν τόκους για τρία ή πέντε χρόνια και μετά να βαρέσουν χρεωκοπία.... Αρκετά “κακούς” όμως ώστε να “δικαιολογούνται” (για τους δανειστές) επιτόκια δανεισμού 4%, 5% ή 6% όταν αυτοί δανείζονται απ’ την (όποια) κεντρική τράπεζα με 1%, με 0% ή πλέον και με -1%! Γράφεις μεγάλα κέρδη στα βιβλία σου με τέτοιους “κακούς”, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι στο τέλος πράγματι θα καταφέρεις να πάρεις πίσω τα δανεικά που έδωσες τρεις ή τέσσερεις φορές, και δεν θα βαρέσει κανόνι ο “κακός” σου γρήγορα, βάζοντάς σε να γράφεις μεγάλες “ζημιές”.
Ποιός, λοιπόν, λέει - τα - πράγματα - με - το - όνομά - τους για τους “κακούς” και “επικίνδυνους” δανειζόμενους; Ποιός επιβεβαιώνει ότι περί τέτοιων πρόκειται; Ποιός το κάνει πιο “έγκυρα” απ’ όλους; Ποιός φροντίζει να σκαρφαλώνουν τα επιτόκια πότε ‘δω και πότε ‘κει; Ε, αν λέει και καμιά απ’ τις “αδύνατες” κυβερνήσεις μια κουβέντα παραπάνω εναντίον τους, μην το δέσουμε κι όλας - ε;

 

υπόγειος (;) ακήρυχτος (;;) πόλεμος

Αν είναι μια φορά ηλιθιότητα μεγάλου βεληνεκούς να εμφανίζονται οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις σαν αντίπαλες του καπιταλιστικού χρηματοπιστωτισμού σήμερα, είναι δέκα φορές το ίδιο να προβάλλονται οι περιβόητες “αγορές” σαν ένα ενιαίο “υποκείμενο”. Συντεταγμένο, που δρα ομοιόμορφα - εναντίον των “αδύναμων” κυβερνήσεων ή κρατών.
Όλος αυτός ο διεθνής γαλαξίας των “παικτών” του χρηματοπιστωτισμού βρίσκεται σε διαρκείς εσωτερικούς πολέμους, κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Συνέβαινε απ’ τα πρώτα βήματα της αναγέννησής του σαν βασικού βραχίονα της κερδοφορίας. Με την εξαίρεση των χρηματιστηριακών φάσεων “λαϊκού καπιταλισμού” που κατέληξαν παντού στην μεταφορά χρήματος και πλούτου απ’ τους πολλούς και αφελείς στους λίγους και “γνώστες”, και φυσικά με την εξαίρεση των διαφόρων ειδών μαζικών “λαϊκών δανείων” που έκαναν και κάνουν την ίδια δουλειά, ο χρηματοπιστωτισμός είναι αρένα ομοειδών μεν αντιπάλων δε. Τράπεζες εναντίον τραπεζών, funds εναντίον funds, και τα λοιπά γνωστά και καπιταλιστικά.
Το (θεωρητικό κατά τη γνώμη μας) ερώτημα θα ήταν εάν αυτές οι αναμετρήσεις γίνονται σε στυλ “ο καθένας εναντίον όλων των υπόλοιπων” ή αν υπάρχουν μπλοκ (συμμαχίες αφεντικών) πάνω σε “εθνικές γραμμές” (ή/και διεθνικές συμμαχίες). Η απάντηση θα πρέπει να είναι προφανής, όσο κι αν δεν αρέσει σ’ όσους πίστεψαν στην κατάργηση των εθνικών κρατών!
Είναι γνωστό, για παράδειγμα, πως σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο πόλεμο οι ηνωμένες πολιτείες χρησιμοποιούν σαν απεριόριστο πυρομαχικό την εκτύπωση δολαρίων. Απ’ το φθινόπωρο του 2008 έως τα μέσα του 2011 η αμερικανική κεντρική τράπεζα (fed) έχει “ρίξει στην αγορά” (“ενέσεις ρευστότητας” ή “ποσοτική χαλάρωση” είναι η σχετική αργκώ) γύρω στα 600 δισεκατομύρια δολάρια. Δεν ξέρουμε αν το ποσό αυτό θεωρείται “μικρό” ή “μεγάλο” - έχει ενδιαφέρον όμως που πηγαίνει. Ενάντια στην κατά καιρούς εμφανιζόμενη (άλλη μεγάλη) βλακεία ότι το αμερικανικό κράτος ακολουθεί “κεϋνσιανή πολιτική”, η fed δεν κατευθύνει αυτά τα ποσά σ’ αυτό που λέγεται “πραγματική οικονομία”· και όχι, σίγουρα, σε μισθούς. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ποσών πηγαίνει, με τη μορφή δανείων, στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες. Που, με τη σειρά τους, χρησιμοποιούν αυτήν την “ρευστότητα” για να κρατάνε λογιστικά τους ισολογισμούς τους σε κερδοφόρα ισορροπία: αγοράζοντας κρατικά ομόλογα (δανείζοντας, δηλαδή, το αμερικανικό κράτος) και “κάνοντας επενδύσεις” στο εξωτερικό. Τι είδους; Όπως και πριν το 2008 (με ένα διάλειμα μεγάλης πτώσης το 2009) τα φρέσκα δολάρια που τυπώνει και μοιράζει στους φίλους της η fed πηγαίνουν στην αγορά μετοχών εταιρειών που ανήκουν στην ευρεία γκάμα του χρηματοπιστωτισμού: τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών ή εταιρειών holding. Ένα ποσοστό επίσης κατευθύνεται στην αγορά “ακινήτων” - εκτάσεων γης. Και ένα άλλο στη δανειοδότηση (αμερικανικών κατά κύριο λόγο) εταιρειών που κάνουν τις ίδιες δουλειές: από “παιχνίδια” με τις ισοτιμίες νομισμάτων μέχρι...
Σε κάθε περίπτωση το αμερικανικό κράτος - και σ’ αυτήν του τη λειτουργία μπορεί να θεωρηθεί σαν “πρότυπο” μέσα στην παγκόσμια διαχείριση της κρίσης - και η κεντρική του τράπεζα στηρίζει (και χρηματοδοτεί) την επέκταση επιλεγμένων αμερικανικών επιχειρήσεων· σε σημείο ώστε να έχει δεχτεί τις (λεκτικές) καταγγελίες ανταγωνιστών όπως η κίνα ή η βραζιλία για “εχθρική εισβολή”. Γιατί, όντως, η εισροή μεγάλων ποσοτήτων χρήματος σε επιλεγμένους τομείς (είτε μέσω χρηματιστηρίων είτε έξω απ’ αυτά) δημιουργεί μεταξύ άλλων απότομες ανόδους των τιμών.
Είναι και λογικό και σαφές (τουλάχιστον για εμάς) ότι μια σειρά κρατικών / κυβερνητικών εργαλείων, όπως είναι τα βασικά επιτόκια δανεισμού ή η διεθνής ισοτιμία των νομισμάτων, είναι κρίσιμα για την χρηματοπιστωτική λογιστική. Ήταν κρίσιμα πριν το 2008, είναι το ίδιο κρίσιμα μετά. Παρότι είναι αλήθεια ότι “το χρήμα μπορεί να κινείται οπουδήποτε στον πλανήτη” (το λογιστικό ακόμα ευκολότερα...) είναι επίσης το ίδιο αλήθεια πως το “τι κάνει” η fed, ή η εκτ, ή η κεντρική τράπεζα της κίνας, ή της ιαπωνίας, είναι μισή ερώτηση· και σαν τέτοια λειψή έως παραπλανητική. Το άλλο μισό της ερώτησης είναι “για ποιούς το κάνει”. Θα ήταν απελπιστικά ατυχής ο ισχυρισμός ότι τα κράτη και οι κεντρικές τους τράπεζες αγνοούν τα συμφέροντα των “δικών” τους επιχειρηματιών (του χρηματοπιστωτισμού αλλά και ό,τι άλλο διαθέτουν που να έχει διεθνή εμβέλεια) φροντίζοντας εκείνα των αντιπάλων τους.
Καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει ένα είδος τεχνικής δυσκολίας στο να κατανοήσει κανείς έναν ή πολλούς ταυτόχρονους πολέμους που γίνονται κυρίως μέσα στο διευρυμένο εμπόριο χρήματος και όχι στο παραδοσιακό εμπόριο πραγμάτων. Τα εργαλεία και οι μέθοδοι του δεύτερου είναι πιο εύκολα αναγνωρίσιμα. Όμως αυτή είναι η δική μας δυσκολία· και τίποτα δεν επιβεβαιώνει πως ό,τι δεν μπορούμε να καταλάβουμε δεν συμβαίνει! Ζούμε μέσα σε ένα τέτοιο πεδίο ενδοκαπιταλιστικού πολέμου που λέγεται “ζώνη του ευρώ” και θα πρέπει - το λιγότερο - να είμαστε παρατηρητικοί.
Αυτό που συμβαίνει στην ελληνική επικράτεια συμβαίνει ολοφάνερα πλέον σ’ όλη την ζώνη του ευρώ· κι έτσι, όλοι οι έτσι κι αλλιώς εθνοπατριώτες που βιώνουν διαρκώς το “πείραμα σε βάρος της ελλάδας” καλό θα ήταν να έκοβαν το λαιμό τους. Λέγεται ακόμα πιο βίαιη υποτίμηση της εργασίας μέσα σ’ ένα νέφος αναδιαρθρώσεων για το οποίο, πέρα απ’ την ταξική (απ’ την μεριά των αφεντικών) χρησιμότητά του θέλει προσοχή για να δει κανείς που οδηγεί. Υποτιμώντας την εργασία σε ευρωπαϊκή κλίμακα (μ’ όλες τις ενδοευρωπαϊκές διαφοροποιήσεις των μισθών, άμεσων και έμμεσων) υπάρχουν δύο συνέπειες. Η μία άμεση, η άλλη δυνητική. Άμεσα μικραίνει η  νόμιμη κατανάλωση (πραγμάτων και υπηρεσιών) σε ευρωπαϊκό έδαφος, και μεγαλώνει η παράνομη. Εν δυνάμει (υποτίθεται ότι) η ευρωπαϊκή παραγωγή (πραγμάτων και υπηρεσιών) γίνεται “ανταγωνιστικότερη” παγκόσμια - εναντίον ποιών όμως; Το κόστος εργασίας σε μια σειρά εμπορικών ανταγωνιστών της ευρωπαϊκής παραγωγής (στην ασία αλλά και στη λατινική αμερική) είναι τόσο χαμηλό (παρά τις όποιες επιμέρους αυξήσεις - ύστερα από εργατικούς αγώνες πάντα) ενώ κι ένα καλό μέρος των νέων τεχνολογιών τόσο εύκολα προσιτό, ώστε είναι αδύνατο ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός να συναγωνιστεί, με όρους “κόστους εργασίας” την κίνα ή την ινδία - για να αναφέρουμε τα διάσημα παραδείγματα.
Αλλά δεν πρόκειται γι’ αυτό. Και στην ευρώπη γίνεται το ίδιο όπως στις ηπα· μόνο που γίνεται με διαφορετικό τρόπο. Με την μεσολάβηση των κρατικών χρεών και του γεγονότος ότι η εκτ “δεν τυπώνει χρήμα” στην έκταση της fed, τα “μέτρα λιτότητας” συνιστούν επίσης μια διαδικασία μεταφοράς πλούτου (όσο το δυνατόν πιο “πραγματικού” τόσο το καλύτερο!) στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές μηχανές. Οι λέξεις “σωτηρία των τραπεζών” (και όχι πια, μόνο, των ελληνικών!) ή “ενίσχυση των τραπεζών” ακούγονται κατα καιρούς πιο έντονα κι ύστερα χάνονται πάλι μέσα στο γενικό θόρυβο. Όμως η “σωτηρία του ευρώ” είναι μόνιμα στην πρώτη γραμμή. Και τι είναι λοιπόν το ευρώ (όπως κάθε νόμισμα, “εθνικό” ή περιφερειακό) αν όχι βασικό όπλο (και) του παγκόσμιου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού;
Έχουμε γράψει και ξαναγράψει στο παρελθόν για τον πολιτικό χαρακτήρα του ευρώ, και δεν θα προσθέσουμε κάτι καινούργιο. Όμως γίνεται διαρκώς και κουραστικότερη η πίστη στην δήθεν “αδυναμία” διάφορων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων (με την γερμανική πρώτη πρώτη...) να “αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την κρίση” όταν επί δυόμισυ χρόνια παίζεται διαρκώς το ίδιο έργο: η σύνθεση της υποτίμησης της εργασίας και του ελέγχου της διεθνούς ισοτιμίας του νομίσματος· και από πίσω η διαχείριση του παρόντος και του μέλλοντος των ευρωπαϊκών τραπεζών (και λοιπών μαγαζιών) μέσω των κρατικών προϋπολογισμών. Παρότι εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε ότι οι καπιταλισμοί της κεντρικής και βόρειας ευρώπης (πλην του αγγλικού) έχουν, τουλάχιστον θεωρητικά, και “λύση δύο” σε σχέση με την τωρινή κρατική σύνθεση της ζώνης του ευρώ, με λιγότερα μέλη, δεν έχει προσέξει κανείς ότι το 90% τουλάχιστον των διαγνώσεων, των προβλέψεων και των προφητειών (σχεδόν ευχών) κατά του ευρώ προέρχονται απ’ την ίδια μεριά, την αγγλία και τις ηπα; Προφανώς και δεν πρόκειται για κάτι τόσο απλό όσο το περιγράφουν όλοι αυτοί οι προφήτες της οικονομολογίας· αλλά η επιμονή τους δεν είναι χαρακτηριστική; Προφανώς βγάζουν λεφτά πουλώντας ιδεολογία· είναι όμως η πιο εύκαιρη που βρήκαν μπροστά τους; Όχι...
Πριν την χρεωκοπία της Lehman Bros (που μνημονεύεται γενικά σαν “γεγονός αφετηρία” της τρέχουσας φάσης της κρίσης) είχε σημειωθεί ένα νούμερο, ένα μέγεθος πιο σωστά, που από μόνο του είναι τόσο δηλωτικό ώστε after crisis να αποσιωπάται. Το λογιστικό σύνολο του χρήματος (εικονικού στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του) που κυκλοφορούσε στον πλανήτη (αποτελώντας θηριώδη κέρδη για διάφορες “υγιείς” επιχειρήσεις) ήταν 60 φορές μεγαλύτερο απ’ την αξία ολόκληρης της παγκόσμιας παραγωγής, μετρημένης με το ίδιο νόμισμα / μέτρο... Εξήντα φορές παραπάνω απ’ την (ας την πούμε έτσι) “πραγματική αξία” της “πραγματικής καπιταλιστικής παραγωγής”! “Υπερμόχλευση”! Αν νομίζει κανείς ότι μετά την Lehman Bros αυτός ο εικονικός πλούτος, στοιβαγμένος σε πολύ συγκεκριμένα κιτάπια, εξαφανίστηκε, κάνει τεράστιο λάθος! Ελάχιστα “κατέβηκε”, εκεί που τράπεζες και λοιποί χρηματοπιστωτικοί οίκοι δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά απ’ το να σβήσουν ορισμένα, όσο λιγότερα τόσο το καλύτερο, απ’ αυτές τις λογιστικές περιουσίες τους. Εάν αυτό το 60 είχε ξαναγίνει 5 ή το πολύ 10, όσο τέλος πάντων δικαιολογεί η λογική κυκλοφορία του χρήματος, τότε ο αναπτυγμένος καπιταλιστικά κόσμος θα είχε γίνει κρανίου τόπος.
Οι περιβόητοι “σκελετοί”, εκείνοι δηλαδή οι εικονικοί, λογιστικοί υπολογισμοί που μορφοποιούσαν το “μέγεθος” του πλούτου, της περιουσίας όλων αυτών των μαγαζιών (έως και των ασφαλιστικών ταμείων, για να μην ξεχνιόμαστε) έμειναν εν πολλοίς στα ντουλάπια τους· ξεκίνησε όμως και μια τεράστια εκστρατεία των κρατών και των προϋπολογισμών τους ώστε να “αντικατασταθούν” κατά κάποιον τρόπο (οι “σκελετοί”) με “καινούργιο”, “πιο πραγματικό” πλούτο. Γιατί έγινε αυτό; Επειδή δεν θα ήταν όλοι οι χαμένοι ομοιόμορφα χαμένοι· άλλοι θα ήταν περισσότερο κι άλλοι λιγότερο. Ήταν (και παραμένει ακόμα) αδύνατο να υπολογιστεί καν και καν ποιοί θα ήταν οι πιο χαμένοι· για παράδειγμα τα περιβόητα “stress tests” που γίνονται κατά καιρούς στις ευρωπαϊκές τράπεζες, είναι σαν επαναλαμβανόμενα “τεστ κόπωσης” σε καρδιακούς, για τους οποίους κανείς δεν ξέρει τι θα τους ξημερώσει. Ήταν και είναι τέτοια η αλυσιδωτή παγκόσμια διασπορά όλων αυτών που ονομάστηκαν “τοξικά προϊόντα” ώστε η συνταγή κορτιζόνη, ακόμα περισσότερη κορτιζόνη με κρατική πρωτοβουλία και πληβειακά έξοδα φάνηκε για τ’ αφεντικά η πιο “σίγουρη” (και από ταξική άποψη εύκολη) συνταγή.
Το “καινούργιο” και “πιο πραγματικό” όμως του “πλούτου διάσωσης” έγκειται μόνο σ’ αυτό: ότι εντάσσει οργανικά τα κράτη (δηλαδή: το πολιτικό στοιχείο της καπιταλιστικής διεύθυνσης) σε ρόλο εισπράκτορα, ώστε να κοινωνικοποιηθούν όσο είναι δυνατόν οι ζημιές· οι ομολογημένες και οι ανομολόγητες. Άσχετα απ’ τα ιδεολογικά, πολιτισμικά, ιστορικά ή φαντασιακά χαρακτηριστικά τους οι πληθυσμοί (και κυρίως οι εργατικές τάξεις αλλά και ένα μέρος των “μικρομεσαίων”) υποχρεώνονται να κάνουν το ίδιο πράγμα: να σώσουν τα εθνικά τους λογιστήρια, έτσι ώστε κάποτε στο μέλλον να...
Το έχουμε ξαναπεί, το υπενθυμίζουμε. Αν τα “κρατικά χρέη” έχουν γίνει σημαντικό μέρος (αν και όχι το αποκλειστικό)[3] του μενού της χρηματοπιστωτικής κερδοφορίας, με τα επιτόκια, τα ασφάλιστρα κινδύνων, τα αντασφάλιστρα, τους οίκους αξιολόγης κι όλο το υπόλοιπο “οπλοστάσιο” της λογιστικής και της εικονικότητας, αυτό είναι ταυτόχρονα συνέχιση των προηγούμενων κόλπων με διαφορετικούς όρους αλλά και σημαντικός περιορισμός του γηπέδου. Τόσο της κερδοφορίας όσο και των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων. Τα άπειρα καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια έφυγαν σχεδόν απ’ τον λογαριασμό· και τι έχει μείνει; Σχεδόν διακόσια είναι όλα όλα τα κράτη του πλανήτη, κι απ’ αυτά ελάχιστες μόνο δεκάδες έχουν “αξία” σ’ αυτήν την αρένα.
Ναι - αλλά των κρατών η αξία δεν είναι μόνο το να δανείζουν ή να δανείζονται, έτσι δεν είναι; 

Στη μια μεριά, λοιπόν, τρέχει η η οικονομική αξιο-πιστία των κρατών... Στην άλλη μεριά, παραμένει σαν μέτρο και καταφύγιο αξίας το χρυσάφι... Το πρώτο είναι αφηρημένη και αντεστραμμένη η αναπαράσταση του ταξικού ανταγωνισμού (ή/και της έλλειψής του), και ειδικά η διασφάλιση της υποθήκευσης της σημερινής και της μελλοντικής εργασίας, υπό κρατική διεύθυνση πια. Το δεύτερο είναι αφηρημένη και αντεστραμμένη η αναπαράσταση του ήδη δημιουργημένου απ’ την εργασία πλούτου, παγκόσμια. Και στα δυο είδωλα η εργασία, το προλεταριάτο, έχουν “εξαφανιστεί” - τα αφεντικά, οι ιδιοκτήτες, “συζητάνε με τους εαυτούς τους”. Και για όσο καιρό βρισκόμαστε, σαν εργάτες, μέσα και κάτω απ’ την αυτο-καταστροφική μας υποδούλωση, το ίδιο θα κάνουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Προφανώς καμία Moody’s ή άλλος “οίκος” δεν προέβλεψε την Μεγάλη Κρίση απ’ το 1929 και μετά, λαμβάνοντάς την υπ’ όψη του στην πρόγνωση για την “μελλοντική ικανότητα” αποπληρωμής των επιχειρηματικών ομολόγων της εποχής. Ούτε όμως και η κατάρρευση του χρηματιστηρίου λήφθηκε σοβαρά υπ’ όψη - προφανώς οι “οίκοι” ήλπιζαν για το καλύτερο, κι αυτή την ελπίδα πούλαγαν. Έτσι, απ’ τις 264 χρεωκοπίες επιχειρήσεων που είχαν εκδόσει ομόλογα μεταξύ 1929 και 1931, το 70% με 80% είχε αξιολογηθεί ΑΑ ή ΑΑΑ. Όσοι είχαν αγοράσει αυτά τα ομόλογα “σίγουροι” έμειναν με τα άχρηστα χαρτιά στα συρτάρια χάνοντας τα λεφτά τους. Οι “οίκοι” απ’ την άλλη έχασαν λιγότερα: για κάποια χρόνια την αξιοπιστία τους...
[ επιστροφή ]

2 - Στις δεκαετίες του ‘50, του ‘60, και στο μεγαλύτερο μέρος εκείνης του ‘70, οι σήμερα διάσημοι “οίκοι αξιολόγησης” ήταν μικρές και χωρίς επιρροή επιχειρήσεις, παρά το προηγούμενο ένδοξο παρελθόν της moody’s και άλλων. Μετά το χαστούκι της κατάρρευσης στη δεκαετία του ‘30, η μεταπολεμική περίοδος είχε τέτοια “σταθερότητα” ανάπτυξης (δηλαδή κερδοφορίας μέσω της παραγωγής και πώλησης εμπορευμάτων) ώστε τα δάνεια και τα ομόλογα δεν ήταν καθόλου επικίνδυνα.
Η μεγέθυνση των “οίκων” άρχισε ξανά προς τα τέλη των ‘70s. Το 1980, για παράδειγμα, η Standard & Poor’s είναι στο τμήμα (αξιολόγησης) βιομηχανιών 30 υπαλλήλους, που έγιναν 40 το 1986. Λιγότερο από μια δεκαετία αργότερα, το 1995, οι “αναλυτές” της ήταν 800, και το σύνολο των υπαλλήλων της 1.200. Η Moody’s, την ίδια χρονιά, είχε 560 “αναλυτές” και συνολικό προσωπικό 1.700 άτομα.
Αντίστοιχα εκθετική αύξηση είχαν τα “πορίσματα αξιολόγησης”. Το 1975, τα (επιχειρηματικά) ομόλογα που εκδόθηκαν και “αξιολογήθηκαν” από κάποιον “οίκο” στις ηπα ήταν 600· ενώ τα (επιχειρηματικά) ομόλογα που εκδόθηκαν εκείνη την χρονιά και δεν αξιολογήθηκαν ήταν 5.500. Το 2000 η Moody’s μόνη της “αξιολόγησε” 20.000 εκδόσεις ομολόγων, κρατικών και επιχειρηματικών, στις ηπα· και περίπου 1.200 εκτός ηπα. Η επίδοση της Standards & Poor’s ήταν ελαφρά χαμηλότερη και στις δύο κατηγορίες.
[ επιστροφή ]

3 - Εκτός απ’ τα κρατικά χρέη, που στα μέρη μας μονοπωλούν το ενδιαφέρον (και την σύγχυση), υπάρχουν πάντα οι πρώτες ύλες - μεταξύ των οποίων και τα τρόφιμα - που εξακολουθούν να παραμένουν πεδίο λαμπρής δόξας για λογιστικές ασκήσεις κερδοφορίας. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι υπάρχει εδώ ένα ακόμα πεδίο ενδοκαπιταλιστικών αντιπαραθέσεων, αυτό ανάμεσα στις “πραγματικές” βιομηχανίες και τα χρηματοπιστωτικά κόλπα πάνω στις πρώτες ύλες... Αλλά για να είναι κανείς σίγουρος για την ύπαρξη μιας τέτοιας αντίθεσης θα πρέπει πρώτα να σιγουρευτεί ότι δεν είναι τα ίδια φυσικά πρόσωπα (αφεντικά) ανακατεμένα και στις δύο μεριές, κερδίζοντας και με το παραπάνω απ’ τα παιχνίδια με τις τιμές των πρώτων υλών αυτά που χάνουν, σαν αυξημένο κόστος, στην πραγματική παραγωγή.
Το παρακάτω απόσπασμα συνέντευξης είναι πάντως ενδεικτικό. Μπορεί και χρήσιμο. Ρωτάει το γερμανικό καθεστωτικό περιοδικό spiegel, και απαντάει ένας απ’ τους διευθυντές (ονόματι Hiesinger) του κολοσσού της μεταλλουργίας ThyssenKrupp, στις αρχές του φετεινού καλοκαιριού:

Ερώτηση: Η ThyssenKrupp δεν εξαρτιέται μόνο απ’ την ύπαρξη και λειτουργία υψικαμήνων, αλλά και απ’ τις πρώτες ύλες, των οποίων οι τιμές έχουν εκτοξευτεί. Ο σίδηρος τώρα κοστίζει περίπου τρεις φορές πάνω απ’ ότι στοίχιζε πριν δύο χρόνια, και οι αυξήσεις είναι ακόμα πιο ακραίες για το νικέλιο. Πως το αντιμετωπίζετε αυτό σαν εταιρεία;

Απάντηση: Δεν μας ανησυχούν μόνο οι αυξήσεις των τιμών, αλλά και οι τρομακτικές βραχυπρόθεσμες μεταπτώσεις τους, ειδικά για μέταλλα όπως το νικέλιο. Τα τελευταία χρόνια οι τιμές κινούνταν μεταξύ 7.000 ευρώ και 55.000 ευρώ ο τόνος. Αυτό κάνει εξαιρετικά δύσκολο τόσο για εμάς όσο και για τους πελάτες μας να υπολογίζουμε τα κόστη.

Ερώτηση: Ποιός ευθύνεται γι’ αυτές τις μεταπτώσεις στις τιμές;

Απάντηση: Οι τιμές του νικελίου δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική παραγωγή πλέον. Αντίθετα ορίζονται βασικά απ’ την χρηματιστηριακή σπέκουλα. Οι traders στο χρηματιστήριο μετάλλων του Λονδίνου πουλάνε αυτή τη στιγμή 30πλάσια ποσότητα νικελίου απ’ αυτή που υπάρχει πραγματικά. Συμβαίνει άλλωστε πως όταν οι τιμές ανεβαίνουν η ζήτηση πέφτει, και το ανάποδο. Η δουλειά μας έχει γίνει λιγότερο προβλέψιμη.

Ερώτηση: Στο μεγαλύτερο μέρος της η τιμή των σιδηρομεταλλευμάτων είναι αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ της εξορυκτικής βιομηχανίας και των χαλυβουργίων. Το θα συμβεί εάν οι σπεκουλαδόροι βάλουν στο στόχαστρο και τα σιδηρομεταλλεύματα;

Απάντηση: Πρέπει να το εμποδίσουμε αυτό, με κάθε κόστος. Βρισκόμαστε σε συζητήσεις με τους νομοθέτες, γιατί χρειαζόμαστε μια δίκαιη ρύθμιση τέτοιων χρηματοπιστωτικών εργαλείων. Πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι η προσφορά και η ζήτηση θα παραμείνουν οι βασικές μεταβλητές για τον καθορισμό των τιμών.

Το να “πουλιέται” 30πλάσια ποσότητα (νικελίου εν προκειμένω, αλλά και πετρελαίου ή άλλων πρώτων υλών που η τιμή τους είναι διαπραγματεύσιμη σε χρηματιστήρια) απ’ την πραγματική είναι κλασσικό σύμπτωμα “σύνθετων προϊόντων”: δεν πουλιούνται μόνο υπαρκτές ποσότητες αλλά και συμβόλαια για μελλοντικές, ασφάλιστρα για αλλαγές στις τιμές, κλπ. Εάν ο εν λόγω διευθυντής είναι στ’ αλήθεια μονομερώς τοποθετημένος στον δευτερογενή τομέα, τότε πράγματι υπάρχει (στην περίπτωση της ThyssenKrupp αλλά και σε όλες τις παρόμοιες) μια ισχυρή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ χρηματοπιστωτικής κερδοφορίας και βιομηχανικής κερδοφορίας. Μόνο που η γενική κατάσταση έχει δείξει ότι πολλά αφεντικά κινούνται άνετα και στους δύο τομείς.
Σε ότι αφορά την χρηματοπιστωτική κερδοφορία πάνω στα τρόφιμα; Η παγκόσμια τράπεζα (ναι, γιατί να μην ασχολείται η παγκόσμια τράπεζα με τα τρόφιμα; ε;) στην έκθεσή της επί του θέματος τον Ιούλιο του 2011 γράφει ότι “... οι τιμές στα χρηματιστήρια τροφίμων διαμορφώθηκαν κατά 84% ψηλότερα για τον αραβόσιτο, κατά 62% για την ζάχαρη, κατά 55% για τα σιτηρά και κατά 47% για το σογιέλαιο...” - σε σχέση με τις ίδιες τιμές ένα χρόνο πριν. Και, φυσικά, μια τέτοια έκθεση, δεν μπορεί να αποφύγει την δυσοίωνη πρόβλεψη: “.... η μεταβλητότητα στις τιμές της ζάχαρης, του ρυζιού και των πετρελαϊκών προϊόντων θα επηρεάσει με απρόσμενο τρόπο τις τιμές των τροφίμων τους ερχόμενους μήνες...”.
“Απρόσμενο”; Όχι δα...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020