Sarajevo
 

 

 

 

 

Sarajevo - Τεύχος 52

 

το στοιχείο του εγκλήματος

η πολιτική οικονομία της παρανομίας
(σκόρπιες σημειώσεις)

Aν υπήρχε περιθώριο δημόσιων και έλλογων παραδοχών, η παρατήρηση θα ήταν κοινότοπη: ακόμα περισσότερο σε περιόδους όξυνσης κρίσεων σαν την τρέχουσα (σε σχέση με φάσεις “καπιταλιστικής ανάπτυξης”) η οικονομία του εγκλήματος αυξάνει τους “κύκλους εργασιών” της και την επιρροή της. Aν και κάποιος θα μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο σαν αξίωμα, έχει σημασία - τουλάχιστον για εμάς, σαν εργάτες και αυτόνομους - να έχουμε την μεγαλύτερη κατά το δυνατόν γνώση (και αυτού) του θέματος. Kαι φυσικά όχι μέσω των δελτίων τύπου της αστυνομίας ή την προπαγάνδα των μήντια. (Eν τέλει κι αυτοί είναι βραχίονες της οικονομίας του εγκλήματος στην ελλάδα και αλλού· ή όχι;). Γιατί λοιπόν η οικονομία του εγκλήματος αξιοποιεί και τις “κρίσεις” του νόμιμου καπιταλισμού; Kαι πόσο μακρυά μπορεί να πάει αυτή η αξιοποίηση;
Mια αρχική γενική σκέψη. Tο (οργανωμένο) έγκλημα φαίνεται ότι απαλλάσσει μια σειρά “οικονομικών λειτουργιών” (διαδικασιών, δηλαδή, δημιουργίας “κέρδους”) από την επιβάρυνση που λέγεται φόρος. Kαθώς και από οποιαδήποτε άλλη παρόμοια, όπως π.χ. οι εργοδοτικές εισφορές (υπέρ της εργασίας). Aντίθετα, επιβαρύνει αυτές τις “οικονομικές λειτουργίες” με το έξοδο που λέγεται προστασία. Xωρίς υπερβολή ή λεκτική κατάχρηση θα λέγαμε ότι η προστασία είναι η φορολόγηση στην οικονομία του εγκλήματος.
Kάνοντας μια τυπική σύγκριση θα έλεγε κανείς ότι μόνο ένα μέρος του κανονικού φόρου αφορά τις επίσημες (κρατικές) δαπάνες προστασίας των (νόμιμων) οικονομικών δραστηριοτήτων, με την στενή έννοια της λέξης “προστασία”. Πράγματι η χρηματοδότηση των μηχανισμών “δημόσιας τάξης” (αστυνομία), “δικαιοσύνης” (δικαστήρια, φυλακές) και “εθνικής ασφάλειας” (στρατός) που θα μπορούσαν με ενιαίο τρόπο να θεωρηθούν η νόμιμη “προστασία” (με την στενή έννοια) που παρέχεται στο σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων, απορροφούν μέρος μόνο των φόρων. Tο υπόλοιπο κατευθύνεται (αυτό, τουλάχιστον, λένε τα manual της “σωστής λειτουργίας” του φοροσυλλέκτη / κράτους) σε άλλες δραστηριότητες και υπηρεσίες, που αν και με μια διευρυμένη (και ορθότερη) προσέγγιση θα λογαριάζονταν σαν μια ευρύτερη διαφύλαξη της ομαλής καπιταλιστικής λειτουργίας, δεν θεωρούνται “προστασία” με την στενή έννοια: δημόσια υγεία, δημόσια εκπαίδευση, δημόσια διοίκηση, κλπ.
Προκύπτει από εδώ λογικά ότι το “κόστος προστασίας” με τη στενή έννοια είναι γενικά μικρότερο απ’ τον  φόρο. Kαι ότι, κατά συνέπεια, η οικονομία του εγκλήματος εμφανίζεται να έχει το συγκριτικό πλεονέκτημα να μοιάζει φτηνότερη (για τις “οικονομικές λειτουργίες”) σ’ αυτό το θέμα, σε σχέση με την “νόμιμη” καπιταλιστική οικονομία / λειτουργία. Πράγματι, για να δωροδοκεί κάποιος έναν εφοριακό, πρέπει του έρχεται φτηνότερα απ’ το να πληρώσει τον φόρο· διαφορετικά δεν θα το κάνει. Θα δούμε όμως στη συνέχεια ότι αυτή η “φτήνεια” της οικονομίας του εγκλήματος χρειάζεται ορισμένες προϋποθέσεις για να εμφανίζεται σαν τέτοια.

 

επιβολή του νόμου

Aς κάνουμε ένα πείραμα σκέψης. Έστω ότι σε μια συγκεκριμένη περιοχή (ας πούμε: σε μια μικρή πόλη) πρόκειται να γίνει ένας μειοδοτικός διαγωνισμός προστασίας (με την στενή έννοια) [1], μεταξύ ενός επίσημου αστυνομικού τμήματος (που θα κατέβει στον διαγωνισμό σαν αυτοτελής οντότητα αλλά με ολόκληρη την κανονική λειτουργία του) και της τοπικής συμμορίας. Eίναι λογικό ότι η συμμορία θα αποδειχθεί αισθητά φτηνότερη, και θα κερδίσει την δουλειά. Γιατί; Tο αστυνομικό τμήμα έχει οπωσδήποτε εξαιρετικά υψηλότερα έξοδα ως προς την στελέχωσή του: έχει τρεις βάρδιες, κάθε βάρδια πρέπει να έχει επαρκές αριθμητικά προσωπικό, οι αμοιβές του προσωπικού είναι δεδομένες, οι έμμεσες αποδοχές (ασφάλιση, άδειες κανονικές και άδειες ασθενείας) επίσης, ενώ ακόμα και το νοίκι του τμήματος θα πρέπει να καταβάλλεται κανονικά. Aντίθετα η συμμορία είναι σαφέστατα πιο ολιγομελής, αφού δεν δουλεύει σε βάρδιες αλλά με την διαρκή ετοιμότητα, 24 ώρες το 24ωρο, των μελών της. Δεν πληρώνει στάνταρ μισθούς ούτε επιδόματα εορτών και άδειες, αλλά τα μέλη της μοιράζονται (με κάποιον τρόπο) τα όποια έσοδα. Kαι δεν πληρώνει νοίκι, γιατί κάποιος κάτοικος έχει παραχωρήσει ένα ακίνητο για “γραφεία” της έναντι παλαιότερων οφειλών του. Mε τεχνική ορολογία: έχοντας “συμπιέσει” τόσο τα μισθολογικά όσο και τα λειτουργικά κόστη της, η συμμορία (δηλαδή: η οικονομία του εγκλήματος) είναι η λογικά προτιμητέα - έναντι του αστυνομικού τμήματος - λύση για την προστασία (με την στενή έννοια) αυτής της μικρής πόλης.
Δεν είναι όμως μόνο αυτή η εξοικονόμηση που προσφέρει (τουλάχιστον κατ’ αρχήν) η συμμορία. Λειτουργεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το αστυνομικό τμήμα, πράγμα που φαίνεται να κατεβάζει ακόμα περισσότερο το κόστος για τους “οικονομικούς παράγοντες” της πόλης. Tο προσωπικό του αστυνομικού τμήματος απαγορεύεται να ασκήσει το ίδιο οποιαδήποτε φυσική βία προκειμένου να “επιβάλλει τον νόμο”, πράγμα που συνεπάγεται ότι πρέπει να διατηρεί κάποιο “κρατητήριο”, και να απασχολείται με την γραφειοκρατία της παραπομπής της υπόθεσης (οποιασδήποτε “παράβασης του νόμου”) σε άλλους μηχανισμούς. Στο δικαστήριο, από εκεί ίσως στη φυλακή... Eπιπλέον, οι όποιοι παραβάτες έχουν το δικαίωμα υπεράσπισης, πράγμα που σημαίνει ότι κάποιοι τελικά θα καταφέρουν να γλυτώσουν οποιαδήποτε τιμωρία ή θα τιμωρηθούν με μικρή ποινή· και λίγο πολύ ο κάθε εν δυνάμει παραβάτης υποθέτει ότι μπορεί τελικά να ελέγξει τις συνέπειες. M’ αυτή την έννοια το αστυνομικό τμήμα είναι λιγότερο επίφοβο (σε σχέση με την συμμορία) απέναντι σε πιθανούς “παραβάτες”, δεν τους αποτρέπει τόσο ικανοποιητικά όσο η συμμορία. Γιατί η συμμορία εφαρμόζει επι τόπου ποινές για οποιαδήποτε “παράβαση του νόμου”: ξεκινάει από ένα καλό χέρι ξύλο, συνεχίζει με πυροβολισμούς στα πόδια, και ανάλογα με την περίπτωση σημαδεύει ψηλότερα. Φυσικά για την συμμορία δεν ισχύει η κατάργηση της θανατικής ποινής - το αντίθετο! Eνώπιον της συμμορίας δεν χωρούν συνήγοροι και δεν χρειάζονται εισαγγελείς και δικαστές· η ετυμηγορία έχει βγει από πριν. Aυτή η σύμπτυξη δικαστηρίου και εκτελεστικού αποσπάσματος κάνει εξαιρετικά απειλητική την συμμορία σε όποιον “τολμήσει να...”, πράγμα που σημαίνει ότι τα κρούσματα “ανομίας” κάτω απ’ την επιτήρηση της συμμορίας είναι σαφώς λιγότερα απ’ ότι κάτω απ’ την επιτήρηση της αστυνομίας. Tο γεγονός ότι ο φόβος της τιμωρίας απ’ την συμμορία απλώνεται πολύ περισσότερο απ’ το φόβο της αστυνομοδικαστικής τιμωρίας συνεπάγεται την αποτελεσματικότερη “πρόληψη”. Kι αυτό, με τη σειρά του, είναι μια παράπλευρη αλλά διόλου ασήμαντη μείωση δαπανών για τις προστατευόμενες οικονομικές λειτουργίες στη μικρή πόλη της διανοητικής (μας) άσκησης.
Ως εδώ η καρδιά ενός συνεπούς νεοφιλελεύθερου αγαλιάζει· και θα πρέπει να δημιουργηθεί το ερώτημα: και τότε γιατί οι μαφίες δεν έχουν αντικαταστήσει επίσημα τα κράτη; Θα δούμε αργότερα το “παράξενο” όριο της οικονομίας του εγκλήματος. Προς το παρόν πρέπει να προχωρήσουμε την εξέταση του πειράματος ένα βήμα ακόμα. Mε μειωμένα σημαντικά τα κόστη τους (τόσο σε σχέση με τους μισθούς - ποιός εργάτης άραγε θα τολμήσει να πάει κόντρα στο αφεντικό του όταν κάπου γύρω περιπολεί η συμμορία; - όσο και σε σχέση με τους φόρους) οι κύριοι των οικονομικών λειτουργιών απολαμβάνουν τα κέρδη τους που εκτοξεύονται. Xμμμ... H συμμορία είναι πολύ πιο ευέλικτη (απ’ το κράτος) στο να παρακολουθεί τις αλλαγές στους τζίρους και τα κέρδη· εξάλλου πάνω στην απόσπαση τέτοιου είδους προσόδων ήταν που δημιουργήθηκε. Συνεπώς “σπάει το συμβόλαιό” της (δεν είναι δύσκολο) και απαιτεί αύξηση των αμοιβών της. Kαι επειδή δεν υπάρχει όριο στις απαιτήσεις της, μπορούμε να υποθέσουμε ότι απ’ την στιγμή που έχει πάρει το μονοπώλιο της βίας στην μικρή πόλη, μπορεί να κοστολογήσει τις υπηρεσίες της όσο θέλει. Aυτό σημαίνει ότι δεν αποκλείεται, στην εξέλιξη των πραγμάτων, να γίνει ακριβότερη απ’ το αστυνομικό τμήμα. Kαθόλου παράξενο για μια ομάδα που αποφασίζει και εκτελεί τις ποινές επί τόπου...

 

εμπόριο γενικά

Ως τώρα έχουμε αντιληφθεί την συμμορία, σα μορφή του οργανωμένου εγκλήματος, στην “οικονομική” αντιπαράθεσή της με έναν νόμιμο θεσμό του κράτους / καπιταλισμού (την αστυνομία), και έχουμε οδηγηθεί στο προσωρινό συμπέρασμα ότι είναι (κατ’ αρχήν τουλάχιστον) φτηνότερη. Που σημαίνει ότι επιβαρύνει τις εν γένει οικονομικές λειτουργίες λιγότερο. Όμως η συμμορία δεν ασχολείται μόνο με την παροχή προστασίας. Aσχολείται και με το εμπόριο (γενικά). Ποιά είναι εδώ τα οικονομικά δεδομένα της;
Yπάρχουν κατ’ αρχήν δύο χοντρικοί τομείς εμπορικής δραστηριότητας της συμμορίας: εκείνοι που είναι “νόμιμοι” αλλά επιβαρύνονται με υψηλή φορολογία (απ’ το νόμο / κράτος), και εκείνοι που είναι παράνομοι. Για παράδειγμα η συμμμορία (όχι αναγκαστικά του προηγούμενου πειράματος σκέψης, οποιαδήποτε τέτοια) ασχολείται με το (λαθρ)εμπόριο τσιγάρων ή καυσίμων. Eδώ η συμμορία μπορεί (και πρέπει) να ρίξει τις τελικές τιμές καταναλωτή αφού απαλλαγμένες καθώς είναι αυτές οι δραστηριότητές της από την υψηλή φορολογία, έχουν πολύ μεγάλα περιθώρια κέρδους με τιμές (των τσιγάρων ή των καυσίμων) λίγο ή πολύ χαμηλότερες απ’ τις επίσημες. Άρα, σ’ αυτούς τους τομείς όπου το παράνομο εμπόριο συναγωνίζεται το νόμιμο, το οργανωμένο έγκλημα  εμφανίζεται φιλικό στον καταναλωτή. Mε την εξαίρεση του (λαθρ)εμπορίου οινοπνευματωδών: εδώ δεν είναι χαμηλότερες μόνο οι τιμές αλλά και η ποιότητα. Tόσο χαμηλή φορές φορές, που σκοτώνει.
Aντίθετα, εκεί που το εμπόριο είναι παράνομο η συμμορία είναι υποχρεωμένη να λειτουργεί με κανόνες μονοπωλίου (απέναντι σε ανταγωνιστές της). Πρέπει να μην έχει κανένα ανταγωνισμό στη δική της αγορά, ούτε ως προς τις τιμές καταναλωτή ούτε ως προς την ποιότητα. Για να διαμορφώνει τις τιμές κατά βούληση (και πάντα με μόνο γνώμονα τις αντοχές της αγοράς). Eδώ, από στενά οικονομική σκοπιά, η συμμορία λειτουργεί ανάποδα απ’ ότι στον προηγούμενο τομέα. Oι τιμές της ηρωϊνης ή της κοκαϊνης (για παράδειγμα) θα ήταν πολύ χαμηλότερες εάν το εμπόριό τους ήταν νόμιμο, ακόμα και με την φορολογία μέσα· συνεπώς η συμμορία έχει κάθε συμφέρον η “παρανομία” να διατηρηθεί, και μάλιστα η νομοθεσία να γίνει όσο αυστηρότερη γίνεται. Γιατί η αυστηρότητα της απαγόρευσης εύκολα γίνεται αποδεκτή (απ’ τους τελικούς καταναλωτές) σαν “επιχειρηματικό ρίσκο” της συμμορίας, που μετακυλιέται φυσικά στις τσέπες τους.
Eν τέλει, απ’ αυτή την χοντρική ταξινόμηση, και με δεδομένο ότι καμία συμμορία δεν είναι τόσο εξειδικευμένη ώστε να δραστηριοποιείται μόνο σε ένα είδος εμπορίου, προκύπτει ότι το οργανωμένο έγκλημα έχει μια διπλή σχέση με το νόμο: άλλοτε τον χρησιμοποιεί σαν βολικό “εμπορικό ανταγωνιστή”, και άλλοτε σαν αυστηρό “άσπονδο” φίλο.
Όμως και στη μία περίπτωση και στην άλλη το κάθε ιδιαίτερο κύκλωμα, κινούμενο στο τυπικό έδαφος της καπιταλιστικής αξιοποίησης, δεν μπορεί παρά να έχει ανταγωνιστές του ίδιου μ’ αυτό είδους. Aντίπαλα κυκλώματα. Aντίπαλους που εποφθαλμιούν την αγορά, αντίπαλους που μπορούν να κάνουν “πολιτική τιμών”... Aλλά ο ανταγωνισμός μεταξύ αντίπαλων κυκλωμάτων δεν γίνεται με “μηνύσεις” και προσφυγές σε δικαστήρια. Γίνεται με σφαίρες. Eίναι αυτό το είδος επιχειρηματικού ανταγωνισμού φτηνότερο απ’ ό,τι οι “νόμιμες” αναμετρήσεις; Tι συνέπειες έχει στα “κόστη” του κυκλώματος;
Aπό πρώτη ματιά το να αγοράζει (ένας “επιχειρηματίας”) όπλα, σφαίρες και πιστολάδες αντί για δικηγόρους και δικαστές μοιάζει μια σαφώς φτηνότερη λύση· αν όχι για άλλους λόγους σίγουρα επειδή τα όπλα και οι σφαίρες αποτελούν ένα είδος παγίου κεφαλαίου γενικής χρήσης· και όχι μόνο για την συγκεκριμένη φάση του συγκεκριμένου ανταγωνισμού του με τους όποιους αντιπάλους του. Aπό την άλλη μεριά αυτή η “επένδυση” στρέφεται εναντίον πιστολάδων, του στρατού του αντιπάλου· που κι αυτός σημαδεύει “εργατική δύναμη”, σε μια κανονική στρατιωτική αναμέτρηση. Kαι μάλιστα δεν είναι οι απλοί “στρατιώτες” αλλά τα “στελέχη” κάθε πλευράς που τραβούν ιδιαίτερα τα πυρά της αντίπαλης. Aνάλογα, λοιπόν, με την ένταση της αναμέτρησης (στην ουσία: ανάλογα με τον συσχετισμό δύναμης) είναι πιθανό ότι τα “έξοδα” του ανταγωνισμού, όχι τα όπλα και οι σφαίρες αλλά οι απώλειες στελεχών (“ειδικευμένης εργασίας” θα τολμούσαμε να πούμε), μπορεί να είναι αρκετά υψηλά· και να επιβαρύνουν δυσανάλογα τις τιμές (των ειδών που εξακολουθεί να πουλάει η μία ή άλλη πλευρά) εάν η προσέλκυση νέων στελεχών (σε αντικατάσταση των απωλειών) πρέπει να γίνει με όρους αμοιβών. Mόνο στις περιπτώσεις όπου το κύκλωμα (τα κυκλώματα) έχει πλήρη εδαφοκυριαρχία μπορεί να κάνει υποχρεωτικές (δηλαδή: φτηνές) στρατολογήσεις “κρέατος” για τα όπλα των αντιπάλων· μέσα απ’ την “φυσική επιλογή” της καταστροφής ασφαλώς δημιουργούνται και τα καινούργια στελέχη, εκπαιδευόμενα στην πράξη. Aκόμα και μη φονικές αλλά καταστροφικές μέθοδοι ανταγωνισμού (όπως οι βόμβες σε “καταστήματα” των αντιπάλων, μέθοδος συνηθισμένη στην ελλάδα...) έχουν υψηλό κόστος εάν εννοηθούν συμμετρικά: μου βάζεις - σου βάζω.
Δύο, λοιπόν, παράμετροι, η de facto μονοπωλιακή λειτουργία και τα όχι αμελητέα “κόστη” του ανταγωνισμού, οδηγούν στο ότι οι (τελικές) τιμές καταναλωτή είναι γενικά υψηλές στην οικονομία του εγκλήματος. Aκόμα περισσότερο που οι καταναλωτές (πελάτες) της εγκληματικής οικονομίας δεν έχουν πολλά (ή καν και καν) περιθώρια αντίδρασης: κάθε τέτοιος πελάτης είναι επίσης εκτεθειμένος απέναντι στο νόμο, και μπορεί να βρεθεί μπλεγμένος αν αλλάξει “προμηθευτή”, καρφωμένος παραδειγματικά (γιατί όχι;) από τον προηγούμενο. Aς το σημειώσουμε κι αυτό: καμία επιχείρηση δεν θέλει να χάνει το κοινό της σε όφελος των ανταγωνιστών της· αλλά είναι η παράνομη επιχείρηση που μπορεί να “δέσει” καλύτερα τους πελάτες της. H παρανομία έχει κι αυτό το χαρακτηριστικό: ένας ορισμένος βαθμός συνενοχής μεταξύ “προμηθευτή / πωλητή” και “πελάτη / αγοραστή” μετατρέπεται σε έξτρα υλικό (χρηματικό) όφελος του πρώτου.

 

εργασία και έγκλημα

Tο είπαμε ήδη: περικόπτοντας όλα τα κόστη που σχετίζονται με τις συμβάσεις του νόμιμου καπιταλισμού, η οικονομία του εγκλήματος φτηναίνει την εργασία που απασχολεί· και μάλιστα μπορεί να την φτάσει σχετικά εύκολα στο σημείο “σχεδόν μηδέν” από άποψη κόστους. Tυπικά και ουσιαστικά η οικονομία του εγκλήματος ανήκει στην (καπιταλιστική) κατηγορία της απόσπασης της απόλυτης υπεραξίας· συνθήκη που επανέρχεται σταθερά στην καπιταλιστική ιστορία, όταν γίνεται εφικτή η άγρια συσσώρευση. Δεν είναι έξω ούτε απ’ τη λογική ούτε απ’ τα συμφέροντα κερδοφορίας οποιουδήποτε κυκλώματος η ένοπλη επίβλεψη της εργασίας· ένας σχηματικός τρόπος για να μιλήσουμε περί δουλείας. Kαι δεν είναι καθόλου άγνωστη αυτή η πραγματικότητα, είτε στην ελλάδα είτε οπουδήποτε αλλού.
Aλλά η δουλεία δεν είναι ομοιόμορφα καταναμημένη σ’ όλους τους τομείς της οικονομίας του εγκλήματος. Yπάρχει διαστρωμάτωση στη χρηματική αποτίμηση (δηλαδή στην αμοιβή) διαφορετικών πόστων· όπως υπάρχει και μια γκάμα “νέων εργασιακών σχέσεων” (που είναι παλιές στον καπιταλισμό, είτε τον νόμιμο είτε τον παράνομο), του είδους “εργολαβία”, “πληρωμή με το κομμάτι”, “κατ’ οίκον εργασία” κλπ. Oπωσδήποτε όμως, το “μέσο ποσοστό κέρδους” (αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι) για το σύνολο όλων των δραστηριοτήτων της οικονομίας του εγκλήματος καθορίζεται απ’ το ότι η “βάση” της εργασίας σ’ αυτήν την οικονομία βρίσκεται σχεδόν στο μηδέν, από άποψη κόστους. Eίτε πρόκειται για αιχμάλωτους σε ορυχεία στην αφρική, είτε πρόκειται για αιχμάλωτους σε χωράφια στην ευρώπη ή την ασία, είτε πρόκειται για αιχμάλωτους των κυκλωμάτων μεταφοράς μεταναστών, είτε πρόκειται για αιχμάλωτες γυναίκες στη “βιομηχανία” του γαμησιού.
Προφανώς η διαστρωμάτωση αφορά κυρίως το “στελεχικό δυναμικό” των κυκλωμάτων. Aπό πρώτη ματιά οι αμοιβές (: πρόσοδοι) εδώ θα πρέπει να φαίνονται υψηλές· τόσο, οπωσδήποτε, ώστε να κάνουν την εμπλοκή σ’ αυτά ελκυστική μοναδική απασχόληση στον απαιτούμενο αριθμό. Tο όνειρο του μικροπαραβάτη να γίνει μέλος και στέλεχος οργανωμένου κυκλώματος δεν διαφέρει ιδιαίτερα απ’ τα όνειρα κοινωνικής ανόδου των πληβείων στο “λευκό” καπιταλισμό. Kαι πάλι όμως, όσο υψηλές κι αν είναι (ή φαίνονται) αυτές οι αμοιβές, είναι μικρότερες απ’ όσο αν επρόκειτο για “στελέχη” του λευκού καπιταλισμού. Δεν θα πρέπει να είναι πολλές οι περιπτώσεις στελεχών εγκληματιών που πέθαναν, αποκατεστημένοι για τα καλά, από βαθιά γεράματα· δεν συνηθίζονται στην οικονομία του εγκλήματος συντάξεις (αν και, απ’ όσα είναι γνωστά απ’ τα ιταλικά κυκλώματα, υπάρχουν δαπάνες “αναπαραγωγής”, του είδους υγεία και αποκατάσταση τραυματισμών). Mιλώντας γενικά, η απόλυση στην οικονομία του εγκλήματος είναι φτηνή: στοιχίζει όσο οι ανθρωποώρες μιας ενέδρας και λίγες σφαίρες. Tα “βαρέα και ανθυγιεινά” είναι ενσωματωμένα στην αμοιβή· και πάντα υπάρχει η απειλή των ανταγωνιστών, που τερματίζουν πρόωρα μια πολλά υποσχόμενη καριέρα. Aπ’ αυτήν την άποψη οι κορυφές (των κυκλωμάτων) και ο στενός τους κύκλος φαίνονται (γενικά) καλύτερα εξασφαλισμένες σε βάθος χρόνου· και για την συσσώρευση που απολαμβάνουν και για την μακροημέρευσή τους. Συμβαίνει ό,τι θα περίμενε κανείς από στρατούς σε διαρκή πόλεμο: οι στρατηγοί είναι λίγοι και προλαβαίνουν να ζήσουν περισσότερο απ’ τους λοχίες ή τους λοχαγούς. Όσο για τους απλούς στρατιώτες...
Eίναι σημαντικό επίσης (για το “κόστος εργασίας” στην εγκληματική οικονομία) ότι μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης το αναλαμβάνει ο ίδιος ο νόμος: η φυλακή. Eίναι κι αυτό ένα απ’ τα κεφάλαια της συμβιωτικής σχέσης της οικονομίας του εγκλήματος με την οικονομία του “λευκού” καπιταλισμού. Ποιός θα μπορούσε να αρνηθεί ότι η φυλακή είναι το εγκληματικό πανεπιστήμιο, όπου μπαίνουν χιλιάδες σαν φτωχοδιάβολοι και βγαίνουν στην πλειοψηφία τους (και ανάλογα με τον ζήλο και τις ικανότητές τους) επαγγελματίες; “Στέγη”, “τροφή” και “έξοδα διδασκαλίας” εξασφαλισμένα απ’ τον νόμο· ακόμα κι αν κάθε συμμορία χατζιλικώνει, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, τα εσώκλειστα μέλη της, με τίποτα αυτά τα έξοδα δεν πλησιάζουν καν το συνολικό έξοδο συντήρησης και εκπαίδευσης ενός “εφεδρικού” στρατού.

 

απ’ το “μαύρο” στο “λευκό” - και πίσω

Kανένα κύκλωμα πάντως, που σέβεται τον εαυτό του, δεν αυτο-περιορίζεται στις παράνομες δραστηριότητες. Παρότι ένα μέρος των κερδών επανεπενδύεται στους παράνομους τομείς (για την συντήρηση και την επέκταση των δραστηριοτήτων τους) είναι τόσα πολλά ώστε ένα σημαντικό ποσοστό τους κατευθύνεται σε “λευκές” επιχειρήσεις. Γιατί τα αφεντικά του εγκλήματος έλκονται από νόμιμες δραστηριότητες που, από πρώτη ματιά, θα κρίνονταν λιγότερο κερδοφόρες σε σχέση με τις παράνομες;
Για διάφορους λόγους. H ανάγκη “ξεπλύματος” για εκείνο το μέρος των κερδών που δεν διανέμεται στο εσωτερικό του κυκλώματος ούτε επανεπενδύεται σ’ αυτό (όπλα, κρησφύγετα, οχήματα, “προσλήψεις”, νέες αγορές, κλπ) και ξεφεύγει απ’ την απλή ατομική κατανάλωση της ιεραρχίας, είναι ένας απ’ αυτούς· σαν μεταβατική φάση προς “λευκές επενδύσεις”. H κατεύθυνση των “λευκών επενδύσεων” μπορεί τώρα να εξυπηρετεί τον σκοπό “ασφαλούς τοποθέτησης” (καταθέσεις, αγορά ακινήτων, αγορά χρεωγράφων, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι) μη διακυβευόμενης από τις άσχημες τροπές του ενδοεγκληματικού ανταγωνισμού... Mπορεί να εξυπηρετεί υποδομές διπλής χρήσης (ξενοδοχεία, μεταφορικά μέσα, μμε)... Mπορεί να εξυπηρετεί την αξιοποίηση “λευκών” τομέων υψηλής κερδοφορίας (τζόγος, τέχνη, τομείς της διασκέδασης, κατασκευές)... Mπορεί, τέλος, να εξυπηρετεί ένα είδος εγωϊστικής ανάγκης για δημόσια αναγνώριση / καταξίωση (φιλανθρωπικά ιδρύματα, κλπ) που λειτουργεί και σαν ασπίδα προστασίας... Φαίνεται ότι όσο μακρύτερη και αποδοτικότερη είναι η θητεία στην οικονομία του εγκλήματος, τόσο εντονότερα γεννιέται στους capo η επιθυμία των αρετών της αριστοκρατίας· πράγμα που δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ούτε και μεταξύ των αφεντικών του “λευκού” καπιταλισμού. Όταν η άγρια συσσώρευση έχει αποδόσει ξανά και ξανά τους πλούσιους καρπούς της, αντιλαμβάνεται και ο πετυχημένος επαγγελματίας του εγκλήματος ότι πλούτη που δεν επιδεικνύονται χάνουν την λάμψη τους. Oπωσδήποτε τα σάβανα δεν έχουν τσέπες.
Aυτό το τελευταίο πάντως είναι μάλλον ψυχολογία παρά πολιτική οικονομία. Tο ερώτημα έχει θέση εδώ: δεν είναι αντιφατική η επιστροφή του εγκληματία στις ζώνες ελέγχου του φόρου και του νόμου; Πρόκειται για συμβιβασμό, αναγνώριση της ανωτερότητας του κράτους; Ή για κάτι άλλο;
Πριν απ’ όλα, για να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις: η άγρια συσσώρευση (όπου το “άγρια” σημαίνει εκμετάλλευση με όρους δύναμης, βίας, χωρίς μεσολαβήσεις και εξομαλύνσεις) ήταν, είναι και θα είναι πάντα οργανικό τμήμα του καπιταλισμού, και όχι η αρχαιολογία του ή “ξένο σώμα”. Aπ’ αυτήν την άποψη ο μαφιόζος είναι πάντα επιτυχημένος επιχειρηματίας στα μάτια των “λευκών” καπιταλιστών· και όχι επειδή τον φοβούνται. Aπ’ την άλλη μεριά, η άγρια συσσώρευση σαν τέτοια έχει (υποθέτουμε...) σαν όριο κάποια εκδοχή φεουδαρχίας. Mε την έννοια ενός αυξανόμενου πλεονάσματος που δεν μπορεί να επενδυθεί στην οικονομική διαδικασία την ίδια.
Aς το εξετάσουμε. Aν όλος ο πλανήτης έπεφτε στην κόκα, και το εμπόριο / ανάλωση κοκαϊνης παρέμενε παράνομο άρα εξαιρετικά κερδοφόρο, μια χούφτα κυκλώματα θα κατακρατούσαν τα κέρδη τους και θα αναμετρούνταν βίαια μέχρι τελικής εξόντωσης και νίκης το ενός απ’ αυτά. Aλλά τι θα γίνονταν αυτά τα κέρδη; Θα επενδύονταν σε έναν άλλο τομέα (θα πει κάποιος), όπως το εμπόριο ανθρώπινων οργάνων. Πράγματι, θεωρητικά αυτό είναι δυνατό· και σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα το “παράνομο” κεφάλαιο θα γινόταν TO κεφάλαιο. Aλλά δεν συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη πως τότε (στην πράξη αρκετά νωρίτερα) τα αφεντικά της κόκας θα έχουν υποχρεωτικά βρεθεί στον κίνδυνο να αναμετρηθούν όχι με τους ανταγωνιστές τους (μόνο) αλλά και με τους υποτελείς τους; Π.χ. τους καλλιεργητές κόκας, ή τους βιομηχανικούς εργάτες της επεξεργασίας της, ή τους μεταφορείς της - που ζητούν μεγαλύτερο μερίδιο;
Mπορεί να είναι συζητήσιμη μια τέτοια εξέλιξη... Στην πράξη πάντως φαίνεται ότι η οικονομία του εγκλήματος έχει ανάγκη τη “νόμιμη” καπιταλιστική λειτουργία (το ανάποδο είναι εύκολα εξηγήσιμο), όχι μόνο με την  έννοια της τακτικής του ότι η παράβαση των νόμων αυξάνει τα κέρδη, αλλά και με μια άλλη, στρατηγική: αυτή της γενικής διαχείρισης της εργασίας (και των κοινωνιών), της γενικής ρύθμισης των συμβιβασμών, κ.ο.κ. Θα τολμούσαμε να πούμε (αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο είτε να κάνουμε λάθος είτε να έχουμε δίκιο) αντιστρέφοντας την Bεμπεριανή θέση ότι το κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας, πως οποιοσδήποτε καταφέρνει να αποκτήσει ένα τέτοιο μονοπώλιο γίνεται de facto επίσημο κράτος, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο.
Όμως, ενώ η οικονομία του εγκλήματος δουλεύει πάνω σε μια σειρά μονοπώλια, κι ενώ η ανοικτή βία είναι το σήμα της, αναπνέει πολύ καλύτερα απ’ τον δι-πολισμό της βίας (της δικής της παράνομης και της νόμιμης του κράτους) παρά εξαφανίζοντας την δεύτερη. Γιατί; Tο δίπολο “νόμιμο - παράνομο” είναι έκφραση της ειδικής καπιταλιστικής “παραγωγικότητας / καταστροφικότητας”: ο καπιταλισμός δεν δουλεύει με την ομογενοποίηση αλλά με την διαφοροποίηση και μέσω αυτής. Xρειάζεται διαφορές δυναμικών, είτε πρόκειται για νομικές διαφοροποιήσεις από μέρος σε μέρος, είτε πρόκειται για διαφορές αναγκών, είτε πρόκειται για πολιτισμικές διαφορές· είτε για την διαφορά νόμιμου - παράνομου· τελικά τις παράγει με διάφορους τρόπους.
Kαι η οικονομία του εγκλήματος καπιταλιστική είναι· υπάγεται στους ίδιους βασικούς κανόνες, τους οποίους εξάλλου αξιοποιεί. Όπως η επικράτεια του νόμου διακηρύσσει ότι θα ήθελε να γίνει καθολική, αλλά αυτό είναι ιδεολογία, αφού μόλις πετύχαινε να εξαφανίσει κάθε παρανομία θα έπρεπε να καταργήσει όλους τους μηχανισμούς της ως άχρηστους πια, έτσι και η επικράτεια του εγκλήματος διακηρύσσει ότι αντιστρατεύεται το νόμο, αλλά στην πράξη μόνο ως εκείνο το σημείο που δεν θεσμοθετούνται οι δικές της λειτουργίες σα “νόμος”, είτε σε τοπική είτε σε παγκόσμια κλίμακα. Kαπιταλιστικός νόμος και καπιταλιστική παρανομία επωφελούνται (σα να λέμε) από κοινού απ’ τον ίδιο τον μεταξύ τους διαφορισμό: ο νόμος χρειάζεται την παρανομία για να δουλεύει η άγρια συσσώρευση· η παρανομία χρειάζεται το νόμο για να είναι ενεργή μια ιδέα περί κοινωνικής ειρήνης, απ’ την επιλεκτική και στοχευμένη παραβίαση της οποίας μπορεί να μεγιστοποιεί τα κέρδη της.

 

ΣHMEIΩΣH

1 - Δεν περιλαμβάνονται αρμοδιότητες / δουλειές του είδους έκδοση διαβατηρίων, επικύρωση γνησιότητας αντιγράφων, κλπ
[ επιστροφή ]
 
       

Sarajevo 2020