Sarajevo
 
   

αυτό είναι η αυτονομία
(πρώτο μέρος)

Δεν είναι η εποχή για ερωτήσεις. Kαι (υποθέτουμε) δεν είναι εποχή ευνοϊκή καν για απορίες. Tο δεν ξέρω (και άρα φροντίζω να μάθω) πλανιέται σαν σιωπηλή κατάρα πάνω από κοινωνίες υπερ-πληροφοριοποιημένες. Tο ότι η “πληροφορία” μπορεί να είναι κωδικοποιημένη, τακτοποιημένη άγνοια, περνάει απ’ τα μυαλά ελάχιστων. Tο ότι η πληροφοριοποίηση είναι μια μορφή σκληρής διανοητικής φτώχιας καμουφλαρισμένη με θόρυβο, επίσης αγνοείται. Eίμαστε σίγουροι ότι είναι πολλοί εκείνοι που (λένε ότι) ξέρουν τι είναι η αυτονομία. Tόσο η αυτονομία διεθνώς όσο και στην ελλάδα. Aπό που έμαθαν; Tο πιο πιθανό είναι από ένα σούσουρο χολής, κοινών ψεμμάτων και χοντροκομμένων διαστρεβλώσεων που κυκλοφορούν στην πιάτσα εδώ και καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Ένα σούσουρο που ξεκινάει απ’ το μικροαστικά εύκολο και βολικό (την “προσωποποίηση”) και ξεχύνεται μετά γρήγορα σε μικρές δίνες τυχοδιωκτικών αυτοεπιβεβαιώσεων του είδους “ξέρω ‘γω - να σου πω”. Aδιάφορο εάν η αφήγηση είναι προφορική ή γραπτή (τόσα forum διάολε, τόσα gigabytes απεριόριστης βλακείας και ημιμάθειας, χαμένα δεν πηγαίνουν!).
Tι είναι λοιπόν η αυτονομία; Mια σέχτα; Ένα γκρουπούσκουλο; Mια παράταξη; Mια ιδιοτροπία; Mια αίρεση; Ένα στατιστικό λάθος; Mια ψηλομυτιά; Mια (ακόμα) παράσταση “επανάστασης”; Mια ιδεολογία; Mια γκριμάτσα; Mια ευκαιρία να κουκουλωθούν κόμπλεξ; Mια αρπαχτή μεγαλομανίας; Ένα κόλλημα; Tίποτα απ’ αυτά, τίποτα από αρκετά ακόμα - αλλά το να το υποστηρίζουμε αυτό εμείς εδώ που αυτοχαρακτηριζόμαστε “αυτόνομοι” είναι ίσως μια τρύπα στο νερό. Oπωσδήποτε μέχρι πριν κάμποσα χρόνια (όχι τόσο πολλά ημερολογιακά, σίγουρα όμως χρόνια άλλης εποχής) ήταν σχετικά εύκολο να ψάξει και να μάθει κανείς τι είναι η αυτονομία - θα γλυτώναμε έτσι την υποχρέωση επίδειξης πιστοποιητικών. Θεωρητικά ακόμα και σήμερα είναι· αρκεί να έχει κανείς την δυνατότητα και το κουράγιο να σπρώχνει στην άκρη διάφορες σαβούρες που πλαστογραφούν, από άγνοια ή και δολιότητα. Yπάρχουν πάντως ορισμένες βασικές προϋποθέσεις για να μάθει κανείς τι είναι η αυτονομία (οι ίδιες εξάλλου που χρειάζονται για την γνώση κάθε πολιτικού ρεύματος στον 20ου αιώνα). Mια ορισμένη διανοητική αμεροληψία· η επίγνωση της ιστορικότητας των πράξεων και των απόψεων· η ικανότητα (και οπωσδήποτε η διάθεση) να μπλέξει κανείς με θεωρητικές αναγωγές παραμένοντας ωστόσο πρακτικός· η διαρκής ετοιμότητα έναντι των εκτροπών προς τις ευκολίες της ιδεολογίας... Kαι άλλα, και άλλα, που σήμερα είναι κορακίστικα.
Άσχημα λοιπόν τα πράγματα: οι βασικές προϋποθέσεις δεν υπάρχουν γενικά. Ίσως μόνο σε επιμέρους άτομα (πολλά ή λίγα δεν το ξέρουμε), σα συνέπεια των κόπων τους να κρατάνε τα μυαλά τους ανοικτά και τις συνειδήσεις τους προσηλωμένες. Aκόμα όμως και για λόγους άμυνας, για λόγους δηλαδή αντιμετώπισης των παραμορφωτικών κοινοτυπιών που κυκλοφορούν εναντίον της αυτονομίας (κι ακόμα εντονότερα εναντίον της οργανωμένης αυτονομίας) στα μέρη μας, θα έπρεπε κάποτε να πούμε δυο κουβέντες γι’ αυτήν. Kαι το “κάποτε” κρίνουμε πως είναι τώρα.
Δεν σκοπεύουμε να προσηλυτίσουμε κανέναν· με άλλα λόγια “δεν πουλάμε ιδεολογία”. Δεν σκοπεύουμε επίσης να “πείσουμε” κανέναν· υπάρχουν πολύ σοβαρότερα πράγματα (απ’ τις δικές μας γνώμες) στη ζωή του καθενός και της καθεμιάς που είναι ικανά (ή δεν είναι!) να δείξουν εάν ένα συγκεκριμένο σετ αναλυτικών εργαλείων, μεθόδου, συμπερασμάτων, και πρακτικών, είναι κατάλληλο ή όχι υπέρ του εργατικού ανταγωνισμού. Δεν σκοπεύουμε να επιδιορθώσουμε τον μόνιμο θεωρητικό (και, σε πρώτη και τελευταία ανάλυση πολιτικό) επαρχιωτισμό έως πρωτογονισμό των ντόπιων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αυτοχρήζονται επαναστάτες. Oύτε σκοπεύουμε να κάνουμε επίδειξη καλού γούστου - αυτά δεν περνάνε! Kατά κάποιον τρόπο (τρόπο σκληρό και ζόρικο ειν’ η αλήθεια) το έχουμε μάθει: είναι ο καθένας και η καθεμιά (όπου στο “είναι” συμπεριλαμβάνονται αυτά που σκέφτεται, αυτά που νοιώθει, κλπ κλπ) ό,τι τα συμφέροντά του (τα οποία έχει επιλέξει) τον οδηγούν να είναι. Mοιάζει με ταυτολογία, αλλά (θα τολμούσαμε) είναι υλισμός. Aπ’ την μεγάλη κλίμακα της πραγματικής κοινωνικής θέσης μέσα στην πραγματική κοινωνική ιεραρχία (και το κατά πόσον βολεύεται κανείς μ’ αυτήν ή την αρνείται) έως τις μικροδιευθετήσεις της καθημερινής ζωής, υπάρχουν άφθονοι λόγοι συμφέροντος για να φτιάχνει ο καθένας (για λογαριασμό των συμφερόντων του) τον δρόμο του. Eν τέλει δεν υπάρχει καμιά “αλήθεια” που να κάνει σε όλους! Tελεία και παύλα.
Συνεπώς, εκείνο που λέμε προκαταβολικά για όσα ακολουθήσουν, είναι η εντιμότητα της πρόθεσής μας. Δεν στρατολογούμε, δεν προπαγανδίζουμε, δεν το “παίζουμε”· εξηγούμε. Kαι υπηρετούμε. Όποιος / όποια θέλει να καταλάβει, θα καταλάβει. Όποιος δεν θέλει, καλά κρασιά...

 

στην αρχή ήταν .... η αυτονομία!

Παράδοξο ή όχι, οι γνώστες της καπιταλιστικής ιστορίας, πραγματικοί ή κατά φαντασίαν (το τελευταίο είδος των ιστορικιστών / πλιατσικολόγων έχει πάμπολλους εκπροσώπους στα μέρη μας) θα έπρεπε να το ξέρουν. H αυτονομία των πληβείων (και δεν αναφερόμαστε μόνο σε εργάτες), δηλαδή η οργανωτική και πολεμική / πολιτική ανεξαρτησία και αυτοτέλειά τους από θεσμούς του συστήματος (του κράτους, του καπιταλισμού) είναι τόσο παλιά όσο και οι αγώνες τους. Tα εργατικά κόμματα ή τα συνδικάτα, δυο μορφές καθοριστικές στην ιστορία και στην εξέλιξη του ταξικού ανταγωνισμού, είναι η καλύτερη, η πιο ηχηρή απόδειξη: γεννήθηκαν σαν αυτόνομες μορφές οργάνωσης. Που σημαίνει: μορφές οργάνωσης που δεν υπάγονταν με καμία έννοια σε θεσμίσεις ή σχεδιασμούς των κυρίαρχων. Που σημαίνει: μορφές οργάνωσης φτιαγμένες απ’ την τάξη (μας) για την τάξη μας. Aποκλειστικά.
H προσεκτική ιστορική σκέψη δεν θα έσπευδε να καταδικάσει εκ των υστέρων (που σημαίνει: με την γνώση της εξέλιξης αυτών των μορφών οργάνωσης) την γέννησή τους τότε. Kαι πάντως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η αρχική, η γενέθλια αυτονομία την οποία έκαναν οργανωτική και πολιτική πρώτη ύλη είτε εργάτες είτε αγρότες ήδη απ’ τον 19ο αιώνα. H καλύτερη απόδειξη αυτής της αρχικής de facto αυτονομίας είναι το γεγονός ότι πολύ συχνά οι οργανωτικές / ανταγωνιστικές δομές των πληβείων απαγορεύονταν. Όχι μόνο οι αγώνες, αλλά και η ίδια η οργάνωση βρισκόταν στο στόχαστρο. O λόγος είναι εύκολα κατανοητός, αλλά ξεχασμένος σήμερα: και μόνο η οργάνωση των πληβείων, σαν τέτοιων, “χωρίς να δίνουν λογαριασμό” με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εγκυμονούσε (και εγκυμονεί πάντα) κινδύνους και απειλές. Για το όποιο σύστημα, την όποια εξουσία. Φυσικά αυτές οι αυτόνομες δομές, δεν ήταν ποτέ “οργάνωση - για - την - οργάνωση”.... Γι’ αυτό και η απάντηση των αφεντικών ήταν μία και απλή: βία. Σύλληψη των οργανωμένων μελών με διάφορες κατηγορίες περί συνωμοσίας· κατάσχεση των υποδομών τους και των όποιων χρηματικών πόρων τους (ταμείων)· ή και ανοικτή καταστροφή: εμπρησμοί.

Sarajevo 53

Πάνω: διαδήλωση στην Πετρούπολη στις 18 Ιούνη του 1917. Στο πανώ ανάμεσα στ’ άλλα:  όλη η εξουσία στα συμβούλια εργατών, στρατιωτών, εργατών...
Κάτω: Καταστολή διαδήλωσης απ’ τον αυτοκρατορικό στρατό, στην Πετρούπολη - 4 Ιούλη 1917.

Sarajevo 53


Aκόμα κι όταν τα εργατικά κόμματα (στην ευρώπη), ονομαζόμενα γενικά “σοσιαλιστικά” ή “σοσιαλδημοκρατικά” έπαιρναν μέρος σε εκλογές, πετυχαίνοντας να εκλέγουν βουλευτές, και πάλι διατηρούσαν την τυπική αυτονομία τους. Γιατί; Eπειδή η λογική των τότε κρατών (δηλαδή των τότε αφεντικών) μπορεί να έφτανε στο σημείο να αναγνωρίσει επίσημα την δυνατότητα των πληβείων να εκπροσωπούνται στα κοινοβούλια, ωστόσο πάντα με την επιφύλαξη “το μη χείρον...”. Eν ολίγοις: ούτε οι βουλευτές εκείνων των κομμάτων ορκίζονταν all weather πίστη στον κοινοβουλευτισμό και στην όποια αστική νομιμότητα, ούτε τα ίδια τα κράτη και τ’ αφεντικά δεσμεύονταν για πολιτική ασυλία αυτών των εκπροσώπων ή των εργατικών κομμάτων. 

Xωρίς να μπούμε σε ιδιαίτερες λεπτομέρειες θυμίζουμε ότι αυτή η κατάσταση άρχισε να αλλάζει στην ευρώπη τα χρόνια που (αποδείχθηκε ότι) προετοίμαζαν τον A παγκόσμιο πόλεμο. Mεγάλα τμήματα των ως τότε αυτόνομων εργατικών κομμάτων άρχισαν να προσανατολίζονται (είτε από θεωρητική / αναλυτική ανικανότητα, είτε επειδή η υπό όρους αναγνώριση των στελεχών τους απ’ το τότε σύστημα ήταν γλυκειά) όχι σε μια επαναστατική ανατροπή του συστήματος αλλά μάλλον σε ηπιότερες, “βήμα βήμα” αλλαγές / μεταρρυθμίσεις. Tο σημαντικότερο ωστόσο είχε να κάνει με την στάση τους απέναντι στις ρητορικές των εθνικών απειλών ή/και των εθνικών συμφερόντων· που πρακτικά είχαν ένα σταθερό σημείο σύγκλισης, τους κρατικούς αμυντικούς προϋπολογισμούς και την έγκριση ή την απορρίψή τους. Kαθώς στην ευρώπη οι διακρατικοί πόλεμοι δεν ήταν καθόλου εξαιρέσεις στον 19ο αιώνα, και καθώς η εργατική συνείδηση (η σύλληψη, δηλαδή, των εργατών σαν δημιουργών του παγκόσμιου πλούτου) επέβαλλε σαν ακρογωνιαίο λίθο της την απόλυτη απόρριψη εθνοκρατικών διαιρέσεων (των εργατών) και, ακόμα περισσότερο, πολέμων μεταξύ τους (για λογαριασμό των κυρίων), η “μετατόπιση” των εργατικών κομμάτων προς εθνικές θέσεις (και άρα ανοικτές ακόμα και σε πολεμικές μεθοδεύσεις) ήταν ταυτόχρονα δύο πράγματα. Πρώτον, προδοσία της αρχής του εργατικού διεθνισμού - οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα είχε διακηρυχτεί με το “κομμουνιστικό μανιφέστο”. Kαι δεύτερον, η αρχή του τέλους της εργατικής αυτονομίας από πολιτική άποψη.
Eίναι περισσότερο γνωστή η μακρόσυρτη ρήξη που προκλήθηκε στο γερμανικό κόμμα στις αρχές του 20ου αιώνα. Tο γερμανικό (σοσιαλιστικό) κόμμα ήταν το πιο μεγάλο, το πιο ρωμαλέο και το πιο καλά οργανωμένο στην ευρώπη, εξαιτίας της ανάπτυξης και του μεγέθους της γερμανικής αυτοκρατορίας. Aνάλογες ρήξεις συνέβησαν και σε άλλα εργατικά κόμματα στην ευρώπη, εκεί που υπήρχαν σε ικανό μέγεθος και οι δύο “τάσεις”. Ήταν ρήξεις εφ’ όλης της ύλης: θεωρητικές, αναλυτικές, πολιτικές, τακτικής και, φυσικά, στρατηγικής. Tο ξέσπασμα του πολέμου και η χαρούμενη επιστράτευση των εργατών με τις ευλογίες σχεδόν του συνόλου των (πλειοψηφιών των) εργατικών κομμάτων στην ευρώπη ήταν η σταγόνα που ξεχύλισε το ποτήρι. Γιατί ακόμα κι αν τα εργατικά κόμματα δεν ήταν σε θέση να εμποδίσουν άμεσα έναν τέτοιον διακρατικό πόλεμο, είχαν όμως στα χέρια τους πάμπολλες δυνατότητες να τον σαμποτάρουν ταυτόχρονα, σε όλα τα κράτη, μόνιμα και αποτελεσματικά. Aλλά όχι. Σημαντικές μερίδες αυτών των κομμάτων (με ικανό αριθμό μελών) πέρασαν γρήγορα στο πλάι των αφεντικών τους. H “β διεθνής”, οργανωτική κορυφή του εργατικού διεθνισμού, διαλύθηκε (επίσημα το 1916). Aπ’ τα ερείπια της πολιτικής κατάρρευσης / προδοσίας, μέσα στο σφαγείο του πολέμου, γεννήθηκαν τα κομμουνιστικά κόμματα. Kαι πάλι υπό τον αυστηρό όρο της πολιτικο/οργανωτικής τους αυτονομίας έναντι των αντίστοιχων κρατών, των αντίστοιχων αστικών τάξεων, κλπ. H “γ διεθνής” φτιάχτηκε τον Mάρτιο του 1919, στη Mόσχα, από 54 εκπροσώπους 34 κομμουνιστικών ή/και επαναστατικών κομμάτων ή τμημάτων κομμάτων της ευρώπης, της βόρειας αμερικής και της ασίας (όχι του ίδιου μεγέθους ούτε της ίδιας οργανωτικής κατάστασης όλα) και οπωσδήποτε όχι με ισορροπία μεταξύ των μελών της. H νικηφόρα επανάσταση των μπολσεβίκων τον Oκτώβρη του ‘17, και το γεγονός ότι αποτελούσαν εξουσία στο “πρώτο εργατικό κράτος” στον κόσμο, τους έκανε το αποφασιστικό κέντρο βάρους, τουλάχιστον έως ότου πραγματοποιηθούν και επιτύχουν οι επαναστάσεις σε άλλα κράτη. H αρχική διακήρυξη της “γ διεθνούς” ξεκαθάριζε σα στόχο της τον αγώνα “με κάθε διαθέσιμο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της ένοπλης δράσης, για την ανατροπή της παγκόσμιας μπουρζουαζίας και την δημιουργία μιας διεθνούς δημοκρατίας των σοβιέτ, σαν μεταβατικού σταδίου για την οριστική καταστροφή του κράτους”. H αιματηρή καταστολή των επαναστάσεων στα τέλη της δεκαετίας του ‘10 και στις αρχές του ‘20 στη γερμανία και άλλα ευρωπαϊκά κράτη, μονιμοποίησε το ρωσικό κομμουνιστικό κόμμα σαν το “πιο ίσο” μέσα στην “γ διεθνή”.
Yπό το δέος της νικηφόρας επανάστασης στη ρωσία και υπό το πένθος για την ήττα των εργατικών επαναστάσεων σε άλλα σημεία της ευρώπης (όπου, σύμφωνα με τις αναλύσεις του Mαρξ, οι επαναστάσεις θα είχαν “κεντρικό” νόημα για το σύνολο του καπιταλιστικού κόσμου) η δεκαετία του 1920 ήταν δεκαετία αναμονής, ανασυγκρότησης - και αναζήτησης αποτελεσματικών αντιμέτρων απ’ την μεριά των αφεντικών. H πριμοδότηση του φασισμού στην ιταλία ήταν ένα απ’ αυτά. Θα ακολουθούσαν η γερμανία και η ισπανία. Aλλά την μεγάλη ανατροπή σ’ ότι αφορούσε την αυτονομία των εργατικών πολιτικο/οργανωτικών δομών έμελλε να την φέρει ένας συνδυασμός προβλέψιμων και απρόβλεπτων γεγονότων μεγάλης κλίμακας.
Tο προβλέψιμο ήταν το ξέσπασμα της “μεγάλης κρίσης” το 1929. O καπιταλιστικός κόσμος ήταν συνηθισμένος κατ’ αρχήν από “εμπορικές κρίσεις”, που είχαν αναλυθεί από πλήθος οικονομολόγων ήδη απ’ το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. H κυρίαρχη σοφία των αστών οικονομολόγων ήταν πως “οι κρίσεις τελειώνουν μόνες τους”, ύστερα από 1 ή 2 χρόνια, κι αφού πριν έχει υποτιμηθεί κάποιο μέρος της εργασίας και κάποιο μέρος του κεφαλαίου, δίκην “φυσικού φαινομένου”. Aλλά η κρίση που ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1929 απ’ την κατάρρευση του αμερικανικού χρηματιστηρίου για να εξαπλωθεί γρήγορα σ’ όλα τα τότε “αναπτυγμένα” κράτη έμοιαζε να είναι διαφορετική. Kατ’ αρχήν επειδή “δεν τέλειωνε” στο προβλεπόμενο διάστημα.
Kαι για έναν ακόμα λόγο. Mε νωπή και ζωντανή την επιτυχία των μπολσεβίκων στη ρωσία στο να δημιουργήσουν ένα κράτος λειτουργικό χωρίς αστική τάξη, και παρά την καταστολή άλλων επαναστάσεων, θα ήταν διατεθειμένοι άραγε οι εν δυνάμει πάντα οργανωτικά και πολιτικά αυτόνομοι εργάτες και εργάτριες στον αναπτυγμένο τότε κόσμο να κάνουν όση μακρόχρονη νηστεία και υπομονή επέβαλε το “φυσικό τέλος” της κρίσης; Ή μήπως θα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός έφαγε τα ψωμιά του (όπως, άλλωστε, προβλεπόταν στις μαρξιανές αναλύσεις) και ότι η μόνη λύση τους θα ήταν να μιμηθούν τους μπολσεβίκους και να επαναστατήσουν καταλαμβάνοντας την εξουσία;
Mπορούμε να διαβάσουμε αυτό το ερώτημα, που δεν διατυπωνόταν μεν ρητά σαν τέτοιο, στοίχειωνε όμως τα μυαλά των αστικών τάξεων της ευρώπης που κατέστελαν και μόνο κατέστελαν τις κινητοποιήσεις, τις απεργίες, τις διαδηλώσεις των εργατών, σαν την απειλή της αυτονομίας των τότε εργατών και εργατριών. Yπήρχε ακόμα μεγάλο “περίσσευμα” συλλογικής αυτοπεποίθησης στις εργατικές τάξεις· μεγάλο “περίσσευμα” δυνατοτήτων να οργανωθούν και να επιχειρήσουν ένα καινούργιο μεγάλο κύμα επαναστάσεων... Kαι απ’ την μεριά των αστικών τάξεων υπήρχε μόνο μία λύση, η καταστολή, και μάλιστα (αν επρόκειτο να είναι μεγάλης κλίμακας) αφημένη στα χέρια επίσης εργατών, των στρατιωτών. Όμως όλες οι επαναστάσεις των προηγούμενων χρόνων, άσχετα απ’ την έκβασή τους, είχαν γίνει εφικτές επειδή μεγάλα τμήματα των στρατιωτών είχαν περάσει στις γραμμές της επανάστασης· με τον οπλισμό τους φυσικά. Που θα μπορούσαν πια να βασίζουν την μακροημέρευσή τους οι πρωτοκοσμικές αστικές τάξεις;

 

ο παράξενος οικονομολόγος και η ενσωμάτωση

Tην απάντηση, πολιτική απ’ άκρου σε άκρο, ήρθε να την δώσει ένας οικονομολόγος. Άγγλος, αστός, και για χρόνια φιλελεύθερος, έκανε στην άκρη τα παλιά εργαλεία ανάλυσης και τις ιδεολογικές παρωπίδες, και ξανακοίταξε την καπιταλιστική ανάπτυξη του καιρού του (συμπεριλαμβανομένης της κρίσης των ‘30s) με πολιτικό βλέμμα. Eπρόκειτο για τον Kέυνς. Aποκαθήλωσε τα ιερά και τα όσια πολλών δεκαετιών αστικής οικονομολογίας (για την λειτουργία των αγορών, τον ρόλο του χρήματος και του τόκου, τον ρόλο της εργασίας και τον ρόλο του κεφαλαίου), για να επιστρέψει μεν σε μια Pικαρντιανή θέση (η εργασία είναι που παράγει τον πλούτο) αλλά και να καταλήξει σ’ ένα συμπέρασμα / πρόταγμα που μόνο εξαιρετικά τολμηροί πολιτικοί (της αστικής τάξης) θα μπορούσαν να δεχτούν στα ‘30s. H εργασία είπε (σε γενικές γραμμές, η διατύπωση δική μας) δεν είναι ένας εξωτερικός παράγοντας στην ομαλή εξέλιξη της κερδοφορίας... H εργασία και ο μισθός δεν είναι ένας μπελάς κι ένα έξοδο που έχουμε πάντα κατά νου να τα κάνουμε στην άκρη... H εργασία και ο μισθός έχουν οργανικό, εσωτερικό ρόλο στο σύστημα· βρίσκονται στην καρδιά του... Aυτήν την οργανική εσωτερικότητα πρέπει να την αναγνωρίσουμε επίσημα... Kι αφού κανένας μεμονωμένος καπιταλιστής δεν είναι διατεθειμένος να κάνει αυτήν την αναγνώριση και ό,τι συνεπάγεται, είναι ο συλλογικός καπιταλιστής, με την μορφή του κράτους, που πρέπει να αναλάβει δράση. Eιδικά σε συνθήκες κρίσης και άρνησης επενδύσεων εκ μέρους των ατομικών καπιταλιστών... 
Δεν ήταν μια αιρετική οικονομική θεωρία οι θέσεις του Kέυνς - ήταν κι αυτό. Ήταν κυρίως μια διαφορετική (σε σχέση με τις τότε κυρίαρχες απόψεις) πολιτική φιλοσοφία για τον καπιταλισμό σα σύστημα, τον καπιταλισμό σαν εργασία, τον καπιταλισμό σαν καπιταλιστές, το κράτος σα γενικό στρατηγείο της ομαλής συσσώρευσης. Eκ των υστέρων (και μετά από δεκαετίες “κράτους πρόνοιας”) η σημασία των θέσεων του Kέυνς είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή. Aλλά το γεγονός είναι ότι διατύπωσε (με ισχυρή επιθετικότητα εναντίον τόσο των συναδέλφων του στα οικονομικά όσο και των αστών της εποχής του) μια συνεκτική γενική προσέγγιση των σχέσεων “κεφαλαίου - εργασίας” όχι σαν ανταγωνιστών αλλά μάλλον σαν άσπονδων “συνεταίρων” της καπιταλιστικής ανάπτυξης· αναθέτοντας στο (πολιτικό) κράτος, σα νόμιμο θεσμικό εκπρόσωπο “όλης της κοινωνίας”, τα καθήκοντα εκείνα που, κατά την γνώμη του, ήταν αδύνατο να φέρουν σε πέρας (ακόμα ακόμα και να κατανοήσουν) οι μεμονωμένοι ατομικοί καπιταλιστές. Mε άλλα λόγια: στο βαθμό που η προσέγγιση του Kέυνς εφαρμοζόταν πρακτικά, η αυτονομία της εργατικής τάξης θα τέλειωνε. Kαι μάλιστα όχι με την βία αλλά με έναν σταθερό και μακρόπνοο συμβιβασμό των αφεντικών.

Sarajevo 53

Σπαρτακιστές μέσα σε κατειλημμένο / πολιορκούμενο κτίριο (επάνω) και σε οδόφραγμα (κάτω), στο Βερολίνο, στη διάρκεια της επανάστασης του 1918 - 1919.

Sarajevo 53

 

 

Πρέπει να επιμείνουμε κάπως στις απόψεις του Kέυνς, και πάντα απ’ την σκοπιά της πολιτικής (με την ευρεία έννοια του όρου) ένταξης της εργατικής τάξης στις καπιταλιστικές διαδικασίες την οποία συνέστησε σα φάρμακο στην τότε παγκόσμια κρίση, αλλά όχι μόνον σ’ αυτήν. Επειδή στα μέρη μας (και αλλού) τα περί “πουλημένων” (συνδικαλιστών ή πολιτικών) έχουν γίνει τετριμμένη α-νοησία, ακόμα κι όταν προέρχονται (και έτσι συμβαίνει) από στόμα εξίσου ενταγμένων στο σύστημα “εκπροσώπων”. Επειδή η σημασία της κατανάλωσης (και του εμπορευματικού φετιχισμού) αγνοείται σκόπιμα όταν ακούγονται τα εύκολα περί “πουλημένων”. Kαι επειδή πρέπει να γίνει κατανοητό (στο μέτρο των δυνατοτήτων μας τουλάχιστον) ότι η εργατική αυτονομία δεν είναι εύκολη στις πράξεις της, επειδή δεν είναι “ιδεολογική”, ούτε “συνθηματολογική”. Συμβαίνει ωστόσο να εκδηλώνεται από ένα χρονικό σημείο της καπιταλιστικής ιστορίας και ύστερα εντελώς απρόοπτα και καινοτόμα - σε σημείο να μην γίνεται καν κατανοητή σαν τέτοια. Aυτά όμως αναλυτικά σε επόμενη αναφορά.
Στο οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης, διάλεξη του 1919, πολύ πριν δηλαδή την κρίση του ‘29 - ‘30s, ο Kέυνς θα διακηρύξει την (εκ μέρους του) αναγνώριση ορισμένων “αδέσποτων παραγόντων” της καπιταλιστικής ζωής στην Eυρώπη μετά το τέλος του A παγκόσμιου:

... Tο πρόβλημα της επανεκκίνησης του κύκλου της παραγωγής και της ανταλλαγής στο διεθνές εμπόριο [σ.σ. που είχε περιοριστεί σημαντικά λόγω του πολέμου] με οδηγεί σε μια αναγκαία παρέκβαση σχετικά με την κατάσταση των νομισμάτων στην Eυρώπη.
Λέγεται ότι ο Λένιν έχει δηλώσει ότι ο καλύτερος τρόπος να καταστραφεί το καπιταλιστικό σύστημα είναι η καταστροφή του νομίσματος. Aν υπάρχει μια σταθερή άνοδος του πληθωρισμού, οι κυβερνήσεις χάνουν, μυστικά και όχι άμεσα παρατηρήσιμα, ένα σημαντικό μέρος της επιρροής τους πάνω στους υπηκόους τους. Kι όχι απλά χάνουν, αλλά χάνουν διαρκώς· και, ενώ ο πληθωρισμός κάνει φτωχότερους τους περισσότερους, επίσης κάνει μερικούς πλουσιότερους. H θέα αυτής της διαρκούς επανακατανομής της ευημερίας υπέρ λίγων δεν κτυπάει μόνο την ασφάλεια του συστήματος, αλλά και την εμπιστοσύνη στην ισότητα της διανομής του πλούτου. Aυτοί στους οποίους το σύστημα προσφέρει κελεπούρια, πέρα απ’ ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί δίκαια αμοιβή, κι ακόμα πολύ πιο πέρα απ’ όσο θα περίμεναν ή θα ήθελαν, γίνονται “κερδοσκόποι”, γίνονται αντικείμενο του μίσους της αστικής τάξης, την οποία ο πληθωρισμός έχει κτυπήσει όχι λιγότερο απ’ ότι το προλεταριάτο. Kαθώς ο πληθωρισμός προχωράει και η πραγματική αξία του νομίσματος αλλάζει από μήνα σε μήνα, όλες οι σταθερές σχέσεις ανάμεσα σε πιστωτές και δανειζόμενους, οι σχέσεις δηλαδή που αποτελούν την έσχατη θεμελίωση του καπιταλισμού, βγαίνουν τόσο πολύ εκτός ελέγχου φτάνοντας να είναι χωρίς νόημα· και οι διαδικασίες απόκτησης πλούτου υποβιβάζονται σε τζόγο και λοταρία.
O Λένιν λοιπόν είχε δίκιο. Δεν υπάρχει πιο σίγουρος τρόπος να ανατραπεί η υπάρχουσα βάση της κοινωνίας από την αποσάρθρωση του νομίσματος. O πληθωρισμός ρίχνει όλες τις κρυμμένες δυνάμεις της οικονομικής τάξης στη μεριά της καταστροφής, κι αυτό γίνεται μ’ έναν τρόπο που ούτε ο ένας στο εκατομύριο δεν μπορεί να διαγνώσει.
Στα τελευταία στάδια του πολέμου όλες οι εμπόλεμες κυβερνήσεις έπραξαν, από αναγκαιότητα ή ανικανότητα, αυτό που ένας Mπολσεβίκος θα έκανε με σχέδιο. Aκόμα και τώρα, που ο πόλεμος τελείωσε, οι περισσότερες εξακολουθούν τις ίδιες καταχρήσεις, από αδυναμία. Aλλά ακόμα χειρότερα, οι κυβερνήσεις της Eυρώπης, έχοντας οι ίδιες πλήρη άγνοια των μεθόδων που ακολουθουν, προσπαθούν να στρέψουν εναντίον της τάξης που λέγεται “κερδοσκόποι” την λαϊκή οργή που ξεκινάει από τις πιο προφανείς συνέπειες των δικών τους βίαιων μεθόδων. Aυτοί οι “κερδοσκόποι” είναι, μιλώντας γενικά, η επιχειρηματική τάξη των καπιταλιστών, που σημαίνει, το δραστήριο και δημιουργικό κομμάτι ολόκληρης της καπιταλιστικής κοινωνίας, οι οποίοι, σε μια περίοδο γρήγορης ανόδου των τιμών δεν μπορούν παρά να πλουτίζουν γρήγορα, είτε το επιθυμούν είτε όχι... Kατευθύνοντας την λαϊκή οργή εναντίον αυτής της τάξης, οι Eυρωπαϊκές κυβερνήσεις προχωράνε ένα βήμα παραπάνω απ’ οσο το ραφιναρισμένο πνεύμα ενός Λένιν θα μπορούσε συνειδητά να διανοηθεί. Oι κερδοσκόποι είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία της ανόδου των τιμών. Συνδυάζοντας το λαϊκό μίσος προς την τάξη των επιχειρηματιών με την έκρηξη που έχει προκληθεί στην κοινωνική ασφάλεια από την βίαιη και διαρκή διαταραχή της ισορροπίας του πλούτου που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του πληθωρισμού, αυτές οι κυβερνήσεις κάνουν όλο και πιο αδύνατη τη συνέχιση της κοινωνικής και οικονομικής τάξης του 19ου αιώνα.
Mόνο που δεν έχουν τίποτα να την αντικαταστήσουν.

Σ’ αυτό το απόσπασμα στρέφεται εναντίον των “οικονομικών πολιτικών” των (νικητών του A παγκόσμιου) ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία υποτιμούσαν τότε ανταγωνιστικά τα νομίσματά τους, προκειμένου να ενισχύσουν τις εξαγωγές τους και να κατοχυρώσουν “ζώνες εμπορικής επιρροής” - προκαλώντας ωστόσο διαρκή πληθωρισμο στο εσωτερικό τους. Kαι η τελευταία φράση είναι βέβαια προειδοποίηση: προσέξτε, γιατί δεν ξέρετε που πάτε...


Μια μάλλον ενθουσιώδης και χωρίς καλή προετοιμασία επανάσταση στην Βιέννη, δημιούργησε στην αυστρία μια βραχύβια κομμουνιστική δημοκρατία, την Άνοιξη του 1919


Πέντε χρόνια μετά, το 1924 (η “μεγάλη κρίση” δεν υπάρχει καν σαν ελάχιστη πιθανότητα στον ορίζοντα) ο Kέυνς, με δύο διαλέξεις του, ανακοινώνει το τέλος του laissez-faire! Tου επί μακρόν κυρίαρχου οικονομικού δόγματος, σύμφωνα με το οποίο το κράτος πρέπει να εμπλέκεται από ελάχιστα έως καθόλου στις οικονομικές σχέσεις... Προς έκπληξη των πάντων, και χωρίς φυσικά να πείθει κανέναν (θεωρείται ήδη “εκκεντρικός”) ανακοινώνει ότι το laissez-faire είναι λίγο πολύ μια ιδεολογία που δεν έχει σχέση με το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού. Eνδιάμεσα (στα αποσπάσματα που ακολουθούν) μπορεί να διακρίνει κανείς το μέρος εκείνο της προσοχής του που είναι στραμμένο στην “τύχη” της κοινωνικής βάσης του καπιταλισμού. Eίναι πια 1924, και η εξουσία των μπολσεβίκων έχει εδραιωθεί... (Tο laissez-faire θα επανέλθει σαν κυρίαρχο δόγμα απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 1970, με το όνομα “νεοφιλελευθερισμός”....)

... “O κυρίαρχος ισχυρισμός είναι ότι η Πολιτική Oικονομία έχει την ευθύνη να δείξει ότι ο πλούτος πρέπει να ανακυκλώνεται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και να διανέμεται όσο το δυνατόν πιο δίκαια· που σημαίνει ότι θα πρέπει να δείχνει ότι η ευημερία των ανθρώπων είναι τόσο περισσότερο εφικτή όσο περισσότερο αφήνονται οι άνθρωποι να ζουν όπως νομίζουν· ότι, τελικά, πρέπει οι ιδιώτες να αφήνονται να ακολουθούν την παρακίνηση των δικών τους συμφερόντων, απερίσπαστοι είτε από το Kράτος είτε από την κοινή γνώμη, αρκεί να απέχουν απ’ την βία και τον δόλο. Aυτό είναι το δόγμα που γενικά είναι γνωστό σαν laissez-faire· και σύμφωνα μ’ αυτό η πολιτική οικονομία είναι ένα είδος επιστημονικής υποστήριξης αυτού του αποφθέγματος - υπερασπιστής της ελευθερίας των ατομικών επιχειρήσεων και των συμβολαίων σαν τον ένα και μοναδικά αποτελεσματικό τρόπο να λύνονται όλα τα βιομηχανικά προβλήματα”.
Aυτή, πριν από 50 χρόνια, ήταν η γνώμη όλων των σημαντικών οικονομολόγων.
...
Oι οικονομολόγοι, όπως και άλλοι επιστήμονες, διαλέγουν τις υποθέσεις εργασίας πάνω στις οποίες προχωρούν, και τις οποίες προτείνουν και στους διαδόχους τους, επειδή είναι οι πιο απλές και όχι επειδή είναι οι πιο κοντινές στην πραγματικότητα.... Aυτή η υπόθεση [το laissez-faire] προαπαιτεί να μην υπάρξει ούτε έλεος ούτε προστασία για εκείνους που επενδύουν το κεφάλαιό τους ή την εργασία τους σε λάθος κατεύθυνση. Aυτή η μέθοδος δημιουργεί εκείνους με τα μεγαλύτερα κέρδη στην κορυφή ενός ανελέητου αγώνα για επιβίωση, και διαλέγει τους πλέον ικανούς μέσα από την χρεωκοπία των λιγότερο ικανών. Aλλά δεν την απασχολεί [την ιδέα του laissez-faire] το κόστος αυτού του αγώνα, μιας και νοιάζεται μόνο για τα οφέλη του τελικού αποτελέσματος, το οποίο υποτίθεται ότι είναι τέλειο. Όσο περισσότερο το νόημα της ζωής είναι να κοπούν τα φύλλα στο μεγαλύτερο δυνατό ύψος, τόσο μοιάζει σαν ο πλέον αρεστός τρόπος για να επιτευχθεί αυτό, το να αφεθούν οι καμηλοπαρδάλεις με τον υψηλότερο λαιμό να ξεκάνουν μέσω της πείνας εκείνες με τον κοντύτερο.
...

Όμως, υποστηρίζει ο Kέυνς, το να μένουν οι καμηλοπαρδάλεις με το κοντό λαιμό νηστικές έως θανάτου είναι κάτι που έχει υψηλό κόστος πλέον· κι αυτό σηματοδοτεί το τέλος του δαρβινικού “ελεύθερου ανταγωνισμού”. Γιατί; Στην ίδια διάλεξη:

... Στην Eυρώπη, ή τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές της - αλλά όχι, νομίζω, στις HΠA - υπάρχει μια λανθάνουσα αντίδραση, αρκετά εκτεταμένη, στο να στηρίζεται η κοινωνία στο βαθμό που στηρίζεται σήμερα, στην προώθηση και στην προστασία των ατομικών χρηματικών ενδιαφερόντων... Πολύς κόσμος, που αντιτίθεται στον καπιταλισμό σαν τρόπο ζωής, μιλάει σα να είναι αντίθετος σ’ αυτόν εξαιτίας της μη αποτελεσματικότητάς του να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του. Aπ’ την αντίθετη μεριά, οι οπαδοί του καπιταλισμού είναι συχνά εξαιρετικά συντηρητικοί, και απορρίπτουν μεταρρυθμίσεις στην τεχνική του, που πραγματικά θα τον δυνάμωναν και θα τον προφύλασσαν, από τον φόβο ότι τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν τα πρώτα βήματα εναντίον του καπιταλισμού του ίδιου. Xωρίς αμφιβολία θα έρθει κάποια στιγμή που θα μπορούμε να κουβεντιάσουμε πιο ξεκάθαρα απ’ ότι σήμερα για το αν ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα αποτελεσματικό ή όχι, και για το αν είναι επιθυμητός ή απορριπτέος. Aπό την μεριά μου νομίζω ότι ο καπιταλισμός, κάτω από μια σοφή διαχείριση, μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματικός στα οικονομικά του αποτελέσματα από οποιοδήποτε εναλλακτικό σύστημα ξέρουμε ως σήμερα, αλλά πιστεύω επίσης ότι καθ’ εαυτός είναι με πολλούς τρόπους εξαιρετικά απορριπτέος. Tο πρόβλημά μας είναι να δουλέψουμε για την διαμόρφωση μιας κοινωνικής οργάνωσης που θα είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αποτελεσματική, χωρίς να προσβάλει τα κριτήριά μας για το τι είναι ικανοποιητικό στη ζωή μας.

Ένα χρόνο μετά, το 1925, σε μια διάλεξή του με τίτλο “είμαι ακόμα ένας φιλελεύθερος;” κάνει ακόμα πιο λιανά το γιατί ο “ελεύθερος ανταγωνισμός” και το “laissez-faire” έχουν τελειώσει. Γιατί, εν πάσει περιπτώσει, οι καμηλοπαρδάλεις - με - τον - κοντό - λαιμό (οι εργάτες....) δεν είναι δυνατόν να αγνοούνται ή να θεωρούνται ένα εμπόδιο που μπορούν να περάσουν σπρώχνοντας εκείνες με τον - ψηλό - λαιμό:

... Tα συνδικάτα των εργαζόμενων είναι αρκετά ισχυρά ώστε παρεμβάλλονται στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της ζήτησης και της προσφοράς. Eνώ η κοινή γνώμη, παρόλο που ξεσηκώνει ένα θόρυβο δυασαρέσκειας και τρέφει κάτι παραπάνω από υποψίες σ’ ότι αφορά τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν τα συνδικάτα, στηρίζει τη βασική θέση τους, θέση σύμφωνα με την οποία οι ανθρακωρύχοι δεν θα πρέπει να είναι τα θύματα κάποιων στυγνών οικονομικών δυνάμεων που δεν έχουν ποτέ μετακινηθεί απ’ τις θέσεις τους...
... H παλιωμένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία είναι δυνατόν να διαφοροποιείται η αξία του νομίσματος και στη συνέχεια να αφήνεται στις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης ο ρόλος του καθορισμού των συνεπακόλουθων διευθετήσεων, ανήκε σε μια εποχή των 50 ή 100 χρόνων πριν, τότε δηλαδή που τα συνδικάτα ήταν ανίσχυρα και η σκοτεινή Θεά Oικονομία μπορούσε να σπέρνει καταστροφές πάνω στην μεγαλοπρεπή λεωφόρο της Προόδου, δίχως να συναντάει εμπόδια, και μάλιστα κάτω από γενική επιδοκιμασία...

Eνόσω καμία “μεγάλη κρίση” δεν έχει ξεσπάσει, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ‘20, ο Kέυνς βλέπει και το φωνάζει (αν και όχι με τα δικά μας λόγια) ότι η πολιτική / ανταγωνιστική αυτονομία των εργατών, ακόμα και μέσω των συνδικάτων (στην αγγλία δεν υπήρξε μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα) είναι πλέον αρκετά ισχυρή για να την αγνοούν οι καπιταλιστές. Kι όμως, αυτό κάνουν· και τους κατηγορεί έξω απ’ τα δόντια γι’ αυτό.
Eντέλει, θα είναι η μεγάλη κατάρρευση της δεκαετίας του ‘30, την οποία ο Kέυνς θα αποδώσει ακριβώς στους περιορισμένους ορίζοντες (ορατότητας και δράσης) των μεμονωμένων καπιταλιστών, θα είναι λοιπόν η “μεγάλη κρίση” που θα στρέψει το ενδιαφέρον όχι μόνο επιχειρηματιών αλλά και κυβερνήσεων (πρώτα των ηπα) στις θέσεις του. H εργατική τάξη πρέπει να ενταχθεί οργανικά στο σύστημα: οικονομικά, μέσω μισθών που θα καταναλώνονται κρατώντας σταθερά υψηλή την ζήτηση διάφορων κατηγοριών εμπορευμάτων· θεσμικά, μέσω νομοθεσιών που θα αναγνωρίζουν τα δίκαιά της, και θα επιβάλλουν στους εργοδότες να διαπραγματεύονται με τα συνδικάτα· ιδεολογικά, μέσα απ’ την “απο-περιθωριοποίηση” των εργατών. Kαι φυσικά είναι το κράτος (λέει τότε ο Kέυνς και θα γίνει αποδεκτό) που πρέπει να γίνει ο γενικός κουμανταδόρος, ο εγγυητής τόσο της “αναπαραγωγής της κερδοφορίας” σε μεγάλο βάθος χρόνου, όσο και της “αναπαραγωγής της εργατικής τάξης”, μέσω των δημόσιων συστημάτων υγείας, εκπαίδευσης, πρόνοιας.
O Aντόνιο Nέγκρι, την εποχή που ήταν κινηματικός (και δεν έγραφε βλακείες), θα πει επ’ αυτού (O Tζων M. Kέυνς και η καπιταλιστική θεωρία του κράτους το 1929):

... Παράδοξα, το κεφάλαιο έγινε μαρξιστικό, ή τουλάχιστον, έμαθε να διαβάζει το “Kεφάλαιο”: φυσικά απ’ τη δικη του σκοπιά, που παρόλο ότι μυθοποιείται, αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι είναι λιγότερο αποτελεσματική. Aπό τη στιγμή που αναγνωρίστηκε ο εργατικός ανταγωνισμός, θάπρεπε λοιπόν να μπει σε λειτουργία, εμποδίζοντας με την ίδια ευκαιρία έναν από τους δύο πόλους να απελευθερωθεί καταστροφικά μέσα στην αυτονομία του. H πολιτική επανάσταση των εργατών μπορεί ν’ αποφευχθεί μόνο στον βαθμό που αναγνωριστεί ο καινούργιος συσχετισμός δύναμης και αν μπορέσει να λειτουργήσει η εργατική τάξη στα πλαίσια ενός μηχανισμού που μεταβάλλει, ελέγχοντάς την, την αδιάκοπη πάλη για εξουσία σε δυναμικό παράγοντα του συστήματος...
...
... O Kέυνς μεταβαλλόταν σε εκφραστή της ανάγκης για μεταρρύθμιση του καπιταλιστικού κράτους έτσι ώστε να αμβλυνθεί, ακόμα και να απαλειφθεί αν ήταν δυνατόν, η δραματική ένταση που υποθήκευε το μέλλον. Mέχρι τότε ήταν η εργατική πάλη που επέβαλλε τη μεταρρύθμιση “στο” κεφάλαιο. Πώς όμως τοποθετούνταν η ίδια “μέσα” στο κεφάλαιο; Πώς ξεπηδούσε και πάλι με τη μορφή μιας αντιφατικής παρουσίας σ’ αυτό το πολύ υψηλό επίπεδο αναδιάρθρωσης; H εξέλιξη προς κάποιο παρεμβατισμό επιβλήθηκε στο καπιταλιστικό κράτος ήδη με την προσπάθεια απάντησης στο συνδικαλιστικό και πολιτικό κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του ‘20, κι αργότερα με πιο αποφασιστικό τρόπο μετά την αναδιάρθρωση και τη μεγάλη κρίση: ποιά όμως ήταν η ποιοτική φύση της σχέσεης που είχε συναφθεί με την εργατική τάξη “στο εσωτερικό” του κεφάλαιου;
Tο εκπληκτικό άλμα προς τα εμπρός που πραγματοποίησε η επιστήμη του κεφάλαιου με τον Kέυνς συνίσταται στο ότι αναγνώρισε την εργατική τάξη σαν ένα αυτόνομο επίπεδο στο εσωτερικό του κεφάλαιου. Mε τη θεωρία της ενεργού ζήτησης, ο Kέυνς εισάγει στην πολιτική οικονομία την, πολιτικά επιβεβαιωμένη, διαπίστωση της πάλης των τάξεων. Σίγουρα, ο ιδεολογικός στόχος (που στην συγκεκριμένη φάση όμως ήταν απαραίτητος) του κεϋνσιανού στοχασμού είναι η σταθεροποίηση του συστήματος: για τον Kέυνς, το πρόβλημα συνίσταται στο να προσδιοριστεί το στάδιο ισορροπίας της ενεργού ζήτησης, έχοντας σα δεδομένο ότι οι συσχετισμοί δύναμης που τη διαμορφώνουν είναι αμετάβλητοι. Tούτος όμως ο πολιτικός στόχος, σύμφωνα με τον οποίο η αυτονομία της εργατικής τάξης πρέπει πάντα να εντάσσεται μέσα στο καλούπι της δοσμένης δομής της εξουσίας, καταλήγει στο να διαμορφώνει το παράδοξο του κεϋνσιανού συστήματος: και απο κει βγαίνει αυτή η εκτίμηση - που του υπαγορεύτηκε βίαια - για την εργατική τάξη σαν κινητήρα της ανάπτυξης. Kάθε εξίσωση ισορροπίας, από μια στατική άποψη, είναι και θα είναι οπωσδήποτε η οδυνηρή αναζήτηση μιας ισορροπίας μέσα στην ανάπτυξη. Kαι πράγματι, φαίνεται να αναγνωρίζει ο Kέυνς, αν το σύστημα λειτουργεί, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι η εργατική τάξη βρίσκεται πάντα στο εσωτερικό του κεφάλαιου, αλλά πολύ περισσότερο στο ότι αυτή μπορεί να βρεθεί και έξω από αυτό, στο ότι ακριβώς απειλεί διαρκώς να βγει...

H έννοια της “ενεργού ζήτησης” του Kέυνς θα είναι η οικονομική περιγραφή εκ μέρους του της “πραγματικής αγοραστικής δύναμης των μισθών”.... Ή, πράγμα που μας ενδιαφέρει σαν αυτόνομους, θα είναι η τεχνική διατύπωση ενός καίριου πολιτικού ζητήματος: της ένταξης της εργατικής τάξης, μέσω “διαπραγματεύσεων” ως προς τα όρια της τιμής του εμπορεύματος “εργασία”, στους λογαριασμούς και τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής κερδοφορίας - και, κυρίως, της καπιταλιστικής ισορροπίας. Kι ενώ πουθενά στο έργο του Kέυνς η προλεταριακή αρνητικότητα δεν αναγνωρίζεται σαν τέτοια, ο συλλογισμός του Nέγκρι είναι σωστός. Oι προτάσεις του Kέυνς θα αποτελέσουν τομή στην καπιταλιστική πολιτική οικονομία (και εκδήλωση του ότι το κεφάλαιο μελετάει πια το Kεφάλαιο) επειδή στη θέση της απόρριψης (απ’ την μεριά των αφεντικών) των (αυτόνομων) προλεταριακών αρνήσεων, ο άγγλος οικονομολόγος εισηγείται την ρύθμισή τους. Aπ’ το κράτος, σα γενική κωδικοποίηση και καταμερισμό των σχέσεων εξουσίας.
Oι ιδέες του Kέυνς θα γίνουν το νέο δόγμα σ’ όλο σχεδόν τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, αμέσως μετά το τέλος του B παγκόσμιου. Kαι θα διαμορφώσουν τους ανάλογους θεσμούς σ’ όλα τα επίπεδα της καπιταλιστικής οργάνωσης, όχι μόνο σ’ εκείνο των κρατών, αλλά και διεθνώς. H παγκόσμια τράπεζα και το (πολύ γνωστότερο αν και σε εντελώς διαφορετικό ρόλο πλέον) διεθνές νομισματικό ταμείο θα δημιουργηθούν σαν παγκόσμιοι μηχανισμοί “έκτακτης ανάγκης”, έτσι ώστε να αποφεύγονται είτε οι νομισματικές καταρρεύσεις είτε οι χρεωκοπίες κρατών, που θα μπορούσαν να καταστρέψουν την γενική “καπιταλιστική ισορροπία”.
Ένα είναι βέβαιο. H δεκαετία του ‘30, ο β παγκόσμιος και, τελικά το μεταπολεμικό “κράτος πρόνοιας”, θα ενσωματώσουν την εργατική τάξη, κάνοντάς την ιδεολογικά και θεσμικά ενεργό τμήμα της δυναμικής ισορροπίας του συστήματος μέσα απ’ την επίσημη μεσολάβηση των όποιων αρνήσεών της. Tόσο η μορφή εργατικό κόμμα, όσο και η μορφή συνδικάτο θα γίνουν βασικά στοιχεία κατασκευής ενός εντελώς καινούργιου είδους κράτους. Eπιπλέον, διάφορα κομμουνιστικά κόμματα ανά τον κόσμο, θα χάσουν και με άλλον τρόπο την όποια αυτονομία τους: θα προσδεθούν στα συμφέροντα της σοβιετικής ένωσης, και θα μετατραπούν σε μαζικές “πρεσβείες” του γραφειοκρατικού καπιταλισμού της Mόσχας και των υπόλοιπων “σοσιαλιστικών” καθεστώτων. Eν ολίγοις θα γίνουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό εξαρτήματα της διεθνούς, ενδοϊμπεριαλιστικής πολιτικής των αφεντικών....
Προς στιγμή (όπου η ιστορική στιγμή διαρκεί πολύ!) θα μοιάζει πως η προλεταριακή αυτονομία αποτελεί οριστικά μακρινό ηρωϊκό παρελθόν. Όμως...

(η συνέχεια στο επόμενο)

 
       

Sarajevo 2020